0

Η Διαδρομή για την Κηφισιά

 


Καλησπέρα.

Αυτό που θα σου γράψω δεν μου το διηγήθηκε κάποιος “φίλος ενός φίλου”, ούτε το άκουσα σαν ιστορία που περνά από στόμα σε στόμα. Μου το είπε η ίδια η γυναίκα που το έζησε, πριν από περίπου δέκα χρόνια, και μέχρι σήμερα δεν έχω μπορέσει να το ξεχάσω.

Ήταν τότε γύρω στα τριάντα πέντε. Δούλευε σε γραφείο στο κέντρο της Αθήνας και κάθε απόγευμα έπαιρνε το αυτοκίνητό της από ένα υπόγειο πάρκινγκ κοντά στη δουλειά της για να γυρίσει σπίτι, στην Κηφισιά.

Εκείνο το βράδυ είχε αργήσει.

Θυμόταν ότι είχε κοιτάξει το ρολόι της πριν κατεβεί στο πάρκινγκ και ήταν λίγο μετά τις εννιά. Δεν ήταν πολύ αργά, αλλά ήταν αρκετά αργά ώστε η πόλη να έχει αρχίσει να αδειάζει. Το πάρκινγκ, όπως μου είπε, ήταν σχεδόν έρημο. Τα περισσότερα αυτοκίνητα είχαν ήδη φύγει. Μόνο λίγοι γκρίζοι τοίχοι, τσιμεντένιες κολόνες, το βουητό του εξαερισμού και εκείνη η μυρωδιά βενζίνης και υγρασίας που έχουν όλα τα υπόγεια γκαράζ.

Περπατούσε προς το αυτοκίνητό της ψάχνοντας τα κλειδιά στην τσάντα όταν την είδε.

Μια γριά.

Στεκόταν κοντά στην έξοδο του πάρκινγκ, λίγο μέσα στη σκιά, τυλιγμένη με σκούρο παλτό και ένα μαντίλι δεμένο σφιχτά στο κεφάλι. Δεν έμοιαζε ζητιάνα. Δεν έμοιαζε χαμένη. Έμοιαζε σαν να περίμενε.

Όταν την πλησίασε, η γριά έκανε ένα βήμα μπροστά.

«Κοπέλα μου», της είπε, «προς τα πού πας;»

Η γυναίκα παραξενεύτηκε, αλλά δεν φοβήθηκε. Ίσως επειδή η φωνή της ηλικιωμένης ήταν ήρεμη. Ίσως επειδή της θύμισε κάποια θεία ή γιαγιά από επαρχία.

«Κηφισιά», απάντησε.

Η γριά χαμήλωσε ελαφρά το κεφάλι, σαν να ανακουφίστηκε.

«Κι εγώ προς τα εκεί πάω», είπε. «Αν σε βολεύει, μήπως μπορείς να με πάρεις λίγο μαζί σου;»

Η γυναίκα δίστασε για λίγα δευτερόλεπτα. Δεν συνήθιζε να βάζει αγνώστους στο αμάξι της. Από την άλλη, ήταν μια ηλικιωμένη γυναίκα, μόνη, σε ένα σχεδόν άδειο πάρκινγκ. Της φάνηκε σκληρό να αρνηθεί.

«Εντάξει», της είπε. «Ελάτε.»

Μπήκαν στο αυτοκίνητο. Η οδηγός έβαλε μπροστά και βγήκαν στον δρόμο.

Στην αρχή δεν μιλούσαν πολύ. Η γριά καθόταν ήσυχη στη θέση του συνοδηγού, με τα χέρια διπλωμένα πάνω στην τσάντα της. Η γυναίκα μου είπε ότι αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που της έκανε εντύπωση: τα χέρια της. Ήταν μεγάλα.

Όχι απλώς ταλαιπωρημένα ή ροζιασμένα από την ηλικία. Μεγάλα, κοκαλιάρικα, με χοντρά δάχτυλα και φλέβες που πετάγονταν, σαν χέρια άντρα. Προσπάθησε να μη δώσει σημασία. Άλλωστε, δεν είναι όλα τα σώματα ίδια. Και δεν υπήρχε τίποτα άλλο που να της φαίνεται αληθινά λάθος.

Πέρασαν λίγα λεπτά έτσι. Η γυναίκα οδηγούσε, κοιτώντας μπροστά, ακούγοντας τον ήχο της μηχανής και τον γνώριμο βόμβο της πόλης τη νύχτα. Σε μια στιγμή, από ευγένεια, γύρισε ελαφρά το κεφάλι της για να πει κάτι στη γριά. Δεν θυμόταν τι ακριβώς. Ίσως να τη ρωτήσει σε ποιο σημείο της Κηφισιάς πήγαινε. Ίσως να της πει ότι σε λίγο θα έβγαιναν στην εθνική.

Και τότε την είδε.

Το μαντίλι της γριάς είχε γλιστρήσει ελάχιστα προς τα πίσω. Μόνο τόσο όσο χρειαζόταν. Κάτω από το μαντίλι δεν φαινόταν το πρόσωπο μιας ηλικιωμένης γυναίκας.  Φαινόταν το πρόσωπο ενός άντρα.
Όχι εντελώς.  Όχι σαν μάσκα που έπεσε. Αλλά σαν τα χαρακτηριστικά κάτω από το δέρμα να μην ταίριαζαν με αυτό που είχε μπροστά της.

Το σαγόνι ήταν υπερβολικά βαρύ. Τα ζυγωματικά πιο σκληρά. Η σκιά από το πάνω χείλος έμοιαζε με ξυρισμένο μουστάκι που ξαναβγαίνει. Και, πάνω απ’ όλα, το βλέμμα.

Δεν ήταν το βλέμμα μιας κουρασμένης γριάς που ζητούσε μια εξυπηρέτηση.

Η γυναίκα πάγωσε. Μου είπε ότι για μια στιγμή δεν μπορούσε ούτε να αναπνεύσει σωστά. Ένιωσε εκείνο το ξαφνικό, ζωώδες κύμα φόβου που δεν περνά πρώτα από τη λογική. Δεν σκέφτηκε «μήπως είναι μεταμφίεση» ή «μήπως βλέπω λάθος».

Σκέφτηκε μόνο:

«Δεν είναι αυτό που νόμιζα ότι έβαλα στο αμάξι μου».

Μερικά μέτρα πιο μπροστά υπήρχε ένα φανάρι. Ένα αυτοκίνητο είχε σταματήσει ήδη μπροστά του. Η γυναίκα πανικοβλήθηκε. Πάτησε απότομα φρένο, αλλά ήταν αργά. Το δικό της αυτοκίνητο έπεσε πάνω στο πίσω μέρος του μπροστινού με έναν κοφτό, μεταλλικό ήχο.

Δεν ήταν μεγάλο τρακάρισμα. Μια σύγκρουση χαμηλής ταχύτητας. Αλλά ήταν αρκετή για να την τινάξει μπροστά και να τη βγάλει για μια στιγμή από εκείνον τον υπνωτικό τρόμο.

Άνοιξε αμέσως την πόρτα και βγήκε έξω.

Ο οδηγός του άλλου αυτοκινήτου είχε ήδη κατέβει και φώναζε εκνευρισμένος. Εκείνη όμως σχεδόν δεν τον άκουγε. Κρατούσε το κινητό στο χέρι και προσπαθούσε να μιλήσει στην αστυνομία όσο πιο ψύχραιμα μπορούσε.

Τους είπε ότι είχε τρακάρει. Ότι ήταν καλά. Και μετά, χαμηλώνοντας τη φωνή της, τους είπε ότι μέσα στο αυτοκίνητό της βρισκόταν μια περίεργη ηλικιωμένη γυναίκα και ότι φοβόταν.

Την ώρα που περίμενε την αστυνομία, δεν τόλμησε να πλησιάσει ξανά το αυτοκίνητο. Έμενε στο πεζοδρόμιο, κοιτώντας πότε τον άλλον οδηγό, πότε το δικό της παρμπρίζ, περιμένοντας να δει τη γριά να ανοίγει την πόρτα ή έστω να κουνιέται μέσα από το τζάμι.

Δεν είδε τίποτα.

Όταν έφτασε το περιπολικό, τους έδειξε αμέσως το αυτοκίνητό της. «Είναι μέσα», είπε. «Ή τουλάχιστον ήταν.»

Ο ένας αστυνομικός άνοιξε πρώτος την πόρτα του συνοδηγού. Το κάθισμα ήταν άδειο.  Η γριά είχε εξαφανιστεί.

Κανείς από όσους βρίσκονταν στον δρόμο δεν είχε δει κάποια ηλικιωμένη να απομακρύνεται. Ο οδηγός του άλλου αυτοκινήτου ορκιζόταν ότι από τη στιγμή που έγινε το τρακάρισμα μέχρι να φτάσει κοντά της, δεν είχε βγει κανείς από το αμάξι.

Οι αστυνομικοί υπέθεσαν ότι είχε τρομάξει με το χτύπημα, άνοιξε γρήγορα την πόρτα και έφυγε μέσα στη σύγχυση χωρίς να την προσέξει κανείς.

Ήταν η μόνη λογική εξήγηση.

Κι όμως, η γυναίκα επέμενε σε δύο πράγματα.

Πρώτον, ότι δεν άκουσε καμία πόρτα να ανοίγει ή να κλείνει όσο στεκόταν δίπλα στον δρόμο.

Και δεύτερον, ότι η θέση του συνοδηγού, όταν τελικά ξαναμπήκε στο αυτοκίνητο, ήταν τελείως στεγνή.

Έξω είχε αρχίσει να ψιχαλίζει λίγη ώρα πριν φύγουν από το πάρκινγκ. Η γριά είχε μπει στο αμάξι κρατώντας ομπρέλα και με βρεγμένο παλτό. Το κάθισμα θα έπρεπε να έχει τουλάχιστον λίγη υγρασία.

Δεν είχε τίποτα.

Σαν να μην είχε καθίσει ποτέ κανείς εκεί.

Αυτό που μου είπε στο τέλος ήταν το χειρότερο.

Την επόμενη μέρα, όταν πήγε να πάρει το αυτοκίνητο από το συνεργείο, ο μηχανικός της έδωσε κάτι που είχε βρει κάτω από το κάθισμα του συνοδηγού.

Ήταν ένα παλιό, μαύρο μαντίλι.

Η γυναίκα ορκίστηκε ότι δεν ήταν δικό της και ότι δεν υπήρχε εκεί πριν.

Ο μηχανικός τη ρώτησε αν ήταν σημαντικό. Εκείνη του είπε να το πετάξει. Δεν το πήρε μαζί της.

Αλλά πριν το πετάξει, το ξεδίπλωσε από περιέργεια. Και ραμμένο στην εσωτερική του πλευρά, με ξεθωριασμένη λευκή κλωστή, υπήρχε ο αριθμός: 666

Για τους λάτρεις του gothic / spooky αισθητικού:


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Γιώργο για την ιστορία που μας έστειλε.


Αν η ιστορία αυτή σου άφησε κάτι, ίσως αξίζει να δεις και αυτό:


Διαβάστε επίσης:








Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com για να την δημοσιεύσουμε.

0

Η Άδεια Θέση στον Καναπέ



Καλησπέρα.

Μένω μόνος μου.

Το αναφέρω από την αρχή γιατί, αν δεν το πω, όσα ακολουθούν έχουν πάντα μια εύκολη εξήγηση: κάποιος άλλος μπήκε στο σαλόνι, κάποιος κάθισε εκεί, κάποιος μετακίνησε κάτι χωρίς να το προσέξω.

Αλλά δεν υπάρχει κάποιος άλλος.

Εδώ και περίπου δύο εβδομάδες άρχισα να παρατηρώ κάτι που στην αρχή μου φάνηκε αστείο.

Κάθε πρωί, όταν ξυπνούσα και πήγαινα στο σαλόνι, το ένα μαξιλάρι του καναπέ ήταν βουλιαγμένο.

Όχι λίγο. Αρκετά, σαν να είχε καθίσει κάποιος εκεί για ώρα.

Ο καναπές μου είναι γωνιακός, παλιός αλλά γερός. Η θέση που βουλιάζει είναι πάντα η ίδια: η δεξιά άκρη, εκεί που δεν κάθομαι ποτέ εγώ. Κάθομαι πάντα στην αριστερή, κοντά στο μπράτσο, για να ακουμπάω το ποτήρι μου στο τραπεζάκι.

Την πρώτη φορά δεν έδωσα σημασία.

Τη δεύτερη το πρόσεξα.

Την τρίτη άρχισα να το σκέφτομαι.

Πριν κοιμηθώ, ίσιωσα με τα χέρια μου όλα τα μαξιλάρια. Πίεσα τα αφρολέξ, τέντωσα το ριχτάρι και τράβηξα μια φωτογραφία με το κινητό.

Το πρωί, η δεξιά θέση ήταν πάλι βουλιαγμένη.

Άρχισα να κάνω μικρές δοκιμές.

Μια νύχτα έβαλα πάνω στο μαξιλάρι ένα διπλωμένο περιοδικό. Αν κάποιος καθόταν, θα έπεφτε.

Το πρωί το περιοδικό ήταν στο πάτωμα.

Μια άλλη νύχτα άπλωσα ένα λεπτό σεντόνι πάνω σε όλο τον καναπέ, εντελώς ίσιο, ώστε να φανεί αν ζαρώσει.

Το πρωί είχε μια καθαρή τσάκιση ακριβώς πάνω στη δεξιά θέση.

Σαν κάποιος να είχε καθίσει προσεκτικά και μετά να σηκώθηκε.

Δεν τρόμαξα αμέσως. Περισσότερο εκνευρίστηκα. Άρχισα να αναρωτιέμαι μήπως σηκώνομαι το βράδυ και δεν το θυμάμαι. Μήπως κάθομαι μισοκοιμισμένος στον καναπέ. Μήπως κάνω πράγματα στον ύπνο μου.
Για δύο βράδια έβαλα το κινητό να γράφει βίντεο στο σαλόνι.

Το πρώτο βράδυ σταμάτησε μόνο του στις 02:11, λες και άδειασε ξαφνικά η μπαταρία, ενώ το είχα αφήσει στο 78%.
Το δεύτερο βράδυ κατέγραψε κανονικά μέχρι το πρωί. Δεν έδειχνε τίποτα.

Σκοτεινό σαλόνι. Ακίνητος καναπές. Καμία κίνηση.

Μόνο που το πρωί η θέση ήταν πάλι βουλιαγμένη.

Εκεί άρχισα να νιώθω άσχημα. Όχι γιατί πίστεψα αμέσως σε κάτι παραφυσικό.

Αλλά γιατί δεν μου άρεσε καθόλου η ιδέα ότι κάτι μπορούσε να συμβαίνει μέσα στο σπίτι μου χωρίς να μπορώ ούτε να το δω ούτε να το εξηγήσω.

Χθες το βράδυ, πριν πάω στο υπνοδωμάτιο, κοντοστάθηκα στο σαλόνι και κοίταξα τον καναπέ.

Δεν ξέρω γιατί, αλλά μου πέρασε από το μυαλό η σκέψη ότι η βουλιαγμένη θέση δεν έμοιαζε απλώς σαν κάθισμα.

Έμοιαζε σαν θέση κάποιου που με περιμένει.

Έσβησα το φως και πήγα για ύπνο.

Δεν κοιμήθηκα εύκολα.

Γύρω στις τρεις πρέπει να ξύπνησα για λίγο. Δεν άνοιξα καλά τα μάτια μου, αλλά θυμάμαι ότι άκουσα έναν πολύ μικρό ήχο από το σαλόνι.

Όχι βήμα.

Όχι πόρτα.

Εκείνον τον χαμηλό, μαλακό ήχο που κάνει ένα μαξιλάρι όταν δέχεται βάρος.

Σαν κάποιος να κάθισε αργά.

Έμεινα ακίνητος στο κρεβάτι.

Προσπάθησα να ακούσω ξανά.

Τίποτα.

Το πρωί πήγα στο σαλόνι σχεδόν χωρίς ανάσα.

Η θέση ήταν βουλιαγμένη όπως πάντα.

Μόνο που υπήρχε και κάτι άλλο.

Στο τραπεζάκι του σαλονιού, απέναντι από τη δεξιά θέση, βρισκόταν το βιβλίο που διαβάζω τα βράδια.

Δεν το είχα αφήσει εκεί. Το είχα στο κομοδίνο μου.

Το πήρα στα χέρια μου. Ήταν ανοιχτό περίπου στη μέση.

Ανάμεσα στις σελίδες υπήρχε ο σελιδοδείκτης μου, αλλά όχι εκεί που τον είχα αφήσει. Ήταν δέκα σελίδες πιο κάτω.

Σαν κάποιος να είχε συνεχίσει να διαβάζει από εκεί που είχα σταματήσει.

Σήμερα δεν κάθισα ούτε μια φορά στον καναπέ. Τον κοιτούσα μόνο από την τραπεζαρία.

Το απόγευμα, καθώς έπινα καφέ, πρόσεξα κάτι που δεν είχα συνειδητοποιήσει τόσες μέρες.

Το βούλιαγμα στη δεξιά θέση είναι βαθύτερο από ό,τι θα έπρεπε.

Σαν να μην κάθεται απλώς κάποιος.

Σαν να γέρνει προς το μέρος μου.

Απόψε δεν ξέρω αν θα κοιμηθώ. Έχω αφήσει όλα τα φώτα ανοιχτά και σας γράφω αυτό το μήνυμα. 

Και για πρώτη φορά δεν με τρομάζει η ιδέα ότι κάποιος μπορεί να κάθεται εκεί όταν λείπω ή όταν κοιμάμαι.

Με τρομάζει κάτι άλλο.

Ότι πριν από λίγο, περνώντας από το σαλόνι, είδα τη δεξιά θέση του καναπέ εντελώς ίσια.

Χωρίς κανένα βούλιαγμα.

Σαν ό,τι καθόταν εκεί τόσες νύχτες να σηκώθηκε επιτέλους. Και να μην κάθεται πια στον καναπέ.

Γιατί τώρα, ενώ σου γράφω αυτό, στην καρέκλα δίπλα μου το μαξιλάρι έχω την εντύπωση ότι έχει αρχίσει να βουλιάζει.

Our Horror Stories : Ευχαριστούμε τον φίλο μας Βαγγέλη για την ιστορία που μας έστειλε.

Διαβάστε Επίσης :






Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.

2

Η Γυναίκα της Φωτογραφίας

 



Καλησπέρα.

Πριν από περίπου έναν μήνα πέθανε η γιαγιά μου.

Ήταν ενενήντα δύο χρονών, οπότε δεν μπορώ να πω ότι ο θάνατός της ήταν ξαφνικός. Παρ' όλα αυτά, όσο κι αν περιμένεις κάτι τέτοιο, όταν έρχεται αφήνει ένα κενό που δεν ξέρεις τι να το κάνεις.

Το σπίτι της ήταν παλιό. Ένα διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας όπου είχε ζήσει σχεδόν εξήντα χρόνια. Μετά την κηδεία αρχίσαμε με τη μητέρα μου να ξεκαθαρίζουμε τα πράγματά της. Ρούχα. Πιάτα. Παλιές αποδείξεις.

Κουτιά γεμάτα πράγματα που κανείς δεν είχε ανοίξει εδώ και δεκαετίες.

Σε ένα συρτάρι της κρεβατοκάμαρας βρήκα έναν μεγάλο φάκελο με φωτογραφίες.

Ασπρόμαυρες οι περισσότερες. Μερικές είχαν ημερομηνίες γραμμένες πίσω με μολύβι.


1958.

1959.

1960.


Υπήρχαν φωτογραφίες της γιαγιάς μου μικρής, των γονιών της, ανθρώπων που δεν γνώριζα. Γάμοι, βαφτίσεις, γιορτές, εκδρομές. Κάθισα στο πάτωμα και άρχισα να τις κοιτάζω μία μία.

Σε μια φωτογραφία από τον γάμο της γιαγιάς μου, το 1956, πρόσεξα μια γυναίκα στο βάθος, γύρω στα τριάντα. Λεπτή, με σκούρα μαλλιά μέχρι τους ώμους. Κοιτούσε προς τον φωτογράφο χωρίς να χαμογελά. Δεν την αναγνώρισα. Άφησα τη φωτογραφία στην άκρη και συνέχισα.

Λίγο αργότερα βρήκα μία από τα γενέθλια της μητέρας μου.

1972.

Η ίδια γυναίκα ήταν εκεί. Στο βάθος. Δίπλα στην πόρτα του σαλονιού. Το ίδιο πρόσωπο. Τα ίδια μαλλιά. Περίπου η ίδια ηλικία. Σκέφτηκα ότι μάλλον ήταν κάποια συγγενής που δεν γνώριζα. Έτσι ρώτησα τη μητέρα μου.


Πήρε τη φωτογραφία στα χέρια της. «Δεν ξέρω ποια είναι», είπε. Της έδειξα και τη φωτογραφία του γάμου. Τότε συνοφρυώθηκε. «Μπορεί να είναι φίλη της γιαγιάς σου».


Δεν ασχοληθήκαμε περισσότερο. Μέχρι που την ξαναβρήκα.

1983.

Οικογενειακή φωτογραφία σε μια ταβέρνα. Η μητέρα μου νέα. Ο πατέρας μου. Η γιαγιά. Ο παππούς. Και πίσω, σε ένα άλλο τραπέζι, η γυναίκα.  Δεν είχε αλλάξει καθόλου.


Το ίδιο απόγευμα σταματήσαμε το ξεκαθάρισμα. Πήρα τις φωτογραφίες μαζί μου στο σπίτι. Τις έβαλα πάνω στο τραπέζι με σειρά.

1956.

1957.

1958.

1959.

1960.

Σε πέντε διαφορετικές φωτογραφίες, τραβηγμένες σε διαφορετικά μέρη, υπήρχε η ίδια γυναίκα.  Πάντα στο βάθος. Πάντα να κοιτάζει προς τον φακό. Πάντα περίπου τριάντα χρονών.


Η μητέρα μου άρχισε να ενοχλείται όταν της το είπα. «Πέταξέ τες», μου είπε.


Εγώ όμως την επόμενη ημέρα πήγα τις φωτογραφίες σε ένα παλιό φωτογραφείο της γειτονιάς για να τις σκανάρουν σε υψηλή ανάλυση.


Ο ιδιοκτήτης ήταν ηλικιωμένος. Πρέπει να ήταν πάνω από εβδομήντα.  Τις κοιτούσε μία μία όσο τις περνούσε στον υπολογιστή.  Όταν έφτασε στη φωτογραφία του 1956, σταμάτησε.  Έσκυψε πιο κοντά στην οθόνη. Μετά κοίταξε εμένα.


«Αυτές πού τις βρήκες;» Του είπα αλλά δεν απάντησε. Πήρε τη δεύτερη φωτογραφία. Μετά την τρίτη.  Όταν τελείωσε, με ρώτησε το όνομα της γιαγιάς μου. Του το είπα. Για λίγα δευτερόλεπτα έμοιαζε σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί κάτι.

Μετά είπε: «Τη θυμάμαι».


«Ερχόταν εδώ;», ρώτησα. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Όχι η γιαγιά σου».  Κοίταξε στην οθόνη τη γυναίκα. «Αυτή».


Μου είπε ότι το φωτογραφείο ανήκε παλιά στον πατέρα του. Όταν ήταν παιδί, βοηθούσε μερικές φορές στην εμφάνιση των φωτογραφιών.  Θυμόταν αυτή τη γυναίκα.  Όχι ποια ήταν. Αλλά θυμόταν ότι εμφανιζόταν συχνά σε φωτογραφίες ανθρώπων που δεν είχαν καμία σχέση μεταξύ τους.


Το βράδυ άνοιξα τις ψηφιοποιημένες φωτογραφίες στον υπολογιστή. Σε μεγαλύτερη ανάλυση φαινόταν καλύτερα το πρόσωπό της. Ήταν όμορφη. Συνηθισμένη. Δεν είχε τίποτα που να εξηγεί γιατί την πρόσεχες. Κι όμως, όταν την έβλεπες μία φορά, δεν μπορούσες πια να κοιτάξεις κανέναν άλλο στη φωτογραφία.


Άνοιξα την τελευταία φωτογραφία. Χριστούγεννα του 1998.  Ήμουν κι εγώ μέσα. Επτά χρονών. Καθόμουν μπροστά στο χριστουγεννιάτικο δέντρο με ένα παιχνίδι στα χέρια. Οι γονείς μου πίσω.  Η γιαγιά μου δίπλα μου. Και η γυναίκα στεκόταν στην πόρτα του διαδρόμου.

Έκλεισα τον υπολογιστή. Δεν ξέρω γιατί με αναστάτωσε τόσο πολύ.  Ίσως επειδή μέχρι τότε ήταν απλώς ένα παράξενο πρόσωπο σε παλιές φωτογραφίες. Ξαφνικά είχε σχέση μαζί μου.


Έτρεξα κατευθείαν στη κρεβατοκάμαρα και πήρα παλιά μου άλμπουμ με φωτογραφίες μου που είχα από το παρελθόν. Άρχισα να κοιτάω μία μία τις φωτογραφίες, να ψάχνω να βρω μήπως υπάρχει σε κάποια από αυτές, αυτή η γυναίκα. 


Στις παλιότερες δε βρήκα κάτι. Μέχρι που έφτασα σε φωτογραφίες από μια εκδρομή που είχαμε πάει το 2006. Σε μια φωτογραφία ήμουν εγώ με τη παρέα μου μπροστά από μια εκκλησία.  Και στην άλλη πλευρά του δρόμου στεκόταν η γυναίκα. Ακριβώς ίδια. Το ίδιο πρόσωπο.  Τα ίδια μαλλιά. Το ίδιο βλέμμα.

Άρχισα να ψάχνω και σε νεότερες που είχα βγάλει με το κινητό. Σε κάποιες από αυτές, πίσω από εμένα στα βάθος υπήρχε αυτή η γυναίκα.

Έχω τρομοκρατηθεί. Ξέρει κάποιος τι μπορεί να συμβαίνει; Ποια είναι αυτή η γυναίκα; Έχετε ακούσει παρόμοια ιστορία; Σας ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σας. Θα εκτιμούσα κάποια απάντηση.


Πριν φύγεις, έχουμε άλλη μία πρόταση για σένα:

Το παζλ


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τη φίλη μας Χρυσάνθη για την ιστορία που μας έστειλε.


Αν η ιστορία αυτή σου άφησε κάτι, ίσως αξίζει να δεις και αυτό:

ΟΔΟΣ ΤΡΟΜΟΥ


Διαβάστε επίσης:

Το κουδούνι μετά τα μεσάνυχτα

Μα, δεν έφυγες;

Μακάβριες Ιστορίες



Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.

4

Η Καρέκλα στην Κουζίνα

 




Καλησπέρα.


Μένω μόνος μου τα τελευταία δύο χρόνια. Το λέω από την αρχή γιατί έχει σημασία. Δεν έχω συγκάτοικο, δεν έχω κατοικίδιο και κανείς άλλος δεν έχει κλειδιά του σπιτιού μου.


Πριν από περίπου έναν μήνα άρχισα να παρατηρώ κάτι πολύ μικρό. Κάθε πρωί, όταν έμπαινα στην κουζίνα για καφέ, μία από τις τέσσερις καρέκλες του τραπεζιού ήταν τραβηγμένη προς τα πίσω.


Όχι πολύ. Δέκα, δεκαπέντε εκατοστά. Σαν κάποιος να είχε σηκωθεί πριν λίγο.


Την πρώτη φορά δεν έδωσα σημασία. Υπέθεσα ότι την είχα αφήσει έτσι το προηγούμενο βράδυ.


Τη δεύτερη, το ίδιο.


Την τρίτη άρχισα να το προσέχω.


Έσπρωξα όλες τις καρέκλες καλά κάτω από το τραπέζι πριν πάω για ύπνο. Το πρωί, η ίδια καρέκλα ήταν πάλι τραβηγμένη. Η αριστερή. Αυτή που βρίσκεται απέναντι από τη θέση όπου κάθομαι εγώ.


Άρχισα να κάνω μικρά τεστ. Έβγαζα φωτογραφία πριν κοιμηθώ.  Όλες στη θέση τους. Το πρωί; Η αριστερή καρέκλα έξω.


Δεν άκουγα τίποτα τη νύχτα. Ούτε βήματα. Ούτε πόρτες. Ούτε θορύβους από την κουζίνα. Μόνο κάθε πρωί την έβρισκα εκεί.  Κάποια στιγμή άρχισα να εκνευρίζομαι περισσότερο απ’ όσο φοβόμουν.


Ένα βράδυ έσπρωξα την καρέκλα τόσο δυνατά κάτω από το τραπέζι που ακούμπησε στον τοίχο. Μπροστά της, στο πάτωμα, έβαλα ένα ποτήρι νερό. Όχι γιατί πίστευα ότι υπήρχε κάποιος. Απλώς ήθελα να ξέρω αν κινούταν πραγματικά ή αν εγώ είχα αρχίσει να φαντάζομαι πράγματα.


Το πρωί πήγα κατευθείαν στην κουζίνα. Η καρέκλα ήταν στη θέση της.  Για πρώτη φορά μετά από εβδομάδες. Χαμογέλασα.  Μέχρι που κοίταξα το τραπέζι. Το ποτήρι δεν ήταν στο πάτωμα. Ήταν πάνω στο τραπέζι. Γεμάτο.  Στην απέναντι θέση. Μπροστά από την καρέκλα.


Δεν το άγγιξα. Έφυγα για τη δουλειά και όταν γύρισα το βράδυ το ποτήρι ήταν ακόμα εκεί.  Το άδειασα στον νεροχύτη. Έσπρωξα ξανά όλες τις καρέκλες μέσα. Και από τότε άρχισα να κλειδώνω την πόρτα της κουζίνας πριν κοιμηθώ.


Δεν άλλαξε τίποτα. Η καρέκλα συνέχιζε να βρίσκεται τραβηγμένη κάθε πρωί. Μόνο που τώρα υπήρχε και κάτι άλλο. Δύο φορές βρήκα ψίχουλα στο τραπέζι. Μια φορά βρήκα ένα πιρούνι. Χθες βρήκα ένα δεύτερο ποτήρι δίπλα στο δικό μου.


Και σήμερα το πρωί, για πρώτη φορά, η καρέκλα δεν ήταν απέναντί μου. Ήταν στη δική μου πλευρά του τραπεζιού. Ακριβώς δίπλα στη θέση μου.


Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτό με τρόμαξε περισσότερο από όλα τα προηγούμενα. Γιατί μέχρι τώρα είχα την αίσθηση ότι κάποιος καθόταν απέναντί μου. Σήμερα το πρωί ένιωσα ότι κάποιος αποφάσισε να καθίσει πιο κοντά.


Γνώρισε τον κόσμο των αγγέλων και επικοινώνησε μαζί τους.

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΠΕΡΠΑΤΟΥΝ ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τη φίλη μας Ευγενία για την ιστορία που μας έστειλε.


Παραδόσεις, δοξασίες και συνταγές των μάγων, αλχημιστών, αστρολόγων, καββαλιστών

Η ΣΟΛΟΜΩΝΙΚΗ


Διαβάστε επίσης:

Το παραμορφωμένο κορίτσι

Η Ντουλάπα

Προσωπικός Μαγνητισμός


Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com για να την δημοσιεύσουμε.




0

Η Σκιά στη Στάση του Λεωφορείου

 



Καλησπέρα.


Δεν ξέρω αν αυτό που συνέβη είναι αρκετό για ιστορία, αλλά αυτό που έγινε δεν μπορώ να το βγάλω από το μυαλό μου.


Γύριζα σπίτι αργά, λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Είχα κατέβει μία στάση νωρίτερα, γιατί ήθελα να περπατήσω λίγο. Ο δρόμος ήταν σχεδόν άδειος, μόνο κάτι αυτοκίνητα περνούσαν αραιά και πού.


Σε κάποια στιγμή, ένιωσα το κινητό μου να δονείται. Το έβγαλα από την τσέπη. Δεν ήταν μήνυμα. Δεν ήταν κλήση. Ήταν ειδοποίηση ότι είχε αποθηκευτεί μια νέα φωτογραφία στη συλλογή.


Στην αρχή νόμιζα ότι πάτησα κατά λάθος την κάμερα. Συμβαίνει. Άνοιξα τη φωτογραφία για να τη σβήσω.


Στη φωτογραφία φαινόταν μια στάση λεωφορείου, το πεζοδρόμιο, ένας δρόμος, ένα αυτοκίνητο στο βάθος. Ήταν φωτογραφία από τη στάση του λεωφορείου που κατέβηκα. Σα να είχε τραβηχτεί ακριβώς εκείνη τη στιγμή.


Γύρισα απότομα. Δεν υπήρχε κανείς. Η άδεια στάση και στο βάθος το αυτοκίνητο που είχα δει στη φωτογραφία να απομακρύνεται.


Κοίταξα ξανά τη φωτογραφία. Προσπάθησα να βρω εξήγηση για το πως τραβήχτηκε αυτή η φωτογραφία. Κατά λάθος;  


Τότε πρόσεξα στη φωτογραφία κάτι που στην αρχή μου είχε ξεφύγει. Στη στάση του λεωφορείου φαινόταν μια σκιά. Πολύ ψηλή. Λεπτή. Αφύσικη.


Αν προσέξεις καλά τη φωτογραφία θα το δεις κι εσύ.


Έτρεξα μέχρι το σπίτι όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Την απειλή που ένιωθα από αυτή τη παρουσία δε μπορώ να την περιγράψω με λόγια.


Δε ξέρω τι ήταν. Δε ξέρω αν έχει συμβεί κάτι παρόμοιο και σε σας. Το μόνο που ελπίζω είναι ότι δε με ακολούθησε μέχρι το σπίτι.



Αν σου άρεσε η ιστορία τότε έχουμε κάτι ακόμη για σένα:

Κάτι χαμογελάει στις σκιές



Our Horror Stories: Ευχαριστούμε το φίλο μας Στέλιο για την ιστορία που μας έστειλε.



Πριν φύγεις σιγουρέψου ότι δε σε ακολουθεί καμία σκιά:

Η σκιά πέρα από τον χρόνο



Διαβάστε επίσης:

Σημάδι από την Παναγία

Το μωρό στην άκρη του δρόμου

Η σκιά πέρα από τον χρόνο



Ακολουθήστε μας στη σελίδα μας στο Facebook 



 Ένα LIKE, SHARE και σχόλιο θα βοηθήσει να συνεχίσουμε το έργο μας!
ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ!

Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.


0

Το Ξεχασμένο Κινητό

 




Καλησπέρα.

Σας στέλνω τη δική μου περίεργη ιστορία επειδή, αν το πω σε κάποιον που με ξέρει, θα μου πει να ηρεμήσω. Ότι δεν έχω ξεπεράσει ακόμα τον θάνατο της μητέρας μου. Ότι το μυαλό, όταν πονάει, μπορεί να δει σημάδια εκεί που δεν υπάρχουν. Και ίσως να έχει δίκιο.

Θέλω όμως να ακούσω και τη δική σας άποψη, μιας και, όπως πιστεύω, θα έχετε ακούσει πολλές περίεργες ιστορίες.

Η μητέρα μου πέθανε πριν από τρία χρόνια.

Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες. Ήταν άρρωστη αρκετό καιρό, αλλά το τέλος ήρθε πιο γρήγορα απ’ όσο περιμέναμε. Από τότε κράτησα κάποια πράγματά της σε ένα κουτί στην αποθήκη. Φωτογραφίες, παλιά χαρτιά, ένα μαντήλι της, κάτι κοσμήματα που δεν είχαν αξία για κανέναν άλλο.

Δεν τα άγγιζα συχνά. Όχι επειδή δεν ήθελα να τη θυμάμαι. Το αντίθετο. Επειδή κάθε φορά που άνοιγα εκείνο το κουτί, μου φαινόταν ότι η απουσία της γινόταν ξανά καινούρια.

Προχθές το απόγευμα έψαχνα κάτι άσχετο στην αποθήκη. Ένα κατσαβίδι, νομίζω. Ή μια προέκταση. Δεν θυμάμαι καν. Άνοιξα ένα παλιό συρτάρι από ένα έπιπλο που είχαμε φέρει από το σπίτι της και δεν είχα χρησιμοποιήσει ποτέ.

Εκεί μέσα βρήκα ένα κινητό.

Ήταν μικρό, μαύρο, από εκείνα τα παλιά με κουμπιά. Όχι smartphone. Είχε γρατζουνιές στην οθόνη και σκόνη στα πλαϊνά. Στην αρχή σκέφτηκα ότι θα ήταν δικό της. Η μητέρα μου δεν τα πήγαινε ποτέ καλά με τα καινούρια κινητά. Πάντα προτιμούσε τα απλά.

Το κράτησα στο χέρι μου για λίγη ώρα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μου φάνηκε πιο βαρύ απ’ όσο έπρεπε. Πάτησα το κουμπί να ανοίξει. Τίποτα. Λογικό, σκέφτηκα. Τρία χρόνια κλειστό.

Το πήρα μαζί μου στο σαλόνι, περισσότερο από περιέργεια παρά από ανάγκη. Βρήκα έναν παλιό φορτιστή που ταίριαζε, τον σύνδεσα και άφησα το κινητό πάνω στο τραπεζάκι. Δεν περίμενα να δουλέψει.

Μετά από λίγα λεπτά, άναψε η οθόνη. Το φως της ήταν αχνό, σχεδόν γαλάζιο. Εμφανίστηκε πρώτα το σήμα φόρτισης και μετά η ώρα.

00:00.

Δεν μου έκανε εντύπωση. Τα παλιά κινητά έχαναν την ώρα όταν έμεναν χωρίς μπαταρία. Περίμενα λίγο και μετά το άνοιξα. Δεν είχε φωτογραφίες. Δεν είχε μηνύματα. Δεν είχε κλήσεις. Δεν είχε τίποτα.

Μόνο μία επαφή στον τηλεφωνικό κατάλογο: Μαμά

Έμεινα να κοιτάζω τη λέξη για αρκετά δευτερόλεπτα.

Στην αρχή χαμογέλασα, αλλά όχι κανονικά. Από εκείνα τα χαμόγελα που βγαίνουν όταν κάτι σε πονάει πριν προλάβεις να το καταλάβεις. Σκέφτηκα ότι μάλλον ήταν δικό μου παλιό κινητό και απλώς δεν το θυμόμουν. Ίσως το είχα αφήσει στο σπίτι της κάποτε. Ίσως το είχε κρατήσει εκείνη.

Άνοιξα την επαφή. Ο αριθμός δεν ήταν ο παλιός της. Αυτό με έκανε να σταματήσω.

Τον κοίταξα ξανά. Ψηφίο ψηφίο. Δεν μου έλεγε τίποτα. Δεν ήταν αποθηκευμένος στο κινητό μου. Δεν έμοιαζε καν με αριθμό που θυμόμουν από παλιά.

Για κάποιο λόγο, δεν τον κάλεσα. Έκλεισα το κινητό και το άφησα στο τραπέζι. Όλη την υπόλοιπη μέρα προσπαθούσα να μη σκέφτομαι τη λέξη στην οθόνη.

Μαμά.

Είναι περίεργο πώς μια τόσο απλή λέξη μπορεί να γίνει ξαφνικά βάρος.

Το βράδυ, πριν κοιμηθώ, το κινητό ήταν ακόμα στο τραπεζάκι. Δεν το είχα αγγίξει. Η οθόνη ήταν σβηστή.

Πέρασα από δίπλα του, πήγα στην κουζίνα, έβαλα νερό σε ένα ποτήρι και γύρισα στο σαλόνι για να κλείσω τα φώτα.

Τότε ακούστηκε. Ένας μικρός, ξερός ήχος. Όχι σαν σύγχρονη ειδοποίηση. Σαν παλιό μήνυμα.

Στάθηκα ακίνητος. Το κινητό είχε ανάψει. Στην οθόνη υπήρχε ένας φάκελος: Νέο μήνυμα.

Για λίγα δευτερόλεπτα δεν πλησίασα. Ένιωθα γελοίος. Ήταν απλώς ένα παλιό κινητό. Κάποια παλιά SIM. Κάποιος άγνωστος αριθμός. Κάποιο μήνυμα που άργησε χρόνια να φτάσει ή κάτι τέτοιο.

Αυτό προσπάθησα να πω στον εαυτό μου.

Πήρα το κινητό στα χέρια μου. Το μήνυμα ήταν από την επαφή:

Μαμά


Πάτησα άνοιγμα. Το μήνυμα είχε σταλεί εκείνη ακριβώς τη στιγμή. 23:47. Έγραφε μόνο:

"Έφαγες;"

Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα έτσι. Με το κινητό στο χέρι. Με εκείνη τη λέξη στην οθόνη.

"Έφαγες;"

Όπως μου έγραφε πάντα. Όπως με ρωτούσε κάθε φορά που αργούσα να απαντήσω. Όπως με ρωτούσε ακόμα κι όταν ήταν άρρωστη, ακόμα κι όταν δεν μπορούσε να φάει η ίδια, ακόμα κι όταν η φωνή της είχε γίνει ψίθυρος.

Έφαγες;

Κάθισα στον καναπέ και άρχισα να κλαίω χωρίς ήχο. Το κινητό έμεινε ανοιχτό στην παλάμη μου.

Κάτω από το μήνυμα υπήρχε η επιλογή:

"Απάντηση"

Δεν ξέρω αν πρέπει να απαντήσω. Δεν ξέρω αν πρέπει να γράψω «ναι». Δεν ξέρω αν πρέπει να ρωτήσω ποιος είναι.

Δεν ξέρω αν πρέπει απλώς να κλείσω το κινητό και να το πετάξω κάπου μακριά.

Γιατί όσο το κοιτάζω, τόσο περισσότερο φοβάμαι ότι το πραγματικά τρομακτικό δεν είναι πως έλαβα μήνυμα από τη μητέρα μου.

Το τρομακτικό είναι ότι ένα κομμάτι μου θέλει να απαντήσει.


Πριν φύγεις πρέπει να διαβάσεις κι αυτό:


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε το φίλο μας Μάριο για την ιστορία που μας έστειλε.


Αν σου άρεσε η ιστορία τότε αυτό είναι για σένα:


Διαβάστε επίσης:





Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.



0

Περιπέτεια στην Πεντέλη

 



Όσοι ασχολούνται με το παραφυσικό στην Αθήνα γνωρίζουν τις ιστορίες για την Πεντέλη —τα ηλεκτρομαγνητικά παράδοξα, τις χαμένες διαδρομές, τη Σπηλιά του Νταβέλη. 


Εγώ και ο φίλος μου ο Μάνος, ως λάτρεις του ραδιοερασιτεχνισμού και των αστικών θρύλων, αποφασίσαμε τον περασμένο Μάιο να κάνουμε μια νυχτερινή καταγραφή συχνοτήτων (EVP) στην περιοχή γύρω από το σπήλαιο.


Φτάσαμε εκεί γύρω στις 11:30 το βράδυ. Η ατμόσφαιρα ήταν παράξενα βαριά· δεν ακουγόταν ούτε ένα έντομο, ούτε ο αέρας ανάμεσα στα πεύκα.


Στήσαμε τον εξοπλισμό μας σε ένα ξέφωτο λίγα μέτρα μακριά από την είσοδο της σπηλιάς: έναν δέκτη ευρέως φάσματος και ένα αναλογικό κασετόφωνο. Ξεκινήσαμε να σαρώνουμε τις κενές συχνότητες στα βραχέα κύματα.


Το πρώτο εύρημα

Για περίπου σαράντα λεπτά ακουγόταν μόνο ο κλασικός λευκός θόρυβος (στατικός θόρυβος). Ξαφνικά, στις 00:33, η βελόνα του δέκτη κόλλησε μόνη της στους 1420 MHz —μια συχνότητα που ήταν τελείως καθαρή.


Ο ήχος 

Από το ηχείο δεν ακούστηκε παράσιτο. Ακούστηκε ο ήχος από βήματα σε χαλίκι, λες και κάποιος περπατούσε κυκλικά γύρω από το σημείο που είχαμε στήσει τα τρίποδα.


Η παράνοια

Κοιταχτήκαμε με τον Μάνο. Γύρω μας επικρατούσε απόλυτη σιωπή, αλλά μέσα από το ηχείο του ασυρμάτου τα βήματα ακούγονταν όλο και πιο κοντά.


Τότε, ο Μάνος αποφάσισε να κάνει μια ερώτηση στο μικρόφωνο: «Είναι κανείς εδώ μαζί μας;»


Αυτό που ακολούθησε μας πάγωσε το αίμα.


Από το ηχείο δεν βγήκε μια άγνωστη φωνή. Βγήκε η δική μου φωνή, με την ίδια ακριβώς χροιά, να επαναλαμβάνει λέξη προς λέξη μια πρόταση που είχα πει στον Μάνο στο αυτοκίνητο, την ώρα που ανεβαίναμε στο βουνό:


«Αν δούμε κάτι περίεργο, απλά τα παρατάμε όλα και φεύγουμε»


Μόλις ακούστηκε η ατάκα από τη συσκευή, ο φακός που κρατούσα στα χέρια μου έσβησε. Ταυτόχρονα, ακούστηκε ένας δυνατός, μεταλλικός γδούπος από το εσωτερικό της σπηλιάς, σαν να έπεσε κάποιο βαρύ εργαλείο.


Δεν περιμέναμε ούτε δευτερόλεπτο. Αφήσαμε τα τρίποδα και τις καλωδιώσεις εκεί, μπήκαμε στο αμάξι και κατεβήκαμε το βουνό με την καρδιά στο στόμα.


Το επόμενο πρωί, πήραμε την απόφαση να ανέβουμε μέρα μεσημέρι για να μαζέψουμε τον εξοπλισμό μας. Ο δέκτης και το κασετόφωνο ήταν ακόμα εκεί. Όμως, η ταινία μέσα στο κασετόφωνο ήταν εντελώς λιωμένη, σαν να είχε εκτεθεί σε υπερβολική θερμότητα.


Και το χειρότερο; Όταν βάλαμε μπρος το αυτοκίνητο για να φύγουμε, το ραδιόφωνο του αμαξιού άνοιξε μόνο του. Στην οθόνη εμφανίστηκε η συχνότητα 1420 MHz... και από τα ηχεία ακουγόταν η αναπνοή κάποιου που παρακολουθούσε τη διαδρομή μας καθώς κατεβαίναμε τις στροφές. 


UFOria


Εσείς έχετε επισκεφθεί ποτέ την Πεντέλη νύχτα; Έχετε παρατηρήσει ποτέ περίεργες παρεμβολές στο ραδιόφωνο ή στο κινητό σας κοντά στη σπηλιά; 


Αν σου αρέσουν οι σκοτεινές ιστορίες τότε σου ταιριάζει γάντι αυτό:

Wednesday - Thing


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Νίκο για την ιστορία που μας έστειλε.


Πριν φύγεις μη χάσεις αυτό:

Detective club


Διαβάστε επίσης:

FUCK OFF

Ο εισβολέας

Το ατύχημα



Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com για να την δημοσιεύσουμε.