0

Το παιδικό παλτό στην ντουλάπα

 




Καλησπέρα σας.


Δεν ξέρω αν αυτό που θα σας γράψω είναι αρκετά τρομακτικό για τη σελίδα σας. Δεν έχει φωνές μέσα στη νύχτα, ούτε μορφές να στέκονται πάνω από το κρεβάτι μου. Τουλάχιστον όχι κάτι που είδα.


Ίσως γι’ αυτό με τρόμαξε περισσότερο.


Γιατί όλα ξεκίνησαν τόσο απλά, που για αρκετή ώρα προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν συνέβαινε τίποτα.


Πριν από δύο μήνες χρειάστηκε να ταξιδέψω στην Αθήνα για ένα τριήμερο σεμινάριο. Δεν ήθελα να μείνω σε ξενοδοχείο, γιατί οι τιμές ήταν αρκετά υψηλές, οπότε έκλεισα ένα μικρό διαμέρισμα μέσω Airbnb. Ήταν σε μια παλιά πολυκατοικία, όχι ιδιαίτερα όμορφη, αλλά σε καλή περιοχή και κοντά στο μετρό.


Οι φωτογραφίες έδειχναν ένα καθαρό, απλό σπίτι. Ένα υπνοδωμάτιο, μικρό σαλόνι, κουζίνα και μπάνιο. Τίποτα ιδιαίτερο. Η οικοδέσποινα είχε πολλές καλές κριτικές και μου έστειλε όλες τις οδηγίες για self check-in.


Έφτασα Παρασκευή απόγευμα.


Η πολυκατοικία ήταν από εκείνες τις παλιές αθηναϊκές, με στενή είσοδο, μωσαϊκό στο πάτωμα και έναν ανελκυστήρα που έκλεινε με διπλή πόρτα. Στην είσοδο μύριζε λίγο υγρασία και λίγο παλιό ξύλο. Δεν μου έκανε εντύπωση. Πολλές παλιές πολυκατοικίες μυρίζουν έτσι.


Το διαμέρισμα ήταν στον τρίτο.


Μπήκα μέσα, άφησα τη βαλίτσα μου στο σαλόνι και άναψα τα φώτα. Ήταν ακριβώς όπως στις φωτογραφίες. Μικρό, τακτοποιημένο, λίγο άψυχο όπως είναι συνήθως τα σπίτια που νοικιάζονται για λίγες μέρες. Έπιπλα χωρίς προσωπικότητα, κάδρα από πολυκατάστημα, καθαρές πετσέτες διπλωμένες πάνω στο κρεβάτι.


Το πρώτο περίεργο πράγμα το παρατήρησα όταν πήγα να βάλω τα ρούχα μου στην ντουλάπα.


Άνοιξα το δεξί φύλλο και είδα μέσα ένα παιδικό παλτό.


Ήταν κρεμασμένο μόνο του, σε μια μικρή ξύλινη κρεμάστρα. Ένα παλιό μπλε παλτό, μάλλον για κοριτσάκι πέντε ή έξι χρονών. Είχε στρογγυλό γιακά, μεγάλα κουμπιά και λίγο ξεθωριασμένο ύφασμα στα μανίκια.


Στην αρχή χαμογέλασα.


Σκέφτηκα ότι θα το είχε ξεχάσει κάποιος προηγούμενος επισκέπτης. Ή ίσως ήταν διακοσμητικό, αν και μου φάνηκε παράξενο διακοσμητικό για Airbnb. Το κοίταξα για λίγα δευτερόλεπτα και μετά απλώς το έβγαλα από την κρεμάστρα.


Δεν ήθελα να το πετάξω. Δεν ήταν δικό μου. Ούτε ήθελα να ενοχλήσω την οικοδέσποινα για κάτι τόσο μικρό.


Άνοιξα το κάτω συρτάρι της ντουλάπας, το δίπλωσα όσο καλύτερα μπορούσα και το έβαλα μέσα, για να έχω χώρο να κρεμάσω τα δικά μου ρούχα.


Αυτό ήταν όλο.


Έκανα μπάνιο, παρήγγειλα κάτι να φάω και το βράδυ κοιμήθηκα νωρίς, γιατί την επόμενη μέρα έπρεπε να ξυπνήσω από τις επτά.


Το επόμενο πρωί, καθώς ντυνόμουν, άνοιξα ξανά την ντουλάπα.


Το παλτό ήταν εκεί.


Κρεμασμένο στην ίδια θέση.


Στην ίδια μικρή ξύλινη κρεμάστρα.


Για μερικά δευτερόλεπτα δεν σκέφτηκα τίποτα. Το κοιτούσα απλώς. Μετά γέλασα μόνη μου, αλλά όχι επειδή το βρήκα αστείο. Γέλασα από αμηχανία.


«Δεν το έβαλα στο συρτάρι;» είπα δυνατά.


Το είπα για να ακούσω τη φωνή μου μέσα στο σπίτι.


Άνοιξα το κάτω συρτάρι.


Ήταν άδειο.


Τότε προσπάθησα να βρω λογική εξήγηση. Ίσως το είχα σκεφτεί και τελικά δεν το είχα κάνει. Ίσως ήμουν κουρασμένη από το ταξίδι. Ίσως το είχα βγάλει από την κρεμάστρα, το είχα κρατήσει για λίγο, και μετά το είχα ξανακρεμάσει χωρίς να το θυμάμαι.


Ακούγεται χαζό, το ξέρω. Αλλά όταν κάτι δεν βγάζει νόημα, το μυαλό σου προτιμά να κατηγορήσει εσένα παρά να δεχτεί ότι κάτι άλλο συμβαίνει.


Το ξαναπήρα.


Αυτή τη φορά θυμάμαι πολύ καθαρά τι έκανα.


Το δίπλωσα αργά. Το έβαλα στο κάτω συρτάρι. Έσπρωξα το συρτάρι μέχρι μέσα. Έμεινα μάλιστα για λίγα δευτερόλεπτα με το χέρι πάνω του, σαν να ήθελα να βεβαιωθώ ότι δεν θα ανοίξει μόνο του.


Μετά έκλεισα την ντουλάπα και έφυγα για το σεμινάριο.


Όλη μέρα, όσο κι αν προσπαθούσα να συγκεντρωθώ, σκεφτόμουν το παλτό. Δεν ήταν φόβος ακριβώς. Ήταν εκείνη η μικρή ενόχληση στο πίσω μέρος του μυαλού, όταν κάτι δεν κάθεται σωστά.


Γύρισα στο διαμέρισμα γύρω στις εννιά το βράδυ.


Η πολυκατοικία ήταν ήσυχη. Πιο ήσυχη απ’ όσο μου άρεσε. Δεν ακουγόταν τηλεόραση από κανένα διαμέρισμα, ούτε βήματα, ούτε ασανσέρ. Μόνο ένας σωλήνας κάπου μέσα στον τοίχο που έκανε έναν μεταλλικό ήχο κάθε τόσο.


Άνοιξα την πόρτα, μπήκα μέσα και αμέσως ένιωσα ότι κάτι είχε αλλάξει.


Δεν μπορώ να σας το εξηγήσω καλύτερα. Το σπίτι δεν ήταν ανακατεμένο. Δεν έλειπε τίποτα. Η βαλίτσα μου ήταν εκεί που την είχα αφήσει. Τα παπούτσια μου δίπλα στον καναπέ. Η τσάντα μου πάνω στην καρέκλα.


Αλλά η ατμόσφαιρα ήταν άλλη.


Σαν να είχε μείνει κάποιος μέσα όσο έλειπα.


Πήγα κατευθείαν στο υπνοδωμάτιο.


Δεν ξέρω γιατί. Νομίζω ότι ήδη ήξερα.


Άνοιξα την ντουλάπα.


Το παιδικό παλτό ήταν πάλι κρεμασμένο.


Αυτή τη φορά δεν γέλασα.


Στάθηκα ακίνητη και το κοίταζα. Ήταν στην ίδια ακριβώς θέση, αλλά τώρα το ένα μανίκι κρεμόταν λίγο πιο μπροστά, σαν να είχε μόλις ακουμπήσει κάποιος το ύφασμα. Η μικρή ξύλινη κρεμάστρα έτριξε ελάχιστα, αν και δεν υπήρχε αέρας στο δωμάτιο.


Έκανα ένα βήμα πίσω.


Τότε είδα κάτι που δεν είχα προσέξει πριν.


Στο εσωτερικό του γιακά υπήρχε μια μικρή ετικέτα, ραμμένη στο χέρι. Πλησίασα όσο άντεχα και διάβασα ένα όνομα.


Μαρίνα.


Δεν ξέρω γιατί αυτό με τρόμαξε τόσο. Ίσως επειδή μέχρι εκείνη τη στιγμή το παλτό ήταν απλώς ένα αντικείμενο. Ένα ξεχασμένο ρούχο. Με το όνομα, έγινε κάποιου.


Και αυτός ο κάποιος ήταν παιδί.


Έκλεισα απότομα την ντουλάπα.


Πήρα το κινητό και έστειλα μήνυμα στην οικοδέσποινα.


Της έγραψα όσο πιο ψύχραιμα μπορούσα:


«Καλησπέρα σας. Ήθελα να σας ρωτήσω αν γνωρίζετε κάτι για ένα παιδικό παλτό που υπάρχει στην ντουλάπα του υπνοδωματίου. Το βρήκα μέσα όταν έφτασα.»


Δεν ήθελα να γράψω ότι μετακινήθηκε μόνο του. Δεν ήθελα να φανώ τρελή.


Η απάντηση ήρθε μετά από δέκα λεπτά.


«Παιδικό παλτό; Δεν υπάρχει κάτι τέτοιο στο διαμέρισμα. Μήπως το άφησε κάποιος προηγούμενος επισκέπτης;»


Της έγραψα ότι μπορεί.


Μετά κάθισα στο σαλόνι με όλα τα φώτα ανοιχτά.


Δεν ξαναμπήκα στο υπνοδωμάτιο για αρκετή ώρα. Σκεφτόμουν να φύγω αμέσως, αλλά ήταν αργά, έβρεχε, και ντρεπόμουν με τον εαυτό μου. Προσπαθούσα να βρω μια εξήγηση.


Μήπως είχε μπει η καθαρίστρια όσο έλειπα; Μήπως η οικοδέσποινα είχε κάποιον άλλο με κλειδί; Μήπως κάποιος έκανε κακόγουστη φάρσα;


Αλλά γιατί να κάνει κάποιος κάτι τέτοιο;


Και πώς ήξερε ότι είχα βάλει το παλτό στο συρτάρι;


Περίπου στις έντεκα, αποφάσισα ότι δεν θα κοιμόμουν εκεί. Θα μάζευα τα πράγματά μου και θα έφευγα. Θα έβρισκα ξενοδοχείο, φίλη, οτιδήποτε. Αρκεί να έβγαινα από εκείνο το σπίτι.


Μπήκα στο υπνοδωμάτιο μόνο για να πάρω τη βαλίτσα και τα ρούχα μου.


Η ντουλάπα ήταν κλειστή.



Άρπαξα τη βαλίτσα χωρίς να μαζέψω σωστά τα πράγματα. Έριξα μέσα ό,τι βρήκα μπροστά μου. Φορτιστή, ρούχα, νεσεσέρ, παπούτσια. Τα περισσότερα τα πέταξα όπως ήταν. Πήγα στο σαλόνι να μαζέψω τα πράγματα που είχα εκεί.


Τότε άκουσα τον πρώτο ήχο.


Βήματα.


Όχι από πάνω. Όχι από τον διάδρομο της πολυκατοικίας.


Από το υπνοδωμάτιο.


Σταμάτησα στη μέση του σαλονιού.


Ήταν μικρά βήματα. Αργά. Σαν παιδί που περπατάει ξυπόλυτο στο πάτωμα.


Ένα.


Δύο.


Τρία.


Μετά σιωπή.


Κρατούσα το χερούλι της βαλίτσας τόσο δυνατά που τα δάχτυλά μου είχαν ασπρίσει.


Το υπνοδωμάτιο ήταν πίσω μου.


Δεν γύρισα.


Δεν ξέρω πώς βρήκα τη δύναμη να περπατήσω προς την πόρτα. Κάθε βήμα μου φαινόταν αργό, σαν να προχωρούσα μέσα σε νερό. Περίμενα ότι από στιγμή σε στιγμή θα ένιωθα κάτι να με τραβάει από το μπουφάν.


Έφτασα στην είσοδο.


Έβαλα το χέρι μου στο πόμολο.


Άκουσα κι άλλα βήματα. Αυτή τη φορά πιο κοντά.


Άνοιξα την πόρτα, βγήκα στον διάδρομο και έτρεξα προς το ασανσέρ. Μετάνιωσα αμέσως και πήρα τις σκάλες. Δεν ήθελα να κλειστώ σε εκείνο το μικρό κουτί, όχι εκείνη τη στιγμή.


Κατέβηκα τρέχοντας τρεις ορόφους με τη βαλίτσα να χτυπάει στα σκαλιά. Στην είσοδο της πολυκατοικίας, γύρισα μόνο μία φορά προς τα πάνω.


Στον τρίτο όροφο, από το κάγκελο της σκάλας, μου φάνηκε ότι είδα κάτι μπλε.


Ένα μανίκι.


Ίσως ήταν σκιά. Ίσως ήταν το φως.


Δεν έμεινα να μάθω.


Βγήκα στον δρόμο και πήγα σε ένα ξενοδοχείο που βρήκα με το κινητό. Πλήρωσα πολύ περισσότερα απ’ όσα είχα υπολογίσει, αλλά δεν με ένοιαζε. Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα με την τηλεόραση ανοιχτή και το φως του μπάνιου αναμμένο.


Την επόμενη μέρα έστειλα μήνυμα στην οικοδέσποινα ότι έφυγα για προσωπικούς λόγους. Δεν της ζήτησα επιστροφή χρημάτων. Δεν ήθελα καμία συζήτηση.


Το μόνο που της έγραψα ήταν:


«Ίσως καλό θα ήταν να ελέγξετε την ντουλάπα στο υπνοδωμάτιο.»


Δεν απάντησε αμέσως.


Το απόγευμα μού έστειλε:


«Πήγε η καθαρίστρια. Δεν βρήκε τίποτα στην ντουλάπα.»


Έκλεισα το κινητό και προσπάθησα να το ξεχάσω.


Μόνο που δεν τελείωσε εκεί.


Όταν γύρισα σπίτι μου, άνοιξα τη βαλίτσα για να βγάλω τα ρούχα.


Στην αρχή δεν κατάλαβα τι έβλεπα.


Κάτω από τα δικά μου πράγματα, διπλωμένο προσεκτικά, υπήρχε ένα μικρό μπλε παιδικό παλτό.


Πριν φύγεις τσέκαρε την τρομακτική προσφορά:

Asus Vivobook Go 15


Our Horror Story: Ευχαριστούμε την φίλη μας  Ιωάννα για την ιστορία που μας έστειλε.



Και κάτι που δε πρέπει να χάσεις με τίποτα:

20% Επιστροφή


Διαβάστε επίσης:






Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.



0

Ο Άντρας που Ήξερε Πότε θα Πεθάνω

 



Ίσως κάποιος μου έσωσε τη ζωή. Ίσως το μυαλό μου έδεσε τυχαία γεγονότα μεταξύ τους επειδή φοβήθηκε.


Το μόνο σίγουρο είναι ότι ένας άγνωστος ηλικιωμένος με φώναξε με το όνομά μου στη μέση ενός δρόμου στο Λονδίνο.


Και μου είπε ακριβώς πότε θα πεθάνω.


Ο Άντρας που Ήξερε Πότε θα Πεθάνω


Δουλεύω σε ένα ερευνητικό κέντρο στο Λονδίνο, σε τμήμα που ασχολείται με βιοϊατρικά πειράματα. Δεν θα γράψω το όνομα του ιδρύματος. Όχι επειδή κάναμε κάτι παράνομο ή μυστικό, αλλά επειδή δεν θέλω να μπλέξω τη δουλειά μου σε αυτή την ιστορία. 


Όλα ξεκίνησαν ένα απόγευμα Δευτέρας, καθώς γύριζα σπίτι από τη δουλειά. Είχα βγει από τον σταθμό του μετρό και περπατούσα προς το διαμέρισμά μου, με ακουστικά στα αυτιά και το μυαλό μου ακόμα κολλημένο σε αποτελέσματα, αναφορές και δείγματα που δεν είχαν συμπεριφερθεί όπως περιμέναμε.


Τότε κάποιος φώναξε το όνομά μου.


Όχι «κύριε». Όχι «excuse me».


Το όνομά μου.


Σταμάτησα και γύρισα.


Ένας ηλικιωμένος άντρας ερχόταν προς το μέρος μου σχεδόν τρέχοντας. Ήταν ψηλός αλλά καμπουριασμένος, με γκρίζα μαλλιά, παλιό παλτό και βλέμμα τόσο αναστατωμένο που, για μια στιγμή, νόμισα ότι του είχε συμβεί κάτι.


«Μη φύγεις», μου είπε λαχανιασμένος. «Πρέπει να με ακούσεις».


Έβγαλα το ένα ακουστικό.


«Συγγνώμη, γνωριζόμαστε;»


Δεν απάντησε. Με κοίταζε σαν να ήμουν κάποιος που περίμενε χρόνια να δει.


Το πιο παράξενο ήταν ότι κι εμένα μου φαινόταν γνωστός.


Όχι από κάπου συγκεκριμένα. Δεν μπορούσα να πω ότι τον είχα ξαναδεί. Απλώς υπήρχε κάτι στο πρόσωπό του. Στα μάτια. Στον τρόπο που έσφιγγε τα χείλη όταν προσπαθούσε να συγκρατήσει τον πανικό του.


«Την Παρασκευή», είπε. «Στις 18:42. Όταν βγεις από το εργαστήριο, θα κρατάς φακέλους και βιβλία. Θα σου πέσουν στον δρόμο. Μην τα μαζέψεις».


Τον κοίταξα χωρίς να καταλαβαίνω.


«Τι;»


«Μην τα μαζέψεις», επανέλαβε. «Θα σκύψεις, θα κάνεις ένα βήμα μπροστά χωρίς να κοιτάξεις, και το λεωφορείο δεν θα προλάβει να σταματήσει».


Ένιωσα εκείνη την παγωμένη αμηχανία που νιώθεις όταν ένας άγνωστος αρχίζει να σου λέει πράγματα που δεν πρέπει να ξέρει.


«Πώς ξέρετε το όνομά μου;»


«Δεν έχουμε χρόνο για αυτό».


«Ποιος είστε;»


Ο ηλικιωμένος έπιασε το μανίκι μου.


«Άκουσέ με. Την Παρασκευή. Έξι και σαράντα δύο. Μην κατέβεις στον δρόμο. Ό,τι κι αν πέσει, άστο».


Τράβηξα το χέρι μου.


«Αφήστε με».


«Σε παρακαλώ».


«Αν δεν με αφήσετε ήσυχο, θα φωνάξω την αστυνομία».


Μόλις άκουσε τη λέξη «αστυνομία», το πρόσωπό του άλλαξε. Όχι από θυμό. Από φόβο. Έκανε ένα βήμα πίσω και κοίταξε γύρω του, σαν να περίμενε να εμφανιστεί κάποιος μέσα από το πλήθος.


Γύρισε και απομακρύνθηκε βιαστικά, σχεδόν τρεκλίζοντας ανάμεσα στους περαστικούς. Για μερικά δευτερόλεπτα έμεινα εκεί, στη μέση του πεζοδρομίου, προσπαθώντας να καταλάβω τι είχε μόλις συμβεί.


Μετά έβαλα ξανά το ακουστικό και συνέχισα τον δρόμο μου.


Ή τουλάχιστον προσπάθησα.


Για τις επόμενες μέρες, όσο κι αν έλεγα στον εαυτό μου ότι ο άνθρωπος ήταν απλώς διαταραγμένος, η φράση του γυρνούσε συνέχεια στο μυαλό μου.


Την Παρασκευή.

Στις 18:42.

Μην τα μαζέψεις.


Το χειρότερο ήταν ότι το σενάριο ταίριαζε υπερβολικά στην καθημερινότητά μου.


Συχνά έφευγα από το εργαστήριο φορτωμένος με φακέλους, σημειώσεις και βιβλία. Συχνά περνούσα βιαστικά τον δρόμο απέναντι, στο σημείο όπου σταματούσαν τα λεωφορεία. Συχνά δεν πρόσεχα όσο έπρεπε.


Έλεγα στον εαυτό μου ότι αυτό δεν σημαίνει τίποτα. Ο καθένας θα μπορούσε να μαντέψει ότι ένας κουρασμένος υπάλληλος στο Λονδίνο μπορεί να παραπατήσει, να του πέσουν χαρτιά και να κινδυνεύσει στον δρόμο.


Αλλά πώς ήξερε το όνομά μου;


Την Παρασκευή προσπάθησα να είμαι ψύχραιμος.


Όλη μέρα κοιτούσα το ρολόι.


Στις 17:30 είπα ότι θα φύγω νωρίτερα για να σπάσω τη «σύμπτωση». Δεν τα κατάφερα. Ένας συνάδελφος με κράτησε για μια αναφορά. Μετά χτύπησε ένα email που έπρεπε να απαντηθεί. Μετά έψαχνα ένα αρχείο που είχε χαθεί.


Όταν τελικά βγήκα από το κτίριο, κρατούσα ακριβώς αυτά που είχε πει ο ηλικιωμένος.


Δύο βιβλία.


Τρεις φακέλους.


Και έναν λεπτό ντοσιέ με εκτυπωμένα αποτελέσματα.


Κοίταξα το κινητό μου.


18:41.


Σταμάτησα στην είσοδο.


Το πεζοδρόμιο ήταν γεμάτο κόσμο. Ο ουρανός είχε εκείνο το μουντό γκρι του Λονδίνου και ο δρόμος γυάλιζε από ψιλόβροχο. Απέναντι, στην στάση, περίμεναν άνθρωποι κάτω από το στέγαστρο.


Έκανα ένα βήμα.


Ένας άντρας πίσω μου με σκούντηξε κατά λάθος με τον ώμο.


Οι φάκελοι γλίστρησαν από τα χέρια μου.


Τα χαρτιά σκορπίστηκαν στο πεζοδρόμιο και μερικά κύλησαν προς την άκρη του δρόμου.


Το πρώτο ένστικτο ήταν να σκύψω.


Το σώμα μου είχε ήδη αρχίσει να κινείται.


Και τότε άκουσα μέσα στο κεφάλι μου τη φωνή του ηλικιωμένου.


Μην τα μαζέψεις.


Πάγωσα.


Έμεινα ακίνητος, με το ένα χέρι μισοσηκωμένο, κοιτάζοντας τα χαρτιά να πέφτουν στο βρεγμένο πεζοδρόμιο.


Ένα φύλλο πέρασε το κράσπεδο και βρέθηκε στον δρόμο.


Αν δεν τον είχα ακούσει, θα έκανα αυτό που θα έκανε οποιοσδήποτε. Θα έβγαινα μισό βήμα μπροστά για να το πιάσω.


Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ένα διώροφο λεωφορείο πέρασε με ταχύτητα τόσο κοντά στο πεζοδρόμιο που ο αέρας του με χτύπησε στο πρόσωπο.


Το χαρτί εξαφανίστηκε κάτω από τις ρόδες.


Δεν ξέρω αν φώναξα.


Θυμάμαι μόνο ότι κάποιος δίπλα μου είπε «Jesus» και ένας άλλος με τράβηξε από τον ώμο προς τα πίσω, λες και μόλις είχε δει πόσο κοντά ήμουν.


Το λεωφορείο συνέχισε.


Και τότε είδα τον οδηγό.


Για ένα δευτερόλεπτο, καθώς περνούσε μπροστά μου, γύρισε το κεφάλι και με κοίταξε.


Δεν είχε το βλέμμα ενός ανθρώπου που τρόμαξε επειδή παραλίγο να χτυπήσει κάποιον. Ήταν ήρεμο. Σχεδόν απογοητευμένο. Σαν να ήξερε ότι έπρεπε να είμαι ένα βήμα πιο μπροστά.  Σαν να με περίμενε.


Το λεωφορείο χάθηκε στη στροφή.


Εγώ έμεινα στο πεζοδρόμιο, με τους φακέλους βρεγμένους στα πόδια μου και τα χέρια μου να τρέμουν τόσο πολύ που δεν μπορούσα να μαζέψω τίποτα.


Γύρισα σπίτι χωρίς να θυμάμαι καλά τη διαδρομή.


Το βράδυ έψαξα στο διαδίκτυο για τον ηλικιωμένο, αν και δεν ήξερα καν τι να ψάξω. Έψαξα ακόμη και παλιές φωτογραφίες από το ερευνητικό κέντρο, μήπως ήταν κάποιος παλιός εργαζόμενος.


Τίποτα.


Και όσο περισσότερο προσπαθούσα να βρω εξήγηση, τόσο περισσότερο ένιωθα ότι υπήρχαν δύο πιθανότητες.


Η πρώτη ήταν λογική.


Ένας διαταραγμένος ηλικιωμένος είδε το badge μου, διάβασε το όνομά μου χωρίς να το καταλάβω, είπε μια παράξενη ιστορία, κι εγώ, επηρεασμένος, ερμήνευσα τυχαία γεγονότα σαν επιβεβαίωση. Αν δεν μου είχε μιλήσει, ίσως να πρόσεχα έτσι κι αλλιώς. Ίσως το λεωφορείο να μην ήταν ποτέ τόσο κοντά. Ίσως ο οδηγός να γύρισε απλώς επειδή είδε χαρτιά να πετάγονται στον δρόμο.


Η δεύτερη πιθανότητα δεν ήταν λογική.


Κάποιος ήξερε. Κάποιος είχε δει αυτό που θα συνέβαινε. Και προσπάθησε να με προειδοποιήσει. Μετά είναι και το πρόσωπο του ηλικιωμένου.  Όσο περνούν οι μέρες, τόσο περισσότερο νιώθω σίγουρος ότι ήταν κάποιος γνωστός μου. Το βλέμμα του ήταν τόσο οικείο. 


Δε ξέρω πραγματικά τι εξήγηση να δώσω. Εσείς τι πιστεύετε;


Αν θέλεις να μάθεις κι εσύ το μέλλον σου:

Frida Kahlo Tarot



Our Horror Story: Ευχαριστούμε τον ανώνυμο φίλο μας  για την ιστορία που μας έστειλε.


Βάλε τον ΤΡΟΜΟ στο γραφείο σου:

Μολυβοθήκη Wednesday - Thing



Διαβάστε επίσης:






Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.


1

Τα Μικρά Πράγματα

 


Καλησπέρα.

Σου στέλνω τη δική μου ιστορία γιατί εδώ και τρεις εβδομάδες συμβαίνουν παράξενα πράγματα στο σπίτι μου. Μικρά πράγματα. Τόσο μικρά, που στην αρχή ντρεπόμουν ακόμα και να τα αναφέρω.

Ένα σκουλαρίκι που εξαφανίστηκε από το κομοδίνο και βρέθηκε μετά από τέσσερις μέρες μέσα στο ντουλάπι με τα ποτήρια.

Τα κλειδιά μου που χάθηκαν από την τσάντα και εμφανίστηκαν κάτω από το μαξιλάρι του καναπέ.

Ένα κουμπί από ένα παλιό παλτό, που ήμουν σίγουρη ότι είχα πετάξει, και το βρήκα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας.

Στην αρχή δεν έδωσα σημασία.

Μένω μόνη μου. Δουλεύω πολλές ώρες. Γυρίζω κουρασμένη. Πολλές φορές κάνω πράγματα μηχανικά και μετά δεν τα θυμάμαι. Έλεγα λοιπόν στον εαυτό μου ότι απλώς ξεχνάω. Ότι αφήνω αντικείμενα σε λάθος σημεία. Ότι το μυαλό μου είναι γεμάτο και παίζει μικρά παιχνίδια.

Μέχρι που χάθηκε η φωτογραφία.

Ήταν μια μικρή φωτογραφία της μητέρας μου, από τότε που ήταν νέα. Την είχα σε μια κορνίζα στο ράφι του σαλονιού. Ένα πρωί, η κορνίζα ήταν εκεί, άδεια.

Το γυαλί δεν ήταν σπασμένο. Το πίσω μέρος δεν είχε ανοίξει. Η φωτογραφία απλώς έλειπε.

Έψαξα παντού. Κάτω από έπιπλα, πίσω από βιβλία, μέσα σε συρτάρια. Τίποτα.

Τη βρήκα τυχαία έξι μέρες μετά.

Ήταν διπλωμένη στα τέσσερα και χωμένη μέσα στο κουτί με τα φάρμακα του μπάνιου.

Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που με φόβισε πραγματικά.

Δεν υπήρχε λόγος να τη βάλω εκεί. Δεν υπήρχε τρόπος να βρεθεί εκεί κατά λάθος. Και όταν την άνοιξα, είδα ότι στο πίσω μέρος της κάποιος είχε γράψει με μολύβι μία λέξη:

'Μητέρα'

Ο γραφικός χαρακτήρας δεν ήταν δικός μου.

Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα καλά.

Τις επόμενες μέρες άρχισαν πάλι να χάνονται πράγματα.

Ένα λαστιχάκι για τα μαλλιά.

Ένα κουταλάκι.

Το τηλεκοντρόλ.

Το κραγιόν μου.

Μικρά, ασήμαντα αντικείμενα που εμφανίζονταν μετά από μέρες σε σημεία που δεν είχαν καμία λογική. Το κουταλάκι μέσα σε ένα παπούτσι. Το λαστιχάκι δεμένο στο πόμολο της εξώπορτας. Το τηλεκοντρόλ στο καλάθι με τα άπλυτα. Το κραγιόν μέσα στην κατάψυξη.

Κάθε φορά έλεγα ότι θα βρω εξήγηση και κάθε φορά δυσκολευόμουν περισσότερο.

Πριν από τρεις μέρες, εξαφανίστηκε το παλιό μου δαχτυλίδι. Δεν είχε μεγάλη αξία, αλλά το φορούσα από παιδί. Το άφηνα πάντα στο ίδιο σημείο, δίπλα στον νιπτήρα, πριν κάνω μπάνιο. Όταν βγήκα, δεν ήταν εκεί.

Το βρήκα σήμερα το πρωί. Ήταν στο πάτωμα του υπνοδωματίου, ακριβώς μπροστά στον τοίχο πίσω από το κρεβάτι.

Στεκόταν όρθιο. Όχι πεσμένο. Όρθιο, ακουμπισμένο στην άκρη του, όπως δεν θα μπορούσε να μείνει μόνο του για περισσότερο από μισό δευτερόλεπτο.

Κάθισα στο κρεβάτι και κοιτούσα τον τοίχο για πολλή ώρα. Ήταν ένας απλός λευκός τοίχος. Λίγη κερωμένος στη γωνία. Μια λεπτή ρωγμή κοντά στο πάτωμα. Τίποτα άλλο.

Το βράδυ προσπάθησα να κοιμηθώ νωρίς. Δεν τα κατάφερα.

Έσβησα το φως λίγο πριν τις δύο και έμεινα ξαπλωμένη, κοιτώντας το σκοτάδι πάνω από το κρεβάτι μου. Κάθε μικρός ήχος του σπιτιού μού φαινόταν πιο δυνατός απ’ ό,τι συνήθως. Το ψυγείο. Οι σωληνώσεις. Ένα μηχανάκι που πέρασε από τον δρόμο.

Κάποια στιγμή, δεν ξέρω τι ώρα ήταν, νόμισα ότι άκουσα κάτι. Όχι δυνατό. Όχι καθαρό.

Έναν μικρό ήχο, τόσο χαμηλό που στην αρχή δεν ήμουν σίγουρη αν ήρθε απ’ έξω ή μέσα από το ίδιο μου το κεφάλι.

Σηκώθηκα αργά από το κρεβάτι.

Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό, αλλά ήξερα ακριβώς πού βρισκόταν κάθε πράγμα. Το κομοδίνο. Η καρέκλα με τα ρούχα. Η πόρτα. Ο τοίχος πίσω από το κρεβάτι.

Ο ήχος ακούστηκε ξανά. Πιο καθαρά αυτή τη φορά. Από πού ερχόταν; Από τον πάνω όροφο; Από το πάτωμα; Από τον τοίχο;

Πλησίασα.

Δεν ξέρω γιατί το έκανα. Ίσως επειδή ήθελα μια λογική εξήγηση. Ίσως επειδή ήθελα να ακούσω σωλήνες, ποντίκια, οτιδήποτε γνώριμο.

Ακούμπησα το αυτί μου στον τοίχο. Στην αρχή δεν άκουσα τίποτα. Κράτησα την αναπνοή μου.

Και τότε ακούστηκε. Ένα αργό σύρσιμο. Πολύ κοντά. Σαν κάτι να μετακινούνταν μέσα στον τοίχο. 

Όχι γρήγορα. Όχι τυχαία.  Αργά.  Προσεκτικά.  

Σαν να ήξερε ότι το άκουγα.


Αν θέλεις να φέρεις λίγο από αυτό το vibe και στον χώρο σου:

Spirit Board


Κάθισα στο κρεβάτι με το φως αναμμένο, κοιτάζοντας τη ρωγμή κοντά στο πάτωμα.

Δεν ξέρω τι είναι.

Δεν ξέρω αν κρύβεται εκεί μέσα ή αν απλώς περνάει από εκεί.

Δεν ξέρω αν ψάχνει τα πράγματά μου.

Ή εμένα.

Το μόνο που ξέρω είναι ότι μετά από λίγο, το σύρσιμο σταμάτησε.

Έχει συμβεί και σε κανέναν άλλο; Ξέρετε τι μπορεί να είναι; Κινδυνεύω;


Πριν φύγεις, έχουμε άλλη μία πρόταση για σένα:
One Piece Roronoa Zoro


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε την φίλη μας Μαρία για την ιστορία που μας έστειλε.


Για τις καλοκαιρινές σου διακοπές:

Brandit US Cooper


Διαβάστε επίσης:

Ζώα με μεταφυσικές ικανότητες

Πανσιόν στα Καρπάθια

Θέλει να έρθει μαζί μας...



Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.

1

Ο Παπάς και ο Διάβολος

 


Στέλνω την ιστορία γιατί παλιά πίστευα ότι οι ιστορίες που λένε στα νησιά για «τρελούς παπάδες», διαβόλους και στοιχειωμένα ξωκλήσια είναι απλώς ο τρόπος των ανθρώπων να εξηγούν τη μοναξιά, τον πόνο και τον αέρα που ουρλιάζει τη νύχτα ανάμεσα στα βράχια.

Μετά έμεινα μερικά βράδια στην Κάλυμνο.

Και τώρα δεν είμαι πια τόσο σίγουρος.


Ο Παπάς στον Άγιο Σάββα

Είχα πάει στην Κάλυμνο για τρεις μέρες, αρχές Οκτωβρίου. Δεν ήταν κανονικές διακοπές. Είχα έναν φίλο εκεί, δάσκαλο σε σχολείο του νησιού, και τον είχα επισκεφθεί περισσότερο για να αλλάξω παραστάσεις παρά για να ξεκουραστώ.

Την τελευταία μέρα, δανείστηκα το παλιό του αυτοκίνητο για να κάνω μια βόλτα μόνος μου. Ήθελα να δω το νησί μακριά από το λιμάνι, από τα καφέ, από τα φώτα. Εκείνος μου είπε να προσέχω τους δρόμους.

«Μην πας πολύ αργά προς τα πάνω», μου είπε. «Έχει κάτι κομμάτια που δεν θες να σε βρει νύχτα».

Δεν τον άκουσα.

Ο δρόμος με τράβηξε μόνος του, όπως γίνεται καμιά φορά στα νησιά. Πηγαίνεις για μια μικρή βόλτα και ξαφνικά βρίσκεσαι σε μια πλαγιά, με τη θάλασσα κάτω σου να σκοτεινιάζει και τον αέρα να χτυπάει το αμάξι από το πλάι.

Είχα περάσει ένα μικρό ξωκλήσι, πέτρινο, με άσπρους τοίχους ξεφλουδισμένους από την αρμύρα, όταν το αυτοκίνητο άρχισε να κάνει έναν περίεργο θόρυβο. Πρώτα ένα βήξιμο της μηχανής. Μετά ένα τράνταγμα. Μετά τίποτα.

Έμεινα στην άκρη του δρόμου, σε ένα σημείο που δεν υπήρχε σχεδόν τίποτα γύρω. Μόνο βράχια, θάμνοι, μια χαμηλή ξερολιθιά, το ξωκλήσι λίγο πιο πίσω και, πιο πέρα, ένα μικρό σπίτι με αυλή.

Ο ήλιος είχε ήδη χαθεί πίσω από τα βουνά.

Προσπάθησα να βάλω μπροστά δύο, τρεις, πέντε φορές. Η μηχανή γύριζε, αλλά δεν έπαιρνε. Το κινητό μου έπιανε σήμα με δυσκολία. Κατάφερα να μιλήσω με την οδική βοήθεια. Μου είπαν ότι γερανός μπορούσε να έρθει το επόμενο πρωί.

«Αν μπορείτε, αφήστε το εκεί και κατεβείτε με κάποιον», είπε ο άνθρωπος στο τηλέφωνο.

Κοίταξα γύρω μου.

Δεν περνούσε κανείς.

Ο αέρας δυνάμωνε. Στον ορίζοντα, προς τη θάλασσα, φαινόταν μια μαύρη λωρίδα σύννεφων. Η μπόρα ερχόταν γρήγορα.

Τότε είδα τον παπά.

Στεκόταν στην άκρη της αυλής του σπιτιού, λίγο πιο πάνω από τον δρόμο. Φορούσε μαύρα ράσα που τα χτυπούσε ο αέρας, και κρατούσε ένα μικρό φανάρι στο χέρι. Δεν ξέρω πόση ώρα ήταν εκεί. Δεν τον είχα δει να βγαίνει.

«Έμεινες;» φώναξε.

«Ναι», απάντησα. «Περιμένω γερανό αύριο».

Πλησίασε αργά. Ήταν γύρω στα εξήντα, ίσως και παραπάνω, με άσπρα γένια και πρόσωπο σκαμμένο. Όταν έφτασε κοντά μου, είδα ότι είχε ένα μώλωπα στο μάγουλο και ένα κόψιμο στο φρύδι. Το αίμα είχε ξεραθεί.

«Χτυπήσατε;» τον ρώτησα.

Με κοίταξε παράξενα.

«Πάλεψα», είπε.

«Με ποιον;»

«Με αυτόν που περπατάει εδώ όταν πέφτει ο ήλιος».

Νόμιζα ότι δεν άκουσα καλά.

«Συγγνώμη;»

Ο παπάς κοίταξε προς τον δρόμο, εκεί όπου το σκοτάδι είχε αρχίσει να μαζεύεται ανάμεσα στους βράχους.

«Με τον διάβολο», είπε ήρεμα.

Δεν ήξερα τι να απαντήσω.

Η πρώτη μου σκέψη ήταν να κλειστώ στο αυτοκίνητο και να περιμένω ως το πρωί, αλλά εκείνη τη στιγμή ο ουρανός άνοιξε. Η βροχή έπεσε απότομα, βαριά, λοξή από τον αέρα. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα έγινα μούσκεμα.

Ο παπάς έδειξε το σπίτι.

«Έλα μέσα. Δεν είναι νύχτα για να μείνεις στον δρόμο».

Δίστασα.

Εκείνος το κατάλαβε και χαμογέλασε κουρασμένα.

«Παπάς είμαι», είπε. «Δεν θα σε φάω».

Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτό δεν με καθησύχασε όσο θα έπρεπε.

Παρ’ όλα αυτά, τον ακολούθησα.

Το σπίτι του ήταν μικρό, πέτρινο, σχεδόν κολλημένο στο ξωκλήσι. Μέσα μύριζε κερί, καπνό και θαλασσινή υγρασία. Υπήρχαν εικόνες στους τοίχους, ένα ξύλινο τραπέζι, δύο καρέκλες, ένα παλιό κρεβάτι σε ένα διπλανό δωμάτιο και ράφια γεμάτα βιβλία, τα περισσότερα θρησκευτικά.

Στο παράθυρο, ο αέρας χτυπούσε τη βροχή με τόση δύναμη που το τζάμι έτριζε.

Ο παπάς μου έδωσε μια πετσέτα και έβαλε νερό να ζεσταθεί.

Τον κοιτούσα όσο πιο διακριτικά μπορούσα. Το πρόσωπό του δεν ήταν απλώς χτυπημένο. Είχε γρατζουνιές στον λαιμό, σαν από νύχια. Στο δεξί του χέρι, κοντά στον καρπό, υπήρχε ένα σημάδι που έμοιαζε με δάγκωμα.

«Πρέπει να πάτε σε γιατρό», του είπα.

Γέλασε χαμηλά.

«Γιατρό φωνάζεις όταν σε χτυπάει άνθρωπος».

«Και εσάς ποιος σας χτύπησε;»

Δεν απάντησε αμέσως. Έβαλε δύο κούπες στο τραπέζι, κάθισε απέναντί μου και κοίταξε το φως της λάμπας πετρελαίου ανάμεσά μας.

«Εδώ δεν πρέπει να κυκλοφορεί κανείς μετά τη δύση», είπε. «Το ξέρουν οι παλιοί. Οι νέοι γελάνε. Οι τουρίστες δεν ξέρουν. Κι εγώ… εγώ έμεινα για να θυμάμαι».

«Να θυμάστε τι;»

Κοίταξε προς το ξωκλήσι, παρόλο που από το παράθυρο δεν φαινόταν τίποτα πια, μόνο μαύρο και βροχή.

«Ότι ο διάβολος δεν έρχεται πάντα σαν φωτιά και κέρατα. Καμιά φορά έρχεται σαν βήμα στον δρόμο. Σαν φωνή γνωστή. Σαν παιδί που κλαίει πίσω από έναν βράχο. Σαν κατσίκα που στέκεται στα δύο πόδια λίγο περισσότερο απ’ όσο πρέπει».

Ένιωσα ένα ρίγος, αλλά προσπάθησα να το κρύψω.

«Οι άλλοι παπάδες τι λένε γι’ αυτά;»

Το πρόσωπό του σκοτείνιασε.

«Οι άλλοι παπάδες λένε να ησυχάσω. Να σταματήσω να φοβίζω τον κόσμο. Να μην κάνω την Εκκλησία να φαίνεται σαν παλιά ιστορία για γριές. Μου είπαν να φύγω από εδώ. Να πάω κάτω, στο λιμάνι. Να μείνω με ανθρώπους».

«Και γιατί δεν φύγατε;»

Τα μάτια του γυάλισαν για μια στιγμή.

«Γιατί αν φύγω, ποιος θα στέκεται απέναντί του;»

Δεν είπα τίποτα.

Η βροχή δυνάμωσε.

Ο παπάς άρχισε να μιλάει πιο χαμηλά. Μου είπε πως εκείνη η περιοχή είχε κακή φήμη από παλιά. Οι σφουγγαράδες, πριν φύγουν για μήνες στη θάλασσα, απέφευγαν να περάσουν νύχτα από εκεί. Οι βοσκοί έχαναν ζώα χωρίς ίχνη αίματος. Κάποιοι έλεγαν ότι έβλεπαν μια μαύρη φιγούρα στον δρόμο, άλλοτε άνθρωπο, άλλοτε ζώο, άλλοτε κάτι ανάμεσα.

«Δεν φαίνεται ποτέ όπως είναι», είπε. «Γιατί αν φαινόταν, θα πέθαινε ο άνθρωπος πριν προλάβει να φοβηθεί».

Σκέφτηκα ότι μιλούσα με έναν άνθρωπο που είχε περάσει πολύ καιρό μόνος του.

Έναν άνθρωπο που ίσως είχε αρχίσει να βλέπει στον αέρα και στα βράχια πράγματα που δεν υπήρχαν.

Μετά κοίταξα πάλι το χτυπημένο του πρόσωπο και δεν ήμουν τόσο σίγουρος.

Κάποια στιγμή, μου έδειξε το μικρό δωμάτιο.

«Κοιμήσου εκεί. Το πρωί θα έρθει ο γερανός».

«Εσείς;»

«Εγώ δεν κοιμάμαι πολύ».

Δεν ρώτησα γιατί.

Ξάπλωσα με τα ρούχα. Το κρεβάτι ήταν σκληρό, τα σεντόνια καθαρά αλλά παλιά. Από το παράθυρο του δωματίου έβλεπα λίγο από την αυλή και πιο πέρα τον δρόμο, όταν οι αστραπές φώτιζαν τον τόπο για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου.

Δεν μπορούσα να κοιμηθώ.

Ο αέρας χτυπούσε το σπίτι, οι σανίδες έτριζαν, η βροχή έπεφτε λες και κάποιος πετούσε χούφτες χαλίκια στο τζάμι. Από το διπλανό δωμάτιο άκουγα τον παπά να ψιθυρίζει προσευχές. Πότε καθαρά, πότε σαν μουρμουρητό.

Λίγο μετά τις τρεις, άκουσα τα βήματα.

Έρχονταν από έξω.

Αργά.

Πάνω στις πέτρες της αυλής.

Σταμάτησαν κάτω από το παράθυρό μου.

Κράτησα την αναπνοή μου.

Για λίγα δευτερόλεπτα δεν ακουγόταν τίποτα άλλο, εκτός από τη βροχή. Μετά κάτι έξυσε το ξύλο του παραθυρόφυλλου.

Μία φορά.

Μετά δεύτερη.

Σαν νύχι.

Σηκώθηκα αργά.

Ένα μέρος μου ήξερε ότι δεν έπρεπε να πλησιάσω. Ένα άλλο, πιο ηλίθιο και πιο ανθρώπινο, ήθελε να δει. Ήθελε να αποδείξει ότι ήταν ένα κλαδί, ένα ζώο, κάτι απλό.

Πλησίασα το παράθυρο.

Έξω, μέσα στη βροχή, στεκόταν μια φιγούρα.

Δεν την έβλεπα καθαρά. Ήταν χαμηλή, μαύρη, ακίνητη. Για μια στιγμή μου φάνηκε σαν άνθρωπος σκυφτός. Μετά σαν παιδί. Μετά σαν κάτι με κεφάλι πολύ μεγάλο για το σώμα του.

Άπλωσα το χέρι και άνοιξα απότομα το μικρό φως δίπλα στο παράθυρο.

Η φιγούρα έγινε κατσίκα.

Μια κατσίκα μούσκεμα, με τα κέρατα γυαλιστερά από τη βροχή, στεκόταν στην αυλή και με κοιτούσε.

Άφησα την ανάσα μου να βγει.

Γέλασα σχεδόν με τον εαυτό μου.

«Μια κατσίκα», ψιθύρισα.

Τότε η κατσίκα σήκωσε το κεφάλι λίγο πιο ψηλά.

Δεν έκανε ήχο.

Δεν βέλαξε.

Απλώς με κοίταξε.

Και για ένα δευτερόλεπτο, μέσα στη λάμψη μιας αστραπής, είδα ότι τα μάτια της δεν ήταν στο πλάι του κεφαλιού, όπως θα έπρεπε.

Ήταν μπροστά.

Σαν ανθρώπινα.

Πετάχτηκα πίσω.

Ακούστηκε απότομα η φωνή του παπά από το άλλο δωμάτιο.

«Μην της μιλήσεις».

Δεν ξέρω πώς ήξερε ότι ήμουν στο παράθυρο.

Δεν ξέρω πώς ήξερε τι έβλεπα.

Έμεινα ακίνητος μέχρι που η κατσίκα γύρισε αργά και χάθηκε μέσα στη βροχή.

Το υπόλοιπο της νύχτας δεν κοιμήθηκα.

Το πρωί, η μπόρα είχε σταματήσει. Ο ουρανός ήταν γκρίζος, αλλά ήρεμος. Τα βράχια γυάλιζαν από το νερό. Το ξωκλήσι στεκόταν λίγα μέτρα πιο πέρα, άσπρο και ήσυχο, σαν όλα όσα είχαν συμβεί τη νύχτα να ήταν ντροπή της φαντασίας μου.

Ο παπάς καθόταν στην αυλή, με μια κούπα καφέ στα χέρια.

Με κοίταξε πριν προλάβω να μιλήσω.

«Τον είδες κι εσύ, ε;»

Δεν απάντησα.

«Τώρα το ξέρει», είπε.

«Ποιος;»

Ο παπάς δεν κοίταξε εμένα.

Κοίταξε τον δρόμο.

«Ότι τον είδες».

Δεν ξέρω γιατί, αλλά δεν ζήτησα περισσότερες εξηγήσεις. Ίσως γιατί δεν ήθελα να ακούσω.

Ο γερανός ήρθε λίγο αργότερα. Ο οδηγός ήταν ένας γεροδεμένος άντρας γύρω στα σαράντα, που μιλούσε δυνατά και έβριζε τον δρόμο, τον αέρα, τα παλιά αυτοκίνητα και την τύχη του.

Όσο φόρτωνε το αμάξι, κοίταξε μια φορά προς το σπίτι του παπά.

«Έμεινες εδώ τη νύχτα;» με ρώτησε.

«Ναι».

Δεν είπε τίποτα, αλλά το πρόσωπό του άλλαξε.

«Τι έγινε;»

«Τίποτα», είπε. «Πάμε κάτω».

Στον δρόμο προς το λιμάνι δεν μίλησε πολύ. Όταν φτάσαμε στο συνεργείο, το αυτοκίνητο του φίλου μου κατέβηκε από τον γερανό και ένας μηχανικός άνοιξε το καπό.

«Πού σε άφησε;» με ρώτησε.

Του είπα την περιοχή.

Ο μηχανικός γέλασε.

«Στον τρελό παπά;»

Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.

«Τον ξέρετε;»

«Ποιος δεν τον ξέρει; Όλο το νησί τον ξέρει. Ο παπάς που παλεύει με τον διάβολο».

Ο οδηγός του γερανού τον κοίταξε απότομα, σαν να του έλεγε να σταματήσει, αλλά εκείνος συνέχισε.

«Καημένος άνθρωπος. Έχασε την κόρη του πριν χρόνια σε ατύχημα εκεί πάνω. Ένα βράδυ, με μπόρα. Το παιδί πετάχτηκε στον δρόμο, δεν ξέρω ακριβώς πώς έγινε. Από τότε λέει ότι δεν την πήρε ο Θεός, αλλά ο διάβολος. Ότι την άκουγε να φωνάζει μέσα στον αέρα. Ότι την έβλεπε τα βράδια να γυρίζει γύρω από το ξωκλήσι».

Δεν μπορούσα να μιλήσω.

«Και οι άλλοι παπάδες;» ρώτησα τελικά.

«Τον απομάκρυναν. Όχι επίσημα, τέτοια πράγματα δεν τα λένε έτσι. Αλλά τον άφησαν εκεί πάνω μόνο του. Κάποτε πήγαινε κόσμος να τον δει. Μετά σταμάτησαν. Έλεγε πολλά. Τρόμαζε τους ανθρώπους».

Ο μηχανικός έκλεισε το καπό.

«Πάντως εσύ τυχερός είσαι».

«Γιατί;»

«Γιατί τέτοια ώρα, εκεί πάνω, με τέτοια μπόρα… καλύτερα που βρήκες άνθρωπο».

Ο οδηγός του γερανού δεν μιλούσε.

Κοιτούσε εμένα.

Ύστερα ρώτησε χαμηλά:

«Ποιον άνθρωπο;»

Ο μηχανικός γύρισε προς το μέρος του.

«Τον παπά, ποιον άλλον;»

Ο οδηγός κατάπιε.

«Τον είδες;» με ρώτησε.

«Ναι», είπα. «Έμεινα στο σπίτι του».

«Μέσα;»

«Ναι».

«Όλη νύχτα;»

«Ναι. Γιατί;»

Οι δύο άντρες κοιτάχτηκαν.

Ο μηχανικός δεν γελούσε πια.

«Φίλε», είπε αργά, «ο παπάς δεν ήταν στο σπίτι χθες το βράδυ».

Ένιωσα τα χέρια μου να παγώνουν.

«Τι εννοείς;»

Ο οδηγός του γερανού έβγαλε το κινητό του και κάτι έψαξε. Μετά το άφησε πάνω στον πάγκο, γυρισμένο προς εμένα.

Ήταν μια τοπική είδηση.

Δεν διάβασα όλο το κείμενο. Μου έφτασε ο τίτλος.

"Ιερέας βρέθηκε τραυματισμένος κοντά σε ξωκλήσι — μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Καλύμνου".

Η ώρα της είδησης ήταν χθεσινή.

Λίγο πριν τις έξι το απόγευμα.

Εγώ είχα μείνει με το αυτοκίνητο μετά τις επτά.

«Τον βρήκαν χτυπημένο πριν νυχτώσει», είπε ο οδηγός. «Τον πήγαν στο νοσοκομείο. Έμεινε μέσα όλη τη νύχτα. Το πρωί πήρε εξιτήριο».

Δεν θυμάμαι τι είπα.

Νομίζω τίποτα.

Έμεινα να κοιτάζω την οθόνη του κινητού, προσπαθώντας να βάλω σε σειρά τις ώρες.

Το χτυπημένο πρόσωπο.

Το σπίτι.

Η λάμπα πετρελαίου.

Οι προσευχές στο διπλανό δωμάτιο.

Η φωνή που μου είπε να μη μιλήσω στην κατσίκα.

Ο μηχανικός με ρώτησε κάτι, αλλά δεν τον άκουσα.

Γιατί εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα μια λεπτομέρεια που τη νύχτα, μέσα στον φόβο και την κούραση, δεν είχα προσέξει.

Όταν μπήκαμε στο σπίτι του παπά, τα ράσα του ήταν βρεγμένα από τη βροχή.

Αλλά δεν άφησαν ούτε μία σταγόνα στο πάτωμα.


Αξίζει να δεις και αυτό:

Οι Κυνηγοί Της Νύχτας



Το ίδιο απόγευμα πήγα στο λιμάνι και άλλαξα το εισιτήριό μου για να φύγω νωρίτερα. Δεν ήθελα να μείνω άλλο στο νησί. Δεν ήθελα να μάθω περισσότερα.

Πριν μπω στο καράβι, χτύπησε το κινητό μου.

Ήταν άγνωστος αριθμός.

Δεν το σήκωσα.

Το άφησα να χτυπάει.

Σταμάτησε.

Μετά ήρθε μήνυμα.

Δεν είχε κείμενο.

Μόνο μια φωτογραφία.

Ήταν τραβηγμένη νύχτα, μέσα στη βροχή. Έδειχνε το παλιό ξωκλήσι και το σπίτι του παπά δίπλα του. Στο παράθυρο του μικρού δωματίου όπου είχα κοιμηθεί, φαινόταν μια σιλουέτα.

Μαύρη.

Ακίνητη.

Σαν άνθρωπος που κοιτάζει έξω.

Και στην αυλή, μπροστά στο σπίτι, στεκόταν μια κατσίκα.

Μόνο που αυτή τη φορά δεν ήταν μόνη.

Δίπλα της στεκόταν ένα μικρό κορίτσι.

Δεν φαινόταν καθαρά το πρόσωπό του.

Αλλά κρατούσε από το χέρι έναν άντρα με ράσα.


Αν η ιστορία αυτή σου άφησε κάτι, ίσως αξίζει να δεις και αυτό:

SUMMER HORROR AND MORE


Our Horror Story: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Θέμη για την ιστορία που μας έστειλε.



Καλοκαίρι παρέα με τον ΤΡΟΜΟ

Creepy Creams 



Διαβάστε επίσης:






Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.