Αυτό που θα σας γράψω συνέβη πριν από περίπου δεκαπέντε χρόνια, όταν έζησα για έναν χρόνο στις Βρυξέλλες.
Ήμουν τότε είκοσι επτά χρονών και δούλευα σε ένα μικρό αρχιτεκτονικό γραφείο σχετικά κοντά στο κέντρο. Έμενα αρκετά πιο έξω, σε μια ήσυχη γειτονιά με παλιές πολυκατοικίες, στενά σπίτια με ψηλά παράθυρα και μικρά καταστήματα που μέχρι να σχολάσω είχαν ήδη κατεβάσει ρολά.
Δεν είχα αυτοκίνητο. Κάθε μέρα πήγαινα κι ερχόμουν με το ίδιο λεωφορείο.
Μετά από μερικούς μήνες ήξερα τη διαδρομή σχεδόν απ' έξω. Ήξερα πού συνήθως ανέβαινε πολύς κόσμος, σε ποιο σημείο άδειαζε το λεωφορείο και πότε έπρεπε να αρχίσω να μαζεύω τα πράγματά μου για να κατέβω.
Ακόμη και χωρίς να κοιτάξω έξω, μπορούσα περίπου να καταλάβω πού βρισκόμασταν από τις στροφές.
Εκείνο το βράδυ ήταν τέλη Νοεμβρίου. Έβρεχε από το απόγευμα και είχε σκοτεινιάσει από πολύ νωρίς. Είχαμε μια προθεσμία στη δουλειά και έφυγα μετά τις έντεκα.
Θυμάμαι ότι όταν μπήκα στο λεωφορείο τα παπούτσια και το παλτό μου ήταν βρεγμένα και το μόνο που ήθελα ήταν να φτάσω σπίτι. Το λεωφορείο ήταν σχεδόν άδειο.
Μπροστά καθόταν ένας ηλικιωμένος άντρας. Πιο πίσω δύο νεαροί μιλούσαν χαμηλόφωνα μεταξύ τους. Και κάπου στις τελευταίες θέσεις θυμάμαι έναν άντρα με σκούρο παλτό.
Κάθισα δίπλα στο παράθυρο. Οι σταγόνες πάνω στο τζάμι παραμόρφωναν τα φώτα των δρόμων και για αρκετή ώρα χάζευα έξω χωρίς πραγματικά να κοιτάζω.
Η διαδρομή ήταν κανονική. Μέχρι που κάποια στιγμή το λεωφορείο άρχισε να επιβραδύνει. Σήκωσα το κεφάλι. Δεν αναγνώρισα αμέσως το σημείο.
Έξω υπήρχαν χαμηλά παλιά κτίρια, ένας μεγάλος τοίχος και πιο πίσω κάτι που έμοιαζε με εγκαταλειμμένη αποθήκη. Ο δρόμος ήταν σκοτεινότερος από τους προηγούμενους και σχεδόν εντελώς άδειος.
Μετά είδα τη στάση. Ήταν ένα παλιό γυάλινο στέγαστρο στην άκρη του δρόμου. Μία λάμπα από πάνω του τρεμόπαιζε. Δεν περίμενε κανείς.
Το λεωφορείο σταμάτησε. Αυτό μου φάνηκε περίεργο, γιατί κανείς δεν είχε πατήσει το κουμπί. Οι πόρτες άνοιξαν. Για μερικά δευτερόλεπτα κανείς δεν κινήθηκε. Μετά ο άντρας με το σκούρο παλτό σηκώθηκε από το πίσω μέρος. Πέρασε από δίπλα μου.
Ήταν ψηλός και πολύ αδύνατος. Δεν κοίταξε ούτε τον οδηγό ούτε κανέναν από εμάς. Κατέβηκε. Οι πόρτες έκλεισαν. Το λεωφορείο ξεκίνησε ξανά.
Γύρισα και τον κοίταξα από το παράθυρο. Ο άντρας είχε μείνει κάτω από το στέγαστρο. Ακίνητος. Δεν άνοιξε ομπρέλα. Δεν άρχισε να περπατά. Απλώς στεκόταν εκεί ενώ η βροχή έπεφτε γύρω του.
Για κάποιο λόγο κοίταξα τότε την ηλεκτρονική πινακίδα πάνω από τον οδηγό. Κανονικά εμφάνιζε την επόμενη στάση. Ήταν σβηστή. Μαύρη.
Μετά από λίγα δευτερόλεπτα άναψε ξανά και εμφάνισε το όνομα της επόμενης στάσης που γνώριζα. Σκέφτηκα ότι ίσως είχε γίνει κάποια μικρή αλλαγή στη διαδρομή. Ή ότι υπήρχε εκεί κάποια στάση που, για κάποιο λόγο, τόσους μήνες δεν είχα προσέξει. Δεν το σκέφτηκα περισσότερο.
Το επόμενο πρωί όμως, πηγαίνοντας στη δουλειά, κάθισα επίτηδες στην ίδια πλευρά του λεωφορείου.
Περίμενα.
Όταν φτάσαμε περίπου στο ίδιο σημείο, κοίταξα έξω. Δεν υπήρχε στάση. Ούτε γυάλινο στέγαστρο. Ούτε λάμπα. Υπήρχε μόνο ένας παλιός τοίχος, ένας μεταλλικός φράχτης και πίσω του ένα άδειο οικόπεδο.
Σκέφτηκα ότι είχα μπερδέψει το σημείο. Το ίδιο βράδυ κοίταξα ξανά. Τίποτα. Και την επόμενη ημέρα. Τίποτα.
Μετά από περίπου μία εβδομάδα βρήκα το θάρρος να ρωτήσω έναν οδηγό. Περίμενα μέχρι να αδειάσει σχεδόν το λεωφορείο και του περιέγραψα το σημείο. Συνοφρυώθηκε.
«Δεν υπάρχει στάση εκεί», μου είπε.
Του είπα ότι το λεωφορείο είχε σταματήσει και ότι είχε κατέβει επιβάτης.
«Πότε;»
Του είπα τη μέρα.
Έμεινε λίγο σιωπηλός.
Μετά ανασήκωσε τους ώμους.
«Ίσως ήταν κάποια προσωρινή αλλαγή.»
Αλλά το είπε σαν να μην το πίστευε ούτε ο ίδιος. Δεν ξαναρώτησα.
Πέρασαν μήνες.
Συνέχισα να χρησιμοποιώ την ίδια γραμμή σχεδόν καθημερινά και δεν ξαναείδα τη στάση. Λίγο πριν επιστρέψω οριστικά στην Ελλάδα, βρέθηκα πάλι σε εκείνο το λεωφορείο αργά το βράδυ.
Ήταν Νοέμβριος ξανά. Και έβρεχε.
Όσο πλησιάζαμε στο σημείο, άρχισα χωρίς να το θέλω να κοιτάζω έξω.
Το λεωφορείο επιβράδυνε ελαφρά. Για μια στιγμή ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Αλλά δεν σταμάτησε. Περάσαμε κανονικά. Υπήρχε μόνο ο φράχτης. Καμία στάση.
Χαμογέλασα μόνη μου.
Σκέφτηκα πόσο εύκολα το μυαλό μπορεί να πάρει μια μικρή παράξενη ανάμνηση και να την κάνει μεγαλύτερη με τον καιρό.
Μετά γύρισα και κοίταξα από το πίσω παράθυρο. Ο άντρας στεκόταν εκεί. Στην άκρη του δρόμου. Ακριβώς στο σημείο όπου θυμόμουν τη στάση. Ψηλός. Πολύ αδύνατος. Με το ίδιο σκούρο παλτό.
Δεν μπορούσα να δω καθαρά το πρόσωπό του. Κοιτούσε το λεωφορείο καθώς απομακρυνόμασταν. Και υπήρχε κάτι που με έκανε να συνεχίσω να κοιτάζω μέχρι που χάθηκε από το οπτικό μου πεδίο.
Έβρεχε δυνατά. Το πεζοδρόμιο γυάλιζε. Το νερό έτρεχε πάνω στον φράχτη και στον δρόμο.
Αλλά πάνω στον άντρα... δεν έπεφτε βροχή. Ή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε.
Δεν τον ξαναείδα. Λίγες εβδομάδες αργότερα γύρισα στην Ελλάδα. Πέρασαν περίπου δεκαπέντε χρόνια.
Τώρα θα μου πείτε γιατί σας λέω αυτή την ιστορία...
Πριν από λίγους μήνες χρειάστηκε να ταξιδέψω ξανά στις Βρυξέλλες για δουλειά. Την τελευταία μέρα είχα μερικές ώρες ελεύθερες. Δεν ξέρω γιατί το έκανα. Ίσως επειδή ήθελα επιτέλους να πείσω τον εαυτό μου ότι θυμόμουν λάθος.
Πήρα ξανά τη διαδρομή. Η πόλη είχε αλλάξει αρκετά. Κάποια μαγαζιά που θυμόμουν δεν υπήρχαν. Κτίρια είχαν ανακαινιστεί. Σε άλλα σημεία είχαν γίνει καινούριες κατασκευές. Αλλά όταν πλησιάσαμε εκεί, αναγνώρισα το σημείο αμέσως.
Ο παλιός φράχτης είχε φύγει. Στο οικόπεδο είχαν χτιστεί καινούρια κτίρια. Καμία στάση. Κάθισα και κοίταξα έξω μέχρι που περάσαμε. Τίποτα.
Και τότε η ηλεκτρονική πινακίδα μέσα στο λεωφορείο έσβησε. Για δύο ή τρία δευτερόλεπτα έγινε εντελώς μαύρη. Μετά εμφανίστηκαν γράμματα. Όχι το όνομα της επόμενης στάσης. Μία μόνο λέξη.
TERMINUS
Την κοίταζα χωρίς να αναπνέω. Κανένας από τους άλλους επιβάτες δεν αντέδρασε. Δύο δευτερόλεπτα αργότερα η λέξη εξαφανίστηκε. Η κανονική επόμενη στάση εμφανίστηκε ξανά.
Κοίταξα προς τον οδηγό. Δεν φαινόταν να έχει προσέξει τίποτα. Δεν ρώτησα. Δεν προσπάθησα να καταλάβω. Κατέβηκα λίγες στάσεις αργότερα και πήρα ταξί για το ξενοδοχείο.
Μπορεί η παλιά στάση να υπήρξε πραγματικά και να την έχω μπερδέψει. Μπορεί ο άντρας να ήταν απλώς ένας συνηθισμένος επιβάτης. Μπορεί η πινακίδα να παρουσίασε κάποιο τεχνικό πρόβλημα. Αυτές είναι οι εξηγήσεις που προτιμώ.
Επειδή ξέρουμε από ΤΡΟΜΟ δες τα καλύτερα για το HALOWEEN ΕΔΩ
Υπάρχει μόνο ένα πράγμα που δεν έχω καταφέρει να εξηγήσω. Εκείνο το πρώτο βράδυ, όταν ο άντρας σηκώθηκε για να κατέβει... δεν θυμάμαι ποτέ να τον είδα να ανεβαίνει στο λεωφορείο.
Αν σου αρέσει το halloween δες κι αυτό:
Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τη φίλη μας Βάλια για την ιστορία που μας έστειλε.
Φτιάξε την τέλεια ατμόσφαιρα:
Διαβάστε επίσης:
Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com για να την δημοσιεύσουμε.



