Καλησπέρα.
Τις τελευταίες έξι νύχτες βλέπω ακριβώς το ίδιο όνειρο. Όχι παρόμοιο. Το ίδιο.
Ξυπνάω μέσα σε ένα αυτοκίνητο.
Δεν μπορώ να δω τίποτα, γιατί έχω μια μαύρη κουκούλα στο κεφάλι. Τα χέρια μου είναι δεμένα πίσω από την πλάτη και τα πόδια μου δεν κινούνται καλά. Νιώθω το αυτοκίνητο να στρίβει, να φρενάρει, να περνά πάνω από λακκούβες.
Δεν ξέρω πού πηγαίνουμε. Δεν ακούω μουσική. Δεν ακούω κανέναν να μιλάει. Μόνο τη μηχανή και την αναπνοή μου. Κάποια στιγμή το αυτοκίνητο σταματά. Μια πόρτα ανοίγει. Με τραβάει κάποιος έξω. Δεν μπορώ να δω ποιος.
Με κρατά δυνατά από το μπράτσο και με οδηγεί κάπου. Ακούω βήματα πάνω σε τσιμέντο. Μετά έναν μεταλλικό ήχο, σαν βαριά πόρτα που ανοίγει.
Ο αέρας αλλάζει. Γίνεται πιο κρύος. Μυρίζει υγρασία και κάτι άλλο. Κάτι σαν απολυμαντικό.
Με βάζουν να καθίσω σε μια καρέκλα. Ακούω μεταλλικά αντικείμενα να ακουμπούν κάπου δίπλα μου. Ένα συρτάρι ανοίγει. Ένα άλλο κλείνει.
Και μετά κάποιος στέκεται μπροστά μου. Το καταλαβαίνω χωρίς να τον βλέπω. Από τη σιωπή. Από το ότι ξαφνικά νιώθω πως υπάρχει κάποιος πολύ κοντά στο πρόσωπό μου.
Οι τοίχοι είναι γυμνοί, γκρίζοι, και από το ταβάνι κρέμεται ένα μόνο δυνατό φως. Γύρω υπάρχουν μεταλλικά τραπεζάκια, εργαλεία, πλαστικά καλύμματα. Σαν πρόχειρο χειρουργείο. Σαν κάποιος να προσπάθησε να στήσει ένα δωμάτιο νοσοκομείου σε χώρο που δεν ήταν ποτέ νοσοκομείο.
Και απέναντί μου στέκεται ένας άντρας. Δεν τον έχω ξαναδεί ποτέ. Είναι γύρω στα σαράντα πέντε. Αδύνατος. Κοντά σκούρα μαλλιά. Πολύ ανοιχτό δέρμα. Και έχει ένα μικρό σημάδι πάνω από το αριστερό φρύδι.
Με κοιτάζει χωρίς να μιλάει. Μετά πλησιάζει ένα μεταλλικό τραπέζι. Παίρνει κάτι. Ένα νυστέρι. Το κρατά στο δεξί του χέρι. Με το άλλο σηκώνει μια χειρουργική μάσκα και τη φοράει αργά στο πρόσωπό του.
Τότε αρχίζει να περπατά προς το μέρος μου.
Και πάντα, ακριβώς εκεί... ξυπνάω.
Κάθε φορά.
Την πρώτη νύχτα προσπάθησα να το ξεχάσω. Τη δεύτερη άρχισα να ανησυχώ. Την τρίτη δεν ήθελα να κοιμηθώ. Χθες, πριν πέσω στο κρεβάτι, έμεινα μέχρι τις τρεις βλέποντας τηλεόραση μόνο και μόνο για να καθυστερήσω τον ύπνο.
Δεν είχε σημασία. Τον είδα ξανά. Το αυτοκίνητο. Την κουκούλα. Το υπόγειο. Τον άντρα. Το νυστέρι. Το ίδιο όνειρο.
Σήμερα το απόγευμα γύρισα από τη δουλειά λίγο μετά τις έξι. Περπατούσα προς την πολυκατοικία μου κοιτάζοντας το κινητό, όταν για κάποιο λόγο σήκωσα το κεφάλι.
Στην απέναντι πλευρά του δρόμου στεκόταν ένας άντρας. Δεν έκανε τίποτα. Απλώς στεκόταν εκεί. Και με κοιτούσε. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν κατάλαβα γιατί πάγωσα.
Μετά κοίταξα καλύτερα. Αδύνατος. Κοντά σκούρα μαλλιά. Γύρω στα σαράντα πέντε. Και πάνω από το αριστερό του φρύδι... ένα μικρό σημάδι.
Ήταν αυτός. Ο άντρας από το όνειρό μου. Δεν ξέρω πόση ώρα κοιταζόμασταν. Ίσως δύο δευτερόλεπτα. Ίσως δέκα.
Πέρασε ένα λεωφορείο ανάμεσά μας. Όταν έφυγε από μπροστά μου, ο άντρας δεν ήταν πια εκεί.
Τώρα έχει βραδιάσει. Και όσο περνάει η ώρα, ξέρω ότι αργά ή γρήγορα θα πρέπει να κοιμηθώ. Προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν είδα αυτόν.
Ότι επειδή τον βλέπω κάθε βράδυ στον ύπνο μου, ο εγκέφαλός μου πήρε έναν άγνωστο άνθρωπο στον δρόμο και του έδωσε τα χαρακτηριστικά του εφιάλτη.
Αυτό είναι λογικό. Έτσι δεν είναι;
Αλλά υπάρχει και η άλλη σκέψη.
Αυτή που δεν μπορώ να διώξω.
Κι αν το όνειρο δεν είναι εφιάλτης; Κι αν είναι προειδοποίηση; Κι αν δεν βλέπω κάθε βράδυ κάτι που φοβάμαι ότι θα συμβεί... αλλά κάτι που δεν έχει συμβεί ακόμα;
Δεν ξέρω αν αύριο πρέπει να πάω κανονικά στη δουλειά. Δεν ξέρω αν πρέπει να ενημερώσω κάποιον.
Και κυρίως δεν ξέρω τι θα κάνω αν απόψε, όταν μου βγάλουν ξανά την κουκούλα... ο άντρας δεν σταματήσει εκεί που ξυπνάω πάντα.






