0

Η Στάση που Δεν Υπάρχει

 


Γεια σας.

Αυτό που θα σας γράψω συνέβη πριν από περίπου δεκαπέντε χρόνια, όταν έζησα για έναν χρόνο στις Βρυξέλλες.

Ήμουν τότε είκοσι επτά χρονών και δούλευα σε ένα μικρό αρχιτεκτονικό γραφείο σχετικά κοντά στο κέντρο. Έμενα αρκετά πιο έξω, σε μια ήσυχη γειτονιά με παλιές πολυκατοικίες, στενά σπίτια με ψηλά παράθυρα και μικρά καταστήματα που μέχρι να σχολάσω είχαν ήδη κατεβάσει ρολά.

Δεν είχα αυτοκίνητο. Κάθε μέρα πήγαινα κι ερχόμουν με το ίδιο λεωφορείο.

Μετά από μερικούς μήνες ήξερα τη διαδρομή σχεδόν απ' έξω. Ήξερα πού συνήθως ανέβαινε πολύς κόσμος, σε ποιο σημείο άδειαζε το λεωφορείο και πότε έπρεπε να αρχίσω να μαζεύω τα πράγματά μου για να κατέβω.

Ακόμη και χωρίς να κοιτάξω έξω, μπορούσα περίπου να καταλάβω πού βρισκόμασταν από τις στροφές.

Εκείνο το βράδυ ήταν τέλη Νοεμβρίου. Έβρεχε από το απόγευμα και είχε σκοτεινιάσει από πολύ νωρίς. Είχαμε μια προθεσμία στη δουλειά και έφυγα μετά τις έντεκα.

Θυμάμαι ότι όταν μπήκα στο λεωφορείο τα παπούτσια και το παλτό μου ήταν βρεγμένα και το μόνο που ήθελα ήταν να φτάσω σπίτι. Το λεωφορείο ήταν σχεδόν άδειο.

Μπροστά καθόταν ένας ηλικιωμένος άντρας. Πιο πίσω δύο νεαροί μιλούσαν χαμηλόφωνα μεταξύ τους. Και κάπου στις τελευταίες θέσεις θυμάμαι έναν άντρα με σκούρο παλτό. 

Κάθισα δίπλα στο παράθυρο. Οι σταγόνες πάνω στο τζάμι παραμόρφωναν τα φώτα των δρόμων και για αρκετή ώρα χάζευα έξω χωρίς πραγματικά να κοιτάζω.

Η διαδρομή ήταν κανονική. Μέχρι που κάποια στιγμή το λεωφορείο άρχισε να επιβραδύνει. Σήκωσα το κεφάλι. Δεν αναγνώρισα αμέσως το σημείο.

Έξω υπήρχαν χαμηλά παλιά κτίρια, ένας μεγάλος τοίχος και πιο πίσω κάτι που έμοιαζε με εγκαταλειμμένη αποθήκη. Ο δρόμος ήταν σκοτεινότερος από τους προηγούμενους και σχεδόν εντελώς άδειος.

Μετά είδα τη στάση. Ήταν ένα παλιό γυάλινο στέγαστρο στην άκρη του δρόμου. Μία λάμπα από πάνω του τρεμόπαιζε. Δεν περίμενε κανείς.

Το λεωφορείο σταμάτησε. Αυτό μου φάνηκε περίεργο, γιατί κανείς δεν είχε πατήσει το κουμπί. Οι πόρτες άνοιξαν. Για μερικά δευτερόλεπτα κανείς δεν κινήθηκε. Μετά ο άντρας με το σκούρο παλτό σηκώθηκε από το πίσω μέρος. Πέρασε από δίπλα μου.

Ήταν ψηλός και πολύ αδύνατος. Δεν κοίταξε ούτε τον οδηγό ούτε κανέναν από εμάς. Κατέβηκε. Οι πόρτες έκλεισαν. Το λεωφορείο ξεκίνησε ξανά.

Γύρισα και τον κοίταξα από το παράθυρο. Ο άντρας είχε μείνει κάτω από το στέγαστρο. Ακίνητος. Δεν άνοιξε ομπρέλα. Δεν άρχισε να περπατά. Απλώς στεκόταν εκεί ενώ η βροχή έπεφτε γύρω του.

Για κάποιο λόγο κοίταξα τότε την ηλεκτρονική πινακίδα πάνω από τον οδηγό. Κανονικά εμφάνιζε την επόμενη στάση. Ήταν σβηστή. Μαύρη.

Μετά από λίγα δευτερόλεπτα άναψε ξανά και εμφάνισε το όνομα της επόμενης στάσης που γνώριζα. Σκέφτηκα ότι ίσως είχε γίνει κάποια μικρή αλλαγή στη διαδρομή. Ή ότι υπήρχε εκεί κάποια στάση που, για κάποιο λόγο, τόσους μήνες δεν είχα προσέξει. Δεν το σκέφτηκα περισσότερο.

Το επόμενο πρωί όμως, πηγαίνοντας στη δουλειά, κάθισα επίτηδες στην ίδια πλευρά του λεωφορείου.

Περίμενα.

Όταν φτάσαμε περίπου στο ίδιο σημείο, κοίταξα έξω. Δεν υπήρχε στάση. Ούτε γυάλινο στέγαστρο. Ούτε λάμπα. Υπήρχε μόνο ένας παλιός τοίχος, ένας μεταλλικός φράχτης και πίσω του ένα άδειο οικόπεδο.

Σκέφτηκα ότι είχα μπερδέψει το σημείο. Το ίδιο βράδυ κοίταξα ξανά. Τίποτα.  Και την επόμενη ημέρα. Τίποτα.

Μετά από περίπου μία εβδομάδα βρήκα το θάρρος να ρωτήσω έναν οδηγό. Περίμενα μέχρι να αδειάσει σχεδόν το λεωφορείο και του περιέγραψα το σημείο. Συνοφρυώθηκε.

«Δεν υπάρχει στάση εκεί», μου είπε.

Του είπα ότι το λεωφορείο είχε σταματήσει και ότι είχε κατέβει επιβάτης.

«Πότε;»

Του είπα τη μέρα.

Έμεινε λίγο σιωπηλός.

Μετά ανασήκωσε τους ώμους.

«Ίσως ήταν κάποια προσωρινή αλλαγή.»

Αλλά το είπε σαν να μην το πίστευε ούτε ο ίδιος. Δεν ξαναρώτησα.

Πέρασαν μήνες.

Συνέχισα να χρησιμοποιώ την ίδια γραμμή σχεδόν καθημερινά και δεν ξαναείδα τη στάση. Λίγο πριν επιστρέψω οριστικά στην Ελλάδα, βρέθηκα πάλι σε εκείνο το λεωφορείο αργά το βράδυ.

Ήταν Νοέμβριος ξανά. Και έβρεχε.

Όσο πλησιάζαμε στο σημείο, άρχισα χωρίς να το θέλω να κοιτάζω έξω.

Το λεωφορείο επιβράδυνε ελαφρά. Για μια στιγμή ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Αλλά δεν σταμάτησε. Περάσαμε κανονικά. Υπήρχε μόνο ο φράχτης. Καμία στάση.

Χαμογέλασα μόνη μου.

Σκέφτηκα πόσο εύκολα το μυαλό μπορεί να πάρει μια μικρή παράξενη ανάμνηση και να την κάνει μεγαλύτερη με τον καιρό.

Μετά γύρισα και κοίταξα από το πίσω παράθυρο. Ο άντρας στεκόταν εκεί. Στην άκρη του δρόμου. Ακριβώς στο σημείο όπου θυμόμουν τη στάση. Ψηλός. Πολύ αδύνατος. Με το ίδιο σκούρο παλτό.

Δεν μπορούσα να δω καθαρά το πρόσωπό του. Κοιτούσε το λεωφορείο καθώς απομακρυνόμασταν. Και υπήρχε κάτι που με έκανε να συνεχίσω να κοιτάζω μέχρι που χάθηκε από το οπτικό μου πεδίο.

Έβρεχε δυνατά. Το πεζοδρόμιο γυάλιζε. Το νερό έτρεχε πάνω στον φράχτη και στον δρόμο.

Αλλά πάνω στον άντρα... δεν έπεφτε βροχή. Ή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε.

Δεν τον ξαναείδα. Λίγες εβδομάδες αργότερα γύρισα στην Ελλάδα. Πέρασαν περίπου δεκαπέντε χρόνια.

Τώρα θα μου πείτε γιατί σας λέω αυτή την ιστορία...

Πριν από λίγους μήνες χρειάστηκε να ταξιδέψω ξανά στις Βρυξέλλες για δουλειά. Την τελευταία μέρα είχα μερικές ώρες ελεύθερες. Δεν ξέρω γιατί το έκανα. Ίσως επειδή ήθελα επιτέλους να πείσω τον εαυτό μου ότι θυμόμουν λάθος.

Πήρα ξανά τη διαδρομή.  Η πόλη είχε αλλάξει αρκετά. Κάποια μαγαζιά που θυμόμουν δεν υπήρχαν. Κτίρια είχαν ανακαινιστεί. Σε άλλα σημεία είχαν γίνει καινούριες κατασκευές.  Αλλά όταν πλησιάσαμε εκεί, αναγνώρισα το σημείο αμέσως.

Ο παλιός φράχτης είχε φύγει. Στο οικόπεδο είχαν χτιστεί καινούρια κτίρια.  Καμία στάση. Κάθισα και κοίταξα έξω μέχρι που περάσαμε. Τίποτα.

Και τότε η ηλεκτρονική πινακίδα μέσα στο λεωφορείο έσβησε. Για δύο ή τρία δευτερόλεπτα έγινε εντελώς μαύρη. Μετά εμφανίστηκαν γράμματα. Όχι το όνομα της επόμενης στάσης. Μία μόνο λέξη.

TERMINUS

Την κοίταζα χωρίς να αναπνέω. Κανένας από τους άλλους επιβάτες δεν αντέδρασε. Δύο δευτερόλεπτα αργότερα η λέξη εξαφανίστηκε. Η κανονική επόμενη στάση εμφανίστηκε ξανά.

Κοίταξα προς τον οδηγό. Δεν φαινόταν να έχει προσέξει τίποτα. Δεν ρώτησα. Δεν προσπάθησα να καταλάβω. Κατέβηκα λίγες στάσεις αργότερα και πήρα ταξί για το ξενοδοχείο.

Μπορεί η παλιά στάση να υπήρξε πραγματικά και να την έχω μπερδέψει. Μπορεί ο άντρας να ήταν απλώς ένας συνηθισμένος επιβάτης.  Μπορεί η πινακίδα να παρουσίασε κάποιο τεχνικό πρόβλημα. Αυτές είναι οι εξηγήσεις που προτιμώ.


Επειδή ξέρουμε από ΤΡΟΜΟ δες τα καλύτερα για το HALOWEEN ΕΔΩ


Υπάρχει μόνο ένα πράγμα που δεν έχω καταφέρει να εξηγήσω. Εκείνο το πρώτο βράδυ, όταν ο άντρας σηκώθηκε για να κατέβει... δεν θυμάμαι ποτέ να τον είδα να ανεβαίνει στο λεωφορείο.

Αν σου αρέσει το halloween δες κι αυτό:

Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τη φίλη μας Βάλια για την ιστορία που μας έστειλε.

Φτιάξε την τέλεια ατμόσφαιρα:



Διαβάστε επίσης:






Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com για να την δημοσιεύσουμε.


1

Η Νυχτερινή Βάρδια

 


Όταν ήμουν φοιτητής στη Σκωτία, έκανα για μία μόνο νύχτα την καλύτερα αμειβόμενη δουλειά που είχα βρει ποτέ.  Νυχτερινός φύλακας σε νεκροτομείο. Το επόμενο πρωί παραιτήθηκα.

Ήμουν τότε είκοσι δύο χρονών και σπούδαζα στη Γλασκώβη. Τα χρήματα ήταν πάντα λίγα. Το νοίκι, οι λογαριασμοί, τα βιβλία, τα εισιτήρια. Έκανα περιστασιακές δουλειές όπου μπορούσα, αλλά ήθελα κάτι που να μη με αναγκάζει να χάνω μαθήματα.

Ένα απόγευμα βρήκα μια αγγελία.

Night Security Guard – Evening/Night Shift.

Η αμοιβή ήταν σχεδόν διπλάσια από ό,τι έδιναν οι περισσότερες αντίστοιχες δουλειές. Η μόνη λεπτομέρεια που με έκανε να σταματήσω ήταν ο χώρος εργασίας. Νεκροτομείο.

Έμεινα για λίγο να κοιτάζω την οθόνη. Δεν μου άρεσε η ιδέα, φυσικά. Αλλά σκέφτηκα ότι στην πραγματικότητα θα καθόμουν σε ένα γραφείο και θα κοιτούσα κάμερες. Τι θα μπορούσε να συμβεί; Οι νεκροί, τουλάχιστον, δεν δημιουργούν προβλήματα.

Έστειλα το βιογραφικό. Περίμενα να με καλέσουν για συνέντευξη κάποια στιγμή μέσα στην εβδομάδα. Μου απάντησαν μέσα σε είκοσι λεπτά. Το μήνυμα ήταν σύντομο. Ρωτούσαν αν μπορούσα να ξεκινήσω την ίδια νύχτα.

Αυτό έπρεπε ίσως να μου φανεί περίεργο. Αλλά τότε το μόνο που σκέφτηκα ήταν τα χρήματα.

Λίγο πριν τις έντεκα έφτασα στο κτίριο. Ήταν παλιό, χαμηλό, από σκούρα πέτρα. Βρισκόταν πίσω από ένα μεγαλύτερο νοσοκομειακό συγκρότημα, σε έναν δρόμο που εκείνη την ώρα ήταν σχεδόν άδειος. Χτύπησα το κουδούνι.

Μετά από λίγο μου άνοιξε ένας άντρας περίπου πενήντα χρονών. Ήταν ο απογευματινός φύλακας. Δεν θυμάμαι το όνομά του. Θυμάμαι όμως ότι έδειχνε πολύ χαρούμενος που με είδε. Όχι επειδή ήταν ευγενικός. Περισσότερο σαν άνθρωπος που περίμενε κάποιον για να μπορέσει επιτέλους να φύγει.

Μου έδειξε βιαστικά το γραφείο ασφαλείας. Ένα μικρό δωμάτιο με τέσσερις οθόνες, ένα τηλέφωνο, έναν βραστήρα και ένα μεγάλο μπρελόκ με κλειδιά.

Στις οθόνες φαίνονταν οι είσοδοι, οι διάδρομοι και μερικά από τα εσωτερικά δωμάτια.

Μου εξήγησε ότι οι εξωτερικές πόρτες κλείδωναν μετά τα μεσάνυχτα και ότι αν εμφανιζόταν οποιοσδήποτε, έπρεπε να καλέσω πρώτα στο τηλέφωνο που υπήρχε κολλημένο δίπλα στην οθόνη.

Μετά πήρε το παλτό του. Στην πόρτα γύρισε προς το μέρος μου.
«Ένα πράγμα μόνο», είπε.
«Τι;»
«Πρόσεχε να μη μπει κανείς μέσα.»
Χαμογέλασα.
«Εντάξει.»
Έβαλε το χέρι στο πόμολο.
Μετά πρόσθεσε:
«Και να μη βγει κανείς.»

Τον κοίταξα περίεργα. Άνοιξε την πόρτα και έφυγε.

Για τα πρώτα είκοσι λεπτά όλα ήταν φυσιολογικά. Έφτιαξα καφέ, κοίταξα λίγο τις κάμερες και προσπάθησα να συνηθίσω τη σιωπή του κτιρίου.

Κάποια στιγμή αποφάσισα να κάνω έναν γύρο.
Ήθελα να ξέρω τουλάχιστον πού βρίσκονταν οι πόρτες που έβλεπα στις οθόνες.

Ο κεντρικός διάδρομος ήταν μακρύς και φωτιζόταν από ψυχρά φώτα οροφής. Οι περισσότερες πόρτες ήταν κλειστές.

Καθώς περπατούσα, είδα έναν άντρα στο βάθος. Φορούσε λευκή ιατρική ρόμπα. Τρόμαξα λίγο, επειδή ήμουν βέβαιος ότι ο φύλακας μου είχε πει πως μετά τις έντεκα δεν θα υπήρχε άλλος στο κτίριο.

«Excuse me», του φώναξα.

Ο άντρας συνέχισε να περπατά.

«Hello?»

Τίποτα. Δεν γύρισε καν. Έστριψε σε έναν διάδρομο και χάθηκε. Υπέθεσα ότι ήταν γιατρός που είχε αργήσει. Δεν ήθελα να φανώ χαζός από την πρώτη μου κιόλας νύχτα. Συνέχισα τον γύρο.

Λίγο αργότερα έφτασα στον χώρο όπου βρίσκονταν τα σώματα. Δεν είχα σκοπό να μπω. Αλλά η πόρτα ήταν μισάνοιχτη.  Έσπρωξα λίγο. Μέσα υπήρχαν δύο φορεία. Πάνω τους βρίσκονταν δύο σώματα, καλυμμένα μέχρι πάνω με λευκά σεντόνια.

Στον απέναντι τοίχο υπήρχαν οι μεταλλικές πόρτες των ψυγείων.  Όλες κλειστές.  Στα δεξιά και στα αριστερά του χώρου υπήρχαν άλλες δύο πόρτες. Κλειστές κι αυτές.

Δεν έμεινα πολύ. Γύρισα στο γραφείο.  Πρέπει να πέρασε περίπου μισή ώρα. Καθόμουν κοιτάζοντας το κινητό μου όταν άκουσα έναν ήχο. Ένα χτύπημα.

Σήκωσα το κεφάλι. Περίμενα. Τίποτα. Μετά ξανά.  Πάλι ένα χτύπημα. Δεν ήταν στην εξώπορτα. Ακουγόταν από μέσα στο κτίριο.

Πήρα τον φακό και βγήκα στον διάδρομο. Δεν ξέρω γιατί πήγα κατευθείαν προς τον χώρο με τα σώματα. Ίσως επειδή ήξερα ήδη ότι δεν ήθελα να πάω εκεί.

Η πόρτα ήταν ανοιχτή. Μπήκα μέσα. Και σταμάτησα. Τα δύο φορεία ήταν άδεια. Τα σεντόνια βρίσκονταν ακόμη πάνω τους. Τσαλακωμένα. Αλλά τα σώματα δεν ήταν εκεί. Κοίταξα τα ψυγεία. Όλα κλειστά.

Και τότε είδα τις δύο πλαϊνές πόρτες. Ήταν και οι δύο ανοιχτές.  Δεν πλησίασα. Δεν προσπάθησα να δω τι υπήρχε πίσω τους.

Γύρισα και έτρεξα στο γραφείο ασφαλείας. Μπήκα μέσα και κλείδωσα. Το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να κοιτάξω τις κάμερες. Και εκεί άρχισα πραγματικά να φοβάμαι.

Στην κάμερα που έδειχνε τον χώρο του νεκροτομείου, τα δύο σώματα βρίσκονταν κανονικά πάνω στα φορεία. Τα σεντόνια ίσια.  Οι δύο πλαϊνές πόρτες κλειστές.

Κοίταξα τις υπόλοιπες οθόνες. Οι διάδρομοι ήταν άδειοι. Η είσοδος άδεια. Δεν υπήρχε κανείς πουθενά. Έμεινα να κοιτάζω τις οθόνες για πολλή ώρα. Δεν ήξερα ποιο από τα δύο έπρεπε να πιστέψω. Αυτό που είχα δει με τα μάτια μου;  Ή αυτό που έβλεπα τώρα στις κάμερες;

Τότε ακούστηκε χτύπημα στην πόρτα του γραφείου. Πάγωσα. Τρία ήρεμα χτυπήματα. Τοκ. Τοκ. Τοκ.

Δεν μίλησα. Μετά άκουσα μια αντρική φωνή. «Άνοιξε, σε παρακαλώ.» Ήταν ήρεμη.  Κανονική. «Έχω ξεχάσει τα κλειδιά της εξόδου μέσα.»

Δεν πλησίασα την πόρτα. «Ποιος είναι;» ρώτησα. Ακολούθησε μια μικρή παύση. «Ο γιατρός» μου απάντησε.

Σκέφτηκα αμέσως τον άντρα με τη λευκή ρόμπα και πήγα να ανοίξω αμέσως την πόρτα. Κάτι όμως μέσα μου, μου έλεγε να μη το κάνω.
Πήγα προς την οθόνη που έδειχνε τον διάδρομο ακριβώς έξω από το γραφείο. Ο διάδρομος ήταν άδειος. Δεν υπήρχε κανείς μπροστά στην πόρτα. Κοίταξα ξανά. Τίποτα.

Και τότε:
Τοκ. Τοκ. Τοκ.
Ακούστηκε το χτύπημα στην πόρτα.
«Άνοιξε, σε παρακαλώ.»

Δεν απάντησα. Στην κάμερα δεν υπήρχε κανείς. Η φωνή ξαναμίλησε. Ίδια ένταση. Ίδιος τόνος. «Έχω ξεχάσει τα κλειδιά.» Έμεινα ακίνητος.

Δεν ξέρω πόση ώρα στεκόμουν κοιτάζοντας πότε την πόρτα και πότε την οθόνη.  Δεν άνοιξα. Λίγα λεπτά αργότερα ακούστηκαν πάλι τρία χτυπήματα.  Μετά τίποτα.

Κάποια στιγμή άκουσα βήματα στον διάδρομο. Στην κάμερα ο διάδρομος παρέμενε άδειος. Αργότερα άκουσα κάτι να σέρνεται. Δεν βγήκα να δω.

Μία φορά νόμιζα ότι κάποιος δοκίμασε απαλά το πόμολο. Δεν είμαι βέβαιος. Μπορεί να ήταν η ιδέα μου. Έμεινα κλειδωμένος εκεί μέχρι να αρχίσει να ξημερώνει.

Λίγο μετά τις επτά ήρθε ο πρωινός φύλακας. Τον είδα πρώτα στην κάμερα. Περίμενα μέχρι να τον δω να ανοίγει την εξωτερική πόρτα.

Μόνο τότε ξεκλείδωσα. Με ρώτησε αν όλα πήγαν καλά.  Του είπα ότι παραιτούμαι. Γέλασε, νομίζοντας ότι κάνω πλάκα. Άφησα τα κλειδιά πάνω στο γραφείο και έφυγα.

Δεν ρώτησα ποτέ για τον γιατρό. Δεν ρώτησα ποτέ για τα δύο σώματα. Δεν ρώτησα γιατί οι κάμερες έδειχναν διαφορετικά πράγματα από αυτά που είδα. Και κυρίως δεν ρώτησα τι εννοούσε πραγματικά ο προηγούμενος φύλακας όταν μου είπε:

«Να μη βγει κανείς.»

Μερικές φορές σκέφτομαι ότι έπρεπε να είχα ζητήσει μια εξήγηση. Μετά θυμάμαι εκείνη τη νύχτα. Την άδεια οθόνη. Τα τρία χτυπήματα. Και μια φωνή ακριβώς πίσω από την πόρτα να μου λέει:

«Άνοιξε, σε παρακαλώ.»

Και χαίρομαι που δεν έμαθα ποτέ.

Πριν φύγεις πρέπει να διαβάσεις κι αυτό:

Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Αντώνη για την ιστορία που μας έστειλε.

Αν σου άρεσε η παραπάνω ιστορία τότε πρέπει να διαβάσεις κι αυτό:


Διαβάστε επίσης: 






To Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com για να την δημοσιεύσουμε.













5

Πάντα στην Ίδια Απόσταση

 




Καλησπέρα.

Μένω στη Θεσσαλονίκη σχεδόν όλη μου τη ζωή.

Το αναφέρω γιατί αυτό που μου συνέβη ξεκίνησε σε ένα μέρος από το οποίο έχω περάσει εκατοντάδες φορές. 

Ξέρω τα στενά. Ξέρω τις πολυκατοικίες. Ξέρω ποιο περίπτερο κλείνει αργά, πού αφήνουν συνήθως τα μηχανάκια πάνω στο πεζοδρόμιο, ακόμη και ποια φώτα από τα γύρω διαμερίσματα είναι σχεδόν πάντα αναμμένα όταν επιστρέφω σπίτι το βράδυ.

Γι' αυτό κατάλαβα αμέσως ότι κάτι ήταν διαφορετικό.

Ήταν πριν από περίπου έναν μήνα.

Είχα βγει για ένα ποτό με δύο φίλους και λίγο μετά τις έντεκα αποφάσισα να επιστρέψω με τα πόδια. Ο καιρός ήταν καλός και μου αρέσει να περπατάω στη Θεσσαλονίκη τέτοιες ώρες, όταν οι δρόμοι αρχίζουν να αδειάζουν αλλά η πόλη δεν έχει κοιμηθεί ακόμη.

Όταν έφτασα σε ένα συγκεκριμένο στενό, κάτι μου φάνηκε λάθος. Δεν μπορώ να το περιγράψω καλύτερα. Σταμάτησα.

Μπροστά μου βρισκόταν μια παλιά εξαώροφη πολυκατοικία. Την ήξερα. Ή τουλάχιστον ήμουν σίγουρος ότι την ήξερα. Είχα περάσει από μπροστά της δεκάδες φορές.

Κι όμως εκείνο το βράδυ έμοιαζε διαφορετική.
Όχι ανακαινισμένη.
Όχι εγκαταλελειμμένη. Απλώς... λάθος.

Η πρόσοψή της φαινόταν πιο θαμπή από τις υπόλοιπες. Τα μπαλκόνια δεν φωτίζονταν όπως θα έπρεπε από τις λάμπες του δρόμου. Το φως έπεφτε πάνω στο κτίριο, αλλά έμοιαζε να σταματά πριν το αγγίξει πραγματικά. 

Ακόμη και το χρώμα της δεν μπορούσα να καταλάβω ποιο ήταν. Γκρι; Πράσινο; Κάτι ανάμεσα.

Θυμάμαι ότι κοίταξα γύρω μου για να δω αν έφταιγε κάποια χαλασμένη λάμπα ή η υγρασία. Όλα τα υπόλοιπα φαίνονταν φυσιολογικά. Μόνο αυτή η πολυκατοικία έμοιαζε σαν να μην ανήκε ακριβώς στον ίδιο δρόμο.

Έβγαλα το κινητό μου. Ήθελα να τη φωτογραφίσω. Ήθελα να δω αν θα φαινόταν το ίδιο περίεργη και στη φωτογραφία.

Τη στιγμή που άνοιξα την κάμερα, η εξώπορτα της πολυκατοικίας άνοιξε. Κατέβασα το κινητό. Μια ηλικιωμένη γυναίκα βγήκε έξω.

Πρέπει να ήταν πάνω από εβδομήντα πέντε. Ήταν κοντή, πολύ αδύνατη και φορούσε μια μακριά σκούρα ζακέτα. Τα μαλλιά της ήταν γκρίζα, τραβηγμένα προς τα πίσω.

Στην αρχή αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν κάτι παράξενο στον τρόπο που κινούνταν. Κατέβηκε το μικρό σκαλοπάτι της εισόδου. Σταμάτησε. Έστριψε το σώμα της. Έκανε δύο βήματα. Όλες οι κινήσεις της ήταν αργές και απόλυτα ξεχωριστές μεταξύ τους. Σαν να μην υπήρχε φυσική συνέχεια από τη μία στην άλλη.  Βήμα. Παύση. Στροφή. Παύση. Βήμα.

Σκέφτηκα ότι μπορεί να είχε κάποιο κινητικό πρόβλημα. Ένιωσα μάλιστα άσχημα που την κοιτούσα. Ξανασήκωσα το κινητό προς την πολυκατοικία. Και τότε η γυναίκα σταμάτησε.

Το κεφάλι της γύρισε προς το μέρος μου. Μόνο το κεφάλι. Το σώμα της παρέμεινε στραμμένο προς τον δρόμο. Με κοίταξε. Κατέβασα αμέσως το κινητό. Ένιωσα σαν να με είχε πιάσει να κάνω κάτι που δεν έπρεπε.

Χαμογέλασα αμήχανα. Εκείνη δεν αντέδρασε. Δεν χαμογέλασε. Δεν ρώτησε τι κάνω. Απλώς με κοιτούσε. Υπήρχε κάτι στον τρόπο που το έκανε που με έκανε να νιώσω πολύ άβολα.

Έβαλα το κινητό στην τσέπη και συνέχισα προς το σπίτι. Μετά από καμιά τριανταριά μέτρα κοίταξα πίσω. Η γυναίκα στεκόταν πίσω μου. Στο πεζοδρόμιο. Ακίνητη. Με κοιτούσε.

Υπέθεσα ότι είχε ξεκινήσει κι εκείνη προς την ίδια κατεύθυνση. Συνέχισα. Λίγο πιο γρήγορα αυτή τη φορά. Πέρασα ένα στενό.

Γύρισα ξανά. Ήταν ακόμα εκεί. Ακίνητη. Και πάλι περίπου στην ίδια απόσταση. Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που πραγματικά με φόβισε.

Δεν την είχα ακούσει να περπατά. Και κυρίως, αν είχε ακολουθήσει τον ρυθμό μου, θα έπρεπε κάποια στιγμή είτε να έχει πλησιάσει είτε να έχει μείνει πιο πίσω. Δεν είχε συμβεί τίποτα από τα δύο. Ήταν σαν η απόσταση μεταξύ μας να μην άλλαζε.

Γύρισα μπροστά και επιτάχυνα. Δεν έτρεξα. Δεν ήθελα να φερθώ σαν πανικόβλητος για κάτι που πιθανότατα είχε μια γελοία εξήγηση. Έφτασα στην επόμενη διασταύρωση.
Κοίταξα πίσω.

Εκεί. Ίδια απόσταση. Ακίνητη. Το ίδιο βλέμμα.

Τότε άρχισα να περπατάω πραγματικά γρήγορα. Έστριψα δύο φορές επίτηδες. Δεν ακολουθούσα πλέον την κανονική διαδρομή προς το σπίτι μου.

Στην επόμενη γωνία γύρισα απότομα.  Η γυναίκα στεκόταν πίσω μου.  Δεν την είδα ποτέ να στρίβει. Δεν την είδα ποτέ να περπατά. Κάθε φορά που κοιτούσα μπροστά, υπήρχε μόνο ο δρόμος. Κάθε φορά που γύριζα πίσω... ήταν εκεί.

Και πάντα στην ίδια απόσταση. Εκεί πανικοβλήθηκα.

Προχώρησα σχεδόν τρέχοντας μέχρι που βρέθηκα μπροστά σε μια εκκλησία. Δεν ξέρω γιατί το έκανα. Δεν είμαι ιδιαίτερα θρήσκος.
Αλλά είδα τα φώτα στο προαύλιο και χωρίς δεύτερη σκέψη πήγα εκεί. Στάθηκα για λίγο κοντά στην είσοδο.

Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που ένιωθα τον παλμό στον λαιμό μου. Περίμενα. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα βγήκα πάλι προς τον δρόμο. Κοίταξα πίσω.

Η γυναίκα δεν ήταν εκεί. Περίμενα λίγο ακόμα.
Τίποτα. Γύρισα σπίτι με ταξί.

Την επόμενη μέρα πέρασα ξανά από το ίδιο σημείο. Μέρα αυτή τη φορά. Η πολυκατοικία ήταν εκεί. Μόνο που δεν έμοιαζε καθόλου όπως το προηγούμενο βράδυ.

Ήταν μια απολύτως συνηθισμένη παλιά πολυκατοικία. Μπεζ πρόσοψη. Τέντες στα μπαλκόνια.  Γλάστρες. Κουδούνια δίπλα στην είσοδο. Στάθηκα απέναντι αρκετή ώρα.

Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου ότι το προηγούμενο βράδυ έφταιγε ο φωτισμός. Ίσως και τα δύο ποτά που είχα πιει.  Δεν ξαναείδα τη γυναίκα εκεί. Και για μερικές εβδομάδες προσπάθησα να ξεχάσω όλο το περιστατικό.

Μόνο που τελευταία συμβαίνει κάτι.  Όχι κάθε μέρα. Και ποτέ όταν υπάρχει κάποιος μαζί μου.
Μόνο όταν είμαι μόνος.

Πριν από περίπου μία εβδομάδα έβγαζα τα σκουπίδια αργά το βράδυ. Για ένα δευτερόλεπτο νόμιζα ότι την είδα στην άλλη άκρη του δρόμου.

Γύρισα αμέσως.

Δεν υπήρχε κανείς.

Προχθές, περίμενα μόνος σε ένα φανάρι και μου φάνηκε πως στεκόταν πίσω από ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο.  Ανοιγόκλεισα τα μάτια.  Τίποτα.

Χθες το βράδυ ήμουν μόνος στο σπίτι. Πέρασα μπροστά από το παράθυρο του σαλονιού και, μέσα στην αντανάκλαση του τζαμιού, νόμιζα για μια στιγμή ότι την είδα στην απέναντι πλευρά του δρόμου.  Ακίνητη. Να κοιτάζει προς το παράθυρό μου.

Άναψα το φως του μπαλκονιού.  Δεν υπήρχε κανείς.

Ξέρω τι θα έλεγα αν μου διηγούνταν κάποιος άλλος αυτή την ιστορία. Ότι φοβήθηκε εκείνο το βράδυ και τώρα το μυαλό του ψάχνει τη γυναίκα παντού.

Ότι ένα πρόσωπο που μας τρόμαξε μπορεί να εμφανίζεται για λίγο μέσα στις σκιές, στις αντανακλάσεις, σε έναν άγνωστο που είδαμε από μακριά.

Και πραγματικά θέλω αυτή να είναι η εξήγηση.

Γιατί υπάρχει μόνο ένα πράγμα που με ενοχλεί.

Κάθε φορά που νομίζω ότι τη βλέπω... δεν είναι ποτέ πιο κοντά. Δεν είναι ποτέ πιο μακριά. Είναι πάντα στην ίδια ακριβώς απόσταση. Όπως εκείνο το βράδυ.

Σαν να μην προσπαθεί να με φτάσει. Σαν να περιμένει απλώς να σταματήσω.

Θα ήθελα πραγματικά να μου πείτε αν γνωρίζεται τι μπορεί να μου συμβαίνει. Με μια αναζήτηση που έκανα στο ίντερνετ δε μπόρεσα να βρω κάτι παρόμοιο. 


Γι' αυτό σας στέλνω την ιστορία. Ίσως κάποιος από εσάς έχει ακούσει ή έχει πάθει κάτι παρόμοιο.

Σας ευχαριστώ πολύ.


Για την ασφάλειά σου προτείνουμε να δεις κι αυτό:


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Λευτέρη για την ιστορία που μας έστειλε. 


Δες το αγαπημένο σου θρίλερ καθηλωμένος από την απίστευτη εικόνα:


Διαβάστε επίσης:






To Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com για να την δημοσιεύσουμε.





0

Ο Άντρας από το Όνειρο

 



Καλησπέρα.


Τις τελευταίες έξι νύχτες βλέπω ακριβώς το ίδιο όνειρο. Όχι παρόμοιο. Το ίδιο.

Ξυπνάω μέσα σε ένα αυτοκίνητο.

Δεν μπορώ να δω τίποτα, γιατί έχω μια μαύρη κουκούλα στο κεφάλι. Τα χέρια μου είναι δεμένα πίσω από την πλάτη και τα πόδια μου δεν κινούνται καλά. Νιώθω το αυτοκίνητο να στρίβει, να φρενάρει, να περνά πάνω από λακκούβες.

Δεν ξέρω πού πηγαίνουμε. Δεν ακούω μουσική. Δεν ακούω κανέναν να μιλάει. Μόνο τη μηχανή και την αναπνοή μου. Κάποια στιγμή το αυτοκίνητο σταματά. Μια πόρτα ανοίγει. Με τραβάει κάποιος έξω. Δεν μπορώ να δω ποιος.

Με κρατά δυνατά από το μπράτσο και με οδηγεί κάπου. Ακούω βήματα πάνω σε τσιμέντο. Μετά έναν μεταλλικό ήχο, σαν βαριά πόρτα που ανοίγει.

Ο αέρας αλλάζει. Γίνεται πιο κρύος. Μυρίζει υγρασία και κάτι άλλο. Κάτι σαν απολυμαντικό.
Με βάζουν να καθίσω σε μια καρέκλα. Ακούω μεταλλικά αντικείμενα να ακουμπούν κάπου δίπλα μου. Ένα συρτάρι ανοίγει. Ένα άλλο κλείνει.

Και μετά κάποιος στέκεται μπροστά μου. Το καταλαβαίνω χωρίς να τον βλέπω. Από τη σιωπή.  Από το ότι ξαφνικά νιώθω πως υπάρχει κάποιος πολύ κοντά στο πρόσωπό μου.

Τότε μου βγάζει την κουκούλα. Βρίσκομαι σε έναν σκοτεινό χώρο. Μοιάζει με υπόγειο.

Οι τοίχοι είναι γυμνοί, γκρίζοι, και από το ταβάνι κρέμεται ένα μόνο δυνατό φως. Γύρω υπάρχουν μεταλλικά τραπεζάκια, εργαλεία, πλαστικά καλύμματα. Σαν πρόχειρο χειρουργείο. Σαν κάποιος να προσπάθησε να στήσει ένα δωμάτιο νοσοκομείου σε χώρο που δεν ήταν ποτέ νοσοκομείο.

Και απέναντί μου στέκεται ένας άντρας. Δεν τον έχω ξαναδεί ποτέ. Είναι γύρω στα σαράντα πέντε. Αδύνατος. Κοντά σκούρα μαλλιά. Πολύ ανοιχτό δέρμα. Και έχει ένα μικρό σημάδι πάνω από το αριστερό φρύδι.
 
Με κοιτάζει χωρίς να μιλάει. Μετά πλησιάζει ένα μεταλλικό τραπέζι. Παίρνει κάτι. Ένα νυστέρι. Το κρατά στο δεξί του χέρι. Με το άλλο σηκώνει μια χειρουργική μάσκα και τη φοράει αργά στο πρόσωπό του.

Τότε αρχίζει να περπατά προς το μέρος μου.

Και πάντα, ακριβώς εκεί... ξυπνάω.

Κάθε φορά.

Την πρώτη νύχτα προσπάθησα να το ξεχάσω. Τη δεύτερη άρχισα να ανησυχώ. Την τρίτη δεν ήθελα να κοιμηθώ. Χθες, πριν πέσω στο κρεβάτι, έμεινα μέχρι τις τρεις βλέποντας τηλεόραση μόνο και μόνο για να καθυστερήσω τον ύπνο.

Δεν είχε σημασία. Τον είδα ξανά. Το αυτοκίνητο. Την κουκούλα. Το υπόγειο. Τον άντρα. Το νυστέρι. Το ίδιο όνειρο.

Σήμερα το απόγευμα γύρισα από τη δουλειά λίγο μετά τις έξι. Περπατούσα προς την πολυκατοικία μου κοιτάζοντας το κινητό, όταν για κάποιο λόγο σήκωσα το κεφάλι.

Στην απέναντι πλευρά του δρόμου στεκόταν ένας άντρας. Δεν έκανε τίποτα. Απλώς στεκόταν εκεί. Και με κοιτούσε. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν κατάλαβα γιατί πάγωσα.

Μετά κοίταξα καλύτερα. Αδύνατος. Κοντά σκούρα μαλλιά. Γύρω στα σαράντα πέντε. Και πάνω από το αριστερό του φρύδι... ένα μικρό σημάδι.

Ήταν αυτός. Ο άντρας από το όνειρό μου. Δεν ξέρω πόση ώρα κοιταζόμασταν. Ίσως δύο δευτερόλεπτα. Ίσως δέκα.

Πέρασε ένα λεωφορείο ανάμεσά μας. Όταν έφυγε από μπροστά μου, ο άντρας δεν ήταν πια εκεί.

Μπήκα τρέχοντας στην πολυκατοικία. Κλείδωσα την πόρτα. Έλεγξα δύο φορές τα παράθυρα. Από τότε δεν έχω βγει.

Τώρα έχει βραδιάσει. Και όσο περνάει η ώρα, ξέρω ότι αργά ή γρήγορα θα πρέπει να κοιμηθώ.  Προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν είδα αυτόν.

Ότι επειδή τον βλέπω κάθε βράδυ στον ύπνο μου, ο εγκέφαλός μου πήρε έναν άγνωστο άνθρωπο στον δρόμο και του έδωσε τα χαρακτηριστικά του εφιάλτη.

Αυτό είναι λογικό. Έτσι δεν είναι;

Αλλά υπάρχει και η άλλη σκέψη.

Αυτή που δεν μπορώ να διώξω.

Κι αν το όνειρο δεν είναι εφιάλτης; Κι αν είναι προειδοποίηση; Κι αν δεν βλέπω κάθε βράδυ κάτι που φοβάμαι ότι θα συμβεί... αλλά κάτι που δεν έχει συμβεί ακόμα;

Δεν ξέρω αν αύριο πρέπει να πάω κανονικά στη δουλειά. Δεν ξέρω αν πρέπει να ενημερώσω κάποιον.

Και κυρίως δεν ξέρω τι θα κάνω αν απόψε, όταν μου βγάλουν ξανά την κουκούλα... ο άντρας δεν σταματήσει εκεί που ξυπνάω πάντα.


Αν η ιστορία αυτή σου άφησε κάτι, ίσως αξίζει να δεις και αυτό:


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τη φίλη μας Όλγα για την ιστορία που μας έστειλε. 


Αν θέλεις να μείνεις λίγο ακόμα σε αυτό το συναίσθημα, πάτα εδώ:


Διαβάστε επίσης: 








To Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com για να την δημοσιεύσουμε.