0

Περιπέτεια στην Πεντέλη

 



Όσοι ασχολούνται με το παραφυσικό στην Αθήνα γνωρίζουν τις ιστορίες για την Πεντέλη —τα ηλεκτρομαγνητικά παράδοξα, τις χαμένες διαδρομές, τη Σπηλιά του Νταβέλη. 


Εγώ και ο φίλος μου ο Μάνος, ως λάτρεις του ραδιοερασιτεχνισμού και των αστικών θρύλων, αποφασίσαμε τον περασμένο Μάιο να κάνουμε μια νυχτερινή καταγραφή συχνοτήτων (EVP) στην περιοχή γύρω από το σπήλαιο.


Φτάσαμε εκεί γύρω στις 11:30 το βράδυ. Η ατμόσφαιρα ήταν παράξενα βαριά· δεν ακουγόταν ούτε ένα έντομο, ούτε ο αέρας ανάμεσα στα πεύκα.


Στήσαμε τον εξοπλισμό μας σε ένα ξέφωτο λίγα μέτρα μακριά από την είσοδο της σπηλιάς: έναν δέκτη ευρέως φάσματος και ένα αναλογικό κασετόφωνο. Ξεκινήσαμε να σαρώνουμε τις κενές συχνότητες στα βραχέα κύματα.


Το πρώτο εύρημα

Για περίπου σαράντα λεπτά ακουγόταν μόνο ο κλασικός λευκός θόρυβος (στατικός θόρυβος). Ξαφνικά, στις 00:33, η βελόνα του δέκτη κόλλησε μόνη της στους 1420 MHz —μια συχνότητα που ήταν τελείως καθαρή.


Ο ήχος 

Από το ηχείο δεν ακούστηκε παράσιτο. Ακούστηκε ο ήχος από βήματα σε χαλίκι, λες και κάποιος περπατούσε κυκλικά γύρω από το σημείο που είχαμε στήσει τα τρίποδα.


Η παράνοια

Κοιταχτήκαμε με τον Μάνο. Γύρω μας επικρατούσε απόλυτη σιωπή, αλλά μέσα από το ηχείο του ασυρμάτου τα βήματα ακούγονταν όλο και πιο κοντά.


Τότε, ο Μάνος αποφάσισε να κάνει μια ερώτηση στο μικρόφωνο: «Είναι κανείς εδώ μαζί μας;»


Αυτό που ακολούθησε μας πάγωσε το αίμα.


Από το ηχείο δεν βγήκε μια άγνωστη φωνή. Βγήκε η δική μου φωνή, με την ίδια ακριβώς χροιά, να επαναλαμβάνει λέξη προς λέξη μια πρόταση που είχα πει στον Μάνο στο αυτοκίνητο, την ώρα που ανεβαίναμε στο βουνό:


«Αν δούμε κάτι περίεργο, απλά τα παρατάμε όλα και φεύγουμε»


Μόλις ακούστηκε η ατάκα από τη συσκευή, ο φακός που κρατούσα στα χέρια μου έσβησε. Ταυτόχρονα, ακούστηκε ένας δυνατός, μεταλλικός γδούπος από το εσωτερικό της σπηλιάς, σαν να έπεσε κάποιο βαρύ εργαλείο.


Δεν περιμέναμε ούτε δευτερόλεπτο. Αφήσαμε τα τρίποδα και τις καλωδιώσεις εκεί, μπήκαμε στο αμάξι και κατεβήκαμε το βουνό με την καρδιά στο στόμα.


Το επόμενο πρωί, πήραμε την απόφαση να ανέβουμε μέρα μεσημέρι για να μαζέψουμε τον εξοπλισμό μας. Ο δέκτης και το κασετόφωνο ήταν ακόμα εκεί. Όμως, η ταινία μέσα στο κασετόφωνο ήταν εντελώς λιωμένη, σαν να είχε εκτεθεί σε υπερβολική θερμότητα.


Και το χειρότερο; Όταν βάλαμε μπρος το αυτοκίνητο για να φύγουμε, το ραδιόφωνο του αμαξιού άνοιξε μόνο του. Στην οθόνη εμφανίστηκε η συχνότητα 1420 MHz... και από τα ηχεία ακουγόταν η αναπνοή κάποιου που παρακολουθούσε τη διαδρομή μας καθώς κατεβαίναμε τις στροφές. 


UFOria


Εσείς έχετε επισκεφθεί ποτέ την Πεντέλη νύχτα; Έχετε παρατηρήσει ποτέ περίεργες παρεμβολές στο ραδιόφωνο ή στο κινητό σας κοντά στη σπηλιά; 


Αν σου αρέσουν οι σκοτεινές ιστορίες τότε σου ταιριάζει γάντι αυτό:

Wednesday - Thing


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Νίκο για την ιστορία που μας έστειλε.


Πριν φύγεις μη χάσεις αυτό:

Detective club


Διαβάστε επίσης:

FUCK OFF

Ο εισβολέας

Το ατύχημα



Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com για να την δημοσιεύσουμε.







0

«Μην ανοίξεις την πόρτα!»

 



Σας γράφω από το σπίτι των γονιών μου, όπου μένω τις τελευταίες τέσσερις ημέρες.

Είμαι τριάντα δύο ετών και μέχρι την προηγούμενη εβδομάδα δεν πίστευα στα φαντάσματα. Για οτιδήποτε παράξενο άκουγα, έβρισκα πάντοτε κάποια λογική εξήγηση.

Αυτό που συνέβη στο καινούργιο μου διαμέρισμα, όμως, δεν μπορώ να το εξηγήσω.

Μετακόμισα εκεί πριν από περίπου έναν μήνα. Βρίσκεται στον δεύτερο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας, σε μια σχετικά ήσυχη γειτονιά της Αθήνας. Το κτίριο είναι κακοσυντηρημένο, αλλά το διαμέρισμα ήταν μεγάλο και το ενοίκιο πολύ χαμηλότερο από όσα ζητούν στην περιοχή.

Ο ιδιοκτήτης μού είπε ότι βιαζόταν να το νοικιάσει επειδή έμενε κλειστό αρκετό καιρό.

Δεν τον ρώτησα γιατί.

Την πρώτη εβδομάδα δεν συνέβη τίποτα. Το μόνο που με ενοχλούσε ήταν οι θόρυβοι από το επάνω διαμέρισμα.

Κάθε βράδυ άκουγα ένα παιδί να τρέχει από τη μία άκρη του σπιτιού στην άλλη. Τα βήματά του ήταν γρήγορα και ελαφριά. Μερικές φορές σταματούσαν ακριβώς πάνω από την κρεβατοκάμαρά μου και ύστερα ξεκινούσαν πάλι.

Υπέθεσα ότι η οικογένεια του επάνω ορόφου είχε μικρό παιδί και δεν έδωσα σημασία.

Ώσπου ένα βράδυ κοίταξα την ώρα.

Ήταν 3:17.

Την επόμενη νύχτα ξύπνησα πάλι από τα ίδια βήματα. Κοίταξα το κινητό μου.

3:17.

Το παιδί έτρεξε πάνω από το κεφάλι μου και μια γυναίκα φώναξε:

«Μην ανοίξεις την πόρτα!»

Ακολούθησαν τρεις δυνατοί χτύποι.

Έπειτα απόλυτη σιωπή.

Το πρωί συνάντησα τον διαχειριστή στην είσοδο και του παραπονέθηκα. Περίμενα να μου πει ότι θα μιλούσε στους ενοίκους.

Αντί γι’ αυτό, με κοίταξε παράξενα.

«Ποιο παιδί;» με ρώτησε.

Του εξήγησα ότι οι θόρυβοι έρχονταν από το διαμέρισμα ακριβώς πάνω από το δικό μου.

Το πρόσωπό του άλλαξε.

«Εκεί δεν μένει κανείς», είπε. «Είναι άδειο εδώ και χρόνια».

Γέλασα, πιστεύοντας ότι μου έκανε πλάκα. Εκείνος, όμως, έβγαλε τα κλειδιά του και με πήγε επάνω.

Το διαμέρισμα ήταν πράγματι εγκαταλελειμμένο.

Τα δωμάτια ήταν άδεια, τα παράθυρα κλειστά και το πάτωμα καλυμμένο με ένα παχύ στρώμα σκόνης. Δεν υπήρχαν έπιπλα, παιχνίδια ή οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να προκαλεί τους θορύβους.

Πριν φύγουμε, πρόσεξα τρία βαθιά σημάδια στην εξώπορτα, περίπου στο ύψος του κεφαλιού μου. Έμοιαζαν σαν κάποιος να την είχε χτυπήσει με βαρύ μεταλλικό αντικείμενο.

Ρώτησα τον διαχειριστή τι είχε συμβεί εκεί.

Στην αρχή απέφευγε να απαντήσει. Όταν επέμεινα, μου είπε ότι πριν από είκοσι χρόνια ζούσε στο διαμέρισμα μια γυναίκα με τον οκτάχρονο γιο της.

Ένα βράδυ κάποιος χτύπησε την πόρτα τους.

Λίγες ώρες αργότερα, βρέθηκαν και οι δύο νεκροί.

Ο άντρας που καταδικάστηκε για τις δολοφονίες δεν ήταν κάποιος άγνωστος. Ήταν ο ένοικος του κάτω διαμερίσματος.

Του δικού μου διαμερίσματος.

Ο διαχειριστής προσπάθησε να με καθησυχάσει. Μου είπε ότι ο δολοφόνος είχε πεθάνει στη φυλακή πριν από χρόνια και ότι όλα αυτά ανήκαν στο παρελθόν.

Δεν του είπα τι είχα ακούσει τη νύχτα.

Επέστρεψα στο σπίτι αποφασισμένος να μη δώσω συνέχεια. Πίστευα ότι οι παλιοί σωλήνες και τα ξύλινα πατώματα δημιουργούσαν τους ήχους. Όσο για τη γυναικεία φωνή, ίσως να είχε έρθει από κάποιο άλλο διαμέρισμα.

Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα.

Περίμενα.

Στις 3:17 ακριβώς, τα παιδικά βήματα ακούστηκαν ξανά.

Αυτή τη φορά δεν έτρεχαν.

Προχωρούσαν αργά μέχρι που σταμάτησαν ακριβώς πάνω από το σημείο όπου καθόμουν.

Έπειτα άκουσα καθαρά τη φωνή του παιδιού.

«Μαμά… γύρισε».

Μια γυναίκα τού ψιθύρισε κάτι που δεν κατάλαβα.

Το παιδί μίλησε ξανά, δυνατότερα:

«Είναι πάλι στο κάτω διαμέρισμα».

Αμέσως μετά, ο επάνω όροφος σείστηκε.

Έπιπλα άρχισαν να σέρνονται, παρόλο που είχα δει με τα μάτια μου ότι το σπίτι ήταν άδειο. Ένα ποτήρι έσπασε. Η γυναίκα ούρλιαξε. Το παιδί έτρεξε προς την εξώπορτα και ακούστηκαν τρεις δυνατοί χτύποι.

Τότε κάποιος χτύπησε και τη δική μου πόρτα.

Τρεις φορές.

Δεν πλησίασα για να κοιτάξω από το ματάκι. Πήρα τα κλειδιά του αυτοκινήτου, βγήκα στο μπαλκόνι και κατέβηκα στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου από την εξωτερική σκάλα κινδύνου.

Έφυγα χωρίς να πάρω τίποτα μαζί μου.

Από τότε μένω με τους γονείς μου. Ο ιδιοκτήτης επιμένει ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να λύσουμε το συμβόλαιο. Λέει ότι τρόμαξα επειδή άκουσα την ιστορία των δολοφονιών και ότι το μυαλό μου δημιούργησε όλα τα υπόλοιπα.

Ίσως να έχει δίκιο.

Τα πράγματά μου βρίσκονται ακόμη εκεί και πρέπει σύντομα να αποφασίσω.

Να επιστρέψω στο διαμέρισμα ή να το ξενοικιάσω και να φύγω οριστικά;

Και αν φύγω, πρέπει να προειδοποιήσω τον επόμενο ενοικιαστή;

Ή να τον αφήσω να καταλάβει μόνος του γιατί το παιδί στον επάνω όροφο πιστεύει ότι ο δολοφόνος επέστρεψε;

Κάποια σύμβολα δίνουν δύναμη και γενναιότητα. Το χρειάζεσαι πάντα μαζί σου:


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Θεόφιλο για την ιστορία που μας έστειλε.

Διαβάστε επίσης:








Ακολουθήστε μας στη σελίδα μας στο Facebook 



 Ένα LIKE, SHARE και σχόλιο θα βοηθήσει να συνεχίσουμε το έργο μας!
ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ!




Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.




4

Μια εμπειρία που δεν έπρεπε να ζήσω



 Ήταν Οκτώβριος του 2022 όταν αποφασίσαμε με την παρέα μου —τον Νίκο, την Ελένη κι εμένα— να δοκιμάσουμε κάτι που βλέπαμε πάντα σε θρίλερ. Είχαμε μαζευτεί στο παλιό σπίτι της γιαγιάς της Ελένης στο χωριό, ένα διώροφο πέτρινο κτίσμα του '60 που έτριζε με το παραμικρό ρεύμα αέρα.


Ακριβώς στις 12:00 το βράδυ, κλείσαμε όλα τα φώτα. Τοποθετήσαμε τρία λευκά κεριά μπροστά από τον μεγάλο, οβάλ καθρέφτη του διαδρόμου —έναν παλιό καθρέφτη με θαμπές γωνίες από την υγρασία. Ανάψαμε τα κεριά, πιαστήκαμε από τα χέρια και ψιθυρίσαμε το γνωστό κάλεσμα τρεις φορές στο γυαλί.


Περιμέναμε για λίγα λεπτά αλλά δεν συνέβη απολύτως τίποτα. Γελάσαμε νευρικά, κοροϊδέψαμε τους εαυτούς μας για τη δεισιδαιμονία μας, σβήσαμε τα κεριά και πέσαμε για ύπνο.


Όταν φύγαμε την επόμενη μέρα από το σπίτι της γιαγιάς, άρχισα να αισθάνομαι πολύ παράξενα. Ένιωθα μια συνεχή αίσθηση παρακολούθησης, αλλά δεν είπα τίποτα στους άλλους — φοβόμουν ότι θα με περνούσαν για υπερβολικό ή παρανοϊκό. Κράτησα τη σιωπή μου για μέρες.


Μέχρι που μια μέρα, η Ελένη μας πήρε τηλέφωνο. Ήταν τρομοκρατημένη και μας ζήτησε επειγόντως να ξαναβρεθούμε.


Όταν συναντηθήκαμε, η φωνή της έτρεμε. Μας περιέγραψε μια ενοχλητική, περίεργη αίσθηση που βίωνε μετά το παιχνίδι με τα κεριά στο καθρέφτη:


Μια συνεχής, βαριά παγωνιά στον αυχένα, σαν κάποιος να σκύβει πάνω από τον ώμο της την ώρα που κοιτούσε την οθόνη του κινητού ή όταν έπλενε τα πιάτα.

Έναν περίεργο ήχο. Όχι φωνές. Σαν μια βραχνή, ρυθμική αναπνοή. Ακούγεται τόσο κοντά, μόλις λίγα εκατοστά πίσω από το αυτί, αλλά μόλις γυρίσεις απότομα, ο χώρος είναι άδειος.

Επίσης κάθε βράδυ, ακριβώς στις 00:00, τα φώτα στο δωμάτιό της τρεμοπαίζουν για δύο δευτερόλεπτα.


Τότε παγώσαμε όλοι. Κοιταχτήκαμε στα μάτια χωρίς να μιλάμε.


Ο Νίκος κι εγώ της εξηγήσαμε, με κομμένη την ανάσα, ότι ακριβώς τα ίδια πράγματα συνέβαιναν και σε εμάς, στα δικά μας σπίτια, από την ημέρα που φύγαμε από το χωριό.


Δεν ξέρουμε αν ανοίξαμε μια πόρτα που δεν έπρεπε ή αν φέραμε κάτι μαζί μας από εκείνον τον καθρέφτη. Το μόνο βέβαιο είναι ότι όλοι λένε πως τα πνεύματα δεν εμφανίζονται πάντα με κραυγές· μερικές φορές, απλά στέκονται πίσω σου και περιμένουν.


Πριν τελειώσεις την ιστορία ρίξε μια ματιά και σε αυτό:


Εσείς τι πιστεύετε ότι πρέπει να κάνουμε; Αν έχετε βιώσει κάτι παρόμοιο ή γνωρίζετε κάποιον τρόπο να σπάσει αυτός ο δεσμός, γράψτε μας στα σχόλια παρακάτω — κάθε συμβουλή είναι πλέον πολύτιμη.


Ένα παιχνίδι ειδικά για σένα:


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Σωκράτη για την ιστορία που μας έστειλε.



Διαβάστε επίσης:





Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.




1

Η Ντουλάπα της Μικρής



Καλησπέρα.

Γράφω αυτές τις γραμμές γιατί δεν ξέρω πώς αλλιώς να πείσω κάποιον ότι δεν κάναμε κακό στο παιδί μας. Εσείς έχετε ακούσει και δει διάφορα. Ίσως μπορέσετε να καταλάβετε. 

Ξέρω πώς ακούγεται αυτό. Ξέρω τι σκέφτεται ο κόσμος όταν ακούει έναν πατέρα να λέει ότι τα σημάδια στο σώμα της κόρης του δεν τα προκάλεσε άνθρωπος. Ξέρω ότι η λογική ψάχνει πάντα την πιο απλή εξήγηση.

Ένα παιδί μελανιασμένο.
Γονείς που λένε ότι δεν ξέρουν πώς έγινε.

Μια ιστορία για κάτι μέσα στη ντουλάπα.

Αν ήμουν στη θέση τους, ίσως να μην πίστευα ούτε εγώ εμένα.

Η κόρη μας, η Μαρίνα, είναι πέντε χρονών. Μέχρι πριν από δύο μήνες κοιμόταν κανονικά στο δωμάτιό της. Είχε ένα μικρό φωτάκι σε σχήμα φεγγαριού δίπλα στο κρεβάτι, δυο λούτρινα ζωάκια και μια παλιά ξύλινη ντουλάπα που υπήρχε ήδη στο σπίτι όταν μετακομίσαμε.

Το πρώτο βράδυ που φοβήθηκε, δεν δώσαμε σημασία.

Ήρθε στο δωμάτιό μας γύρω στις δύο, κρατώντας το αρκουδάκι της.

«Μπαμπά, είναι κάτι στη ντουλάπα».

Την πήρα αγκαλιά, της είπα ότι είδε όνειρο και τη γύρισα στο κρεβάτι της. Άνοιξα την ντουλάπα για να της δείξω ότι δεν υπήρχε τίποτα μέσα. Μόνο ρούχα, παπούτσια και ένα κουτί με παλιά παιχνίδια.

Μετά κοίταξα και κάτω από το κρεβάτι.

«Είδες;» της είπα. «Δεν υπάρχει κανείς».

Εκείνη κοιτούσε την ντουλάπα.

«Τώρα δεν είναι εκεί», ψιθύρισε.

Αυτό συνεχίστηκε για μέρες. Κάθε βράδυ, η ίδια διαδικασία. Άνοιγα την ντουλάπα, κουνούσα τα ρούχα, κοίταζα κάτω από το κρεβάτι, έκανα αστείες φωνές για να γελάσει. Η γυναίκα μου έλεγε ότι ήταν φυσιολογικό. Πολλά παιδιά περνούν τέτοιες φάσεις.

Μετά όμως άρχισαν οι θόρυβοι.

Μικρά χτυπήματα μέσα στη νύχτα. Ένα τρίξιμο. Ένας γδούπος, σαν να έπεσε κάτι μαλακό στο πάτωμα. Τρέχαμε στο δωμάτιο και βρίσκαμε τη Μαρίνα ξύπνια, καθισμένη στο κρεβάτι, να κλαίει χωρίς να μπορεί να εξηγήσει τι έγινε.

Μια νύχτα τη βρήκαμε στο πάτωμα.

Ήταν δίπλα στο κρεβάτι, κουλουριασμένη, με το μαξιλάρι σφιγμένο στην αγκαλιά της. Έκλαιγε τόσο δυνατά που δεν μπορούσε να αναπνεύσει.

«Έπεσες;» τη ρώτησα.

Κούνησε το κεφάλι.

«Με τράβηξε».

Κοίταξα τη γυναίκα μου.

Εκείνη είχε ασπρίσει.

Δεν θέλαμε να το κάνουμε θέμα. Δεν θέλαμε να τη φοβίσουμε περισσότερο. Βάλαμε προστατευτικό στο κρεβάτι, αφήναμε το φως του διαδρόμου ανοιχτό, κοιμόμασταν εναλλάξ στο πάτωμα του δωματίου της για λίγες νύχτες.

Όταν ήμασταν εμείς εκεί, δεν συνέβαινε τίποτα.

Η Μαρίνα κοιμόταν ήρεμα.

Αλλά κάθε φορά που γυρίζαμε στο δικό μας δωμάτιο, ξυπνούσε πάλι κλαίγοντας.

Μια μέρα, Δευτέρα πρέπει να ήταν, όταν την πήραμε από το νηπιαγωγείο, είδαμε τις μελανιές.

Ήταν στο δεξί της χέρι, λίγο πάνω από τον καρπό. Τέσσερα μικρά σημάδια, σαν δάχτυλα που την είχαν πιάσει δυνατά.

Η γυναίκα μου τη ρώτησε τι έγινε.

Η Μαρίνα κατέβασε το βλέμμα.

«Δεν θέλω να το πω», είπε.

«Σε χτύπησε κάποιο παιδί;»

Κούνησε αρνητικά το κεφάλι.

«Έπεσες;»

Πάλι όχι.

«Τότε ποιος το έκανε;»

Άρχισε να κλαίει.

Ήμασταν αποφασισμένοι να ζητήσουμε εξηγήσεις από τη δασκάλα της. 

Την επόμενη μέρα μας κάλεσαν στο σχολείο.

Η δασκάλα της ήταν ευγενική, αλλά το βλέμμα της είχε αλλάξει. Μας είπε ότι είδε τις μελανιές όταν η Μαρίνα πήγε στο νηπιαγωγείο. Ότι μίλησε μαζί της και μετά ενημέρωσε τη διευθύντρια. Ότι, σύμφωνα με τη διαδικασία, έπρεπε να ενημερωθούν οι αρμόδιες αρχές.

«Καταλαβαίνετε», είπε, «είμαστε υποχρεωμένοι».

Η γυναίκα μου άρχισε να κλαίει επιτόπου.

Εγώ προσπάθησα να εξηγήσω. Είπα για τους εφιάλτες, για τη ντουλάπα, για τα βράδια που τη βρίσκαμε στο πάτωμα. Όσο μιλούσα, τόσο πιο παράλογος ακουγόμουν.

Η δασκάλα δεν μας κατηγόρησε ευθέως.

Αυτό ήταν χειρότερο.

Μας κοίταζε με εκείνη τη λύπη που έχουν οι άνθρωποι όταν νομίζουν ότι ένα παιδί κινδυνεύει και οι γονείς του λένε ψέματα.

Το ίδιο βράδυ, τα πράγματα χειροτέρεψαν.

Η Μαρίνα δεν ήθελε να μπει στο δωμάτιό της. Ούρλιαζε, κρατιόταν από τη γυναίκα μου και έλεγε ότι αν κοιμηθεί εκεί, «θα την πάρει μέσα».

Τελικά την κοιμίσαμε στο δικό μας κρεβάτι.

Στις 03:12 ακούσαμε έναν δυνατό χτύπο από το δωμάτιό της.

Μετά άλλον.

Μετά έναν ήχο σαν πόρτα που ανοιγοκλείνει με δύναμη.

Πεταχτήκαμε και οι δύο. Η Μαρίνα κοιμόταν ανάμεσά μας. Ήταν εκεί. Αυτό προσπαθώ να το θυμάμαι καθαρά, γιατί είναι το μόνο πράγμα που δεν βγάζει νόημα.

Η Μαρίνα ήταν στο κρεβάτι μας.

Κι όμως, από το δωμάτιό της ακουγόταν η δική της φωνή να ουρλιάζει.

Έτρεξα πρώτος.

Η πόρτα του δωματίου της ήταν μισάνοιχτη και χτυπούσε στον τοίχο, παρόλο που δεν υπήρχε ρεύμα αέρα. Το παράθυρο ήταν κλειστό. Η ντουλάπα ήταν ανοιχτή.

Μόλις μπήκα μέσα κάτι τράβηξε το πάπλωμα από το άδειο κρεβάτι της.

Όχι αργά. Απότομα.

Σαν κάποιος να το άρπαξε και να το έσυρε προς τη ντουλάπα.

Η γυναίκα μου ούρλιαξε πίσω μου.

Έκανα ένα βήμα μπροστά, χωρίς να ξέρω τι θα κάνω. Τότε είδα κάτι που δεν θα μπορέσω ποτέ να αποδείξω.

Στο κρεβάτι, εκεί που πριν δεν υπήρχε τίποτα, το στρώμα βούλιαξε.

Σαν ένα μικρό σώμα να είχε πέσει πάνω του.

Και αμέσως μετά, η άκρη του στρώματος σηκώθηκε, λες και κάτι αόρατο τραβούσε αυτό το σώμα από το πόδι προς την ντουλάπα.

Δεν είδα τη Μαρίνα.

Δεν μπορούσα να τη δω.

Αλλά άκουγα τη φωνή της.

«Μπαμπά!»

Από μέσα στη ντουλάπα.

Έτρεξα και άρπαξα το πάπλωμα, το μαξιλάρι, ό,τι μπορούσα. Δεν υπήρχε σώμα. Δεν υπήρχε παιδί. Μόνο ύφασμα που τραβιόταν από κάτι που δεν έβλεπα.

Η γυναίκα μου κρατούσε την πραγματική Μαρίνα στην πόρτα. Είχε ξυπνήσει και έκλαιγε, αλλά δεν φώναζε.

Η φωνή που ερχόταν από τη ντουλάπα συνέχιζε να με καλεί.

Με τη φωνή της κόρης μου.

Κλώτσησα την πόρτα της ντουλάπας με όλη μου τη δύναμη. Τα φύλλα έκλεισαν απότομα.

Ο ήχος σταμάτησε.

Από τότε η Μαρίνα κοιμάται μαζί μας.

Η πρόνοια μάς έχει ήδη επισκεφθεί δύο φορές. Η αστυνομία πήρε κατάθεση. Μίλησαν με τη δασκάλα, με γείτονες, με συγγενείς. Μας ρωτούν ξανά και ξανά πώς έγιναν οι μελανιές. Γιατί το παιδί φοβάται τόσο. Γιατί λέει ότι «κάτι την τραβάει».

Κανείς δεν πιστεύει την απάντηση.

Και δεν τους κατηγορώ.

Αν ήμουν στη θέση τους, θα έκανα ακριβώς το ίδιο.

Μόνο που εμείς ξέρουμε ότι δεν είμαστε μόνοι μέσα στο σπίτι.

Την περασμένη εβδομάδα πήγαμε στην εκκλησία.

Δεν το είπαμε σε κανέναν. Δεν ξέρω καν αν το πιστεύαμε πραγματικά ή αν απλώς δεν μας είχε μείνει άλλη λύση. Μιλήσαμε με έναν παπά, έναν ήρεμο άνθρωπο που δεν γέλασε και δεν μας διέκοψε. Μας είπε ότι θα έρθει στο σπίτι να διαβάσει μια ευχή και να δει τον χώρο.

«Μέχρι τότε», είπε, «μην αφήσετε το παιδί να κοιμηθεί μόνο του».

Δεν το έχουμε αφήσει. Δεν πρόκειται.

Αλλά χθες το βράδυ, ενώ η Μαρίνα κοιμόταν ανάμεσά μας, ξύπνησα από έναν ήχο.

Ένα απαλό τρίξιμο.

Άνοιξα τα μάτια και κοίταξα προς την πόρτα του υπνοδωματίου μας.

Ήταν ανοιχτή. Στο βάθος του διαδρόμου, στο δωμάτιο της Μαρίνας, έβλεπα τη ντουλάπα.

Τα φύλλα της ήταν ανοιχτά. Και μέσα στο σκοτάδι ακουγόταν ένας απαλός ρυθμικός θόρυβος, σα κάτι να χτυπούσε αργά το ξύλο από την μέσα πλευρά.

Ο παπάς θα έρθει αύριο.

Αν δεν μπορέσει ούτε αυτός να κάνει κάτι, δεν ξέρω ποια λύση υπάρχει.

Γιατί η πρόνοια πιστεύει ότι πρέπει να πάρει τη Μαρίνα από εμάς για να την προστατεύσει.

Κι εμείς φοβόμαστε ότι, αν τη βγάλουν από αυτό το σπίτι, αυτό που είναι μέσα στη ντουλάπα θα πάει μαζί της.

Our Horror Stories : Ευχαριστούμε τον ανώνυμο φίλο για την ιστορία που μας έστειλε.

Διαβάστε επίσης:










2

Το καταραμένο χωριό




Η ιστορία που θα σας διηγηθώ δεν συνέβη σε μένα.


Την άκουσα από τη γιαγιά μου, όταν ήμουν ακόμη παιδί. Για χρόνια πίστευα ότι ήταν ένα από εκείνα τα παραμύθια που έλεγαν παλιά οι μεγάλοι για να φοβίζουν τα παιδιά και να μην απομακρύνονται από το σπίτι μετά τη δύση του ήλιου.


Μόνο που η γιαγιά μου δεν τη διηγούνταν σαν παραμύθι.


Κάθε φορά που μιλούσε γι’ αυτήν, χαμήλωνε τη φωνή της. Τα χέρια της άρχιζαν να τρέμουν και το βλέμμα της έμενε καρφωμένο σε κάποιο σημείο πίσω μου, σαν να έβλεπε ξανά μπροστά της όσα είχαν συμβεί εκείνο το βράδυ.


Η ίδια έλεγε πως εκείνη ήταν η νύχτα που το χωριό μας το καταράστηκε ο διάβολος. 


Δεν θα σας αποκαλύψω το όνομά του. Υπάρχει ακόμη, αν και σήμερα έχουν απομείνει λιγότεροι από σαράντα μόνιμοι κάτοικοι. Τα περισσότερα σπίτια είναι εγκαταλελειμμένα και οι αυλές τους έχουν πνιγεί από αγριόχορτα. Οι νεότεροι έφυγαν για τις πόλεις και οι ηλικιωμένοι που απέμειναν αποφεύγουν να μιλούν για το παρελθόν.


Στην άκρη του χωριού υπάρχει ένα πέτρινο σπίτι με μισογκρεμισμένη σκεπή και κλειστά παντζούρια. Κανένας δεν το πλησιάζει. Ακόμη και σήμερα, όσοι περνούν από τον δρόμο μπροστά του κάνουν τον σταυρό τους και επιταχύνουν το βήμα τους.


Σε εκείνο το σπίτι έμενε κάποτε μια νεαρή γυναίκα που λεγόταν Ελένη.


Η γιαγιά μου ήταν τότε περίπου εννέα ετών και ζούσε ακριβώς δίπλα, μαζί με τους γονείς και τις δύο μεγαλύτερες αδελφές της.


Η Ελένη ήταν ανύπαντρη και έγκυος.


Σήμερα αυτό μπορεί να μη φαίνεται τόσο τρομερό. Εκείνη την εποχή, όμως, και ειδικά σε ένα μικρό χωριό, ήταν αρκετό για να κάνει τους ανθρώπους να ψιθυρίζουν μόλις την έβλεπαν. Κάποιες γυναίκες την απέφευγαν. Άλλες τη λυπούνταν. Οι περισσότερες, όμως, την κατηγορούσαν, σαν η εγκυμοσύνη της να αποτελούσε προσβολή για ολόκληρο το χωριό.


Ο πατέρας του παιδιού λεγόταν Ανέστης.


Δεν ήταν από εκεί. Είχε εμφανιστεί λίγα χρόνια νωρίτερα, όταν άρχισε να εργάζεται σε κάποια έργα έξω από την κοντινότερη πόλη. Ήταν μεγαλύτερος από την Ελένη, καλοντυμένος και πολύ πιο μορφωμένος από τους περισσότερους άντρες του χωριού.


Της είχε υποσχεθεί ότι θα την παντρευόταν πριν γεννηθεί το παιδί.


Έμενε μαζί της για δύο ή τρεις ημέρες και έπειτα εξαφανιζόταν για ολόκληρη την εβδομάδα, δήθεν λόγω της δουλειάς του. Κάποιοι έλεγαν ότι είχε γυναίκα και παιδιά στην πόλη. Άλλοι ισχυρίζονταν ότι δεν εργαζόταν εκεί όπου έλεγε και ότι κανείς δεν ήξερε από πού ερχόταν πραγματικά.


Η Ελένη δεν άκουγε κανέναν.


Περίμενε το παιδί και ήταν βέβαιη ότι, μόλις το γεννούσε, ο Ανέστης θα τη στεφανωνόταν.


Από τον έβδομο μήνα της εγκυμοσύνης, όμως, άρχισαν τα προβλήματα.


Η κοιλιά της είχε μεγαλώσει αφύσικα. Δεν ήταν στρογγυλή όπως των άλλων εγκύων. Η μια πλευρά της εξείχε περισσότερο και μερικές φορές άλλαζε σχήμα μπροστά στα μάτια όσων βρίσκονταν κοντά της.


Η Ελένη υπέφερε από δυνατούς πόνους. Έλεγε πως το παιδί δεν κλοτσούσε όπως ένα κανονικό μωρό. Ένιωθε κάτι να σέρνεται μέσα της, αργά, από τη μια πλευρά της κοιλιάς στην άλλη. Κάποιες νύχτες ξυπνούσε επειδή αισθανόταν μικρά δάχτυλα να πιέζουν το δέρμα της από μέσα.


Ο γιατρός που ερχόταν στο χωριό μία φορά την εβδομάδα την εξέτασε και είπε ότι το έμβρυο βρισκόταν σε λανθασμένη θέση. Δεν υπήρχαν τότε τα μέσα που υπάρχουν σήμερα. Της συνέστησε ξεκούραση και είπε ότι, όταν θα πλησίαζε η ώρα, έπρεπε να μεταφερθεί στην πόλη.


Η γριά μαία του χωριού είχε διαφορετική γνώμη.


Όταν ακούμπησε τα χέρια της στην κοιλιά της Ελένης, τραβήχτηκε απότομα. Δεν εξήγησε τι αισθάνθηκε. Μάζεψε βιαστικά τα πράγματά της και, προτού φύγει, είπε μόνο:


«Αυτό το παιδί δεν κάθεται λάθος. Δεν θέλει να γεννηθεί».


Αργότερα, όταν η μητέρα της γιαγιάς μου την πίεσε να μιλήσει, η μαία παραδέχτηκε κάτι ακόμη.


Είπε ότι είχε ξεγεννήσει δεκάδες γυναίκες, αλλά αυτό που κινούνταν μέσα στην Ελένη δεν της φάνηκε ανθρώπινο.


Λίγες ημέρες αργότερα άρχισαν οι εφιάλτες.


Η Ελένη έβλεπε μαύρες μορφές να στέκονται γύρω από το κρεβάτι της. Δεν είχαν πρόσωπα, μόνο βαθιές κοιλότητες εκεί όπου θα έπρεπε να βρίσκονται τα μάτια τους. Ψιθύριζαν σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινε και άπλωναν τα χέρια τους προς την κοιλιά της.


Ανάμεσά τους βρισκόταν πάντα μια ψηλότερη μορφή.


Εκείνη δεν πλησίαζε. Στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας και παρακολουθούσε τους άλλους. Η Ελένη δεν μπορούσε να δει καθαρά το πρόσωπό της, αλλά ήταν σίγουρη ότι χαμογελούσε.


Κάθε φορά που ξυπνούσε, η εξώπορτα του σπιτιού ήταν ανοιχτή.


Η Ελένη άρχισε να φοβάται να κοιμηθεί. Περνούσε τις νύχτες καθισμένη στην κουζίνα, με όλα τα λυχνάρια αναμμένα. Μερικές φορές έτρεχε στο διπλανό σπίτι και παρακαλούσε τη μητέρα της γιαγιάς μου να την αφήσει να κοιμηθεί μαζί τους.


Έλεγε ότι κάποιος περπατούσε γύρω από το σπίτι της.


Όχι όμως σαν άνθρωπος.


Άκουγε βήματα να σταματούν κάτω από το παράθυρό της και κάτι αιχμηρό να ξύνει αργά τις πέτρες του τοίχου. Το πρωί έβρισκε χώματα γύρω από το κρεβάτι της και μικρές μαύρες κηλίδες πάνω στα σεντόνια.


Ο Ανέστης έλειπε εκείνες τις ημέρες.


Η Ελένη τον περίμενε να επιστρέψει, αλλά κανείς δεν ήξερε πού βρισκόταν.


Ένα βράδυ, λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, η οικογένεια της γιαγιάς μου ξύπνησε από μια κραυγή.


Δεν έμοιαζε με κραυγή πόνου. Η γιαγιά μου έλεγε πως ήταν η φωνή ενός ανθρώπου που είχε δει κάτι το οποίο δεν θα έπρεπε να υπάρχει.


Ο πατέρας της άρπαξε το λυχνάρι και έτρεξε στο σπίτι της Ελένης. Η γυναίκα του και οι μεγαλύτερες κόρες τον ακολούθησαν. Η γιαγιά μου τούς ακολούθησε κρυφά και στάθηκε στην είσοδο.


Η εξώπορτα ήταν ορθάνοιχτη.


Υπήρχαν αίματα στον διάδρομο, στους τοίχους και μέχρι πάνω στα ξύλα της πόρτας του υπνοδωματίου.


Βρήκαν την Ελένη ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Το νυχτικό της ήταν σκισμένο και το στρώμα από κάτω της είχε ποτίσει στο αίμα. Η κοιλιά της είχε αδειάσει. Όλα έδειχναν ότι είχε γεννήσει.


Το παιδί, όμως, δεν βρισκόταν πουθενά.


Η Ελένη έκλαιγε και φώναζε ξανά και ξανά την ίδια φράση:


«Μου το πήρε. Ο δαίμονας πήρε το παιδί μου».


Η μητέρα της γιαγιάς μου προσπάθησε να την ηρεμήσει και τη ρώτησε ποιος είχε μπει στο σπίτι.


Η Ελένη άρπαξε το χέρι της τόσο δυνατά, ώστε τα νύχια της μπήκαν στο δέρμα.


«Δεν μπήκε», της είπε. «Ήταν ήδη εδώ. Τόσους μήνες ήταν εδώ».


Κανείς δεν κατάλαβε τι εννοούσε.


Έψαξαν όλο το σπίτι. Κοίταξαν κάτω από το κρεβάτι, μέσα στα μπαούλα, στην αποθήκη και στην αυλή. Δεν βρήκαν ούτε το μωρό ούτε κάποιο ίχνος που να δείχνει τι είχε συμβεί.


Τότε, ενώ όλοι βρίσκονταν ακόμη στο υπνοδωμάτιο, ακούστηκε η εξώπορτα.


Ο Ανέστης στεκόταν στο κατώφλι.


Υποτίθεται ότι βρισκόταν σε ταξίδι και κανείς δεν τον είχε δει να μπαίνει στο χωριό. Δεν κρατούσε αποσκευές. Τα παπούτσια και τα ρούχα του ήταν καθαρά, παρά τη λάσπη που υπήρχε στους δρόμους από τη δυνατή βροχή.


Όταν αντίκρισε την Ελένη, δεν έτρεξε κοντά της.


Δεν τη ρώτησε τι είχε συμβεί.


Έμεινε στην άκρη του δωματίου και την κοίταζε σιωπηλός.


Μόλις εκείνη τον είδε, άρχισε να ουρλιάζει ακόμη πιο δυνατά.


Έδειχνε προς το μέρος του και φώναζε:


«Μην τον αφήσετε να με πλησιάσει! Αυτός το έφερε μέσα μου!»


Οι άντρες του χωριού πίστεψαν ότι η Ελένη είχε χάσει τα λογικά της. Κάποιοι υποψιάστηκαν ότι είχε γεννήσει μόνη της και, μέσα στον πανικό της, είχε σκοτώσει ή κρύψει το παιδί.


Το βρέφος δεν βρέθηκε ποτέ.


Η Ελένη μεταφέρθηκε στην πόλη το επόμενο πρωί. Δεν επέστρεψε ξανά στο χωριό. Άλλοι είπαν ότι την έκλεισαν σε ίδρυμα. Άλλοι ότι πέθανε λίγους μήνες αργότερα. Η γιαγιά μου δεν έμαθε ποτέ με βεβαιότητα τι απέγινε.


Ο Ανέστης έμεινε εκείνο το βράδυ στο σπίτι.


Λίγο πριν χαράξει, η γιαγιά μου ξύπνησε από έναν επαναλαμβανόμενο ήχο. Κάποιος χτυπούσε το χώμα με φτυάρι.


Σηκώθηκε χωρίς να ξυπνήσει τους γονείς της και κοίταξε από το παράθυρο. Η βροχή είχε σταματήσει και το φεγγάρι φώτιζε την αυλή του διπλανού σπιτιού.


Ο Ανέστης βρισκόταν κάτω από τη μεγάλη συκιά.


Είχε ανοίξει έναν λάκκο και κρατούσε στην αγκαλιά του κάτι τυλιγμένο με ένα λευκό, ματωμένο πανί.


Η γιαγιά μου ήταν παιδί, αλλά ήξερε πολύ καλά τι έβλεπε.


Το δέμα είχε το μέγεθος ενός νεογέννητου.


Τη στιγμή που ο Ανέστης έσκυψε για να το βάλει στον λάκκο, το πανί άνοιξε. Ένα μικροσκοπικό χέρι φάνηκε για λίγα δευτερόλεπτα.


Δεν έμοιαζε, όμως, με χέρι ανθρώπινου μωρού.


Τα δάχτυλά του ήταν υπερβολικά μακριά και στην άκρη τους υπήρχαν λεπτά, μαύρα νύχια.


Η γιαγιά μου δεν μπόρεσε να συγκρατήσει μια κραυγή.


Ο Ανέστης σήκωσε αμέσως το κεφάλι και κοίταξε προς το παράθυρο.


Το πρόσωπό του βρισκόταν μισό μέσα στο φως και μισό στη σκιά. Η γιαγιά μου έλεγε ότι εκείνη τη στιγμή δεν έμοιαζε πια με τον άντρα που γνώριζαν.


Τα μάτια του ήταν κατάμαυρα και το στόμα του φαινόταν πολύ μεγαλύτερο απ’ όσο θα έπρεπε. Η σκιά πίσω του υψωνόταν πάνω από το σώμα του και σχημάτιζε δύο μυτερές προεξοχές στο κεφάλι.


Της χαμογέλασε.


Έπειτα ακούμπησε το δάχτυλό του στα χείλη, ζητώντας της να μη μιλήσει.


Η γιαγιά μου κρύφτηκε κάτω από τα σκεπάσματα και έμεινε εκεί μέχρι το πρωί. Όταν κατάφερε να πει στους γονείς της τι είχε δει, ο Ανέστης είχε εξαφανιστεί.


Δεν επέστρεψε ποτέ στο χωριό.


Ο πατέρας της πήγε στην αυλή του σπιτιού, αλλά το χώμα κάτω από τη συκιά ήταν λασπωμένο από τη βροχή και δεν φαινόταν να έχει σκαφτεί. Θεώρησε ότι η κόρη του είχε τρομάξει από όσα συνέβησαν και είχε δει εφιάλτη.


Χρόνια αργότερα, η γιαγιά μου έμαθε κάτι που οι μεγάλοι έκρυβαν τότε από τα παιδιά.


Η Ελένη δεν ήταν η πρώτη έγκυος που είχε ζήσει σε εκείνο το σπίτι.


Τρεις γυναίκες πριν από εκείνη είχαν χάσει τα παιδιά τους λίγο πριν γεννήσουν. Η μία είχε βρεθεί νεκρή στο κρεβάτι της. Η δεύτερη ισχυριζόταν ότι το μωρό εξαφανίστηκε μέσα από την κοιλιά της κατά τη διάρκεια της νύχτας. Η τρίτη εγκατέλειψε το χωριό χωρίς να εξηγήσει ποτέ τι της συνέβη.


Και καμία από αυτές τις εγκυμοσύνες δεν είχε αφήσει πίσω της το σώμα ενός παιδιού.


Μετά την Ελένη άρχισαν να συμβαίνουν κι άλλα.


Μέσα στα επόμενα χρόνια, πολλές γυναίκες του χωριού απέβαλαν. Δύο μωρά γεννήθηκαν νεκρά. Μια μητέρα ορκίστηκε ότι, το βράδυ πριν χάσει το παιδί της, είδε έναν ψηλό άντρα να στέκεται δίπλα στην κούνια που είχαν ετοιμάσει.


Οι κάτοικοι άρχισαν να λένε ότι το χωριό ήταν καταραμένο.


Ο ιερέας διάβασε ευχές έξω από το εγκαταλελειμμένο σπίτι, αλλά αρνήθηκε να περάσει το κατώφλι του. Λίγες ημέρες αργότερα η μεγάλη συκιά ξεράθηκε μέσα σε μία νύχτα. Όλα της τα φύλλα μαύρισαν, παρόλο που ήταν κατακαλόκαιρο.


Κανείς δεν έζησε ξανά εκεί.


Η γιαγιά μου πέθανε πριν από έξι μήνες.


Λίγο πριν από το τέλος, όταν πια δυσκολευόταν να θυμηθεί ακόμη και τα ονόματά μας, με έπιασε από το χέρι και μου είπε κάτι που δεν είχε αναφέρει ποτέ μέχρι τότε.


«Δεν ήταν μόνο ένα», ψιθύρισε. «Όταν έσκαβε, είδα κι άλλα πανιά μέσα στο χώμα».


Την περασμένη εβδομάδα επέστρεψα στο χωριό για να τακτοποιήσω κάποια πράγματα στο παλιό της σπίτι. Από το παράθυρο του παιδικού της δωματίου φαίνεται ακόμη καθαρά η αυλή της Ελένης.


Η ξεραμένη συκιά στέκεται στο ίδιο σημείο.


Κάτω από τα κλαδιά της υπάρχουν μικρά βαθουλώματα στο χώμα. Είναι το ένα δίπλα στο άλλο, σχεδόν σε σειρά. Δεν ξέρω αν υπήρχαν πάντα ή αν τώρα απλώς τα πρόσεξα επειδή θυμήθηκα την ιστορία.


Ρώτησα έναν ηλικιωμένο κάτοικο ποιος είναι σήμερα ο ιδιοκτήτης του σπιτιού.


Μόλις κατάλαβε γιατί ρωτούσα, σηκώθηκε και έφυγε χωρίς να μου απαντήσει.


Δεν ξέρω αν η γιαγιά μου είδε πράγματι έναν δαίμονα εκείνο το βράδυ. Δεν ξέρω αν ο Ανέστης ήταν ένας δολοφόνος, ένας απατεώνας ή κάτι που απλώς έμοιαζε με άνθρωπο. Ίσως η Ελένη έχασε το παιδί της και όλοι οι υπόλοιποι δημιούργησαν έναν μύθο για να κρύψουν ένα έγκλημα.


Υπάρχει μόνο ένας τρόπος να μάθω αν έλεγε την αλήθεια.


Σε λίγες ημέρες θα επιστρέψω στο χωριό. Αυτή τη φορά θα πάρω μαζί μου ένα φτυάρι.


Και όταν νυχτώσει, θα μπω στην αυλή του σπιτιού όπου τα παιδιά δεν γεννιούνταν ποτέ.


Κάτι σε οδήγησε σε αυτή την ιστορία για κάποιο λόγο:

Μόνο αν πιστεύεις


Our Horror Stories : Ευχαριστούμε την φίλη μας Κατερίνα για την ιστορία που μας έστειλε.


Αν σου άρεσε η ιστορία τότε πρέπει να διαβάσει κι αυτό:

Η Αποκάλυψη του Ιωάννη


Διαβάστε επίσης:

Γιοβάννη Λάκκος 

Το κουφάρι

Η αόρατη παρουσία 


Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.