Ήταν αργά το βράδυ, λίγο μετά τις έντεκα. Είχα ήδη ετοιμαστεί να κοιμηθώ όταν χτύπησε το κουδούνι. Δεν περίμενα κανέναν.
Πήγα στην πόρτα και κοίταξα από το ματάκι. Ήταν η θεία μου. Έμενε στη Θεσσαλονίκη. Για μερικά δευτερόλεπτα απλώς την κοιτούσα, χωρίς να καταλαβαίνω τι έκανε εκεί.
Άνοιξα.
«Θεία; Τι κάνεις εδώ;»
Μπήκε μέσα χωρίς να πει τίποτα.
Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που μου φάνηκε περίεργο.
Η θεία μου ήταν από τους ανθρώπους που μιλούσαν ασταμάτητα. Θα μπορούσε να σου περιγράψει ολόκληρο ταξίδι πριν προλάβεις να τη ρωτήσεις πώς πέρασε. Εκείνο το βράδυ όμως δεν είπε σχεδόν τίποτα.
Έβγαλε αργά το παλτό της και κάθισε στον καναπέ. Το πρόσωπό της ήταν χλωμό.
«Καλά, πώς κι έτσι;» τη ρώτησα. «Δεν πήρες ούτε ένα τηλέφωνο.»
Με κοίταξε αλλά δεν απάντησε.
Χαμογέλασα αμήχανα.
«Ήρθες με αυτοκίνητο; Με λεωφορείο;»
Πάλι τίποτα.
Για μια στιγμή σκέφτηκα ότι κάτι είχε συμβεί.
Ίσως είχε τσακωθεί με τον θείο μου. Ίσως είχε κάποιο πρόβλημα και δεν ήθελε ακόμα να μιλήσει.
Κάθισα απέναντί της.
«Όλα καλά;»
Έγνεψε αργά με το κεφάλι.
Αλλά δεν είπε λέξη.
Δεν μου άρεσε καθόλου ο τρόπος που με κοιτούσε.
Όχι επειδή ήταν τρομακτικός.
Ήταν περισσότερο σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί το πρόσωπό μου.
Σαν να με έβλεπε μετά από πάρα πολύ καιρό.
«Θες να σου φτιάξω κάτι; Καφέ; Τσάι;»
Τότε μίλησε για πρώτη φορά.
«Νερό.»
Η φωνή της ήταν χαμηλή.
Σχεδόν ψίθυρος.
«Ναι, φυσικά.»
Σηκώθηκα και πήγα στην κουζίνα.
Άνοιξα το ψυγείο, έβγαλα ένα μπουκάλι και γέμισα ένα ποτήρι.
Πρέπει να έλειψα από το σαλόνι λιγότερο από ένα λεπτό.
Όταν επέστρεψα, ο καναπές ήταν άδειος.
«Θεία;»
Άφησα το ποτήρι στο τραπέζι.
Κοίταξα προς το μπάνιο.
Η πόρτα ήταν ανοιχτή.
Κανείς.
Πήγα στον διάδρομο.
Η εξώπορτα ήταν ανοιχτή.
Βγήκα στο κλιμακοστάσιο.
«Θεία;»
Καμία απάντηση.
Κατέβηκα μέχρι την είσοδο της πολυκατοικίας.
Ο δρόμος ήταν άδειος.
Δεν υπήρχε αυτοκίνητο.
Δεν υπήρχε ταξί.
Δεν υπήρχε κανείς να περπατά.
Άρχισα να εκνευρίζομαι.
Για ποιο λόγο να έρθει από τη Θεσσαλονίκη μέχρι την Καλαμάτα, να καθίσει πέντε λεπτά στο σπίτι μου και μετά να φύγει χωρίς να πει ούτε μια κουβέντα;
Τότε συνειδητοποίησα ότι δεν είχα το κινητό της.
Είχα αλλάξει τηλέφωνο λίγους μήνες πριν και δεν είχα περάσει τον αριθμό της.
Γύρισα μέσα και πήρα τηλέφωνο στο σταθερό του σπιτιού της στη Θεσσαλονίκη.
Χτύπησε αρκετές φορές.
Το σήκωσε ο θείος μου.
Η φωνή του ήταν περίεργη.
«Θείε, συγγνώμη που παίρνω τέτοια ώρα. Μπορείς να μου δώσεις το κινητό της θείας;»
Δεν απάντησε.
«Θείε;»
Άκουσα μόνο την αναπνοή του.
«Τι έγινε;» τον ρώτησα.
«Γιατί θέλεις το κινητό της;»
«Γιατί ήρθε πριν λίγο από εδώ και έφυγε ξαφνικά. Δεν ξέρω πού πήγε.»
Σιωπή.
Μεγάλη.
Τόσο μεγάλη που κοίταξα το κινητό για να δω αν είχε κοπεί η γραμμή.
Μετά τον άκουσα να λέει:
«Τι εννοείς ότι ήρθε από εκεί;»
«Ήταν εδώ. Στο σπίτι μου.»
Ακούστηκε σαν να πήρε βαθιά ανάσα.
Και μετά είπε κάτι που μέχρι σήμερα δεν μπορώ να ακούσω μέσα στο κεφάλι μου χωρίς να ανατριχιάσω.
«Η θεία σου πέθανε πριν από περίπου μία ώρα.»
Δεν μίλησα.
Δεν μπορούσα.
Κοίταξα τον καναπέ.
Το σημείο όπου καθόταν πριν από λίγο.
Μετά κοίταξα το τραπεζάκι.
Το ποτήρι με το νερό ήταν ακόμα εκεί.
Ο θείος μου μιλούσε στο τηλέφωνο, αλλά δεν άκουγα τι έλεγε.
Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι πριν φύγω από το σαλόνι για να πάω στην κουζίνα, η θεία μου είχε τα χέρια της ενωμένα πάνω στα γόνατά της.
Και λίγο πριν γυρίσω την πλάτη μου, μου φάνηκε ότι χαμογέλασε.
Όχι περίεργα.
Όχι τρομακτικά.
Όπως χαμογελούσε πάντα όταν ετοιμαζόταν να φύγει από το σπίτι μας.
Σαν να είχε έρθει μόνο για να με δει μία τελευταία φορά.
Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Φώτη για την ιστορία που μας έστειλε.
Διαβάστε επίσης:
Μακάβριες Ιστορίες (audio book)



