Καλησπέρα.
Σας στέλνω τη δική μου περίεργη ιστορία επειδή, αν το πω σε κάποιον που με ξέρει, θα μου πει να ηρεμήσω. Ότι δεν έχω ξεπεράσει ακόμα τον θάνατο της μητέρας μου. Ότι το μυαλό, όταν πονάει, μπορεί να δει σημάδια εκεί που δεν υπάρχουν. Και ίσως να έχει δίκιο.
Θέλω όμως να ακούσω και τη δική σας άποψη, μιας και, όπως πιστεύω, θα έχετε ακούσει πολλές περίεργες ιστορίες.
Η μητέρα μου πέθανε πριν από τρία χρόνια.
Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες. Ήταν άρρωστη αρκετό καιρό, αλλά το τέλος ήρθε πιο γρήγορα απ’ όσο περιμέναμε. Από τότε κράτησα κάποια πράγματά της σε ένα κουτί στην αποθήκη. Φωτογραφίες, παλιά χαρτιά, ένα μαντήλι της, κάτι κοσμήματα που δεν είχαν αξία για κανέναν άλλο.
Δεν τα άγγιζα συχνά. Όχι επειδή δεν ήθελα να τη θυμάμαι. Το αντίθετο. Επειδή κάθε φορά που άνοιγα εκείνο το κουτί, μου φαινόταν ότι η απουσία της γινόταν ξανά καινούρια.
Προχθές το απόγευμα έψαχνα κάτι άσχετο στην αποθήκη. Ένα κατσαβίδι, νομίζω. Ή μια προέκταση. Δεν θυμάμαι καν. Άνοιξα ένα παλιό συρτάρι από ένα έπιπλο που είχαμε φέρει από το σπίτι της και δεν είχα χρησιμοποιήσει ποτέ.
Εκεί μέσα βρήκα ένα κινητό.
Ήταν μικρό, μαύρο, από εκείνα τα παλιά με κουμπιά. Όχι smartphone. Είχε γρατζουνιές στην οθόνη και σκόνη στα πλαϊνά. Στην αρχή σκέφτηκα ότι θα ήταν δικό της. Η μητέρα μου δεν τα πήγαινε ποτέ καλά με τα καινούρια κινητά. Πάντα προτιμούσε τα απλά.
Το κράτησα στο χέρι μου για λίγη ώρα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μου φάνηκε πιο βαρύ απ’ όσο έπρεπε. Πάτησα το κουμπί να ανοίξει. Τίποτα. Λογικό, σκέφτηκα. Τρία χρόνια κλειστό.
Το πήρα μαζί μου στο σαλόνι, περισσότερο από περιέργεια παρά από ανάγκη. Βρήκα έναν παλιό φορτιστή που ταίριαζε, τον σύνδεσα και άφησα το κινητό πάνω στο τραπεζάκι. Δεν περίμενα να δουλέψει.
Μετά από λίγα λεπτά, άναψε η οθόνη. Το φως της ήταν αχνό, σχεδόν γαλάζιο. Εμφανίστηκε πρώτα το σήμα φόρτισης και μετά η ώρα.
00:00.
Δεν μου έκανε εντύπωση. Τα παλιά κινητά έχαναν την ώρα όταν έμεναν χωρίς μπαταρία. Περίμενα λίγο και μετά το άνοιξα. Δεν είχε φωτογραφίες. Δεν είχε μηνύματα. Δεν είχε κλήσεις. Δεν είχε τίποτα.
Μόνο μία επαφή στον τηλεφωνικό κατάλογο: Μαμά
Έμεινα να κοιτάζω τη λέξη για αρκετά δευτερόλεπτα.
Στην αρχή χαμογέλασα, αλλά όχι κανονικά. Από εκείνα τα χαμόγελα που βγαίνουν όταν κάτι σε πονάει πριν προλάβεις να το καταλάβεις. Σκέφτηκα ότι μάλλον ήταν δικό μου παλιό κινητό και απλώς δεν το θυμόμουν. Ίσως το είχα αφήσει στο σπίτι της κάποτε. Ίσως το είχε κρατήσει εκείνη.
Άνοιξα την επαφή. Ο αριθμός δεν ήταν ο παλιός της. Αυτό με έκανε να σταματήσω.
Τον κοίταξα ξανά. Ψηφίο ψηφίο. Δεν μου έλεγε τίποτα. Δεν ήταν αποθηκευμένος στο κινητό μου. Δεν έμοιαζε καν με αριθμό που θυμόμουν από παλιά.
Για κάποιο λόγο, δεν τον κάλεσα. Έκλεισα το κινητό και το άφησα στο τραπέζι. Όλη την υπόλοιπη μέρα προσπαθούσα να μη σκέφτομαι τη λέξη στην οθόνη.
Μαμά.
Είναι περίεργο πώς μια τόσο απλή λέξη μπορεί να γίνει ξαφνικά βάρος.
Το βράδυ, πριν κοιμηθώ, το κινητό ήταν ακόμα στο τραπεζάκι. Δεν το είχα αγγίξει. Η οθόνη ήταν σβηστή.
Πέρασα από δίπλα του, πήγα στην κουζίνα, έβαλα νερό σε ένα ποτήρι και γύρισα στο σαλόνι για να κλείσω τα φώτα.
Τότε ακούστηκε. Ένας μικρός, ξερός ήχος. Όχι σαν σύγχρονη ειδοποίηση. Σαν παλιό μήνυμα.
Στάθηκα ακίνητος. Το κινητό είχε ανάψει. Στην οθόνη υπήρχε ένας φάκελος: Νέο μήνυμα.
Για λίγα δευτερόλεπτα δεν πλησίασα. Ένιωθα γελοίος. Ήταν απλώς ένα παλιό κινητό. Κάποια παλιά SIM. Κάποιος άγνωστος αριθμός. Κάποιο μήνυμα που άργησε χρόνια να φτάσει ή κάτι τέτοιο.
Αυτό προσπάθησα να πω στον εαυτό μου.
Πήρα το κινητό στα χέρια μου. Το μήνυμα ήταν από την επαφή:
Μαμά
Πάτησα άνοιγμα. Το μήνυμα είχε σταλεί εκείνη ακριβώς τη στιγμή. 23:47. Έγραφε μόνο:
"Έφαγες;"
Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα έτσι. Με το κινητό στο χέρι. Με εκείνη τη λέξη στην οθόνη.
"Έφαγες;"
Όπως μου έγραφε πάντα. Όπως με ρωτούσε κάθε φορά που αργούσα να απαντήσω. Όπως με ρωτούσε ακόμα κι όταν ήταν άρρωστη, ακόμα κι όταν δεν μπορούσε να φάει η ίδια, ακόμα κι όταν η φωνή της είχε γίνει ψίθυρος.
Έφαγες;
Κάθισα στον καναπέ και άρχισα να κλαίω χωρίς ήχο. Το κινητό έμεινε ανοιχτό στην παλάμη μου.
Κάτω από το μήνυμα υπήρχε η επιλογή:
"Απάντηση"
Δεν ξέρω αν πρέπει να απαντήσω. Δεν ξέρω αν πρέπει να γράψω «ναι». Δεν ξέρω αν πρέπει να ρωτήσω ποιος είναι.
Δεν ξέρω αν πρέπει απλώς να κλείσω το κινητό και να το πετάξω κάπου μακριά.
Γιατί όσο το κοιτάζω, τόσο περισσότερο φοβάμαι ότι το πραγματικά τρομακτικό δεν είναι πως έλαβα μήνυμα από τη μητέρα μου.
Το τρομακτικό είναι ότι ένα κομμάτι μου θέλει να απαντήσει.
Πριν φύγεις πρέπει να διαβάσεις κι αυτό:
Our Horror Stories: Ευχαριστούμε το φίλο μας Μάριο για την ιστορία που μας έστειλε.
Αν σου άρεσε η ιστορία τότε αυτό είναι για σένα:
Διαβάστε επίσης:
Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου