Αυτό που θα σου γράψω δεν μου το διηγήθηκε κάποιος “φίλος ενός φίλου”, ούτε το άκουσα σαν ιστορία που περνά από στόμα σε στόμα. Μου το είπε η ίδια η γυναίκα που το έζησε, πριν από περίπου δέκα χρόνια, και μέχρι σήμερα δεν έχω μπορέσει να το ξεχάσω.
Ήταν τότε γύρω στα τριάντα πέντε. Δούλευε σε γραφείο στο κέντρο της Αθήνας και κάθε απόγευμα έπαιρνε το αυτοκίνητό της από ένα υπόγειο πάρκινγκ κοντά στη δουλειά της για να γυρίσει σπίτι, στην Κηφισιά.
Εκείνο το βράδυ είχε αργήσει.
Θυμόταν ότι είχε κοιτάξει το ρολόι της πριν κατεβεί στο πάρκινγκ και ήταν λίγο μετά τις εννιά. Δεν ήταν πολύ αργά, αλλά ήταν αρκετά αργά ώστε η πόλη να έχει αρχίσει να αδειάζει. Το πάρκινγκ, όπως μου είπε, ήταν σχεδόν έρημο. Τα περισσότερα αυτοκίνητα είχαν ήδη φύγει. Μόνο λίγοι γκρίζοι τοίχοι, τσιμεντένιες κολόνες, το βουητό του εξαερισμού και εκείνη η μυρωδιά βενζίνης και υγρασίας που έχουν όλα τα υπόγεια γκαράζ.
Περπατούσε προς το αυτοκίνητό της ψάχνοντας τα κλειδιά στην τσάντα όταν την είδε.
Μια γριά.
Στεκόταν κοντά στην έξοδο του πάρκινγκ, λίγο μέσα στη σκιά, τυλιγμένη με σκούρο παλτό και ένα μαντίλι δεμένο σφιχτά στο κεφάλι. Δεν έμοιαζε ζητιάνα. Δεν έμοιαζε χαμένη. Έμοιαζε σαν να περίμενε.
Όταν την πλησίασε, η γριά έκανε ένα βήμα μπροστά.
«Κοπέλα μου», της είπε, «προς τα πού πας;»
Η γυναίκα παραξενεύτηκε, αλλά δεν φοβήθηκε. Ίσως επειδή η φωνή της ηλικιωμένης ήταν ήρεμη. Ίσως επειδή της θύμισε κάποια θεία ή γιαγιά από επαρχία.
«Κηφισιά», απάντησε.
Η γριά χαμήλωσε ελαφρά το κεφάλι, σαν να ανακουφίστηκε.
«Κι εγώ προς τα εκεί πάω», είπε. «Αν σε βολεύει, μήπως μπορείς να με πάρεις λίγο μαζί σου;»
Η γυναίκα δίστασε για λίγα δευτερόλεπτα. Δεν συνήθιζε να βάζει αγνώστους στο αμάξι της. Από την άλλη, ήταν μια ηλικιωμένη γυναίκα, μόνη, σε ένα σχεδόν άδειο πάρκινγκ. Της φάνηκε σκληρό να αρνηθεί.
«Εντάξει», της είπε. «Ελάτε.»
Μπήκαν στο αυτοκίνητο. Η οδηγός έβαλε μπροστά και βγήκαν στον δρόμο.
Στην αρχή δεν μιλούσαν πολύ. Η γριά καθόταν ήσυχη στη θέση του συνοδηγού, με τα χέρια διπλωμένα πάνω στην τσάντα της. Η γυναίκα μου είπε ότι αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που της έκανε εντύπωση: τα χέρια της. Ήταν μεγάλα.
Όχι απλώς ταλαιπωρημένα ή ροζιασμένα από την ηλικία. Μεγάλα, κοκαλιάρικα, με χοντρά δάχτυλα και φλέβες που πετάγονταν, σαν χέρια άντρα. Προσπάθησε να μη δώσει σημασία. Άλλωστε, δεν είναι όλα τα σώματα ίδια. Και δεν υπήρχε τίποτα άλλο που να της φαίνεται αληθινά λάθος.
Πέρασαν λίγα λεπτά έτσι. Η γυναίκα οδηγούσε, κοιτώντας μπροστά, ακούγοντας τον ήχο της μηχανής και τον γνώριμο βόμβο της πόλης τη νύχτα. Σε μια στιγμή, από ευγένεια, γύρισε ελαφρά το κεφάλι της για να πει κάτι στη γριά. Δεν θυμόταν τι ακριβώς. Ίσως να τη ρωτήσει σε ποιο σημείο της Κηφισιάς πήγαινε. Ίσως να της πει ότι σε λίγο θα έβγαιναν στην εθνική.
Και τότε την είδε.
Το μαντίλι της γριάς είχε γλιστρήσει ελάχιστα προς τα πίσω. Μόνο τόσο όσο χρειαζόταν. Κάτω από το μαντίλι δεν φαινόταν το πρόσωπο μιας ηλικιωμένης γυναίκας. Φαινόταν το πρόσωπο ενός άντρα.
Όχι εντελώς. Όχι σαν μάσκα που έπεσε. Αλλά σαν τα χαρακτηριστικά κάτω από το δέρμα να μην ταίριαζαν με αυτό που είχε μπροστά της.
Δεν ήταν το βλέμμα μιας κουρασμένης γριάς που ζητούσε μια εξυπηρέτηση.
Η γυναίκα πάγωσε. Μου είπε ότι για μια στιγμή δεν μπορούσε ούτε να αναπνεύσει σωστά. Ένιωσε εκείνο το ξαφνικό, ζωώδες κύμα φόβου που δεν περνά πρώτα από τη λογική. Δεν σκέφτηκε «μήπως είναι μεταμφίεση» ή «μήπως βλέπω λάθος».
Σκέφτηκε μόνο:
«Δεν είναι αυτό που νόμιζα ότι έβαλα στο αμάξι μου».
Μερικά μέτρα πιο μπροστά υπήρχε ένα φανάρι. Ένα αυτοκίνητο είχε σταματήσει ήδη μπροστά του. Η γυναίκα πανικοβλήθηκε. Πάτησε απότομα φρένο, αλλά ήταν αργά. Το δικό της αυτοκίνητο έπεσε πάνω στο πίσω μέρος του μπροστινού με έναν κοφτό, μεταλλικό ήχο.
Δεν ήταν μεγάλο τρακάρισμα. Μια σύγκρουση χαμηλής ταχύτητας. Αλλά ήταν αρκετή για να την τινάξει μπροστά και να τη βγάλει για μια στιγμή από εκείνον τον υπνωτικό τρόμο.
Άνοιξε αμέσως την πόρτα και βγήκε έξω.
Ο οδηγός του άλλου αυτοκινήτου είχε ήδη κατέβει και φώναζε εκνευρισμένος. Εκείνη όμως σχεδόν δεν τον άκουγε. Κρατούσε το κινητό στο χέρι και προσπαθούσε να μιλήσει στην αστυνομία όσο πιο ψύχραιμα μπορούσε.
Τους είπε ότι είχε τρακάρει. Ότι ήταν καλά. Και μετά, χαμηλώνοντας τη φωνή της, τους είπε ότι μέσα στο αυτοκίνητό της βρισκόταν μια περίεργη ηλικιωμένη γυναίκα και ότι φοβόταν.
Την ώρα που περίμενε την αστυνομία, δεν τόλμησε να πλησιάσει ξανά το αυτοκίνητο. Έμενε στο πεζοδρόμιο, κοιτώντας πότε τον άλλον οδηγό, πότε το δικό της παρμπρίζ, περιμένοντας να δει τη γριά να ανοίγει την πόρτα ή έστω να κουνιέται μέσα από το τζάμι.
Δεν είδε τίποτα.
Όταν έφτασε το περιπολικό, τους έδειξε αμέσως το αυτοκίνητό της. «Είναι μέσα», είπε. «Ή τουλάχιστον ήταν.»
Ο ένας αστυνομικός άνοιξε πρώτος την πόρτα του συνοδηγού. Το κάθισμα ήταν άδειο. Η γριά είχε εξαφανιστεί.
Κανείς από όσους βρίσκονταν στον δρόμο δεν είχε δει κάποια ηλικιωμένη να απομακρύνεται. Ο οδηγός του άλλου αυτοκινήτου ορκιζόταν ότι από τη στιγμή που έγινε το τρακάρισμα μέχρι να φτάσει κοντά της, δεν είχε βγει κανείς από το αμάξι.
Οι αστυνομικοί υπέθεσαν ότι είχε τρομάξει με το χτύπημα, άνοιξε γρήγορα την πόρτα και έφυγε μέσα στη σύγχυση χωρίς να την προσέξει κανείς.
Ήταν η μόνη λογική εξήγηση.
Κι όμως, η γυναίκα επέμενε σε δύο πράγματα.
Πρώτον, ότι δεν άκουσε καμία πόρτα να ανοίγει ή να κλείνει όσο στεκόταν δίπλα στον δρόμο.
Και δεύτερον, ότι η θέση του συνοδηγού, όταν τελικά ξαναμπήκε στο αυτοκίνητο, ήταν τελείως στεγνή.
Έξω είχε αρχίσει να ψιχαλίζει λίγη ώρα πριν φύγουν από το πάρκινγκ. Η γριά είχε μπει στο αμάξι κρατώντας ομπρέλα και με βρεγμένο παλτό. Το κάθισμα θα έπρεπε να έχει τουλάχιστον λίγη υγρασία.
Δεν είχε τίποτα.
Σαν να μην είχε καθίσει ποτέ κανείς εκεί.
Αυτό που μου είπε στο τέλος ήταν το χειρότερο.
Την επόμενη μέρα, όταν πήγε να πάρει το αυτοκίνητο από το συνεργείο, ο μηχανικός της έδωσε κάτι που είχε βρει κάτω από το κάθισμα του συνοδηγού.
Ήταν ένα παλιό, μαύρο μαντίλι.
Η γυναίκα ορκίστηκε ότι δεν ήταν δικό της και ότι δεν υπήρχε εκεί πριν.
Ο μηχανικός τη ρώτησε αν ήταν σημαντικό. Εκείνη του είπε να το πετάξει. Δεν το πήρε μαζί της.
Αλλά πριν το πετάξει, το ξεδίπλωσε από περιέργεια. Και ραμμένο στην εσωτερική του πλευρά, με ξεθωριασμένη λευκή κλωστή, υπήρχε ο αριθμός: 666






