3

Πάντα στην Ίδια Απόσταση

 




Καλησπέρα.

Μένω στη Θεσσαλονίκη σχεδόν όλη μου τη ζωή.

Το αναφέρω γιατί αυτό που μου συνέβη ξεκίνησε σε ένα μέρος από το οποίο έχω περάσει εκατοντάδες φορές. 

Ξέρω τα στενά. Ξέρω τις πολυκατοικίες. Ξέρω ποιο περίπτερο κλείνει αργά, πού αφήνουν συνήθως τα μηχανάκια πάνω στο πεζοδρόμιο, ακόμη και ποια φώτα από τα γύρω διαμερίσματα είναι σχεδόν πάντα αναμμένα όταν επιστρέφω σπίτι το βράδυ.

Γι' αυτό κατάλαβα αμέσως ότι κάτι ήταν διαφορετικό.

Ήταν πριν από περίπου έναν μήνα.

Είχα βγει για ένα ποτό με δύο φίλους και λίγο μετά τις έντεκα αποφάσισα να επιστρέψω με τα πόδια. Ο καιρός ήταν καλός και μου αρέσει να περπατάω στη Θεσσαλονίκη τέτοιες ώρες, όταν οι δρόμοι αρχίζουν να αδειάζουν αλλά η πόλη δεν έχει κοιμηθεί ακόμη.

Όταν έφτασα σε ένα συγκεκριμένο στενό, κάτι μου φάνηκε λάθος. Δεν μπορώ να το περιγράψω καλύτερα. Σταμάτησα.

Μπροστά μου βρισκόταν μια παλιά εξαώροφη πολυκατοικία. Την ήξερα. Ή τουλάχιστον ήμουν σίγουρος ότι την ήξερα. Είχα περάσει από μπροστά της δεκάδες φορές.

Κι όμως εκείνο το βράδυ έμοιαζε διαφορετική.
Όχι ανακαινισμένη.
Όχι εγκαταλελειμμένη. Απλώς... λάθος.

Η πρόσοψή της φαινόταν πιο θαμπή από τις υπόλοιπες. Τα μπαλκόνια δεν φωτίζονταν όπως θα έπρεπε από τις λάμπες του δρόμου. Το φως έπεφτε πάνω στο κτίριο, αλλά έμοιαζε να σταματά πριν το αγγίξει πραγματικά. 

Ακόμη και το χρώμα της δεν μπορούσα να καταλάβω ποιο ήταν. Γκρι; Πράσινο; Κάτι ανάμεσα.

Θυμάμαι ότι κοίταξα γύρω μου για να δω αν έφταιγε κάποια χαλασμένη λάμπα ή η υγρασία. Όλα τα υπόλοιπα φαίνονταν φυσιολογικά. Μόνο αυτή η πολυκατοικία έμοιαζε σαν να μην ανήκε ακριβώς στον ίδιο δρόμο.

Έβγαλα το κινητό μου. Ήθελα να τη φωτογραφίσω. Ήθελα να δω αν θα φαινόταν το ίδιο περίεργη και στη φωτογραφία.

Τη στιγμή που άνοιξα την κάμερα, η εξώπορτα της πολυκατοικίας άνοιξε. Κατέβασα το κινητό. Μια ηλικιωμένη γυναίκα βγήκε έξω.

Πρέπει να ήταν πάνω από εβδομήντα πέντε. Ήταν κοντή, πολύ αδύνατη και φορούσε μια μακριά σκούρα ζακέτα. Τα μαλλιά της ήταν γκρίζα, τραβηγμένα προς τα πίσω.

Στην αρχή αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν κάτι παράξενο στον τρόπο που κινούνταν. Κατέβηκε το μικρό σκαλοπάτι της εισόδου. Σταμάτησε. Έστριψε το σώμα της. Έκανε δύο βήματα. Όλες οι κινήσεις της ήταν αργές και απόλυτα ξεχωριστές μεταξύ τους. Σαν να μην υπήρχε φυσική συνέχεια από τη μία στην άλλη.  Βήμα. Παύση. Στροφή. Παύση. Βήμα.

Σκέφτηκα ότι μπορεί να είχε κάποιο κινητικό πρόβλημα. Ένιωσα μάλιστα άσχημα που την κοιτούσα. Ξανασήκωσα το κινητό προς την πολυκατοικία. Και τότε η γυναίκα σταμάτησε.

Το κεφάλι της γύρισε προς το μέρος μου. Μόνο το κεφάλι. Το σώμα της παρέμεινε στραμμένο προς τον δρόμο. Με κοίταξε. Κατέβασα αμέσως το κινητό. Ένιωσα σαν να με είχε πιάσει να κάνω κάτι που δεν έπρεπε.

Χαμογέλασα αμήχανα. Εκείνη δεν αντέδρασε. Δεν χαμογέλασε. Δεν ρώτησε τι κάνω. Απλώς με κοιτούσε. Υπήρχε κάτι στον τρόπο που το έκανε που με έκανε να νιώσω πολύ άβολα.

Έβαλα το κινητό στην τσέπη και συνέχισα προς το σπίτι. Μετά από καμιά τριανταριά μέτρα κοίταξα πίσω. Η γυναίκα στεκόταν πίσω μου. Στο πεζοδρόμιο. Ακίνητη. Με κοιτούσε.

Υπέθεσα ότι είχε ξεκινήσει κι εκείνη προς την ίδια κατεύθυνση. Συνέχισα. Λίγο πιο γρήγορα αυτή τη φορά. Πέρασα ένα στενό.

Γύρισα ξανά. Ήταν ακόμα εκεί. Ακίνητη. Και πάλι περίπου στην ίδια απόσταση. Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που πραγματικά με φόβισε.

Δεν την είχα ακούσει να περπατά. Και κυρίως, αν είχε ακολουθήσει τον ρυθμό μου, θα έπρεπε κάποια στιγμή είτε να έχει πλησιάσει είτε να έχει μείνει πιο πίσω. Δεν είχε συμβεί τίποτα από τα δύο. Ήταν σαν η απόσταση μεταξύ μας να μην άλλαζε.

Γύρισα μπροστά και επιτάχυνα. Δεν έτρεξα. Δεν ήθελα να φερθώ σαν πανικόβλητος για κάτι που πιθανότατα είχε μια γελοία εξήγηση. Έφτασα στην επόμενη διασταύρωση.
Κοίταξα πίσω.

Εκεί. Ίδια απόσταση. Ακίνητη. Το ίδιο βλέμμα.

Τότε άρχισα να περπατάω πραγματικά γρήγορα. Έστριψα δύο φορές επίτηδες. Δεν ακολουθούσα πλέον την κανονική διαδρομή προς το σπίτι μου.

Στην επόμενη γωνία γύρισα απότομα.  Η γυναίκα στεκόταν πίσω μου.  Δεν την είδα ποτέ να στρίβει. Δεν την είδα ποτέ να περπατά. Κάθε φορά που κοιτούσα μπροστά, υπήρχε μόνο ο δρόμος. Κάθε φορά που γύριζα πίσω... ήταν εκεί.

Και πάντα στην ίδια απόσταση. Εκεί πανικοβλήθηκα.

Προχώρησα σχεδόν τρέχοντας μέχρι που βρέθηκα μπροστά σε μια εκκλησία. Δεν ξέρω γιατί το έκανα. Δεν είμαι ιδιαίτερα θρήσκος.
Αλλά είδα τα φώτα στο προαύλιο και χωρίς δεύτερη σκέψη πήγα εκεί. Στάθηκα για λίγο κοντά στην είσοδο.

Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που ένιωθα τον παλμό στον λαιμό μου. Περίμενα. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα βγήκα πάλι προς τον δρόμο. Κοίταξα πίσω.

Η γυναίκα δεν ήταν εκεί. Περίμενα λίγο ακόμα.
Τίποτα. Γύρισα σπίτι με ταξί.

Την επόμενη μέρα πέρασα ξανά από το ίδιο σημείο. Μέρα αυτή τη φορά. Η πολυκατοικία ήταν εκεί. Μόνο που δεν έμοιαζε καθόλου όπως το προηγούμενο βράδυ.

Ήταν μια απολύτως συνηθισμένη παλιά πολυκατοικία. Μπεζ πρόσοψη. Τέντες στα μπαλκόνια.  Γλάστρες. Κουδούνια δίπλα στην είσοδο. Στάθηκα απέναντι αρκετή ώρα.

Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου ότι το προηγούμενο βράδυ έφταιγε ο φωτισμός. Ίσως και τα δύο ποτά που είχα πιει.  Δεν ξαναείδα τη γυναίκα εκεί. Και για μερικές εβδομάδες προσπάθησα να ξεχάσω όλο το περιστατικό.

Μόνο που τελευταία συμβαίνει κάτι.  Όχι κάθε μέρα. Και ποτέ όταν υπάρχει κάποιος μαζί μου.
Μόνο όταν είμαι μόνος.

Πριν από περίπου μία εβδομάδα έβγαζα τα σκουπίδια αργά το βράδυ. Για ένα δευτερόλεπτο νόμιζα ότι την είδα στην άλλη άκρη του δρόμου.

Γύρισα αμέσως.

Δεν υπήρχε κανείς.

Προχθές, περίμενα μόνος σε ένα φανάρι και μου φάνηκε πως στεκόταν πίσω από ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο.  Ανοιγόκλεισα τα μάτια.  Τίποτα.

Χθες το βράδυ ήμουν μόνος στο σπίτι. Πέρασα μπροστά από το παράθυρο του σαλονιού και, μέσα στην αντανάκλαση του τζαμιού, νόμιζα για μια στιγμή ότι την είδα στην απέναντι πλευρά του δρόμου.  Ακίνητη. Να κοιτάζει προς το παράθυρό μου.

Άναψα το φως του μπαλκονιού.  Δεν υπήρχε κανείς.

Ξέρω τι θα έλεγα αν μου διηγούνταν κάποιος άλλος αυτή την ιστορία. Ότι φοβήθηκε εκείνο το βράδυ και τώρα το μυαλό του ψάχνει τη γυναίκα παντού.

Ότι ένα πρόσωπο που μας τρόμαξε μπορεί να εμφανίζεται για λίγο μέσα στις σκιές, στις αντανακλάσεις, σε έναν άγνωστο που είδαμε από μακριά.

Και πραγματικά θέλω αυτή να είναι η εξήγηση.

Γιατί υπάρχει μόνο ένα πράγμα που με ενοχλεί.

Κάθε φορά που νομίζω ότι τη βλέπω... δεν είναι ποτέ πιο κοντά. Δεν είναι ποτέ πιο μακριά. Είναι πάντα στην ίδια ακριβώς απόσταση. Όπως εκείνο το βράδυ.

Σαν να μην προσπαθεί να με φτάσει. Σαν να περιμένει απλώς να σταματήσω.

Θα ήθελα πραγματικά να μου πείτε αν γνωρίζεται τι μπορεί να μου συμβαίνει. Με μια αναζήτηση που έκανα στο ίντερνετ δε μπόρεσα να βρω κάτι παρόμοιο. 


Γι' αυτό σας στέλνω την ιστορία. Ίσως κάποιος από εσάς έχει ακούσει ή έχει πάθει κάτι παρόμοιο.

Σας ευχαριστώ πολύ.


Για την ασφάλειά σου προτείνουμε να δεις κι αυτό:


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Λευτέρη για την ιστορία που μας έστειλε. 


Δες το αγαπημένο σου θρίλερ καθηλωμένος από την απίστευτη εικόνα:


Διαβάστε επίσης:






To Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com για να την δημοσιεύσουμε.





0

Ο Άντρας από το Όνειρο

 



Καλησπέρα.


Τις τελευταίες έξι νύχτες βλέπω ακριβώς το ίδιο όνειρο. Όχι παρόμοιο. Το ίδιο.

Ξυπνάω μέσα σε ένα αυτοκίνητο.

Δεν μπορώ να δω τίποτα, γιατί έχω μια μαύρη κουκούλα στο κεφάλι. Τα χέρια μου είναι δεμένα πίσω από την πλάτη και τα πόδια μου δεν κινούνται καλά. Νιώθω το αυτοκίνητο να στρίβει, να φρενάρει, να περνά πάνω από λακκούβες.

Δεν ξέρω πού πηγαίνουμε. Δεν ακούω μουσική. Δεν ακούω κανέναν να μιλάει. Μόνο τη μηχανή και την αναπνοή μου. Κάποια στιγμή το αυτοκίνητο σταματά. Μια πόρτα ανοίγει. Με τραβάει κάποιος έξω. Δεν μπορώ να δω ποιος.

Με κρατά δυνατά από το μπράτσο και με οδηγεί κάπου. Ακούω βήματα πάνω σε τσιμέντο. Μετά έναν μεταλλικό ήχο, σαν βαριά πόρτα που ανοίγει.

Ο αέρας αλλάζει. Γίνεται πιο κρύος. Μυρίζει υγρασία και κάτι άλλο. Κάτι σαν απολυμαντικό.
Με βάζουν να καθίσω σε μια καρέκλα. Ακούω μεταλλικά αντικείμενα να ακουμπούν κάπου δίπλα μου. Ένα συρτάρι ανοίγει. Ένα άλλο κλείνει.

Και μετά κάποιος στέκεται μπροστά μου. Το καταλαβαίνω χωρίς να τον βλέπω. Από τη σιωπή.  Από το ότι ξαφνικά νιώθω πως υπάρχει κάποιος πολύ κοντά στο πρόσωπό μου.

Τότε μου βγάζει την κουκούλα. Βρίσκομαι σε έναν σκοτεινό χώρο. Μοιάζει με υπόγειο.

Οι τοίχοι είναι γυμνοί, γκρίζοι, και από το ταβάνι κρέμεται ένα μόνο δυνατό φως. Γύρω υπάρχουν μεταλλικά τραπεζάκια, εργαλεία, πλαστικά καλύμματα. Σαν πρόχειρο χειρουργείο. Σαν κάποιος να προσπάθησε να στήσει ένα δωμάτιο νοσοκομείου σε χώρο που δεν ήταν ποτέ νοσοκομείο.

Και απέναντί μου στέκεται ένας άντρας. Δεν τον έχω ξαναδεί ποτέ. Είναι γύρω στα σαράντα πέντε. Αδύνατος. Κοντά σκούρα μαλλιά. Πολύ ανοιχτό δέρμα. Και έχει ένα μικρό σημάδι πάνω από το αριστερό φρύδι.
 
Με κοιτάζει χωρίς να μιλάει. Μετά πλησιάζει ένα μεταλλικό τραπέζι. Παίρνει κάτι. Ένα νυστέρι. Το κρατά στο δεξί του χέρι. Με το άλλο σηκώνει μια χειρουργική μάσκα και τη φοράει αργά στο πρόσωπό του.

Τότε αρχίζει να περπατά προς το μέρος μου.

Και πάντα, ακριβώς εκεί... ξυπνάω.

Κάθε φορά.

Την πρώτη νύχτα προσπάθησα να το ξεχάσω. Τη δεύτερη άρχισα να ανησυχώ. Την τρίτη δεν ήθελα να κοιμηθώ. Χθες, πριν πέσω στο κρεβάτι, έμεινα μέχρι τις τρεις βλέποντας τηλεόραση μόνο και μόνο για να καθυστερήσω τον ύπνο.

Δεν είχε σημασία. Τον είδα ξανά. Το αυτοκίνητο. Την κουκούλα. Το υπόγειο. Τον άντρα. Το νυστέρι. Το ίδιο όνειρο.

Σήμερα το απόγευμα γύρισα από τη δουλειά λίγο μετά τις έξι. Περπατούσα προς την πολυκατοικία μου κοιτάζοντας το κινητό, όταν για κάποιο λόγο σήκωσα το κεφάλι.

Στην απέναντι πλευρά του δρόμου στεκόταν ένας άντρας. Δεν έκανε τίποτα. Απλώς στεκόταν εκεί. Και με κοιτούσε. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν κατάλαβα γιατί πάγωσα.

Μετά κοίταξα καλύτερα. Αδύνατος. Κοντά σκούρα μαλλιά. Γύρω στα σαράντα πέντε. Και πάνω από το αριστερό του φρύδι... ένα μικρό σημάδι.

Ήταν αυτός. Ο άντρας από το όνειρό μου. Δεν ξέρω πόση ώρα κοιταζόμασταν. Ίσως δύο δευτερόλεπτα. Ίσως δέκα.

Πέρασε ένα λεωφορείο ανάμεσά μας. Όταν έφυγε από μπροστά μου, ο άντρας δεν ήταν πια εκεί.

Μπήκα τρέχοντας στην πολυκατοικία. Κλείδωσα την πόρτα. Έλεγξα δύο φορές τα παράθυρα. Από τότε δεν έχω βγει.

Τώρα έχει βραδιάσει. Και όσο περνάει η ώρα, ξέρω ότι αργά ή γρήγορα θα πρέπει να κοιμηθώ.  Προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν είδα αυτόν.

Ότι επειδή τον βλέπω κάθε βράδυ στον ύπνο μου, ο εγκέφαλός μου πήρε έναν άγνωστο άνθρωπο στον δρόμο και του έδωσε τα χαρακτηριστικά του εφιάλτη.

Αυτό είναι λογικό. Έτσι δεν είναι;

Αλλά υπάρχει και η άλλη σκέψη.

Αυτή που δεν μπορώ να διώξω.

Κι αν το όνειρο δεν είναι εφιάλτης; Κι αν είναι προειδοποίηση; Κι αν δεν βλέπω κάθε βράδυ κάτι που φοβάμαι ότι θα συμβεί... αλλά κάτι που δεν έχει συμβεί ακόμα;

Δεν ξέρω αν αύριο πρέπει να πάω κανονικά στη δουλειά. Δεν ξέρω αν πρέπει να ενημερώσω κάποιον.

Και κυρίως δεν ξέρω τι θα κάνω αν απόψε, όταν μου βγάλουν ξανά την κουκούλα... ο άντρας δεν σταματήσει εκεί που ξυπνάω πάντα.


Αν η ιστορία αυτή σου άφησε κάτι, ίσως αξίζει να δεις και αυτό:


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τη φίλη μας Όλγα για την ιστορία που μας έστειλε. 


Αν θέλεις να μείνεις λίγο ακόμα σε αυτό το συναίσθημα, πάτα εδώ:


Διαβάστε επίσης: 








To Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com για να την δημοσιεύσουμε.







0

Η Διαδρομή για την Κηφισιά

 


Καλησπέρα.

Αυτό που θα σου γράψω δεν μου το διηγήθηκε κάποιος “φίλος ενός φίλου”, ούτε το άκουσα σαν ιστορία που περνά από στόμα σε στόμα. Μου το είπε η ίδια η γυναίκα που το έζησε, πριν από περίπου δέκα χρόνια, και μέχρι σήμερα δεν έχω μπορέσει να το ξεχάσω.

Ήταν τότε γύρω στα τριάντα πέντε. Δούλευε σε γραφείο στο κέντρο της Αθήνας και κάθε απόγευμα έπαιρνε το αυτοκίνητό της από ένα υπόγειο πάρκινγκ κοντά στη δουλειά της για να γυρίσει σπίτι, στην Κηφισιά.

Εκείνο το βράδυ είχε αργήσει.

Θυμόταν ότι είχε κοιτάξει το ρολόι της πριν κατεβεί στο πάρκινγκ και ήταν λίγο μετά τις εννιά. Δεν ήταν πολύ αργά, αλλά ήταν αρκετά αργά ώστε η πόλη να έχει αρχίσει να αδειάζει. Το πάρκινγκ, όπως μου είπε, ήταν σχεδόν έρημο. Τα περισσότερα αυτοκίνητα είχαν ήδη φύγει. Μόνο λίγοι γκρίζοι τοίχοι, τσιμεντένιες κολόνες, το βουητό του εξαερισμού και εκείνη η μυρωδιά βενζίνης και υγρασίας που έχουν όλα τα υπόγεια γκαράζ.

Περπατούσε προς το αυτοκίνητό της ψάχνοντας τα κλειδιά στην τσάντα όταν την είδε.

Μια γριά.

Στεκόταν κοντά στην έξοδο του πάρκινγκ, λίγο μέσα στη σκιά, τυλιγμένη με σκούρο παλτό και ένα μαντίλι δεμένο σφιχτά στο κεφάλι. Δεν έμοιαζε ζητιάνα. Δεν έμοιαζε χαμένη. Έμοιαζε σαν να περίμενε.

Όταν την πλησίασε, η γριά έκανε ένα βήμα μπροστά.

«Κοπέλα μου», της είπε, «προς τα πού πας;»

Η γυναίκα παραξενεύτηκε, αλλά δεν φοβήθηκε. Ίσως επειδή η φωνή της ηλικιωμένης ήταν ήρεμη. Ίσως επειδή της θύμισε κάποια θεία ή γιαγιά από επαρχία.

«Κηφισιά», απάντησε.

Η γριά χαμήλωσε ελαφρά το κεφάλι, σαν να ανακουφίστηκε.

«Κι εγώ προς τα εκεί πάω», είπε. «Αν σε βολεύει, μήπως μπορείς να με πάρεις λίγο μαζί σου;»

Η γυναίκα δίστασε για λίγα δευτερόλεπτα. Δεν συνήθιζε να βάζει αγνώστους στο αμάξι της. Από την άλλη, ήταν μια ηλικιωμένη γυναίκα, μόνη, σε ένα σχεδόν άδειο πάρκινγκ. Της φάνηκε σκληρό να αρνηθεί.

«Εντάξει», της είπε. «Ελάτε.»

Μπήκαν στο αυτοκίνητο. Η οδηγός έβαλε μπροστά και βγήκαν στον δρόμο.

Στην αρχή δεν μιλούσαν πολύ. Η γριά καθόταν ήσυχη στη θέση του συνοδηγού, με τα χέρια διπλωμένα πάνω στην τσάντα της. Η γυναίκα μου είπε ότι αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που της έκανε εντύπωση: τα χέρια της. Ήταν μεγάλα.

Όχι απλώς ταλαιπωρημένα ή ροζιασμένα από την ηλικία. Μεγάλα, κοκαλιάρικα, με χοντρά δάχτυλα και φλέβες που πετάγονταν, σαν χέρια άντρα. Προσπάθησε να μη δώσει σημασία. Άλλωστε, δεν είναι όλα τα σώματα ίδια. Και δεν υπήρχε τίποτα άλλο που να της φαίνεται αληθινά λάθος.

Πέρασαν λίγα λεπτά έτσι. Η γυναίκα οδηγούσε, κοιτώντας μπροστά, ακούγοντας τον ήχο της μηχανής και τον γνώριμο βόμβο της πόλης τη νύχτα. Σε μια στιγμή, από ευγένεια, γύρισε ελαφρά το κεφάλι της για να πει κάτι στη γριά. Δεν θυμόταν τι ακριβώς. Ίσως να τη ρωτήσει σε ποιο σημείο της Κηφισιάς πήγαινε. Ίσως να της πει ότι σε λίγο θα έβγαιναν στην εθνική.

Και τότε την είδε.

Το μαντίλι της γριάς είχε γλιστρήσει ελάχιστα προς τα πίσω. Μόνο τόσο όσο χρειαζόταν. Κάτω από το μαντίλι δεν φαινόταν το πρόσωπο μιας ηλικιωμένης γυναίκας.  Φαινόταν το πρόσωπο ενός άντρα.
Όχι εντελώς.  Όχι σαν μάσκα που έπεσε. Αλλά σαν τα χαρακτηριστικά κάτω από το δέρμα να μην ταίριαζαν με αυτό που είχε μπροστά της.

Το σαγόνι ήταν υπερβολικά βαρύ. Τα ζυγωματικά πιο σκληρά. Η σκιά από το πάνω χείλος έμοιαζε με ξυρισμένο μουστάκι που ξαναβγαίνει. Και, πάνω απ’ όλα, το βλέμμα.

Δεν ήταν το βλέμμα μιας κουρασμένης γριάς που ζητούσε μια εξυπηρέτηση.

Η γυναίκα πάγωσε. Μου είπε ότι για μια στιγμή δεν μπορούσε ούτε να αναπνεύσει σωστά. Ένιωσε εκείνο το ξαφνικό, ζωώδες κύμα φόβου που δεν περνά πρώτα από τη λογική. Δεν σκέφτηκε «μήπως είναι μεταμφίεση» ή «μήπως βλέπω λάθος».

Σκέφτηκε μόνο:

«Δεν είναι αυτό που νόμιζα ότι έβαλα στο αμάξι μου».

Μερικά μέτρα πιο μπροστά υπήρχε ένα φανάρι. Ένα αυτοκίνητο είχε σταματήσει ήδη μπροστά του. Η γυναίκα πανικοβλήθηκε. Πάτησε απότομα φρένο, αλλά ήταν αργά. Το δικό της αυτοκίνητο έπεσε πάνω στο πίσω μέρος του μπροστινού με έναν κοφτό, μεταλλικό ήχο.

Δεν ήταν μεγάλο τρακάρισμα. Μια σύγκρουση χαμηλής ταχύτητας. Αλλά ήταν αρκετή για να την τινάξει μπροστά και να τη βγάλει για μια στιγμή από εκείνον τον υπνωτικό τρόμο.

Άνοιξε αμέσως την πόρτα και βγήκε έξω.

Ο οδηγός του άλλου αυτοκινήτου είχε ήδη κατέβει και φώναζε εκνευρισμένος. Εκείνη όμως σχεδόν δεν τον άκουγε. Κρατούσε το κινητό στο χέρι και προσπαθούσε να μιλήσει στην αστυνομία όσο πιο ψύχραιμα μπορούσε.

Τους είπε ότι είχε τρακάρει. Ότι ήταν καλά. Και μετά, χαμηλώνοντας τη φωνή της, τους είπε ότι μέσα στο αυτοκίνητό της βρισκόταν μια περίεργη ηλικιωμένη γυναίκα και ότι φοβόταν.

Την ώρα που περίμενε την αστυνομία, δεν τόλμησε να πλησιάσει ξανά το αυτοκίνητο. Έμενε στο πεζοδρόμιο, κοιτώντας πότε τον άλλον οδηγό, πότε το δικό της παρμπρίζ, περιμένοντας να δει τη γριά να ανοίγει την πόρτα ή έστω να κουνιέται μέσα από το τζάμι.

Δεν είδε τίποτα.

Όταν έφτασε το περιπολικό, τους έδειξε αμέσως το αυτοκίνητό της. «Είναι μέσα», είπε. «Ή τουλάχιστον ήταν.»

Ο ένας αστυνομικός άνοιξε πρώτος την πόρτα του συνοδηγού. Το κάθισμα ήταν άδειο.  Η γριά είχε εξαφανιστεί.

Κανείς από όσους βρίσκονταν στον δρόμο δεν είχε δει κάποια ηλικιωμένη να απομακρύνεται. Ο οδηγός του άλλου αυτοκινήτου ορκιζόταν ότι από τη στιγμή που έγινε το τρακάρισμα μέχρι να φτάσει κοντά της, δεν είχε βγει κανείς από το αμάξι.

Οι αστυνομικοί υπέθεσαν ότι είχε τρομάξει με το χτύπημα, άνοιξε γρήγορα την πόρτα και έφυγε μέσα στη σύγχυση χωρίς να την προσέξει κανείς.

Ήταν η μόνη λογική εξήγηση.

Κι όμως, η γυναίκα επέμενε σε δύο πράγματα.

Πρώτον, ότι δεν άκουσε καμία πόρτα να ανοίγει ή να κλείνει όσο στεκόταν δίπλα στον δρόμο.

Και δεύτερον, ότι η θέση του συνοδηγού, όταν τελικά ξαναμπήκε στο αυτοκίνητο, ήταν τελείως στεγνή.

Έξω είχε αρχίσει να ψιχαλίζει λίγη ώρα πριν φύγουν από το πάρκινγκ. Η γριά είχε μπει στο αμάξι κρατώντας ομπρέλα και με βρεγμένο παλτό. Το κάθισμα θα έπρεπε να έχει τουλάχιστον λίγη υγρασία.

Δεν είχε τίποτα.

Σαν να μην είχε καθίσει ποτέ κανείς εκεί.

Αυτό που μου είπε στο τέλος ήταν το χειρότερο.

Την επόμενη μέρα, όταν πήγε να πάρει το αυτοκίνητο από το συνεργείο, ο μηχανικός της έδωσε κάτι που είχε βρει κάτω από το κάθισμα του συνοδηγού.

Ήταν ένα παλιό, μαύρο μαντίλι.

Η γυναίκα ορκίστηκε ότι δεν ήταν δικό της και ότι δεν υπήρχε εκεί πριν.

Ο μηχανικός τη ρώτησε αν ήταν σημαντικό. Εκείνη του είπε να το πετάξει. Δεν το πήρε μαζί της.

Αλλά πριν το πετάξει, το ξεδίπλωσε από περιέργεια. Και ραμμένο στην εσωτερική του πλευρά, με ξεθωριασμένη λευκή κλωστή, υπήρχε ο αριθμός: 666

Για τους λάτρεις του gothic / spooky αισθητικού:


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Γιώργο για την ιστορία που μας έστειλε.


Αν η ιστορία αυτή σου άφησε κάτι, ίσως αξίζει να δεις και αυτό:


Διαβάστε επίσης:








Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com για να την δημοσιεύσουμε.

0

Η Άδεια Θέση στον Καναπέ



Καλησπέρα.

Μένω μόνος μου.

Το αναφέρω από την αρχή γιατί, αν δεν το πω, όσα ακολουθούν έχουν πάντα μια εύκολη εξήγηση: κάποιος άλλος μπήκε στο σαλόνι, κάποιος κάθισε εκεί, κάποιος μετακίνησε κάτι χωρίς να το προσέξω.

Αλλά δεν υπάρχει κάποιος άλλος.

Εδώ και περίπου δύο εβδομάδες άρχισα να παρατηρώ κάτι που στην αρχή μου φάνηκε αστείο.

Κάθε πρωί, όταν ξυπνούσα και πήγαινα στο σαλόνι, το ένα μαξιλάρι του καναπέ ήταν βουλιαγμένο.

Όχι λίγο. Αρκετά, σαν να είχε καθίσει κάποιος εκεί για ώρα.

Ο καναπές μου είναι γωνιακός, παλιός αλλά γερός. Η θέση που βουλιάζει είναι πάντα η ίδια: η δεξιά άκρη, εκεί που δεν κάθομαι ποτέ εγώ. Κάθομαι πάντα στην αριστερή, κοντά στο μπράτσο, για να ακουμπάω το ποτήρι μου στο τραπεζάκι.

Την πρώτη φορά δεν έδωσα σημασία.

Τη δεύτερη το πρόσεξα.

Την τρίτη άρχισα να το σκέφτομαι.

Πριν κοιμηθώ, ίσιωσα με τα χέρια μου όλα τα μαξιλάρια. Πίεσα τα αφρολέξ, τέντωσα το ριχτάρι και τράβηξα μια φωτογραφία με το κινητό.

Το πρωί, η δεξιά θέση ήταν πάλι βουλιαγμένη.

Άρχισα να κάνω μικρές δοκιμές.

Μια νύχτα έβαλα πάνω στο μαξιλάρι ένα διπλωμένο περιοδικό. Αν κάποιος καθόταν, θα έπεφτε.

Το πρωί το περιοδικό ήταν στο πάτωμα.

Μια άλλη νύχτα άπλωσα ένα λεπτό σεντόνι πάνω σε όλο τον καναπέ, εντελώς ίσιο, ώστε να φανεί αν ζαρώσει.

Το πρωί είχε μια καθαρή τσάκιση ακριβώς πάνω στη δεξιά θέση.

Σαν κάποιος να είχε καθίσει προσεκτικά και μετά να σηκώθηκε.

Δεν τρόμαξα αμέσως. Περισσότερο εκνευρίστηκα. Άρχισα να αναρωτιέμαι μήπως σηκώνομαι το βράδυ και δεν το θυμάμαι. Μήπως κάθομαι μισοκοιμισμένος στον καναπέ. Μήπως κάνω πράγματα στον ύπνο μου.
Για δύο βράδια έβαλα το κινητό να γράφει βίντεο στο σαλόνι.

Το πρώτο βράδυ σταμάτησε μόνο του στις 02:11, λες και άδειασε ξαφνικά η μπαταρία, ενώ το είχα αφήσει στο 78%.
Το δεύτερο βράδυ κατέγραψε κανονικά μέχρι το πρωί. Δεν έδειχνε τίποτα.

Σκοτεινό σαλόνι. Ακίνητος καναπές. Καμία κίνηση.

Μόνο που το πρωί η θέση ήταν πάλι βουλιαγμένη.

Εκεί άρχισα να νιώθω άσχημα. Όχι γιατί πίστεψα αμέσως σε κάτι παραφυσικό.

Αλλά γιατί δεν μου άρεσε καθόλου η ιδέα ότι κάτι μπορούσε να συμβαίνει μέσα στο σπίτι μου χωρίς να μπορώ ούτε να το δω ούτε να το εξηγήσω.

Χθες το βράδυ, πριν πάω στο υπνοδωμάτιο, κοντοστάθηκα στο σαλόνι και κοίταξα τον καναπέ.

Δεν ξέρω γιατί, αλλά μου πέρασε από το μυαλό η σκέψη ότι η βουλιαγμένη θέση δεν έμοιαζε απλώς σαν κάθισμα.

Έμοιαζε σαν θέση κάποιου που με περιμένει.

Έσβησα το φως και πήγα για ύπνο.

Δεν κοιμήθηκα εύκολα.

Γύρω στις τρεις πρέπει να ξύπνησα για λίγο. Δεν άνοιξα καλά τα μάτια μου, αλλά θυμάμαι ότι άκουσα έναν πολύ μικρό ήχο από το σαλόνι.

Όχι βήμα.

Όχι πόρτα.

Εκείνον τον χαμηλό, μαλακό ήχο που κάνει ένα μαξιλάρι όταν δέχεται βάρος.

Σαν κάποιος να κάθισε αργά.

Έμεινα ακίνητος στο κρεβάτι.

Προσπάθησα να ακούσω ξανά.

Τίποτα.

Το πρωί πήγα στο σαλόνι σχεδόν χωρίς ανάσα.

Η θέση ήταν βουλιαγμένη όπως πάντα.

Μόνο που υπήρχε και κάτι άλλο.

Στο τραπεζάκι του σαλονιού, απέναντι από τη δεξιά θέση, βρισκόταν το βιβλίο που διαβάζω τα βράδια.

Δεν το είχα αφήσει εκεί. Το είχα στο κομοδίνο μου.

Το πήρα στα χέρια μου. Ήταν ανοιχτό περίπου στη μέση.

Ανάμεσα στις σελίδες υπήρχε ο σελιδοδείκτης μου, αλλά όχι εκεί που τον είχα αφήσει. Ήταν δέκα σελίδες πιο κάτω.

Σαν κάποιος να είχε συνεχίσει να διαβάζει από εκεί που είχα σταματήσει.

Σήμερα δεν κάθισα ούτε μια φορά στον καναπέ. Τον κοιτούσα μόνο από την τραπεζαρία.

Το απόγευμα, καθώς έπινα καφέ, πρόσεξα κάτι που δεν είχα συνειδητοποιήσει τόσες μέρες.

Το βούλιαγμα στη δεξιά θέση είναι βαθύτερο από ό,τι θα έπρεπε.

Σαν να μην κάθεται απλώς κάποιος.

Σαν να γέρνει προς το μέρος μου.

Απόψε δεν ξέρω αν θα κοιμηθώ. Έχω αφήσει όλα τα φώτα ανοιχτά και σας γράφω αυτό το μήνυμα. 

Και για πρώτη φορά δεν με τρομάζει η ιδέα ότι κάποιος μπορεί να κάθεται εκεί όταν λείπω ή όταν κοιμάμαι.

Με τρομάζει κάτι άλλο.

Ότι πριν από λίγο, περνώντας από το σαλόνι, είδα τη δεξιά θέση του καναπέ εντελώς ίσια.

Χωρίς κανένα βούλιαγμα.

Σαν ό,τι καθόταν εκεί τόσες νύχτες να σηκώθηκε επιτέλους. Και να μην κάθεται πια στον καναπέ.

Γιατί τώρα, ενώ σου γράφω αυτό, στην καρέκλα δίπλα μου το μαξιλάρι έχω την εντύπωση ότι έχει αρχίσει να βουλιάζει.

Our Horror Stories : Ευχαριστούμε τον φίλο μας Βαγγέλη για την ιστορία που μας έστειλε.

Διαβάστε Επίσης :






Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.

2

Η Γυναίκα της Φωτογραφίας

 



Καλησπέρα.

Πριν από περίπου έναν μήνα πέθανε η γιαγιά μου.

Ήταν ενενήντα δύο χρονών, οπότε δεν μπορώ να πω ότι ο θάνατός της ήταν ξαφνικός. Παρ' όλα αυτά, όσο κι αν περιμένεις κάτι τέτοιο, όταν έρχεται αφήνει ένα κενό που δεν ξέρεις τι να το κάνεις.

Το σπίτι της ήταν παλιό. Ένα διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας όπου είχε ζήσει σχεδόν εξήντα χρόνια. Μετά την κηδεία αρχίσαμε με τη μητέρα μου να ξεκαθαρίζουμε τα πράγματά της. Ρούχα. Πιάτα. Παλιές αποδείξεις.

Κουτιά γεμάτα πράγματα που κανείς δεν είχε ανοίξει εδώ και δεκαετίες.

Σε ένα συρτάρι της κρεβατοκάμαρας βρήκα έναν μεγάλο φάκελο με φωτογραφίες.

Ασπρόμαυρες οι περισσότερες. Μερικές είχαν ημερομηνίες γραμμένες πίσω με μολύβι.


1958.

1959.

1960.


Υπήρχαν φωτογραφίες της γιαγιάς μου μικρής, των γονιών της, ανθρώπων που δεν γνώριζα. Γάμοι, βαφτίσεις, γιορτές, εκδρομές. Κάθισα στο πάτωμα και άρχισα να τις κοιτάζω μία μία.

Σε μια φωτογραφία από τον γάμο της γιαγιάς μου, το 1956, πρόσεξα μια γυναίκα στο βάθος, γύρω στα τριάντα. Λεπτή, με σκούρα μαλλιά μέχρι τους ώμους. Κοιτούσε προς τον φωτογράφο χωρίς να χαμογελά. Δεν την αναγνώρισα. Άφησα τη φωτογραφία στην άκρη και συνέχισα.

Λίγο αργότερα βρήκα μία από τα γενέθλια της μητέρας μου.

1972.

Η ίδια γυναίκα ήταν εκεί. Στο βάθος. Δίπλα στην πόρτα του σαλονιού. Το ίδιο πρόσωπο. Τα ίδια μαλλιά. Περίπου η ίδια ηλικία. Σκέφτηκα ότι μάλλον ήταν κάποια συγγενής που δεν γνώριζα. Έτσι ρώτησα τη μητέρα μου.


Πήρε τη φωτογραφία στα χέρια της. «Δεν ξέρω ποια είναι», είπε. Της έδειξα και τη φωτογραφία του γάμου. Τότε συνοφρυώθηκε. «Μπορεί να είναι φίλη της γιαγιάς σου».


Δεν ασχοληθήκαμε περισσότερο. Μέχρι που την ξαναβρήκα.

1983.

Οικογενειακή φωτογραφία σε μια ταβέρνα. Η μητέρα μου νέα. Ο πατέρας μου. Η γιαγιά. Ο παππούς. Και πίσω, σε ένα άλλο τραπέζι, η γυναίκα.  Δεν είχε αλλάξει καθόλου.


Το ίδιο απόγευμα σταματήσαμε το ξεκαθάρισμα. Πήρα τις φωτογραφίες μαζί μου στο σπίτι. Τις έβαλα πάνω στο τραπέζι με σειρά.

1956.

1957.

1958.

1959.

1960.

Σε πέντε διαφορετικές φωτογραφίες, τραβηγμένες σε διαφορετικά μέρη, υπήρχε η ίδια γυναίκα.  Πάντα στο βάθος. Πάντα να κοιτάζει προς τον φακό. Πάντα περίπου τριάντα χρονών.


Η μητέρα μου άρχισε να ενοχλείται όταν της το είπα. «Πέταξέ τες», μου είπε.


Εγώ όμως την επόμενη ημέρα πήγα τις φωτογραφίες σε ένα παλιό φωτογραφείο της γειτονιάς για να τις σκανάρουν σε υψηλή ανάλυση.


Ο ιδιοκτήτης ήταν ηλικιωμένος. Πρέπει να ήταν πάνω από εβδομήντα.  Τις κοιτούσε μία μία όσο τις περνούσε στον υπολογιστή.  Όταν έφτασε στη φωτογραφία του 1956, σταμάτησε.  Έσκυψε πιο κοντά στην οθόνη. Μετά κοίταξε εμένα.


«Αυτές πού τις βρήκες;» Του είπα αλλά δεν απάντησε. Πήρε τη δεύτερη φωτογραφία. Μετά την τρίτη.  Όταν τελείωσε, με ρώτησε το όνομα της γιαγιάς μου. Του το είπα. Για λίγα δευτερόλεπτα έμοιαζε σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί κάτι.

Μετά είπε: «Τη θυμάμαι».


«Ερχόταν εδώ;», ρώτησα. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Όχι η γιαγιά σου».  Κοίταξε στην οθόνη τη γυναίκα. «Αυτή».


Μου είπε ότι το φωτογραφείο ανήκε παλιά στον πατέρα του. Όταν ήταν παιδί, βοηθούσε μερικές φορές στην εμφάνιση των φωτογραφιών.  Θυμόταν αυτή τη γυναίκα.  Όχι ποια ήταν. Αλλά θυμόταν ότι εμφανιζόταν συχνά σε φωτογραφίες ανθρώπων που δεν είχαν καμία σχέση μεταξύ τους.


Το βράδυ άνοιξα τις ψηφιοποιημένες φωτογραφίες στον υπολογιστή. Σε μεγαλύτερη ανάλυση φαινόταν καλύτερα το πρόσωπό της. Ήταν όμορφη. Συνηθισμένη. Δεν είχε τίποτα που να εξηγεί γιατί την πρόσεχες. Κι όμως, όταν την έβλεπες μία φορά, δεν μπορούσες πια να κοιτάξεις κανέναν άλλο στη φωτογραφία.


Άνοιξα την τελευταία φωτογραφία. Χριστούγεννα του 1998.  Ήμουν κι εγώ μέσα. Επτά χρονών. Καθόμουν μπροστά στο χριστουγεννιάτικο δέντρο με ένα παιχνίδι στα χέρια. Οι γονείς μου πίσω.  Η γιαγιά μου δίπλα μου. Και η γυναίκα στεκόταν στην πόρτα του διαδρόμου.

Έκλεισα τον υπολογιστή. Δεν ξέρω γιατί με αναστάτωσε τόσο πολύ.  Ίσως επειδή μέχρι τότε ήταν απλώς ένα παράξενο πρόσωπο σε παλιές φωτογραφίες. Ξαφνικά είχε σχέση μαζί μου.


Έτρεξα κατευθείαν στη κρεβατοκάμαρα και πήρα παλιά μου άλμπουμ με φωτογραφίες μου που είχα από το παρελθόν. Άρχισα να κοιτάω μία μία τις φωτογραφίες, να ψάχνω να βρω μήπως υπάρχει σε κάποια από αυτές, αυτή η γυναίκα. 


Στις παλιότερες δε βρήκα κάτι. Μέχρι που έφτασα σε φωτογραφίες από μια εκδρομή που είχαμε πάει το 2006. Σε μια φωτογραφία ήμουν εγώ με τη παρέα μου μπροστά από μια εκκλησία.  Και στην άλλη πλευρά του δρόμου στεκόταν η γυναίκα. Ακριβώς ίδια. Το ίδιο πρόσωπο.  Τα ίδια μαλλιά. Το ίδιο βλέμμα.

Άρχισα να ψάχνω και σε νεότερες που είχα βγάλει με το κινητό. Σε κάποιες από αυτές, πίσω από εμένα στα βάθος υπήρχε αυτή η γυναίκα.

Έχω τρομοκρατηθεί. Ξέρει κάποιος τι μπορεί να συμβαίνει; Ποια είναι αυτή η γυναίκα; Έχετε ακούσει παρόμοια ιστορία; Σας ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σας. Θα εκτιμούσα κάποια απάντηση.


Πριν φύγεις, έχουμε άλλη μία πρόταση για σένα:

Το παζλ


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τη φίλη μας Χρυσάνθη για την ιστορία που μας έστειλε.


Αν η ιστορία αυτή σου άφησε κάτι, ίσως αξίζει να δεις και αυτό:

ΟΔΟΣ ΤΡΟΜΟΥ


Διαβάστε επίσης:

Το κουδούνι μετά τα μεσάνυχτα

Μα, δεν έφυγες;

Μακάβριες Ιστορίες



Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.