1

Η Καρέκλα στην Κουζίνα

 




Καλησπέρα.


Μένω μόνος μου τα τελευταία δύο χρόνια. Το λέω από την αρχή γιατί έχει σημασία. Δεν έχω συγκάτοικο, δεν έχω κατοικίδιο και κανείς άλλος δεν έχει κλειδιά του σπιτιού μου.


Πριν από περίπου έναν μήνα άρχισα να παρατηρώ κάτι πολύ μικρό. Κάθε πρωί, όταν έμπαινα στην κουζίνα για καφέ, μία από τις τέσσερις καρέκλες του τραπεζιού ήταν τραβηγμένη προς τα πίσω.


Όχι πολύ. Δέκα, δεκαπέντε εκατοστά. Σαν κάποιος να είχε σηκωθεί πριν λίγο.


Την πρώτη φορά δεν έδωσα σημασία. Υπέθεσα ότι την είχα αφήσει έτσι το προηγούμενο βράδυ.


Τη δεύτερη, το ίδιο.


Την τρίτη άρχισα να το προσέχω.


Έσπρωξα όλες τις καρέκλες καλά κάτω από το τραπέζι πριν πάω για ύπνο. Το πρωί, η ίδια καρέκλα ήταν πάλι τραβηγμένη. Η αριστερή. Αυτή που βρίσκεται απέναντι από τη θέση όπου κάθομαι εγώ.


Άρχισα να κάνω μικρά τεστ. Έβγαζα φωτογραφία πριν κοιμηθώ.  Όλες στη θέση τους. Το πρωί; Η αριστερή καρέκλα έξω.


Δεν άκουγα τίποτα τη νύχτα. Ούτε βήματα. Ούτε πόρτες. Ούτε θορύβους από την κουζίνα. Μόνο κάθε πρωί την έβρισκα εκεί.  Κάποια στιγμή άρχισα να εκνευρίζομαι περισσότερο απ’ όσο φοβόμουν.


Ένα βράδυ έσπρωξα την καρέκλα τόσο δυνατά κάτω από το τραπέζι που ακούμπησε στον τοίχο. Μπροστά της, στο πάτωμα, έβαλα ένα ποτήρι νερό. Όχι γιατί πίστευα ότι υπήρχε κάποιος. Απλώς ήθελα να ξέρω αν κινούταν πραγματικά ή αν εγώ είχα αρχίσει να φαντάζομαι πράγματα.


Το πρωί πήγα κατευθείαν στην κουζίνα. Η καρέκλα ήταν στη θέση της.  Για πρώτη φορά μετά από εβδομάδες. Χαμογέλασα.  Μέχρι που κοίταξα το τραπέζι. Το ποτήρι δεν ήταν στο πάτωμα. Ήταν πάνω στο τραπέζι. Γεμάτο.  Στην απέναντι θέση. Μπροστά από την καρέκλα.


Δεν το άγγιξα. Έφυγα για τη δουλειά και όταν γύρισα το βράδυ το ποτήρι ήταν ακόμα εκεί.  Το άδειασα στον νεροχύτη. Έσπρωξα ξανά όλες τις καρέκλες μέσα. Και από τότε άρχισα να κλειδώνω την πόρτα της κουζίνας πριν κοιμηθώ.


Δεν άλλαξε τίποτα. Η καρέκλα συνέχιζε να βρίσκεται τραβηγμένη κάθε πρωί. Μόνο που τώρα υπήρχε και κάτι άλλο. Δύο φορές βρήκα ψίχουλα στο τραπέζι. Μια φορά βρήκα ένα πιρούνι. Χθες βρήκα ένα δεύτερο ποτήρι δίπλα στο δικό μου.


Και σήμερα το πρωί, για πρώτη φορά, η καρέκλα δεν ήταν απέναντί μου. Ήταν στη δική μου πλευρά του τραπεζιού. Ακριβώς δίπλα στη θέση μου.


Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτό με τρόμαξε περισσότερο από όλα τα προηγούμενα. Γιατί μέχρι τώρα είχα την αίσθηση ότι κάποιος καθόταν απέναντί μου. Σήμερα το πρωί ένιωσα ότι κάποιος αποφάσισε να καθίσει πιο κοντά.


Γνώρισε τον κόσμο των αγγέλων και επικοινώνησε μαζί τους.

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΠΕΡΠΑΤΟΥΝ ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τη φίλη μας Ευγενία για την ιστορία που μας έστειλε.


Παραδόσεις, δοξασίες και συνταγές των μάγων, αλχημιστών, αστρολόγων, καββαλιστών

Η ΣΟΛΟΜΩΝΙΚΗ


Διαβάστε επίσης:

Το παραμορφωμένο κορίτσι

Η Ντουλάπα

Προσωπικός Μαγνητισμός


Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com για να την δημοσιεύσουμε.




0

Η Σκιά στη Στάση του Λεωφορείου

 



Καλησπέρα.


Δεν ξέρω αν αυτό που συνέβη είναι αρκετό για ιστορία, αλλά αυτό που έγινε δεν μπορώ να το βγάλω από το μυαλό μου.


Γύριζα σπίτι αργά, λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Είχα κατέβει μία στάση νωρίτερα, γιατί ήθελα να περπατήσω λίγο. Ο δρόμος ήταν σχεδόν άδειος, μόνο κάτι αυτοκίνητα περνούσαν αραιά και πού.


Σε κάποια στιγμή, ένιωσα το κινητό μου να δονείται. Το έβγαλα από την τσέπη. Δεν ήταν μήνυμα. Δεν ήταν κλήση. Ήταν ειδοποίηση ότι είχε αποθηκευτεί μια νέα φωτογραφία στη συλλογή.


Στην αρχή νόμιζα ότι πάτησα κατά λάθος την κάμερα. Συμβαίνει. Άνοιξα τη φωτογραφία για να τη σβήσω.


Στη φωτογραφία φαινόταν μια στάση λεωφορείου, το πεζοδρόμιο, ένας δρόμος, ένα αυτοκίνητο στο βάθος. Ήταν φωτογραφία από τη στάση του λεωφορείου που κατέβηκα. Σα να είχε τραβηχτεί ακριβώς εκείνη τη στιγμή.


Γύρισα απότομα. Δεν υπήρχε κανείς. Η άδεια στάση και στο βάθος το αυτοκίνητο που είχα δει στη φωτογραφία να απομακρύνεται.


Κοίταξα ξανά τη φωτογραφία. Προσπάθησα να βρω εξήγηση για το πως τραβήχτηκε αυτή η φωτογραφία. Κατά λάθος;  


Τότε πρόσεξα στη φωτογραφία κάτι που στην αρχή μου είχε ξεφύγει. Στη στάση του λεωφορείου φαινόταν μια σκιά. Πολύ ψηλή. Λεπτή. Αφύσικη.


Αν προσέξεις καλά τη φωτογραφία θα το δεις κι εσύ.


Έτρεξα μέχρι το σπίτι όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Την απειλή που ένιωθα από αυτή τη παρουσία δε μπορώ να την περιγράψω με λόγια.


Δε ξέρω τι ήταν. Δε ξέρω αν έχει συμβεί κάτι παρόμοιο και σε σας. Το μόνο που ελπίζω είναι ότι δε με ακολούθησε μέχρι το σπίτι.



Αν σου άρεσε η ιστορία τότε έχουμε κάτι ακόμη για σένα:

Κάτι χαμογελάει στις σκιές



Our Horror Stories: Ευχαριστούμε το φίλο μας Στέλιο για την ιστορία που μας έστειλε.



Πριν φύγεις σιγουρέψου ότι δε σε ακολουθεί καμία σκιά:

Η σκιά πέρα από τον χρόνο



Διαβάστε επίσης:

Σημάδι από την Παναγία

Το μωρό στην άκρη του δρόμου

Η σκιά πέρα από τον χρόνο



Ακολουθήστε μας στη σελίδα μας στο Facebook 



 Ένα LIKE, SHARE και σχόλιο θα βοηθήσει να συνεχίσουμε το έργο μας!
ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ!

Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.


0

Το Ξεχασμένο Κινητό

 




Καλησπέρα.

Σας στέλνω τη δική μου περίεργη ιστορία επειδή, αν το πω σε κάποιον που με ξέρει, θα μου πει να ηρεμήσω. Ότι δεν έχω ξεπεράσει ακόμα τον θάνατο της μητέρας μου. Ότι το μυαλό, όταν πονάει, μπορεί να δει σημάδια εκεί που δεν υπάρχουν. Και ίσως να έχει δίκιο.

Θέλω όμως να ακούσω και τη δική σας άποψη, μιας και, όπως πιστεύω, θα έχετε ακούσει πολλές περίεργες ιστορίες.

Η μητέρα μου πέθανε πριν από τρία χρόνια.

Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες. Ήταν άρρωστη αρκετό καιρό, αλλά το τέλος ήρθε πιο γρήγορα απ’ όσο περιμέναμε. Από τότε κράτησα κάποια πράγματά της σε ένα κουτί στην αποθήκη. Φωτογραφίες, παλιά χαρτιά, ένα μαντήλι της, κάτι κοσμήματα που δεν είχαν αξία για κανέναν άλλο.

Δεν τα άγγιζα συχνά. Όχι επειδή δεν ήθελα να τη θυμάμαι. Το αντίθετο. Επειδή κάθε φορά που άνοιγα εκείνο το κουτί, μου φαινόταν ότι η απουσία της γινόταν ξανά καινούρια.

Προχθές το απόγευμα έψαχνα κάτι άσχετο στην αποθήκη. Ένα κατσαβίδι, νομίζω. Ή μια προέκταση. Δεν θυμάμαι καν. Άνοιξα ένα παλιό συρτάρι από ένα έπιπλο που είχαμε φέρει από το σπίτι της και δεν είχα χρησιμοποιήσει ποτέ.

Εκεί μέσα βρήκα ένα κινητό.

Ήταν μικρό, μαύρο, από εκείνα τα παλιά με κουμπιά. Όχι smartphone. Είχε γρατζουνιές στην οθόνη και σκόνη στα πλαϊνά. Στην αρχή σκέφτηκα ότι θα ήταν δικό της. Η μητέρα μου δεν τα πήγαινε ποτέ καλά με τα καινούρια κινητά. Πάντα προτιμούσε τα απλά.

Το κράτησα στο χέρι μου για λίγη ώρα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μου φάνηκε πιο βαρύ απ’ όσο έπρεπε. Πάτησα το κουμπί να ανοίξει. Τίποτα. Λογικό, σκέφτηκα. Τρία χρόνια κλειστό.

Το πήρα μαζί μου στο σαλόνι, περισσότερο από περιέργεια παρά από ανάγκη. Βρήκα έναν παλιό φορτιστή που ταίριαζε, τον σύνδεσα και άφησα το κινητό πάνω στο τραπεζάκι. Δεν περίμενα να δουλέψει.

Μετά από λίγα λεπτά, άναψε η οθόνη. Το φως της ήταν αχνό, σχεδόν γαλάζιο. Εμφανίστηκε πρώτα το σήμα φόρτισης και μετά η ώρα.

00:00.

Δεν μου έκανε εντύπωση. Τα παλιά κινητά έχαναν την ώρα όταν έμεναν χωρίς μπαταρία. Περίμενα λίγο και μετά το άνοιξα. Δεν είχε φωτογραφίες. Δεν είχε μηνύματα. Δεν είχε κλήσεις. Δεν είχε τίποτα.

Μόνο μία επαφή στον τηλεφωνικό κατάλογο: Μαμά

Έμεινα να κοιτάζω τη λέξη για αρκετά δευτερόλεπτα.

Στην αρχή χαμογέλασα, αλλά όχι κανονικά. Από εκείνα τα χαμόγελα που βγαίνουν όταν κάτι σε πονάει πριν προλάβεις να το καταλάβεις. Σκέφτηκα ότι μάλλον ήταν δικό μου παλιό κινητό και απλώς δεν το θυμόμουν. Ίσως το είχα αφήσει στο σπίτι της κάποτε. Ίσως το είχε κρατήσει εκείνη.

Άνοιξα την επαφή. Ο αριθμός δεν ήταν ο παλιός της. Αυτό με έκανε να σταματήσω.

Τον κοίταξα ξανά. Ψηφίο ψηφίο. Δεν μου έλεγε τίποτα. Δεν ήταν αποθηκευμένος στο κινητό μου. Δεν έμοιαζε καν με αριθμό που θυμόμουν από παλιά.

Για κάποιο λόγο, δεν τον κάλεσα. Έκλεισα το κινητό και το άφησα στο τραπέζι. Όλη την υπόλοιπη μέρα προσπαθούσα να μη σκέφτομαι τη λέξη στην οθόνη.

Μαμά.

Είναι περίεργο πώς μια τόσο απλή λέξη μπορεί να γίνει ξαφνικά βάρος.

Το βράδυ, πριν κοιμηθώ, το κινητό ήταν ακόμα στο τραπεζάκι. Δεν το είχα αγγίξει. Η οθόνη ήταν σβηστή.

Πέρασα από δίπλα του, πήγα στην κουζίνα, έβαλα νερό σε ένα ποτήρι και γύρισα στο σαλόνι για να κλείσω τα φώτα.

Τότε ακούστηκε. Ένας μικρός, ξερός ήχος. Όχι σαν σύγχρονη ειδοποίηση. Σαν παλιό μήνυμα.

Στάθηκα ακίνητος. Το κινητό είχε ανάψει. Στην οθόνη υπήρχε ένας φάκελος: Νέο μήνυμα.

Για λίγα δευτερόλεπτα δεν πλησίασα. Ένιωθα γελοίος. Ήταν απλώς ένα παλιό κινητό. Κάποια παλιά SIM. Κάποιος άγνωστος αριθμός. Κάποιο μήνυμα που άργησε χρόνια να φτάσει ή κάτι τέτοιο.

Αυτό προσπάθησα να πω στον εαυτό μου.

Πήρα το κινητό στα χέρια μου. Το μήνυμα ήταν από την επαφή:

Μαμά


Πάτησα άνοιγμα. Το μήνυμα είχε σταλεί εκείνη ακριβώς τη στιγμή. 23:47. Έγραφε μόνο:

"Έφαγες;"

Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα έτσι. Με το κινητό στο χέρι. Με εκείνη τη λέξη στην οθόνη.

"Έφαγες;"

Όπως μου έγραφε πάντα. Όπως με ρωτούσε κάθε φορά που αργούσα να απαντήσω. Όπως με ρωτούσε ακόμα κι όταν ήταν άρρωστη, ακόμα κι όταν δεν μπορούσε να φάει η ίδια, ακόμα κι όταν η φωνή της είχε γίνει ψίθυρος.

Έφαγες;

Κάθισα στον καναπέ και άρχισα να κλαίω χωρίς ήχο. Το κινητό έμεινε ανοιχτό στην παλάμη μου.

Κάτω από το μήνυμα υπήρχε η επιλογή:

"Απάντηση"

Δεν ξέρω αν πρέπει να απαντήσω. Δεν ξέρω αν πρέπει να γράψω «ναι». Δεν ξέρω αν πρέπει να ρωτήσω ποιος είναι.

Δεν ξέρω αν πρέπει απλώς να κλείσω το κινητό και να το πετάξω κάπου μακριά.

Γιατί όσο το κοιτάζω, τόσο περισσότερο φοβάμαι ότι το πραγματικά τρομακτικό δεν είναι πως έλαβα μήνυμα από τη μητέρα μου.

Το τρομακτικό είναι ότι ένα κομμάτι μου θέλει να απαντήσει.


Πριν φύγεις πρέπει να διαβάσεις κι αυτό:


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε το φίλο μας Μάριο για την ιστορία που μας έστειλε.


Αν σου άρεσε η ιστορία τότε αυτό είναι για σένα:


Διαβάστε επίσης:





Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.



0

Περιπέτεια στην Πεντέλη

 



Όσοι ασχολούνται με το παραφυσικό στην Αθήνα γνωρίζουν τις ιστορίες για την Πεντέλη —τα ηλεκτρομαγνητικά παράδοξα, τις χαμένες διαδρομές, τη Σπηλιά του Νταβέλη. 


Εγώ και ο φίλος μου ο Μάνος, ως λάτρεις του ραδιοερασιτεχνισμού και των αστικών θρύλων, αποφασίσαμε τον περασμένο Μάιο να κάνουμε μια νυχτερινή καταγραφή συχνοτήτων (EVP) στην περιοχή γύρω από το σπήλαιο.


Φτάσαμε εκεί γύρω στις 11:30 το βράδυ. Η ατμόσφαιρα ήταν παράξενα βαριά· δεν ακουγόταν ούτε ένα έντομο, ούτε ο αέρας ανάμεσα στα πεύκα.


Στήσαμε τον εξοπλισμό μας σε ένα ξέφωτο λίγα μέτρα μακριά από την είσοδο της σπηλιάς: έναν δέκτη ευρέως φάσματος και ένα αναλογικό κασετόφωνο. Ξεκινήσαμε να σαρώνουμε τις κενές συχνότητες στα βραχέα κύματα.


Το πρώτο εύρημα

Για περίπου σαράντα λεπτά ακουγόταν μόνο ο κλασικός λευκός θόρυβος (στατικός θόρυβος). Ξαφνικά, στις 00:33, η βελόνα του δέκτη κόλλησε μόνη της στους 1420 MHz —μια συχνότητα που ήταν τελείως καθαρή.


Ο ήχος 

Από το ηχείο δεν ακούστηκε παράσιτο. Ακούστηκε ο ήχος από βήματα σε χαλίκι, λες και κάποιος περπατούσε κυκλικά γύρω από το σημείο που είχαμε στήσει τα τρίποδα.


Η παράνοια

Κοιταχτήκαμε με τον Μάνο. Γύρω μας επικρατούσε απόλυτη σιωπή, αλλά μέσα από το ηχείο του ασυρμάτου τα βήματα ακούγονταν όλο και πιο κοντά.


Τότε, ο Μάνος αποφάσισε να κάνει μια ερώτηση στο μικρόφωνο: «Είναι κανείς εδώ μαζί μας;»


Αυτό που ακολούθησε μας πάγωσε το αίμα.


Από το ηχείο δεν βγήκε μια άγνωστη φωνή. Βγήκε η δική μου φωνή, με την ίδια ακριβώς χροιά, να επαναλαμβάνει λέξη προς λέξη μια πρόταση που είχα πει στον Μάνο στο αυτοκίνητο, την ώρα που ανεβαίναμε στο βουνό:


«Αν δούμε κάτι περίεργο, απλά τα παρατάμε όλα και φεύγουμε»


Μόλις ακούστηκε η ατάκα από τη συσκευή, ο φακός που κρατούσα στα χέρια μου έσβησε. Ταυτόχρονα, ακούστηκε ένας δυνατός, μεταλλικός γδούπος από το εσωτερικό της σπηλιάς, σαν να έπεσε κάποιο βαρύ εργαλείο.


Δεν περιμέναμε ούτε δευτερόλεπτο. Αφήσαμε τα τρίποδα και τις καλωδιώσεις εκεί, μπήκαμε στο αμάξι και κατεβήκαμε το βουνό με την καρδιά στο στόμα.


Το επόμενο πρωί, πήραμε την απόφαση να ανέβουμε μέρα μεσημέρι για να μαζέψουμε τον εξοπλισμό μας. Ο δέκτης και το κασετόφωνο ήταν ακόμα εκεί. Όμως, η ταινία μέσα στο κασετόφωνο ήταν εντελώς λιωμένη, σαν να είχε εκτεθεί σε υπερβολική θερμότητα.


Και το χειρότερο; Όταν βάλαμε μπρος το αυτοκίνητο για να φύγουμε, το ραδιόφωνο του αμαξιού άνοιξε μόνο του. Στην οθόνη εμφανίστηκε η συχνότητα 1420 MHz... και από τα ηχεία ακουγόταν η αναπνοή κάποιου που παρακολουθούσε τη διαδρομή μας καθώς κατεβαίναμε τις στροφές. 


UFOria


Εσείς έχετε επισκεφθεί ποτέ την Πεντέλη νύχτα; Έχετε παρατηρήσει ποτέ περίεργες παρεμβολές στο ραδιόφωνο ή στο κινητό σας κοντά στη σπηλιά; 


Αν σου αρέσουν οι σκοτεινές ιστορίες τότε σου ταιριάζει γάντι αυτό:

Wednesday - Thing


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Νίκο για την ιστορία που μας έστειλε.


Πριν φύγεις μη χάσεις αυτό:

Detective club


Διαβάστε επίσης:

FUCK OFF

Ο εισβολέας

Το ατύχημα



Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com για να την δημοσιεύσουμε.







0

«Μην ανοίξεις την πόρτα!»

 



Σας γράφω από το σπίτι των γονιών μου, όπου μένω τις τελευταίες τέσσερις ημέρες.

Είμαι τριάντα δύο ετών και μέχρι την προηγούμενη εβδομάδα δεν πίστευα στα φαντάσματα. Για οτιδήποτε παράξενο άκουγα, έβρισκα πάντοτε κάποια λογική εξήγηση.

Αυτό που συνέβη στο καινούργιο μου διαμέρισμα, όμως, δεν μπορώ να το εξηγήσω.

Μετακόμισα εκεί πριν από περίπου έναν μήνα. Βρίσκεται στον δεύτερο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας, σε μια σχετικά ήσυχη γειτονιά της Αθήνας. Το κτίριο είναι κακοσυντηρημένο, αλλά το διαμέρισμα ήταν μεγάλο και το ενοίκιο πολύ χαμηλότερο από όσα ζητούν στην περιοχή.

Ο ιδιοκτήτης μού είπε ότι βιαζόταν να το νοικιάσει επειδή έμενε κλειστό αρκετό καιρό.

Δεν τον ρώτησα γιατί.

Την πρώτη εβδομάδα δεν συνέβη τίποτα. Το μόνο που με ενοχλούσε ήταν οι θόρυβοι από το επάνω διαμέρισμα.

Κάθε βράδυ άκουγα ένα παιδί να τρέχει από τη μία άκρη του σπιτιού στην άλλη. Τα βήματά του ήταν γρήγορα και ελαφριά. Μερικές φορές σταματούσαν ακριβώς πάνω από την κρεβατοκάμαρά μου και ύστερα ξεκινούσαν πάλι.

Υπέθεσα ότι η οικογένεια του επάνω ορόφου είχε μικρό παιδί και δεν έδωσα σημασία.

Ώσπου ένα βράδυ κοίταξα την ώρα.

Ήταν 3:17.

Την επόμενη νύχτα ξύπνησα πάλι από τα ίδια βήματα. Κοίταξα το κινητό μου.

3:17.

Το παιδί έτρεξε πάνω από το κεφάλι μου και μια γυναίκα φώναξε:

«Μην ανοίξεις την πόρτα!»

Ακολούθησαν τρεις δυνατοί χτύποι.

Έπειτα απόλυτη σιωπή.

Το πρωί συνάντησα τον διαχειριστή στην είσοδο και του παραπονέθηκα. Περίμενα να μου πει ότι θα μιλούσε στους ενοίκους.

Αντί γι’ αυτό, με κοίταξε παράξενα.

«Ποιο παιδί;» με ρώτησε.

Του εξήγησα ότι οι θόρυβοι έρχονταν από το διαμέρισμα ακριβώς πάνω από το δικό μου.

Το πρόσωπό του άλλαξε.

«Εκεί δεν μένει κανείς», είπε. «Είναι άδειο εδώ και χρόνια».

Γέλασα, πιστεύοντας ότι μου έκανε πλάκα. Εκείνος, όμως, έβγαλε τα κλειδιά του και με πήγε επάνω.

Το διαμέρισμα ήταν πράγματι εγκαταλελειμμένο.

Τα δωμάτια ήταν άδεια, τα παράθυρα κλειστά και το πάτωμα καλυμμένο με ένα παχύ στρώμα σκόνης. Δεν υπήρχαν έπιπλα, παιχνίδια ή οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να προκαλεί τους θορύβους.

Πριν φύγουμε, πρόσεξα τρία βαθιά σημάδια στην εξώπορτα, περίπου στο ύψος του κεφαλιού μου. Έμοιαζαν σαν κάποιος να την είχε χτυπήσει με βαρύ μεταλλικό αντικείμενο.

Ρώτησα τον διαχειριστή τι είχε συμβεί εκεί.

Στην αρχή απέφευγε να απαντήσει. Όταν επέμεινα, μου είπε ότι πριν από είκοσι χρόνια ζούσε στο διαμέρισμα μια γυναίκα με τον οκτάχρονο γιο της.

Ένα βράδυ κάποιος χτύπησε την πόρτα τους.

Λίγες ώρες αργότερα, βρέθηκαν και οι δύο νεκροί.

Ο άντρας που καταδικάστηκε για τις δολοφονίες δεν ήταν κάποιος άγνωστος. Ήταν ο ένοικος του κάτω διαμερίσματος.

Του δικού μου διαμερίσματος.

Ο διαχειριστής προσπάθησε να με καθησυχάσει. Μου είπε ότι ο δολοφόνος είχε πεθάνει στη φυλακή πριν από χρόνια και ότι όλα αυτά ανήκαν στο παρελθόν.

Δεν του είπα τι είχα ακούσει τη νύχτα.

Επέστρεψα στο σπίτι αποφασισμένος να μη δώσω συνέχεια. Πίστευα ότι οι παλιοί σωλήνες και τα ξύλινα πατώματα δημιουργούσαν τους ήχους. Όσο για τη γυναικεία φωνή, ίσως να είχε έρθει από κάποιο άλλο διαμέρισμα.

Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα.

Περίμενα.

Στις 3:17 ακριβώς, τα παιδικά βήματα ακούστηκαν ξανά.

Αυτή τη φορά δεν έτρεχαν.

Προχωρούσαν αργά μέχρι που σταμάτησαν ακριβώς πάνω από το σημείο όπου καθόμουν.

Έπειτα άκουσα καθαρά τη φωνή του παιδιού.

«Μαμά… γύρισε».

Μια γυναίκα τού ψιθύρισε κάτι που δεν κατάλαβα.

Το παιδί μίλησε ξανά, δυνατότερα:

«Είναι πάλι στο κάτω διαμέρισμα».

Αμέσως μετά, ο επάνω όροφος σείστηκε.

Έπιπλα άρχισαν να σέρνονται, παρόλο που είχα δει με τα μάτια μου ότι το σπίτι ήταν άδειο. Ένα ποτήρι έσπασε. Η γυναίκα ούρλιαξε. Το παιδί έτρεξε προς την εξώπορτα και ακούστηκαν τρεις δυνατοί χτύποι.

Τότε κάποιος χτύπησε και τη δική μου πόρτα.

Τρεις φορές.

Δεν πλησίασα για να κοιτάξω από το ματάκι. Πήρα τα κλειδιά του αυτοκινήτου, βγήκα στο μπαλκόνι και κατέβηκα στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου από την εξωτερική σκάλα κινδύνου.

Έφυγα χωρίς να πάρω τίποτα μαζί μου.

Από τότε μένω με τους γονείς μου. Ο ιδιοκτήτης επιμένει ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να λύσουμε το συμβόλαιο. Λέει ότι τρόμαξα επειδή άκουσα την ιστορία των δολοφονιών και ότι το μυαλό μου δημιούργησε όλα τα υπόλοιπα.

Ίσως να έχει δίκιο.

Τα πράγματά μου βρίσκονται ακόμη εκεί και πρέπει σύντομα να αποφασίσω.

Να επιστρέψω στο διαμέρισμα ή να το ξενοικιάσω και να φύγω οριστικά;

Και αν φύγω, πρέπει να προειδοποιήσω τον επόμενο ενοικιαστή;

Ή να τον αφήσω να καταλάβει μόνος του γιατί το παιδί στον επάνω όροφο πιστεύει ότι ο δολοφόνος επέστρεψε;

Κάποια σύμβολα δίνουν δύναμη και γενναιότητα. Το χρειάζεσαι πάντα μαζί σου:


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Θεόφιλο για την ιστορία που μας έστειλε.

Διαβάστε επίσης:








Ακολουθήστε μας στη σελίδα μας στο Facebook 



 Ένα LIKE, SHARE και σχόλιο θα βοηθήσει να συνεχίσουμε το έργο μας!
ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ!




Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.




4

Μια εμπειρία που δεν έπρεπε να ζήσω



 Ήταν Οκτώβριος του 2022 όταν αποφασίσαμε με την παρέα μου —τον Νίκο, την Ελένη κι εμένα— να δοκιμάσουμε κάτι που βλέπαμε πάντα σε θρίλερ. Είχαμε μαζευτεί στο παλιό σπίτι της γιαγιάς της Ελένης στο χωριό, ένα διώροφο πέτρινο κτίσμα του '60 που έτριζε με το παραμικρό ρεύμα αέρα.


Ακριβώς στις 12:00 το βράδυ, κλείσαμε όλα τα φώτα. Τοποθετήσαμε τρία λευκά κεριά μπροστά από τον μεγάλο, οβάλ καθρέφτη του διαδρόμου —έναν παλιό καθρέφτη με θαμπές γωνίες από την υγρασία. Ανάψαμε τα κεριά, πιαστήκαμε από τα χέρια και ψιθυρίσαμε το γνωστό κάλεσμα τρεις φορές στο γυαλί.


Περιμέναμε για λίγα λεπτά αλλά δεν συνέβη απολύτως τίποτα. Γελάσαμε νευρικά, κοροϊδέψαμε τους εαυτούς μας για τη δεισιδαιμονία μας, σβήσαμε τα κεριά και πέσαμε για ύπνο.


Όταν φύγαμε την επόμενη μέρα από το σπίτι της γιαγιάς, άρχισα να αισθάνομαι πολύ παράξενα. Ένιωθα μια συνεχή αίσθηση παρακολούθησης, αλλά δεν είπα τίποτα στους άλλους — φοβόμουν ότι θα με περνούσαν για υπερβολικό ή παρανοϊκό. Κράτησα τη σιωπή μου για μέρες.


Μέχρι που μια μέρα, η Ελένη μας πήρε τηλέφωνο. Ήταν τρομοκρατημένη και μας ζήτησε επειγόντως να ξαναβρεθούμε.


Όταν συναντηθήκαμε, η φωνή της έτρεμε. Μας περιέγραψε μια ενοχλητική, περίεργη αίσθηση που βίωνε μετά το παιχνίδι με τα κεριά στο καθρέφτη:


Μια συνεχής, βαριά παγωνιά στον αυχένα, σαν κάποιος να σκύβει πάνω από τον ώμο της την ώρα που κοιτούσε την οθόνη του κινητού ή όταν έπλενε τα πιάτα.

Έναν περίεργο ήχο. Όχι φωνές. Σαν μια βραχνή, ρυθμική αναπνοή. Ακούγεται τόσο κοντά, μόλις λίγα εκατοστά πίσω από το αυτί, αλλά μόλις γυρίσεις απότομα, ο χώρος είναι άδειος.

Επίσης κάθε βράδυ, ακριβώς στις 00:00, τα φώτα στο δωμάτιό της τρεμοπαίζουν για δύο δευτερόλεπτα.


Τότε παγώσαμε όλοι. Κοιταχτήκαμε στα μάτια χωρίς να μιλάμε.


Ο Νίκος κι εγώ της εξηγήσαμε, με κομμένη την ανάσα, ότι ακριβώς τα ίδια πράγματα συνέβαιναν και σε εμάς, στα δικά μας σπίτια, από την ημέρα που φύγαμε από το χωριό.


Δεν ξέρουμε αν ανοίξαμε μια πόρτα που δεν έπρεπε ή αν φέραμε κάτι μαζί μας από εκείνον τον καθρέφτη. Το μόνο βέβαιο είναι ότι όλοι λένε πως τα πνεύματα δεν εμφανίζονται πάντα με κραυγές· μερικές φορές, απλά στέκονται πίσω σου και περιμένουν.


Πριν τελειώσεις την ιστορία ρίξε μια ματιά και σε αυτό:


Εσείς τι πιστεύετε ότι πρέπει να κάνουμε; Αν έχετε βιώσει κάτι παρόμοιο ή γνωρίζετε κάποιον τρόπο να σπάσει αυτός ο δεσμός, γράψτε μας στα σχόλια παρακάτω — κάθε συμβουλή είναι πλέον πολύτιμη.


Ένα παιχνίδι ειδικά για σένα:


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Σωκράτη για την ιστορία που μας έστειλε.



Διαβάστε επίσης:





Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.




1

Η Ντουλάπα της Μικρής



Καλησπέρα.

Γράφω αυτές τις γραμμές γιατί δεν ξέρω πώς αλλιώς να πείσω κάποιον ότι δεν κάναμε κακό στο παιδί μας. Εσείς έχετε ακούσει και δει διάφορα. Ίσως μπορέσετε να καταλάβετε. 

Ξέρω πώς ακούγεται αυτό. Ξέρω τι σκέφτεται ο κόσμος όταν ακούει έναν πατέρα να λέει ότι τα σημάδια στο σώμα της κόρης του δεν τα προκάλεσε άνθρωπος. Ξέρω ότι η λογική ψάχνει πάντα την πιο απλή εξήγηση.

Ένα παιδί μελανιασμένο.
Γονείς που λένε ότι δεν ξέρουν πώς έγινε.

Μια ιστορία για κάτι μέσα στη ντουλάπα.

Αν ήμουν στη θέση τους, ίσως να μην πίστευα ούτε εγώ εμένα.

Η κόρη μας, η Μαρίνα, είναι πέντε χρονών. Μέχρι πριν από δύο μήνες κοιμόταν κανονικά στο δωμάτιό της. Είχε ένα μικρό φωτάκι σε σχήμα φεγγαριού δίπλα στο κρεβάτι, δυο λούτρινα ζωάκια και μια παλιά ξύλινη ντουλάπα που υπήρχε ήδη στο σπίτι όταν μετακομίσαμε.

Το πρώτο βράδυ που φοβήθηκε, δεν δώσαμε σημασία.

Ήρθε στο δωμάτιό μας γύρω στις δύο, κρατώντας το αρκουδάκι της.

«Μπαμπά, είναι κάτι στη ντουλάπα».

Την πήρα αγκαλιά, της είπα ότι είδε όνειρο και τη γύρισα στο κρεβάτι της. Άνοιξα την ντουλάπα για να της δείξω ότι δεν υπήρχε τίποτα μέσα. Μόνο ρούχα, παπούτσια και ένα κουτί με παλιά παιχνίδια.

Μετά κοίταξα και κάτω από το κρεβάτι.

«Είδες;» της είπα. «Δεν υπάρχει κανείς».

Εκείνη κοιτούσε την ντουλάπα.

«Τώρα δεν είναι εκεί», ψιθύρισε.

Αυτό συνεχίστηκε για μέρες. Κάθε βράδυ, η ίδια διαδικασία. Άνοιγα την ντουλάπα, κουνούσα τα ρούχα, κοίταζα κάτω από το κρεβάτι, έκανα αστείες φωνές για να γελάσει. Η γυναίκα μου έλεγε ότι ήταν φυσιολογικό. Πολλά παιδιά περνούν τέτοιες φάσεις.

Μετά όμως άρχισαν οι θόρυβοι.

Μικρά χτυπήματα μέσα στη νύχτα. Ένα τρίξιμο. Ένας γδούπος, σαν να έπεσε κάτι μαλακό στο πάτωμα. Τρέχαμε στο δωμάτιο και βρίσκαμε τη Μαρίνα ξύπνια, καθισμένη στο κρεβάτι, να κλαίει χωρίς να μπορεί να εξηγήσει τι έγινε.

Μια νύχτα τη βρήκαμε στο πάτωμα.

Ήταν δίπλα στο κρεβάτι, κουλουριασμένη, με το μαξιλάρι σφιγμένο στην αγκαλιά της. Έκλαιγε τόσο δυνατά που δεν μπορούσε να αναπνεύσει.

«Έπεσες;» τη ρώτησα.

Κούνησε το κεφάλι.

«Με τράβηξε».

Κοίταξα τη γυναίκα μου.

Εκείνη είχε ασπρίσει.

Δεν θέλαμε να το κάνουμε θέμα. Δεν θέλαμε να τη φοβίσουμε περισσότερο. Βάλαμε προστατευτικό στο κρεβάτι, αφήναμε το φως του διαδρόμου ανοιχτό, κοιμόμασταν εναλλάξ στο πάτωμα του δωματίου της για λίγες νύχτες.

Όταν ήμασταν εμείς εκεί, δεν συνέβαινε τίποτα.

Η Μαρίνα κοιμόταν ήρεμα.

Αλλά κάθε φορά που γυρίζαμε στο δικό μας δωμάτιο, ξυπνούσε πάλι κλαίγοντας.

Μια μέρα, Δευτέρα πρέπει να ήταν, όταν την πήραμε από το νηπιαγωγείο, είδαμε τις μελανιές.

Ήταν στο δεξί της χέρι, λίγο πάνω από τον καρπό. Τέσσερα μικρά σημάδια, σαν δάχτυλα που την είχαν πιάσει δυνατά.

Η γυναίκα μου τη ρώτησε τι έγινε.

Η Μαρίνα κατέβασε το βλέμμα.

«Δεν θέλω να το πω», είπε.

«Σε χτύπησε κάποιο παιδί;»

Κούνησε αρνητικά το κεφάλι.

«Έπεσες;»

Πάλι όχι.

«Τότε ποιος το έκανε;»

Άρχισε να κλαίει.

Ήμασταν αποφασισμένοι να ζητήσουμε εξηγήσεις από τη δασκάλα της. 

Την επόμενη μέρα μας κάλεσαν στο σχολείο.

Η δασκάλα της ήταν ευγενική, αλλά το βλέμμα της είχε αλλάξει. Μας είπε ότι είδε τις μελανιές όταν η Μαρίνα πήγε στο νηπιαγωγείο. Ότι μίλησε μαζί της και μετά ενημέρωσε τη διευθύντρια. Ότι, σύμφωνα με τη διαδικασία, έπρεπε να ενημερωθούν οι αρμόδιες αρχές.

«Καταλαβαίνετε», είπε, «είμαστε υποχρεωμένοι».

Η γυναίκα μου άρχισε να κλαίει επιτόπου.

Εγώ προσπάθησα να εξηγήσω. Είπα για τους εφιάλτες, για τη ντουλάπα, για τα βράδια που τη βρίσκαμε στο πάτωμα. Όσο μιλούσα, τόσο πιο παράλογος ακουγόμουν.

Η δασκάλα δεν μας κατηγόρησε ευθέως.

Αυτό ήταν χειρότερο.

Μας κοίταζε με εκείνη τη λύπη που έχουν οι άνθρωποι όταν νομίζουν ότι ένα παιδί κινδυνεύει και οι γονείς του λένε ψέματα.

Το ίδιο βράδυ, τα πράγματα χειροτέρεψαν.

Η Μαρίνα δεν ήθελε να μπει στο δωμάτιό της. Ούρλιαζε, κρατιόταν από τη γυναίκα μου και έλεγε ότι αν κοιμηθεί εκεί, «θα την πάρει μέσα».

Τελικά την κοιμίσαμε στο δικό μας κρεβάτι.

Στις 03:12 ακούσαμε έναν δυνατό χτύπο από το δωμάτιό της.

Μετά άλλον.

Μετά έναν ήχο σαν πόρτα που ανοιγοκλείνει με δύναμη.

Πεταχτήκαμε και οι δύο. Η Μαρίνα κοιμόταν ανάμεσά μας. Ήταν εκεί. Αυτό προσπαθώ να το θυμάμαι καθαρά, γιατί είναι το μόνο πράγμα που δεν βγάζει νόημα.

Η Μαρίνα ήταν στο κρεβάτι μας.

Κι όμως, από το δωμάτιό της ακουγόταν η δική της φωνή να ουρλιάζει.

Έτρεξα πρώτος.

Η πόρτα του δωματίου της ήταν μισάνοιχτη και χτυπούσε στον τοίχο, παρόλο που δεν υπήρχε ρεύμα αέρα. Το παράθυρο ήταν κλειστό. Η ντουλάπα ήταν ανοιχτή.

Μόλις μπήκα μέσα κάτι τράβηξε το πάπλωμα από το άδειο κρεβάτι της.

Όχι αργά. Απότομα.

Σαν κάποιος να το άρπαξε και να το έσυρε προς τη ντουλάπα.

Η γυναίκα μου ούρλιαξε πίσω μου.

Έκανα ένα βήμα μπροστά, χωρίς να ξέρω τι θα κάνω. Τότε είδα κάτι που δεν θα μπορέσω ποτέ να αποδείξω.

Στο κρεβάτι, εκεί που πριν δεν υπήρχε τίποτα, το στρώμα βούλιαξε.

Σαν ένα μικρό σώμα να είχε πέσει πάνω του.

Και αμέσως μετά, η άκρη του στρώματος σηκώθηκε, λες και κάτι αόρατο τραβούσε αυτό το σώμα από το πόδι προς την ντουλάπα.

Δεν είδα τη Μαρίνα.

Δεν μπορούσα να τη δω.

Αλλά άκουγα τη φωνή της.

«Μπαμπά!»

Από μέσα στη ντουλάπα.

Έτρεξα και άρπαξα το πάπλωμα, το μαξιλάρι, ό,τι μπορούσα. Δεν υπήρχε σώμα. Δεν υπήρχε παιδί. Μόνο ύφασμα που τραβιόταν από κάτι που δεν έβλεπα.

Η γυναίκα μου κρατούσε την πραγματική Μαρίνα στην πόρτα. Είχε ξυπνήσει και έκλαιγε, αλλά δεν φώναζε.

Η φωνή που ερχόταν από τη ντουλάπα συνέχιζε να με καλεί.

Με τη φωνή της κόρης μου.

Κλώτσησα την πόρτα της ντουλάπας με όλη μου τη δύναμη. Τα φύλλα έκλεισαν απότομα.

Ο ήχος σταμάτησε.

Από τότε η Μαρίνα κοιμάται μαζί μας.

Η πρόνοια μάς έχει ήδη επισκεφθεί δύο φορές. Η αστυνομία πήρε κατάθεση. Μίλησαν με τη δασκάλα, με γείτονες, με συγγενείς. Μας ρωτούν ξανά και ξανά πώς έγιναν οι μελανιές. Γιατί το παιδί φοβάται τόσο. Γιατί λέει ότι «κάτι την τραβάει».

Κανείς δεν πιστεύει την απάντηση.

Και δεν τους κατηγορώ.

Αν ήμουν στη θέση τους, θα έκανα ακριβώς το ίδιο.

Μόνο που εμείς ξέρουμε ότι δεν είμαστε μόνοι μέσα στο σπίτι.

Την περασμένη εβδομάδα πήγαμε στην εκκλησία.

Δεν το είπαμε σε κανέναν. Δεν ξέρω καν αν το πιστεύαμε πραγματικά ή αν απλώς δεν μας είχε μείνει άλλη λύση. Μιλήσαμε με έναν παπά, έναν ήρεμο άνθρωπο που δεν γέλασε και δεν μας διέκοψε. Μας είπε ότι θα έρθει στο σπίτι να διαβάσει μια ευχή και να δει τον χώρο.

«Μέχρι τότε», είπε, «μην αφήσετε το παιδί να κοιμηθεί μόνο του».

Δεν το έχουμε αφήσει. Δεν πρόκειται.

Αλλά χθες το βράδυ, ενώ η Μαρίνα κοιμόταν ανάμεσά μας, ξύπνησα από έναν ήχο.

Ένα απαλό τρίξιμο.

Άνοιξα τα μάτια και κοίταξα προς την πόρτα του υπνοδωματίου μας.

Ήταν ανοιχτή. Στο βάθος του διαδρόμου, στο δωμάτιο της Μαρίνας, έβλεπα τη ντουλάπα.

Τα φύλλα της ήταν ανοιχτά. Και μέσα στο σκοτάδι ακουγόταν ένας απαλός ρυθμικός θόρυβος, σα κάτι να χτυπούσε αργά το ξύλο από την μέσα πλευρά.

Ο παπάς θα έρθει αύριο.

Αν δεν μπορέσει ούτε αυτός να κάνει κάτι, δεν ξέρω ποια λύση υπάρχει.

Γιατί η πρόνοια πιστεύει ότι πρέπει να πάρει τη Μαρίνα από εμάς για να την προστατεύσει.

Κι εμείς φοβόμαστε ότι, αν τη βγάλουν από αυτό το σπίτι, αυτό που είναι μέσα στη ντουλάπα θα πάει μαζί της.

Our Horror Stories : Ευχαριστούμε τον ανώνυμο φίλο για την ιστορία που μας έστειλε.

Διαβάστε επίσης: