0

Πέρασε

 



Καλησπέρα.


Σου γράφω γιατί πιστεύω ότι έχω κάνει ένα λάθος που δεν διορθώνεται.


Είμαι συγγραφέας. Δεν θα γράψω το όνομά μου, όχι από ντροπή, αλλά επειδή φοβάμαι ότι αν κάποιος ψάξει πού βρίσκομαι, μπορεί να έρθει εδώ. Και δεν πρέπει να έρθει κανείς εδώ.


Πριν από τρεις εβδομάδες νοίκιασα ένα παλιό σπίτι σε ένα ορεινό χωριό της Φωκίδας, λίγο πιο πάνω από την Άμφισσα. Ήθελα ησυχία. Ήθελα να τελειώσω το επόμενο μυθιστόρημά μου μακριά από την Αθήνα, τα τηλέφωνα, τις υποχρεώσεις, τον θόρυβο.


Το σπίτι ήταν πέτρινο, παλιό, με ξύλινα πατώματα, χαμηλά ταβάνια και θέα σε μια πλαγιά γεμάτη έλατα. Ο ιδιοκτήτης μού είπε ότι το χειμώνα το χωριό σχεδόν αδειάζει.


«Ό,τι πρέπει για γράψιμο», μου είπε.


Και είχε δίκιο.


Τις πρώτες μέρες έγραφα περισσότερο απ’ όσο είχα γράψει μήνες ολόκληρους. Ξυπνούσα νωρίς, άναβα τη σόμπα, έφτιαχνα καφέ και καθόμουν στο μικρό ξύλινο γραφείο δίπλα στο παράθυρο. Τα βράδια, όταν έπεφτε η ομίχλη, το χωριό βυθιζόταν σε μια σιωπή που στην αρχή μού φαινόταν ευλογία.


Μετά άρχισε το ραδιόφωνο.


Ήταν ένα παλιό επιτραπέζιο ραδιόφωνο, από εκείνα με ξύλινο πλαίσιο και στρογγυλά κουμπιά. Το βρήκα πάνω σε ένα σκρίνιο στο σαλόνι. Δεν το είχα αγγίξει. Δεν με ενδιέφερε. Στο χωριό δεν έπιανε σχεδόν τίποτα, και έτσι κι αλλιώς προτιμούσα τη σιωπή.


Το πρώτο βράδυ που άνοιξε μόνο του, νόμισα ότι ήταν βλάβη.


Ήταν λίγο μετά τις δύο. Καθόμουν στο γραφείο και δούλευα. Έξω φυσούσε. Από τη σόμπα ακουγόταν εκείνο το χαμηλό τρίξιμο του ξύλου που καίγεται.


Ξαφνικά, από το σαλόνι, ακούστηκαν παράσιτα.


Ένα δυνατό, ξερό χχχχχχχχ, σαν στατικός ηλεκτρισμός.


Πήγα και το βρήκα αναμμένο.


Η βελόνα του δείκτη έτρεμε ανάμεσα σε δύο συχνότητες. Το φως πίσω από την κλίμακα ήταν αχνό, κιτρινωπό. Το έκλεισα.


Δεν άνοιξε ξανά εκείνο το βράδυ.


Την επόμενη μέρα το έβγαλα από την πρίζα.


Το δεύτερο βράδυ, άνοιξε πάλι.


Αυτή τη φορά τα παράσιτα ήταν πιο χαμηλά. Πιο μακρινά. Σαν να έρχονταν από πολύ βαθιά.


Στάθηκα στην πόρτα του σαλονιού και το κοίταξα.


Το καλώδιο ήταν στο πάτωμα.


Δεν ήταν στην πρίζα.


Πλησίασα αργά. Τα παράσιτα δυνάμωσαν, και ανάμεσά τους άκουσα κάτι που έμοιαζε με ανάσα.


Μετά μια φωνή.


Παιδική.


Πολύ αδύναμη.


«Με ακούτε;»


Έμεινα ακίνητος.


Τα παράσιτα σκέπασαν πάλι τα πάντα. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν ακούστηκε τίποτα άλλο. Μετά η ίδια φωνή, λίγο πιο καθαρά:


«Μη με αφήσετε εδώ».


Έκλεισα το ραδιόφωνο από το κουμπί.


Η φωνή σταμάτησε.


Δεν κοιμήθηκα εκείνο το βράδυ.


Την επόμενη μέρα προσπάθησα να το εξηγήσω λογικά. Ίσως υπήρχε μπαταρία μέσα. Ίσως κάποιος ασύρματος, κάποια παρεμβολή, κάποιο παλιό κύκλωμα που κρατούσε ρεύμα. Το έψαξα. Δεν είχε μπαταρίες. Δεν είχε τίποτα που να δικαιολογεί ότι λειτουργούσε εκτός πρίζας.


Κι όμως, το τρίτο βράδυ άνοιξε ξανά.


Και η φωνή ήταν πιο καθαρή.


«Σας παρακαλώ. Θα με σκοτώσουν».


Αυτή τη φορά μίλησα.


Ντρέπομαι που το λέω, αλλά μίλησα σε ένα ξεχασμένο ραδιόφωνο, στη μέση ενός άδειου σπιτιού.


«Ποια είσαι;»


Παράσιτα.


«Πού είσαι;»


Η βελόνα τρεμόπαιξε.


«Στο σπίτι», είπε η φωνή.


«Σε ποιο σπίτι;»


Για λίγα δευτερόλεπτα ακούστηκε μόνο εκείνο το ηλεκτρικό χιόνι των παρασίτων.


Μετά:


«Στο δικό μου».


Η φωνή ήταν μικρού κοριτσιού. Όχι πάνω από οκτώ ή εννιά χρονών. Έτρεμε, αλλά δεν έκλαιγε. 


«Πώς σε λένε;» ρώτησα.


Η απάντηση χάθηκε στα παράσιτα.


Άκουσα μόνο το τέλος.


«…λένη».


Ελένη, σκέφτηκα.


«Πού είσαι τώρα;»


«Κάτω».


«Κάτω πού;»


Το ραδιόφωνο έβγαλε έναν ήχο τόσο δυνατό που πετάχτηκα πίσω. Ύστερα η φωνή ακούστηκε σχεδόν δίπλα μου.


«Μη μιλάτε δυνατά. Ακούνε».


Έκλεισα το ραδιόφωνο.


Για δύο μέρες δεν ξανάνοιξε.


Στο μεταξύ, η δουλειά μου είχε σταματήσει. Καθόμουν μπροστά στο laptop και κοιτούσα τη λευκή σελίδα, περιμένοντας να νυχτώσει. Όσο κι αν προσπαθούσα να το παίξω λογικός, ένα μέρος μου ήθελε να ακούσει ξανά τη φωνή.


Ήθελα να μάθω αν υπήρχε πραγματικά ένα παιδί που κινδύνευε.


Ή αν εγώ, μόνος σε ένα χωριό, μέσα στην ομίχλη και τη σιωπή, είχα αρχίσει να χάνω το μυαλό μου.


Την έκτη νύχτα, το ραδιόφωνο άνοιξε στις 02:14.


Πριν προλάβω να σηκωθώ, ακούστηκε η φωνή.


«Γράφετε πάλι».


Πάγωσα.


Το ραδιόφωνο ήταν στο σαλόνι.


Εγώ ήμουν στο γραφείο, στο διπλανό δωμάτιο.


«Έχετε το χέρι σας πάνω στο ποντίκι», είπε το κορίτσι. «Δεν γράφετε. Κοιτάτε την οθόνη».


Δεν κουνήθηκα.


«Ποια είσαι;» ψιθύρισα.


«Θα με βοηθήσετε;»


«Πώς βλέπεις τι κάνω;»


Παράσιτα.


Ένα γέλιο, χαμηλό, σχεδόν πνιγμένο. Δεν ξέρω αν ήταν δικό της ή αν ήρθε από αλλού μέσα στο ραδιόφωνο.


«Σας βλέπω όταν δεν κοιτάνε».


Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να μείνω άλλο άπραγος.


Την επόμενη μέρα πήγα στο καφενείο του χωριού. Υπήρχαν τρεις άνθρωποι μέσα. Ένας ηλικιωμένος πίσω από τον πάγκο, δύο άντρες που έπαιζαν τάβλι και μια γυναίκα γύρω στα εβδομήντα, καθισμένη κοντά στη σόμπα, που έπλεκε χωρίς να κοιτάζει τα χέρια της.


Ρώτησα όσο πιο αδιάφορα μπορούσα αν στο χωριό είχε χαθεί ποτέ κάποιο παιδί.


Τα ζάρια σταμάτησαν.


Ο καφετζής με κοίταξε σαν να είχα πει κάτι που δεν έπρεπε.


«Γιατί ρωτάς;»


«Γράφω ένα βιβλίο», είπα. «Ψάχνω παλιές ιστορίες του τόπου».


Κανείς δεν απάντησε.


Μόνο η γυναίκα κοντά στη σόμπα σήκωσε τα μάτια της.


«Δεν χάθηκε», είπε. «Πέθανε».


Ο καφετζής έκανε μια κίνηση με το χέρι, σαν να ήθελε να την σταματήσει.


Εκείνη τον αγνόησε.


«Το ’45. Μετά τον πόλεμο. Ένα κοριτσάκι. Ελένη τη λέγανε».


Ένιωσα το στόμα μου να στεγνώνει.


«Τι συνέβη;»


Η γυναίκα τύλιξε αργά το νήμα γύρω από το δάχτυλό της.


«Οι γονείς της κατηγορήθηκαν για σατανισμό. Για μαύρες δουλειές. Έτσι τα λέγανε τότε. Ότι μάζευαν πράγματα από τάφους, ότι άναβαν κεριά στο υπόγειο, ότι μιλούσαν με κάτι που δεν έπρεπε».


«Και το παιδί;»


Η γυναίκα χαμήλωσε τη φωνή της.


«Είπαν πως το θυσίασαν. Πως το έδωσαν στον διάβολο για να πάρουν δύναμη».


Ο καφετζής χτύπησε το χέρι στον πάγκο.


«Φτάνει, κυρά-Δέσποινα».


Εκείνη δεν του έδωσε σημασία.


«Άλλοι λένε πως δεν έγινε έτσι», συνέχισε. «Λένε πως οι ίδιοι οι γονείς της τη σκότωσαν όταν κατάλαβαν τι ήταν».


Έμεινα να την κοιτάζω.


«Τι εννοείτε;»


Η γυναίκα με κοίταξε σαν να μετάνιωσε που μίλησε.


«Υπάρχουν πράγματα που δεν πεθαίνουν μαζί με το σώμα», είπε. «Και υπάρχουν παιδιά που δεν είναι πια παιδιά».


Δεν έμαθα τίποτα περισσότερο εκείνη τη μέρα. Όταν επέμεινα, όλοι σταμάτησαν να μιλούν. Η κυρά-Δέσποινα μόνο μου είπε, φεύγοντας, ότι το κορίτσι είναι θαμμένο στο παλιό νεκροταφείο, πάνω από την εκκλησία του Προφήτη Ηλία.


Πήγα το ίδιο απόγευμα.


Το νεκροταφείο ήταν μικρό, πέτρινο, μισοκρυμμένο πίσω από κυπαρίσσια. Οι περισσότεροι τάφοι ήταν παλιοί, με σταυρούς γερμένους και ονόματα σβησμένα από τον χρόνο.


Βρήκα τον τάφο της Ελένης στο πίσω μέρος.


Ήταν ένας μικρός λευκός σταυρός, πιο καινούριος απ’ όσο περίμενα, σαν κάποιος να τον φρόντιζε ακόμα. Πάνω του έγραφε:


ΕΛΕΝΗ Κ.

1937 - 1945


Δεν υπήρχε φωτογραφία.


Μόνο ένα μικρό σπασμένο αγαλματάκι αγγέλου στα πόδια του τάφου.


Έσκυψα να καθαρίσω τα χόρτα από το όνομα, όταν άκουσα φωνή πίσω μου.


«Δεν θα της άρεσε αυτό».


Γύρισα απότομα.


Ένας άντρας στεκόταν λίγα μέτρα πιο πέρα, ανάμεσα στα κυπαρίσσια. Ήταν ντυμένος στα μαύρα, με μακρύ παλτό, παρόλο που δεν έκανε τόσο κρύο. Το πρόσωπό του ήταν στεγνό, χλωμό, με μάτια βαθιά χωμένα.


«Είστε ο υπεύθυνος εδώ;» ρώτησα.


«Κάπως έτσι».


Δεν μου άρεσε η απάντηση.


«Ήρθα απλώς να δω τον τάφο».


«Κανείς δεν έρχεται απλώς να δει αυτόν τον τάφο».


Δεν είπα τίποτα.


Ο άντρας πλησίασε αργά. Δεν ακουγόταν σχεδόν καθόλου πάνω στο χώμα.


«Την άκουσες, έτσι δεν είναι;»


Ένιωσα το αίμα να παγώνει.


«Ποια;»


Με κοίταξε κουρασμένα.


«Μη χάνουμε χρόνο με ψέματα. Αν σε φώναξε, θα σου ζήτησε βοήθεια. Θα σου είπε ότι κινδυνεύει. Ότι θέλουν να τη σκοτώσουν. Ότι πρέπει να τη σώσεις».


Δεν μπορούσα να μιλήσω.


«Μην την πιστέψεις», είπε.


«Ήταν παιδί».


«Ήταν».


Η λέξη έμεινε ανάμεσά μας σαν πέτρα.


«Τι έγινε τότε;» ρώτησα.


Ο άντρας κοίταξε τον τάφο.


«Οι γονείς της έκαναν πράγματα που δεν έπρεπε. Άνοιξαν πόρτες για να πάρουν απαντήσεις, δύναμη, λεφτά, εκδίκηση, δεν ξέρω. Οι άνθρωποι πάντα νομίζουν ότι ελέγχουν αυτό που καλούν. Μέχρι που εκείνο βρίσκει καλύτερο σπίτι».


«Το παιδί;»


«Το παιδί».


Ο άνεμος πέρασε μέσα από τα κυπαρίσσια. Για μια στιγμή ακούστηκε σαν ψίθυρος πολλών ανθρώπων.


«Στην αρχή νόμιζαν ότι ήταν ευλογία», συνέχισε. «Η μικρή ήξερε πράγματα που δεν μπορούσε να ξέρει. Έλεγε ποιος θα αρρωστήσει, ποιος θα πεθάνει, ποιος έκρυβε χρήματα, ποιος πρόδωσε ποιον. Μετά άρχισε να μιλάει με φωνές που δεν ήταν δικές της. Μετά άρχισε να ζητάει πράγματα».


«Τι πράγματα;»


Δεν απάντησε αμέσως.


«Μη ρωτάς αν δεν θες να τα βλέπεις στον ύπνο σου».


Κοίταξα τον μικρό τάφο.


«Οι γονείς της τη σκότωσαν;»


«Οι γονείς της κατάλαβαν αργά ότι δεν ήταν πια μόνη μέσα στο σώμα της. Και έκαναν το μόνο που πίστεψαν ότι θα σταματούσε αυτό που είχαν φέρει».


«Και το σταμάτησαν;»


Ο άντρας χαμογέλασε χωρίς χαρά.


«Αν το είχαν σταματήσει, δεν θα ήσουν εδώ».


Ένιωσα ξαφνικά πολύ μόνος.


«Τι θέλει από μένα;»


«Να την ακούσεις αρκετά. Να τη λυπηθείς αρκετά. Να κάνεις αυτό που θα σου ζητήσει όταν η φωνή γίνει καθαρή».


«Τι θα μου ζητήσει;»


Ο άντρας έσκυψε λίγο προς το μέρος μου.


«Να τη φέρεις μέσα».


«Πού μέσα;»


Δεν απάντησε.


Δεν χρειαζόταν.


Το κατάλαβα.


Στο σπίτι.


Στον κόσμο.


Ίσως μέσα μου.


«Πώς τη σταματάω;»


«Δεν της απαντάς ξανά. Ό,τι κι αν πει. Ό,τι κι αν ακούσεις. Ακόμα κι αν χρησιμοποιήσει φωνή που αγαπάς. Ακόμα κι αν σου πει πράγματα που είναι αλήθεια. Ειδικά τότε».


Έφυγα από το νεκροταφείο πριν σκοτεινιάσει. Όταν γύρισα στο σπίτι, το ραδιόφωνο ήταν στη μέση του σαλονιού.


Δεν το είχα αφήσει εκεί.


Ήταν πάνω στο σκρίνιο.


Τώρα βρισκόταν στο πάτωμα, στραμμένο προς την πόρτα, σαν να με περίμενε.


Δεν το άγγιξα.


Πήγα στο γραφείο, έκλεισα την πόρτα και άνοιξα το laptop. Προσπάθησα να δουλέψω. Δεν έγραψα ούτε λέξη.


Στις 02:14, το ραδιόφωνο άνοιξε.


Αυτή τη φορά δεν υπήρχαν παράσιτα.


Η φωνή της Ελένης ακούστηκε καθαρή, σαν να στεκόταν ακριβώς πίσω από την πόρτα.


«Πήγατε στον τάφο μου».


Δεν απάντησα.


«Μίλησε άσχημα για μένα ο άντρας;»


Έσφιξα τα χέρια μου πάνω στα γόνατα.


«Δεν είμαι αυτό που είπε».


Η φωνή άρχισε να τρέμει.


«Πονάω. Είμαι μόνη. Είναι σκοτεινά εδώ. Δεν ξέρω γιατί δεν με βοηθάτε».


Έκλεισα τα μάτια.


«Σας βλέπω», είπε.


Η καρέκλα μου έτριξε.


«Κρατάτε τα μάτια κλειστά. Νομίζετε ότι έτσι δεν ακούτε;»


Δεν κουνήθηκα.


«Μη φοβάστε. Δεν θέλω πολλά».


Η φωνή άλλαξε για μια στιγμή.


Βάθυνε.


Έγινε κάτι που δεν χωρούσε σε παιδικό λαιμό.


«Μόνο μια πρόσκληση».


Πετάχτηκα όρθιος και τράβηξα την πόρτα του γραφείου.


Στο σαλόνι, το ραδιόφωνο ήταν αναμμένο. Το καλώδιό του βρισκόταν στο πάτωμα, τυλιγμένο σαν νεκρό φίδι.


Η βελόνα του δείκτη είχε σταματήσει σε μια συχνότητα που δεν υπήρχε. Αντί για αριθμό, εκεί που έπεφτε το φως της κλίμακας, είχε σχηματιστεί κάτι σαν μαύρη γραμμή.


Η φωνή ψιθύρισε:


«Πείτε μόνο “πέρασε”».


Έκανα ένα βήμα πίσω.


Το ραδιόφωνο χαμήλωσε μόνο του.


«Πείτε το και θα τελειώσει».


Τότε ακούστηκε άλλη φωνή.


Όχι της Ελένης.


Της μητέρας μου.


«Παιδί μου;»


Τα πόδια μου λύγισαν.


Η μητέρα μου ζει. Είναι στην Αθήνα. Δεν ήξερε καν τι συνέβαινε. Κι όμως η φωνή της βγήκε από το ραδιόφωνο, ίδια, με την ίδια μικρή ανησυχία που έχει όταν με παίρνει και καταλαβαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά.


«Άνοιξέ μου», είπε η φωνή της μητέρας μου. «Κρυώνω».


Σκέφτηκα τον άντρα στο νεκροταφείο.


Ακόμα κι αν χρησιμοποιήσει φωνή που αγαπάς.


Έτρεξα στην κουζίνα, πήρα μια πετσέτα, τύλιξα το ραδιόφωνο χωρίς να κοιτάξω την κλίμακα και το πέταξα στο τζάκι. Έριξα πάνω του όλα τα ξύλα που βρήκα και άναψα φωτιά.


Για λίγα λεπτά δεν έγινε τίποτα.


Μετά το ραδιόφωνο άρχισε να παίζει μέσα από τις φλόγες.


Πρώτα παράσιτα.


Μετά παιδικό κλάμα.


Μετά γέλιο.


Όχι παιδικό.


Το ξύλο του πλαισίου μαύρισε, αλλά η φωνή συνέχισε.


«Δεν καίγεται η πόρτα», είπε.


Και τότε, μέσα από το τζάκι, άκουσα το κορίτσι να ψιθυρίζει:


«Απλώς αλλάζει δωμάτιο».


Το πρωί το ραδιόφωνο είχε γίνει στάχτη.


Ή σχεδόν στάχτη.


Ανάμεσα στα καμένα ξύλα βρήκα το στρογγυλό κουμπί της έντασης. Άθικτο. Κρύο. Το έπιασα με λαβίδα και το πέταξα έξω, όσο πιο μακριά μπορούσα.


Μάζεψα τα πράγματά μου και έφυγα από το χωριό πριν το μεσημέρι.


Δεν γύρισα να παραδώσω τα κλειδιά. Τα άφησα πάνω στο τραπέζι. Δεν χαιρέτησα κανέναν. Ούτε την κυρά-Δέσποινα, ούτε τον καφετζή, ούτε τον άντρα του νεκροταφείου, αν υπήρξε ποτέ.


Τώρα είμαι σε ξενοδοχείο στην Ιτέα. Γράφω αυτή την ιστορία από το laptop μου, με την τηλεόραση κλειστή και το κινητό δίπλα μου. Δεν υπάρχει ραδιόφωνο στο δωμάτιο. Το έλεγξα μόλις μπήκα.


Ξέρω ότι πρέπει να γυρίσω στην Αθήνα.


Ξέρω ότι πρέπει να ξεχάσω το χωριό.


Ξέρω ότι αν μιλήσω σε κάποιον, θα μου πει ότι η απομόνωση, το άγχος και η πίεση της συγγραφής έφτιαξαν όλα αυτά στο μυαλό μου.


Ίσως να έχει δίκιο.


Πριν από λίγο, όμως, άνοιξε μόνο του το laptop.


Η οθόνη φωτίστηκε μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο.


Το αρχείο του μυθιστορήματός μου ήταν ανοιχτό.


Στην τελευταία σελίδα, κάτω από τις γραμμές που είχα γράψει πριν φύγω από το χωριό, υπήρχε μια καινούρια πρόταση.


Δεν την έγραψα εγώ.


Δεν υπήρχε πριν.


Ήταν γραμμένη ξανά και ξανά, μέχρι το τέλος της σελίδας.


Πες πέρασε.


Πες πέρασε.


Πες πέρασε.


Και όσο το διαβάζω, από τα ηχεία του laptop ακούγονται παράσιτα.


Στην αρχή χαμηλά.


Τώρα πιο καθαρά.


Και πίσω από τα παράσιτα, μια παιδική φωνή κλαίει.


Αλλά δεν ακούγεται πια μακριά.


Ακούγεται σαν να βρίσκεται κάτω από το κρεβάτι μου.


Σκοτεινές ιστορίες και σκοτεινή μουσική πάνε μαζί. Δοκίμασε αυτό:

JBL 



Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τoν ανώνυμο φίλo μας για την ιστορία που μας έστειλε.



Διαβάστε επίσης:








Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com  ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.

0

Το Κασελάκι της Θείας Ευγενίας





Καλησπέρα.

Δεν ξέρω αν αυτό που συνέβη στο σπίτι μου τελείωσε πραγματικά ή αν απλώς σταμάτησε να κάνει θόρυβο.

Η θεία μου, η Ευγενία, πέθανε πριν από δύο μήνες. Ήταν αδερφή της μητέρας μου, αλλά τα τελευταία χρόνια δεν είχαν πολλές επαφές. Δεν είχαν μαλώσει ανοιχτά. Απλώς, στην οικογένειά μας, κάποια πράγματα δεν λέγονταν ποτέ καθαρά. Κάποια ονόματα απλώς σταματούσαν να ακούγονται στο τραπέζι.

Η θεία Ευγενία ήταν ένα από αυτά τα ονόματα.
Τη θυμάμαι πάντα ντυμένη στα μαύρα, ακόμα και το καλοκαίρι, με τα μαλλιά της πιασμένα σφιχτά πίσω και εκείνο το βαρύ άρωμα που την ακολουθούσε παντού. Κάτι ανάμεσα σε πικρό γιασεμί, λιβάνι και παλιό ξύλο. Όταν ερχόταν κοντά σου, το μύριζες πριν καν μιλήσει. Και όταν έφευγε, το άρωμα έμενε για ώρα στον χώρο.

Δεν ήταν κακιά μαζί μου. Όταν ήμουν μικρός μού έδινε λουκούμια, με χάιδευε στο κεφάλι και μου έλεγε ότι έχω «μάτια που τραβάνε». Δεν ήξερα τι εννοούσε. Η μητέρα μου όμως, κάθε φορά που το άκουγε, άλλαζε κουβέντα.

Μετά τα δώδεκά μου, σταματήσαμε να την επισκεπτόμαστε.

Δεν ρώτησα ποτέ γιατί.

Όταν πέθανε, η μητέρα μου μού ζήτησε να πάμε μαζί να αδειάσουμε το σπίτι της. Ήταν ένα παλιό διαμέρισμα στον Άγιο Ελευθέριο, στον δεύτερο όροφο μιας πολυκατοικίας που μύριζε υγρασία και κλεισούρα.

Μόλις μπήκαμε, ένιωσα σαν να μην είχε πεθάνει στ’ αλήθεια. Το σπίτι ήταν γεμάτο από εκείνη. Από τη μυρωδιά της. Από τις εικόνες στους τοίχους. Από τα παλιά σεμεδάκια, τα σκούρα έπιπλα, τα κλειστά παντζούρια, τα γυάλινα ποτηράκια με ξεραμένο βασιλικό.

Η μητέρα μου άνοιξε αμέσως τα παράθυρα.

«Να πάρει αέρα», είπε.

Αλλά δεν κοίταζε πολύ γύρω της.

Αρχίσαμε να μαζεύουμε πράγματα. Ρούχα για πέταμα, παλιούς λογαριασμούς, φάρμακα, φωτογραφίες, κάτι πιάτα της γιαγιάς μου που ήθελε να κρατήσει η μητέρα μου.

Το κασελάκι το βρήκα στην ντουλάπα του υπνοδωματίου.

Ήταν μικρό, ξύλινο, σκούρο, τυλιγμένο σε ένα μαύρο πανί. Δεν ήταν ακριβώς όμορφο. Ήταν όμως από εκείνα τα αντικείμενα που σε κάνουν να τα κοιτάς λίγο παραπάνω. Πάνω στο καπάκι είχε σκαλισμένο έναν κύκλο και γύρω του περίεργα σύμβολα, χαρακιές και μικρούς κόμπους που δεν έμοιαζαν με διακόσμηση. Έμοιαζαν σαν να είχαν κάποιο νόημα.

Η μητέρα μου ήταν στο σαλόνι και ξεχώριζε φωτογραφίες. Εγώ απλώς το τύλιξα ξανά στο πανί και το έβαλα στην τσάντα μου. Σκέφτηκα ότι θα το καθάριζα και θα το έβαζα σε κάποιο ράφι στη βιβλιοθήκη μου. Θα ταίριαζε υπέροχα δίπλα στα βιβλία.

Αυτό ήταν το μόνο που έκανα. Το πήρα σπίτι.

Το πρώτο βράδυ το άφησα στο τραπεζάκι του σαλονιού. Δεν το άνοιξα καν. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως επειδή ήμουν κουρασμένος. Ίσως επειδή, όσο κι αν δεν το παραδεχόμουν, κάτι πάνω του με έκανε να μη θέλω να το πειράξω.

Πήγα για ύπνο λίγο μετά τα μεσάνυχτα.

Δεν ξέρω τι ώρα ξύπνησα. Ήταν ακόμα βαθιά νύχτα. Στην αρχή νόμισα ότι είχα ακούσει τον θόρυβο μέσα στο όνειρό μου.

Μετά ακούστηκε ξανά.

Βήματα.

Μέσα στο σπίτι.

Αργά. Ξυπόλυτα. Από το σαλόνι προς τον διάδρομο.

Έμεινα ακίνητος στο κρεβάτι, με τα μάτια ανοιχτά, προσπαθώντας να καταλάβω.

Η μητέρα μου; σκέφτηκα.

Μόνο εκείνη έχει δεύτερα κλειδιά. Μπορεί να ήρθε επειδή ξέχασε κάτι; Μπορεί να ανησύχησε; Αλλά γιατί να μπει τέτοια ώρα χωρίς να με πάρει τηλέφωνο;

Ύστερα σκέφτηκα κάτι χειρότερο.

Ληστής.

Σηκώθηκα όσο πιο αθόρυβα μπορούσα και πήρα το κινητό στο χέρι. Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζα πως θα την ακούσει όποιος ήταν έξω. Άνοιξα προσεκτικά την πόρτα του υπνοδωματίου και βγήκα στον διάδρομο.

Το σπίτι ήταν σκοτεινό.

Το σαλόνι άδειο.

Η εξώπορτα κλειδωμένη.

Το κασελάκι ήταν πάνω στο τραπεζάκι, ακριβώς εκεί που το είχα αφήσει.

Έλεγξα το μπάνιο, την κουζίνα, το μπαλκόνι. Κανείς. Κανένα παράθυρο ανοιχτό. Κανένα σημάδι ότι είχε μπει κάποιος.

Είπα στον εαυτό μου ότι θα ήταν από τον πάνω όροφο. Ή από τον διάδρομο της πολυκατοικίας. Τα σπίτια κάνουν ήχους τη νύχτα. Οι άνθρωποι μπερδεύουν εύκολα τους ήχους όταν ξυπνούν απότομα.

Ξανακοιμήθηκα δύσκολα.

Την επόμενη μέρα, το φως στο μπάνιο άρχισε να τρεμοπαίζει.

Όχι συνεχόμενα. Μόνο δύο-τρεις φορές, όσο έπλενα τα χέρια μου. Αναβόσβησε γρήγορα, σαν κάποιος να ακουμπούσε τον διακόπτη απ’ έξω. Βγήκα στον διάδρομο, αλλά δεν υπήρχε τίποτα. Άλλαξα τη λάμπα το απόγευμα. Το έκανε ξανά.

Πάλι βρήκα εξήγηση.

Παλιά καλωδίωση. Κακή επαφή. Σύμπτωση.

Δύο βράδια μετά, ξύπνησα από φωνές.

Πετάχτηκα από το κρεβάτι και για λίγα δευτερόλεπτα δεν ήξερα πού βρισκόμουν. Μετά κατάλαβα ότι οι φωνές έρχονταν από το σαλόνι.

Η τηλεόραση ήταν ανοιχτή.

Έπαιζε ένα παλιό ασπρόμαυρο έργο σε κάποιο κανάλι που δεν έβλεπα ποτέ. Ο ήχος ήταν χαμηλός, αλλά αρκετός για να με ξυπνήσει.

Ήμουν σίγουρος ότι την είχα κλείσει πριν πάω για ύπνο.

Απόλυτα σίγουρος.

Το τηλεκοντρόλ ήταν πάνω στο τραπεζάκι. Δίπλα στο κασελάκι.

Την έκλεισα και στάθηκα για λίγο μέσα στο σκοτάδι. Δεν ξέρω γιατί, αλλά είχα την αίσθηση ότι η τηλεόραση δεν είχε ανοίξει για να δω κάτι.
Είχε ανοίξει για να σηκωθώ.

Το επόμενο βράδυ έγινε αυτό που με τρόμαξε περισσότερο.

Καθόμουν στο σαλόνι και προσπαθούσα να χαλαρώσω. Δεν ήθελα να το παραδεχτώ, αλλά απέφευγα να κοιτάζω το κασελάκι. Το είχα αφήσει ακόμα στο τραπεζάκι, τυλιγμένο στο μαύρο πανί, και κάθε τόσο το βλέμμα μου πήγαινε μόνο του προς τα εκεί.

Λίγο μετά τη μία, σηκώθηκα να πάρω νερό από την κουζίνα.

Καθώς περνούσα μπροστά από την μπαλκονόπορτα, είδα κάτι έξω.

Μια ανθρώπινη φιγούρα.

Στο μπαλκόνι.

Πάγωσα.

Ήταν σκοτεινή, ακίνητη, με κάτι σαν κεφάλι και ώμους. Στεκόταν κοντά στα κάγκελα, γυρισμένη προς το σαλόνι.

Δεν σκέφτηκα. Άπλωσα το χέρι και άναψα αμέσως το φως του μπαλκονιού.

Η φιγούρα εξαφανίστηκε.

Ή μάλλον, δεν ήταν ποτέ φιγούρα.

Ήταν η γαζία που έχω σε μεγάλη γλάστρα, στη γωνία του μπαλκονιού. Τα κλαδιά της, με το φως από τον δρόμο, έφτιαχναν μια σκιά που έμοιαζε με άνθρωπο.

Στάθηκα εκεί, ντροπιασμένος και τρομαγμένος μαζί.

Το φαντάστηκα;

Ήμουν τόσο πιεσμένος που είδα μια γλάστρα και την πέρασα για άνθρωπο;

Μπορεί.

Αυτό ήταν το πιο άσχημο. Όλα μπορούσαν να εξηγηθούν. Τα βήματα μπορεί να ήταν από πάνω. Το φως μπορεί να είχε πρόβλημα. Η τηλεόραση μπορεί να είχε μείνει σε αναμονή. Η φιγούρα ήταν απλώς ένα φυτό.

Κι όμως, κάθε φορά που έμπαινα στο σπίτι, ένιωθα ότι δεν ήμουν πια μόνος.

Το πρωί τηλεφώνησα στη μητέρα μου.

Στην αρχή της τα είπα όλα κάπως αστεία, για να μην την ανησυχήσω. Της είπα ότι μάλλον έχω κουραστεί, ότι ακούω ήχους, ότι μου τρεμοπαίζει το φως, ότι χθες τρόμαξα με τη γαζία στο μπαλκόνι.

Εκείνη άκουγε σιωπηλή.

«Από πότε γίνονται αυτά;» με ρώτησε.

«Από τότε που γυρίσαμε από της θείας Ευγενίας», είπα.

Δεν απάντησε.

Και τότε, σχεδόν σαν λεπτομέρεια, πρόσθεσα:

«Α, πήρα κι ένα κασελάκι από εκεί. Ένα ξύλινο, με κάτι περίεργα σύμβολα. Το έχω στο σαλόνι».

Στην άλλη άκρη της γραμμής έπεσε απόλυτη σιωπή.

«Μαμά;»

Η φωνή της, όταν μίλησε, ήταν διαφορετική.

«Ποιο κασελάκι;»

Της το περιέγραψα. Το μαύρο πανί. Το σκούρο ξύλο. Τον κύκλο στο καπάκι. Τα σκαλιστά σύμβολα.

Δεν με διέκοψε ούτε μία φορά.

Όταν τελείωσα, είπε μόνο:

«Δεν έπρεπε να το πάρεις».

Ένιωσα κάτι κρύο να περνάει από τον αυχένα μου.

«Τι είναι;»

Άργησε να απαντήσει.

«Η Ευγενία δεν ήταν απλώς παράξενη. Έκανε πράγματα. Κακά πράγματα. Ο κόσμος πήγαινε σε εκείνη κρυφά. Της έδιναν ονόματα, φωτογραφίες, τρίχες, κομμάτια από ρούχα. Κι εκείνη τα έβαζε σε εκείνο το κασελάκι. Άναβε κεριά πάνω του. Έλεγε λόγια. Έδενε ανθρώπους. Έκλεινε σπίτια. Χώριζε ζευγάρια. Έκανε αρρώστιες να κρατάνε περισσότερο απ’ όσο έπρεπε».

«Μαγεία δηλαδή;» τη ρώτησα, και η φωνή μου ακούστηκε γελοία ακόμη και σε μένα.

«Πες το όπως θέλεις», είπε. «Εγώ ξέρω ότι δεν πρέπει να μείνει άλλο μέσα στο σπίτι σου».

«Να το πετάξω;»

«Όχι», είπε αμέσως. «Μην το πετάξεις. Μην το κάψεις. Μην το ανοίξεις. Θα το πας σε παπά να το διαβάσει. Και μετά θα το θάψεις. Μακριά από το σπίτι σου. Σε χώμα. Όχι σε γλάστρα. Όχι κοντά στην πολυκατοικία. Και όταν φύγεις, δεν θα κοιτάξεις πίσω».

Δεν θυμάμαι να την έχω ξανακούσει τόσο σοβαρή.

Έκανα ακριβώς ό,τι μου είπε.

Το τύλιξα σε μια πετσέτα χωρίς να το ακουμπήσω με γυμνά χέρια, το έβαλα σε μια τσάντα και το πήγα σε έναν παλιό παπά που ήξερε η μητέρα μου. Δεν γέλασε όταν του εξήγησα. Δεν με κοίταξε σαν τρελό. Αυτό, για κάποιο λόγο, με φόβισε περισσότερο.

Το ακούμπησα σε ένα μικρό τραπέζι στην άκρη της εκκλησίας. Ο παπάς διάβασε προσευχές χαμηλόφωνα, για αρκετή ώρα. Εγώ στεκόμουν δίπλα στη μητέρα μου, κοιτώντας κάτω.

Κάποια στιγμή, ενώ διάβαζε, μύρισα το άρωμα της θείας Ευγενίας.

Πικρό γιασεμί.

Λιβάνι.

Παλιό ξύλο.

Δεν σήκωσα το κεφάλι.

Ούτε η μητέρα μου.

Όταν τελείωσε, ο παπάς τύλιξε ξανά το κασελάκι και μου είπε να το θάψω την ίδια μέρα.

Το έθαψα λίγο πριν νυχτώσει, σε ένα χωράφι αρκετά έξω από την πόλη. Έσκαψα βιαστικά, το έβαλα μέσα, το σκέπασα και έφυγα χωρίς να κοιτάξω πίσω.

Από εκείνη τη μέρα, όλα ηρέμησαν.

Δεν ξανάκουσα βήματα τη νύχτα. Το φως στο μπάνιο σταμάτησε να τρεμοπαίζει. Η τηλεόραση δεν άνοιξε ποτέ ξανά μόνη της. Η γαζία στο μπαλκόνι έπαψε να μοιάζει με άνθρωπο.

Για πρώτη φορά μετά από μέρες, κοιμήθηκα κανονικά.

Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου ότι όλα ήταν μια αλυσίδα από συμπτώσεις και φόβο. Ότι η μητέρα μου με επηρέασε με τις παλιές της ιστορίες. Ότι ο παπάς και το θάψιμο λειτούργησαν απλώς επειδή χρειαζόμουν ένα τέλος.

Ίσως να είναι έτσι.

Θα ήθελα να είναι έτσι.

Μόνο που υπάρχει κάτι που δεν σταμάτησε.

Κάποιες νύχτες, όχι κάθε βράδυ, αλλά αρκετά συχνά ώστε να μην μπορώ να το αγνοήσω, ξυπνάω λίγο μετά τις τρεις και μυρίζω το άρωμα της θείας Ευγενίας μέσα στο σπίτι.

Πικρό γιασεμί.
Λιβάνι.
Παλιό ξύλο.

Στην αρχή ερχόταν από το σαλόνι, από το σημείο όπου είχα ακουμπήσει το κασελάκι. Μετά από τον διάδρομο.

Τις τελευταίες φορές, το μυρίζω δίπλα στο κρεβάτι μου.

Δεν ακούω τίποτα. Δεν βλέπω τίποτα. Δεν υπάρχει κανένα αντικείμενο μετακινημένο, κανένα φως που τρεμοπαίζει, καμία τηλεόραση ανοιχτή μέσα στη νύχτα.

Μόνο εκείνο το άρωμα.

Στέκεται στον αέρα για λίγα δευτερόλεπτα και μετά χάνεται.

Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό.

Δεν ξέρω αν έφυγε το κακό ή αν απλώς άφησε κάτι πίσω του.

Ξέρω μόνο ότι απόψε, πριν αρχίσω να γράφω αυτή την ιστορία, έπιασα τον εαυτό μου να κοιτάζει το άδειο τραπεζάκι του σαλονιού.

Και για ένα δευτερόλεπτο, ορκίζομαι πως μύρισα πικρό γιασεμί.

Σαν να στεκόταν κάποιος ακριβώς πίσω μου και περίμενε να θυμηθώ πού το έθαψα.

Πριν φύγεις, έχουμε άλλη μία πρόταση για σένα:

Our Horror Story: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Γιώργο για την ιστορία που μας έστειλε.


Φυλακτά σολομωνικής, ρούνοι, μαγικά τετράγωνα, τα κλειδιά του Ενώχ, βιβλίο των σκιών, κρυσταλλοσκοπία, νεκρονομικόν


Διαβάστε επίσης:







Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.

0

Ο εκτός όροφος




Καλησπέρα.

Σου στέλνω αυτή την ιστορία γιατί δεν μπορώ πια να μπω σε ασανσέρ. Ούτε για έναν όροφο. Ούτε μέρα. Ούτε με κόσμο μέσα.

Ξέρω ότι ακούγεται υπερβολικό. Αλλά υπάρχει ένα πράγμα που δεν μπορώ να εξηγήσω. Ένα πράγμα που δεν θα έπρεπε να υπάρχει.

Η πολυκατοικία μας έχει πέντε ορόφους.

Το ασανσέρ, όμως, εκείνο το βράδυ σταμάτησε στον έκτο.

Ο Έκτος Όροφος

Μένω στα Πατήσια, σε μια παλιά πολυκατοικία της δεκαετίας του ’70, από εκείνες με μωσαϊκό στην είσοδο, βαριά τζαμένια πόρτα και γραμματοκιβώτια γεμάτα λογαριασμούς από ανθρώπους που έχουν πεθάνει ή έχουν μετακομίσει εδώ και χρόνια.

Δεν είναι κακή πολυκατοικία. Απλώς είναι κουρασμένη. Οι τοίχοι κρατούν μυρωδιές από φαγητά, υγρασία και παλιό καπνό. Οι σωληνώσεις κάνουν θορύβους τη νύχτα. Το φως στο κλιμακοστάσιο αναβοσβήνει κάποιες φορές πριν ανάψει κανονικά, σαν να σκέφτεται αν αξίζει τον κόπο.

Το ασανσέρ ήταν πάντα το πιο προβληματικό κομμάτι της πολυκατοικίας. Μικρό, στενό, με μεταλλική πόρτα που έτριζε και έναν καθρέφτη στο πίσω μέρος, τόσο παλιό που το είδωλό σου έμοιαζε λίγο πιο θαμπό, λίγο πιο κουρασμένο απ’ όσο ήσουν στην πραγματικότητα.

Στο πίνακα είχε κουμπιά από το ισόγειο μέχρι το πέντε.

Ισόγειο.
1.
2.
3.
4.
5.

Τίποτα άλλο.

Εγώ μένω στον τέταρτο.

Το βράδυ που συνέβη ήταν Τρίτη. Γύριζα από τη δουλειά λίγο μετά τις έντεκα. Είχε βρέξει νωρίτερα και η είσοδος της πολυκατοικίας μύριζε βρεγμένο τσιμέντο. Η πόρτα έκλεισε πίσω μου με εκείνον τον βαρύ, γνώριμο ήχο και για λίγα δευτερόλεπτα έμεινα στο ημίφως της εισόδου, ψάχνοντας τα κλειδιά μου στην τσάντα.

Το φως του κλιμακοστασίου δεν άναψε αμέσως. Πάτησα το κουμπί δύο φορές.

Τίποτα.

Πριν προλάβω να εκνευριστώ, άκουσα το ασανσέρ να κατεβαίνει.

Ήταν περίεργο, γιατί δεν είχα πατήσει ακόμα το κουμπί. Η καμπίνα έφτασε στο ισόγειο με ένα βαθύ μεταλλικό τρίξιμο. Η πόρτα άνοιξε μόνη της.

Μπήκα.

Το φως μέσα στην καμπίνα ήταν κίτρινο και αδύναμο. Ο καθρέφτης απέναντί μου είχε μια μακρόστενη ρωγμή στην κάτω δεξιά γωνία που δεν θυμόμουν να υπήρχε. Πάτησα το 4.

Η πόρτα έκλεισε.

Το ασανσέρ ξεκίνησε.

Στην αρχή όλα ήταν φυσιολογικά. Εκείνη η μικρή δόνηση στο πάτωμα, ο ήχος των συρματόσχοινων, το χαμηλό βουητό της μηχανής. Το κόκκινο φωτάκι πάνω από την πόρτα έδειξε 1. Μετά 2. Μετά 3.

Στάθηκα μπροστά στον καθρέφτη και κοίταξα το πρόσωπό μου. Ήμουν χλωμή από την κούραση. Τα μάτια μου είχαν μαύρους κύκλους. Χαμογέλασα ειρωνικά στον εαυτό μου.

Τότε το ασανσέρ πέρασε τον τέταρτο χωρίς να σταματήσει.

Σήκωσα το βλέμμα απότομα.

Το κόκκινο φωτάκι έδειξε 5.

«Έλα τώρα», είπα μόνη μου.

Πάτησα ξανά το 4. Το κουμπί δεν άναψε. Το ασανσέρ συνέχισε να ανεβαίνει.

Δεν υπήρχε έκτος όροφος στην πολυκατοικία μας. Πάνω από τον πέμπτο υπήρχε ταράτσα. Και για την ταράτσα δεν υπήρχε στάση. Έπρεπε να βγεις στον πέμπτο και να ανέβεις με τις σκάλες από μια μεταλλική πόρτα που πάντα ήταν κλειδωμένη.

Το ασανσέρ, όμως, συνέχισε.

Για δύο, τρία, τέσσερα δευτερόλεπτα ακόμα.

Ύστερα σταμάτησε.

Το κόκκινο φωτάκι πάνω από την πόρτα τρεμόπαιξε.

Δεν έγραφε αριθμό.

Έγραφε κάτι σαν παύλα.

Μια οριζόντια κόκκινη γραμμή.

Η πόρτα άνοιξε.

Μπροστά μου δεν υπήρχε ταράτσα.

Υπήρχε διάδρομος.

Ένας μακρύς, στενός διάδρομος πολυκατοικίας, φωτισμένος από παλιές λάμπες φθορίου που έκαναν έναν άρρωστο, γαλαζωπό ήχο. Το πάτωμα ήταν μωσαϊκό, όπως στην είσοδο, αλλά πιο παλιό, πιο φθαρμένο. Οι τοίχοι είχαν ξεφλουδισμένο χρώμα. Δεξιά κι αριστερά υπήρχαν πόρτες διαμερισμάτων.

Πολλές πόρτες.

Πολύ περισσότερες απ’ όσες χωρούσαν σε έναν όροφο.

Στην αρχή δεν βγήκα. Έμεινα μέσα στην καμπίνα, κρατώντας την τσάντα μου με τα δύο χέρια, προσπαθώντας να καταλάβω τι έβλεπα. Η λογική μου έψαχνε απεγνωσμένα εξήγηση. Ίσως κάποιο μηχανοστάσιο. Ίσως κάποιος ενδιάμεσος χώρος που δεν ήξερα. Ίσως η πολυκατοικία να είχε παλιά διαμερίσματα στην ταράτσα.

Αλλά ήξερα ότι δεν ήταν έτσι.

Ήξερα την πολυκατοικία. Ήξερα το ύψος της. Ήξερα τους ενοίκους. Ήξερα ότι πάνω από τον πέμπτο υπήρχε μόνο τσιμέντο, κεραίες και ηλιακοί.

Η πόρτα του ασανσέρ έμεινε ανοιχτή.

Περίμενα να κλείσει μόνη της.

Δεν έκλεισε.

Τότε άκουσα κάτι από τον διάδρομο.

Έναν ήχο κλειδιών.

Κάποιος γύριζε αργά ένα κλειδί σε μια κλειδαριά.

Το αίμα μου πάγωσε. Πάτησα το κουμπί του ισογείου. Μετά το 4. Μετά όλα τα κουμπιά μαζί.

Τίποτα.

Το ασανσέρ δεν αντιδρούσε.

Ο ήχος σταμάτησε.

Μια πόρτα άνοιξε λίγο πιο κάτω, στα αριστερά.

Δεν άνοιξε πολύ. Μόνο όσο χρειαζόταν για να φανεί μια λεπτή μαύρη χαραμάδα. Από μέσα δεν βγήκε φως. Δεν βγήκε άνθρωπος.

Βγήκε μια φωνή.

«Ανέβηκες επιτέλους».

Ήταν γυναικεία. Ήρεμη. Σχεδόν τρυφερή.

Δεν απάντησα.

Η φωνή ξανακούστηκε.

«Σε περιμέναμε καιρό».

Τότε η πόρτα του ασανσέρ άρχισε να κλείνει.

Πήρα ανάσα με ανακούφιση. Αλλά πριν κλείσει εντελώς, άρχισα να ακούω βήματα να πλησιάζουν προς το μέρος μου.

Γρήγορα βήματα.

Αποφασιστικά.

Δε μπορούσα να δω κάποιον ή κάτι να έρχεται. Άκουγα όμως τα βήματα να πλησιάζουν απειλητικά. 

Η πόρτα του ασανσέρ έκλεισε.

Η καμπίνα βυθίστηκε για ένα δευτερόλεπτο στο σκοτάδι.

Μετά το φως άναψε ξανά.

Το ασανσέρ άρχισε να κατεβαίνει.

Δεν θυμάμαι αν φώναξα. Θυμάμαι μόνο ότι όταν σταμάτησε στον τέταρτο, όρμησα έξω και έτρεξα μέχρι την πόρτα του διαμερίσματός μου. Τα χέρια μου έτρεμαν τόσο πολύ που δεν μπορούσα να βάλω το κλειδί στην κλειδαριά.

Μπήκα μέσα, κλείδωσα δύο φορές και έμεινα πίσω από την πόρτα, ακούγοντας.

Στο κλιμακοστάσιο δεν ακουγόταν τίποτα.

Ούτε βήματα.
Ούτε ασανσέρ.
Ούτε φωνές.

Την επόμενη μέρα είπα στον διαχειριστή ότι το ασανσέρ είχε πρόβλημα. Του είπα πως ανέβηκε πάνω από τον πέμπτο. Γέλασε.

«Πού να πάει; Στον ουρανό;»

Του εξήγησα ότι σταμάτησε κάπου. Ότι άνοιξε η πόρτα. Ότι είδα διάδρομο.

Τότε σταμάτησε να γελάει.

Όχι επειδή με πίστεψε.

Επειδή φοβήθηκε ότι θα του ζητούσα να πληρώσουμε τεχνικό.

Το ίδιο απόγευμα ήρθε ο συντηρητής. Τον πέτυχα στην είσοδο, να κοιτάζει τον πίνακα του ασανσέρ με έναν φακό στο στόμα.

«Όλα εντάξει», μου είπε. «Λίγο παλιό είναι, αλλά δεν έχει κάτι».

«Μπορεί να ανέβει πάνω από τον πέμπτο;» τον ρώτησα.

Με κοίταξε σαν να του έκανα αστείο.

«Δεν υπάρχει πάνω από τον πέμπτο. Η τροχαλία σταματάει εκεί. Μετά είναι μηχανοστάσιο. Και ούτε πόρτα έχει για να ανοίξει».

«Άρα αποκλείεται;»

«Αποκλείεται».

Αυτή η λέξη θα έπρεπε να με καθησυχάσει.

Δεν με καθησύχασε.

Για δύο εβδομάδες ανέβαινα με τις σκάλες. Τέσσερις όροφοι κάθε μέρα. Με σακούλες, με τσάντες, με κούραση. Δεν με ένοιαζε. Κάθε φορά που περνούσα από την είσοδο και έβλεπα το ασανσέρ, ένιωθα ότι η μεταλλική του πόρτα με παρακολουθούσε.

Κάποιες νύχτες, ενώ ήμουν στο κρεβάτι, άκουγα την καμπίνα να ανεβοκατεβαίνει.

Στην αρχή έλεγα ότι κάποιος ένοικος γύριζε αργά. Μετά άρχισα να προσέχω τις ώρες.

03:11.

03:11 σχεδόν κάθε νύχτα.

Το ασανσέρ ανέβαινε αργά, σταματούσε κάπου  και μετά κατέβαινε ξανά στο ισόγειο.

Χωρίς να ανοίγει καμία πόρτα στους ενδιάμεσους ορόφους.

Μια νύχτα δεν άντεξα. Άνοιξα την πόρτα του διαμερίσματός μου και βγήκα στο κλιμακοστάσιο. Το φως άναψε με καθυστέρηση. Το ασανσέρ περνούσε εκείνη τη στιγμή από τον τέταρτο ανεβαίνοντας.

Το άκουγα μέσα στον τοίχο.

Σταμάτησε πιο πάνω.

Σιωπή.

Έπειτα ακούστηκε η πόρτα του.

Άνοιξε.

Όχι στον πέμπτο.

Πιο πάνω.

Και τότε, μέσα από το κλιμακοστάσιο, από εκεί που δεν υπήρχε όροφος, άκουσα πολλούς ανθρώπους να ψιθυρίζουν μαζί.

Δεν καταλάβαινα λέξεις. Μόνο έναν ψίθυρο σαν πλήθος πίσω από τοίχο.

Μετά ακούστηκε πάλι εκείνη η γυναικεία φωνή.

«Δεν ήταν η ώρα της».

Η πόρτα του ασανσέρ έκλεισε.

Το ασανσέρ κατέβηκε.

Κι εγώ έμεινα ακίνητη έξω από το διαμέρισμά μου, με το χέρι ακόμα στο πόμολο, μέχρι που το φως του κλιμακοστασίου έσβησε και βυθίστηκα στο σκοτάδι.

Τότε κάτι χτύπησε από μέσα την πόρτα του ασανσέρ.

Μία φορά.

Με δύναμη.

Σαν κάποιος να βρισκόταν μέσα στην καμπίνα και να ήθελε να βγει.

Την επόμενη μέρα αποφάσισα να ψάξω. Δεν ήθελα πια να νιώθω τρελή. Έπρεπε να βρω κάτι, οτιδήποτε, που να εξηγεί αυτό που συνέβαινε.

Ρώτησα τη γειτόνισσα του πέμπτου, την κυρία Λένα. Ζει στην πολυκατοικία από τότε που χτίστηκε. Είναι από εκείνες τις γυναίκες που ξέρουν ποιος μπήκε, ποιος βγήκε, ποιος χώρισε, ποιος χρωστάει κοινόχρηστα και ποιος πέθανε χωρίς να το μάθει κανείς για δύο μέρες.

Τη ρώτησα αν υπήρξε ποτέ διαμέρισμα στην ταράτσα.

Με κοίταξε περίεργα.

«Όχι», είπε. «Γιατί;»

Δεν ήθελα να της πω την αλήθεια. Της είπα ότι άκουσα θόρυβο από πάνω.

Έμεινε σιωπηλή λίγο παραπάνω απ’ όσο έπρεπε.

«Από πάνω δεν έχει τίποτα», είπε τελικά. «Μόνο το παλιό μηχανοστάσιο».

«Παλιό;»

Έσφιξε τα χείλη της.

«Πριν βάλουν το καινούριο μοτέρ. Παλιά το ασανσέρ ήταν άλλο. Ξύλινη καμπίνα, συρόμενη πόρτα. Πολύ επικίνδυνο».

«Έγινε κάποιο ατύχημα;»

Η κυρία Λένα κοίταξε προς τις σκάλες.

«Αυτά είναι παλιά πράγματα».

«Τι παλιά πράγματα;»

Άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματός της λίγο περισσότερο, αλλά δεν με κάλεσε μέσα.

«Το ’83 χάθηκε ένα παιδί».

Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.

«Τι σημαίνει χάθηκε;»

«Αυτό που σημαίνει. Μια μικρή. Επτά χρονών. Έμενε στον τρίτο. Η μητέρα της την έστειλε να κατεβάσει σκουπίδια. Μπήκε στο ασανσέρ και δεν βγήκε ποτέ».

«Πώς γίνεται αυτό;»

«Δεν γίνεται», είπε ξερά. «Γι’ αυτό και δεν το συζητάμε».

Μου είπε ότι η αστυνομία έψαξε παντού. Στο φρεάτιο, στο μηχανοστάσιο, στην ταράτσα, στα υπόγεια, στα διαμερίσματα. Τίποτα. Η καμπίνα είχε σταματήσει στο ισόγειο άδεια. Τα σκουπίδια ήταν ακόμα μέσα. Το παιδί όχι.

Η μητέρα της ορκιζόταν ότι, λίγη ώρα μετά την εξαφάνιση, άκουσε την κόρη της να φωνάζει από το ασανσέρ.

Όταν άνοιξαν την πόρτα, η καμπίνα ήταν εκεί.

Άδεια.

Η ιστορία θάφτηκε. Η οικογένεια έφυγε. Το ασανσέρ άλλαξε λίγα χρόνια μετά. Η πολυκατοικία συνέχισε σαν να μην έγινε τίποτα.

Αλλά η κυρία Λένα, πριν κλείσει την πόρτα, μου είπε κάτι που δεν θα ξεχάσω.

«Καμιά φορά, όταν το ασανσέρ ανεβαίνει μόνο του τη νύχτα, μην πατήσεις ποτέ το κουμπί να το καλέσεις. Ό,τι κι αν ακούσεις».

«Γιατί;»

Το πρόσωπό της είχε ασπρίσει.

«Γιατί μπορεί να κατέβει γεμάτο».

Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα με όλα τα φώτα αναμμένα.

Στις 03:11 ξύπνησα.

Όχι από το ασανσέρ.

Από παιδικό τραγούδι.

Ερχόταν από το κλιμακοστάσιο.

Μια λεπτή φωνούλα τραγουδούσε κάτι παλιό, ένα από εκείνα τα παιδικά τραγούδια που δεν ακούγονται πια, με μελωδία αργή και παράφωνη. Στην αρχή νόμισα ότι ήταν όνειρο. Μετά το άκουσα καθαρά.

Ήταν έξω από την πόρτα μου.

Σηκώθηκα χωρίς να το θέλω. Περπάτησα μέχρι την είσοδο του διαμερίσματος. Δεν άνοιξα. Κοίταξα από το ματάκι.

Το κλιμακοστάσιο ήταν άδειο.

Το φως ήταν σβηστό.

Μόνο η πόρτα του ασανσέρ φαινόταν στο βάθος.

Κλειστή.

Το τραγούδι σταμάτησε.

Μετά ακούστηκε ένα μικρό γέλιο.

Έπεσα πίσω, παραλίγο να σκοντάψω στο χαλάκι. Το στόμα μου είχε στεγνώσει. Το σώμα μου δεν υπάκουε. Ήθελα να τρέξω στο δωμάτιο, αλλά έμεινα εκεί, κοιτάζοντας την πόρτα.

Τότε κάποιος χτύπησε.

Όχι δυνατά.

Τρεις μικροί χτύποι.

Χτυπ.

Χτυπ.

Χτυπ.

«Μπορείς να μου ανοίξεις;» είπε η φωνούλα. «Έχει σκοτάδι εδώ».

Δεν άνοιξα.

Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε. Μπορεί λεπτά. Μπορεί ώρες. Το παιδικό τραγούδι ξανάρχισε, αυτή τη φορά πιο μακριά. Σαν να κατέβαινε τις σκάλες.

Το πρωί βρήκα κάτι στο πάτωμα, έξω από την πόρτα μου.

Κάτι σημάδια σα πατημασιές μικρού παιδιού από λάσπη. 

Δεν πήγα στη δουλειά. Δεν απάντησα σε τηλέφωνα. Κάλεσα τεχνικό, όχι τον συντηρητή της πολυκατοικίας, άλλον. Του είπα ότι ήθελα να ελέγξει το ασανσέρ. Όταν ήρθε, φαινόταν εκνευρισμένος που τον φώναξα για «θόρυβο».

Τον ακολούθησα μέχρι την είσοδο.

Άνοιξε τον πίνακα, κοίταξε τα καλώδια, έκανε μετρήσεις. Όλα φυσιολογικά. Μετά ανέβηκε στην ταράτσα για το μηχανοστάσιο. Περίμενα στο κλιμακοστάσιο του πέμπτου, χωρίς να πλησιάζω το ασανσέρ.

Όταν κατέβηκε, είχε αλλάξει ύφος.

«Πόσο καιρό είπατε ότι ακούτε θορύβους;» με ρώτησε.

«Δύο εβδομάδες».

Δεν είπε τίποτα.

«Βρήκατε κάτι;»

Σκούπισε τα χέρια του στο παντελόνι.

«Όχι ακριβώς».

«Τι σημαίνει όχι ακριβώς;»

Με κοίταξε για πρώτη φορά σοβαρά.

«Στο πάνω μέρος του φρεατίου υπάρχουν σημάδια».

«Τι σημάδια;»

«Σαν κάποιος να χτυπάει από μέσα. Παλιά. Πολλά. Σε ύψος που δεν μπορεί να φτάσει άνθρωπος από την καμπίνα».

«Και αυτό τι σημαίνει;»

Δεν απάντησε αμέσως.

«Σημαίνει ότι καλό θα ήταν να μη χρησιμοποιείτε το ασανσέρ μέχρι να αλλάξει όλο το σύστημα».

Κατέβηκε βιαστικά, πήρε τα εργαλεία του και έφυγε. Δεν μου έδωσε απόδειξη. Δεν ζήτησε λεφτά. Δεν γύρισε να κοιτάξει πίσω.

Εκείνο το βράδυ πήρα την απόφαση να φύγω από το διαμέρισμα για λίγες μέρες. Έβαλα μερικά ρούχα σε μια τσάντα και περίμενα να ξημερώσει. Δεν ήθελα να βγω νύχτα στο κλιμακοστάσιο.

Από τη στιγμή που γύρισα πίσω και μετά όλα φαίνονται φυσιολογικά. Δεν είχα ξανά κάποια περίεργη εμπειρία. 

Μετά από κάποιο καιρό που βρήκα το θάρρος να ψάξω ξανά το παρελθόν της πολυκατοικίας ανέβηκα στον 5ο να ρωτήσω την κυρία Λένα περισσότερα στοιχεία. 

Χτύπησα την πόρτα της. 

Καμία απάντηση. 

Χτύπησα το κουδούνι. 

Τίποτα. 

Ξαναχτύπησα την πόρτα, όταν ο γείτονας που μένει στο απέναντι διαμέρισμα άνοιξε την πόρτα του. 

"Την κυρία Λένα ψάχνεις;" 

"Ναι" απάντησα εγώ. 

"Εχω μέρες να τη δω" μου είπε. "Θα πήγε στη κόρη της στη Θεσσαλονίκη".

Δε μπόρεσα μέχρι στιγμής να μάθω περισσότερα στοιχεία. Αλλά το θετικό είναι ότι όλα μοιάζουν και πάλι φυσιολογικά. 

Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τη φίλη μας Έλλη για την ιστορία που μας έστειλε 


Απαραίτητο επιλογή για καλοκαιρινό τρόμο:



Διαβάστε επίσης:







Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com  ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.