Τοποθεσία: Μεταξουργείο, Αθήνα
Ημερομηνία: 3 Ιουλίου, 2022
Ήταν η πιο ζεστή νύχτα του καλοκαιριού. Το κλιματιστικό στο παλιό μου δυάρι στο Μεταξουργείο είχε παραδώσει πνεύμα και η ατμόσφαιρα έμοιαζε με υγρό τσιμέντο. Κατέβηκα στο μικρό καφενείο στη γωνία, που έμενε ανοιχτό μέχρι αργά, ελπίζοντας σε λίγο κρύο νερό.
Εκεί καθόταν ένας άντρας. Φορούσε ένα κατάμαυρο, ακριβό κοστούμι που έμοιαζε να μην επηρεάζεται καθόλου από τον καύσωνα. Δεν ίδρωνε. Δεν κουνιόταν. Με κοίταξε και μου έγνεψε να καθίσω απέναντί του.
«Δύσκολη εποχή για όνειρα, έτσι δεν είναι;» είπε. Η φωνή του ήταν σαν το τρίψιμο του μεταξιού πάνω σε πέτρα.
«Ποιος είστε;» ρώτησα, νιώθοντας έναν ανεξήγητο κόμπο στο στομάχι.
«Ένας συλλέκτης στιγμών», απάντησε χαμογελώντας. Το χαμόγελό του ήταν υπερβολικά τέλειο, τα δόντια του υπερβολικά λευκά. «Ξέρω ότι χρωστάς τρία ενοίκια. Ξέρω ότι η κοπέλα σου έφυγε επειδή δεν μπορούσες να της προσφέρεις τη ζωή που ήθελε. Μπορώ να τα αλλάξω όλα αυτά. Με ένα αντάλλαγμα που δεν θα σου λείψει ποτέ».
Γέλασα νευρικά. «Τι θέλετε; Την ψυχή μου;»
Αν σου αρέσουν οι σκοτεινές ιστορίες και τα θρίλερ, δες κι αυτό: Ό,τι ψιθυρίζει στο σκοτάδι
Ο άντρας γέλασε κι αυτός, αλλά τα μάτια του παρέμεναν παγωμένα. «Η ψυχή είναι μια παρωχημένη έννοια. Όχι. Θέλω μόνο την ικανότητά σου να βλέπεις το χρώμα του ήλιου. Θα συνεχίσεις να ζεις, θα έχεις τα χρήματα, την επιτυχία... αλλά ο κόσμος θα είναι για σένα μια γκρίζα κόλαση. Μια δίκαιη ανταλλαγή για κάποιον που δεν κοιτάζει ποτέ ψηλά, δεν νομίζεις;»
Πίστεψα ότι ήταν κάποιος τρελός ή κάποιο κακόγουστο αστείο. «Σύμφωνοι», είπα ειρωνικά και του έτεινα το χέρι.
Μόλις τα δάχτυλά μας ακουμπήστηκαν, ένιωσα ένα ρεύμα να διαπερνά τη σπονδυλική μου στήλη. Το χέρι του ήταν πιο κρύο από πάγο. Ο άντρας σηκώθηκε, άφησε ένα νόμισμα στο τραπέζι και βγήκε στο δρόμο.
Την επόμενη μέρα, κέρδισα το λαχείο. Μέσα σε μια εβδομάδα, η ζωή μου έγινε ένα παραμύθι πλούτου. Αλλά υπήρχε ένα πρόβλημα.
Το πρωί που βγήκα στο μπαλκόνι μου, ο ήλιος δεν ήταν χρυσός. Ήταν μια θαμπή, σταχτιά κηλίδα στον ουρανό. Τα δέντρα ήταν γκρίζα. Το αίμα μου, όταν κόπηκα κατά λάθος, φαινόταν σαν μαύρο λάδι.
Αλλά ο τρόμος ξεκίνησε όταν άρχισα να βλέπω Αυτόν. Σε κάθε καθρέφτη, σε κάθε βιτρίνα, πίσω από την πλούσια αντανάκλασή μου, στέκεται ο άντρας με το μαύρο κοστούμι. Δεν μου μιλάει. Απλώς περιμένει.
Χθες το βράδυ, τον είδα στην άκρη του κρεβατιού μου. Έσκυψε στο αυτί μου και ψιθύρισε: «Ξέρεις γιατί ήθελα το χρώμα του ήλιου; Γιατί είναι το μόνο πράγμα που μου θυμίζει τι έχασα όταν έπεσα. Τώρα, θα το βλέπω μέσα από τα δικά σου μάτια, όσο εσύ θα σαπίζεις μέσα στο γκρίζο σου μεγαλείο».
Τώρα έχω τα πάντα. Αλλά θα έδινα όλη μου την περιουσία για να δω έστω και για μια στιγμή το κόκκινο ενός τριαντάφυλλου. Γιατί ξέρω ότι όταν κλείσω τα μάτια μου για τελευταία φορά, το γκρίζο δεν θα τελειώσει. Θα είναι η αρχή της αιωνιότητάς μου μαζί Του.
Κάποιες ιστορίες δεν τελειώνουν στην τελευταία τους γραμμή. Αν αγαπάς το σκοτεινό μυστήριο, δες και αυτό: Τα Πηγάδια της Κολάσεως – Επίκληση του Απόλυτου Κακού
Έχεις νιώσει ποτέ ότι μια επιθυμία σου είχε ένα τίμημα που δεν φανταζόσουν; Πες μας την ιστορία σου στο Our Horror Stories.
🎧 Αν σου αρέσουν οι ιστορίες μας, άκου και τη μουσική μας
Μπες στη μουσική μας παρέα! Έλα στη μπάντα που κάναμε!
Our Horror Stories : Ευχαριστούμε τον ανώνυμο φίλο για την ιστορία που μας έστειλε.
Διάβασε επίσης:
Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.












.png)





