Εμένα πάντως με τρόμαξε.
Δουλεύω σε λογιστικό γραφείο και δύο φορές την εβδομάδα μένω μέχρι αργά, κυρίως όταν κλείνει ο μήνας. Το κτίριο είναι σχετικά καινούριο, τίποτα το ιδιαίτερο. Τέσσερις όροφοι, γραφεία, διάδρομοι, λευκά φώτα που κάνουν τα πάντα να φαίνονται πιο άσχημα μετά τις εννιά.
Την περασμένη Πέμπτη είχα μείνει μόνος.
Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα.
Γύρω στις δέκα και μισή σηκώθηκα να πάω στην κουζίνα να φτιάξω καφέ. Δεν ξέρω γιατί, αλλά σφύριζα.
Το κάνω καμιά φορά χωρίς να το καταλαβαίνω. Όχι τραγούδι ακριβώς. Δυο-τρεις νότες.
Καθώς γέμιζα το μπρίκι, μπήκε η καθαρίστρια.
Είναι μια γυναίκα γύρω στα εξήντα που έρχεται κάθε βράδυ λίγο πριν κλείσουμε. Με ξέρει χρόνια.
Με άκουσε να σφυρίζω και σταμάτησε.
«Μην το κάνεις αυτό.»
«Τι;» απάντησα με απορία.
«Μη σφυρίζεις μέσα στο κτίριο τέτοια ώρα.»
Νόμιζα ότι έκανε πλάκα.
«Γιατί;»
Δεν μου απάντησε αμέσως. Πήρε μια σακούλα σκουπιδιών, την έδεσε και είπε:
«Γιατί άμα σου απαντήσει κάποιος, μετά δεν ξέρεις ποιον κάλεσες.»
Αυτό ήταν όλο.
«Εντάξει, γιαγιά.» απάντησα με λίγο ειρωνεία.
Με κοίταξε λίγο στραβά.
«Ό,τι θες.» είπε και έφυγε.
Πέντε λεπτά μετά, είχα ήδη ξεχάσει τη συζήτηση. Γύρισα στο γραφείο. Κάθισα.
Δούλευα κάνα δεκάλεπτο όταν άκουσα κάποιον να σφυρίζει στον διάδρομο. Τις ίδιες νότες. Ακριβώς τις ίδιες.
Σήκωσα το κεφάλι. Περίμενα. Ξανά. Τρεις νότες. Μετά σιωπή.
Η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι η καθαρίστρια μου έκανε πλάκα.
Βγήκα στον διάδρομο.
«Εντάξει, το κατάλαβα.» φώναξα αλλά δε πήρα καμιά απάντηση.
Περπάτησα μέχρι την κουζίνα. Άδεια. Πήγα προς τις τουαλέτες. Τίποτα. Στο τέλος του διαδρόμου ήταν το ασανσέρ και η σκάλα.
Από πίσω μου.
Γύρισα απότομα.
Άδειος διάδρομος.
Γύρισα γρήγορα στο γραφείο και έκλεισα την πόρτα. Δεν την κλείδωσα. Δεν ήθελα να παραδεχτώ ούτε στον εαυτό μου ότι είχα φοβηθεί.
Πήρα το κινητό και έστειλα μήνυμα στην καθαρίστρια.
"Είσαι ακόμα εδώ;"
Μου απάντησε σχεδόν αμέσως.
"Όχι. Έφυγα πριν δέκα λεπτά."
Δεν της είπα τίποτα άλλο. Μάζεψα τα πράγματά μου.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ξανά.
Αυτή τη φορά όχι από μακριά. Ακριβώς έξω από την πόρτα.
Τρεις νότες.
Οι ίδιες.
Δεν κουνήθηκα.
Μετά ξανά.
Λίγο πιο αργά.
Σαν κάποιος να περίμενε να απαντήσω.
Δεν ξέρω γιατί, αλλά ένιωσα την ανάγκη να σφυρίξω πίσω.
Σαν να ήταν παιχνίδι.
Σαν να έπρεπε να συνεχίσω.
Ευτυχώς δεν το έκανα.
Έμεινα ακίνητος μέχρι που σταμάτησε.
Πρέπει να πέρασαν δύο λεπτά.
Ίσως πέντε.
Άνοιξα την πόρτα.
Κανείς.
Πήρα το ασανσέρ και κατέβηκα κάτω.
Καθώς έβγαινα από το κτίριο, ο νυχτερινός φύλακας με ρώτησε:
«Ποιος άλλος έμεινε μαζί σου πάνω τόσο αργα;»
Τον κοίταξα.
«Κανείς.» απάντησα με απορία.
Δεν μου άρεσε το ύφος του. Έτσι τον ρώτησα:
«Γιατί;»
Έδειξε τις κάμερες.
«Γιατί πριν λίγο κάποιον στο διάδρομο στον όροφό σου όσο καθόσουν στο γραφείο.»
Την επόμενη μέρα πήγα κανονικά στη δουλειά. Όλα φυσιολογικά. Ο διάδρομος. Η κουζίνα. Τα φώτα. Το γραφείο.
Σκέφτηκα ότι ίσως τελικά η κούραση μου έπαιξε παιχνίδι. Μέχρι το μεσημέρι. Τότε ήρθε η καθαρίστρια νωρίτερα για κάτι που είχε ξεχάσει.
Με είδε. Στάθηκε στην πόρτα και με ρώτησε:
«Σου απάντησε;»
Δεν ξέρω γιατί δεν της είπα ψέματα.
«Ναι.»
Έκλεισε τα μάτια για λίγο. Μετά είπε:
«Τώρα πρόσεχε να μην αρχίσει να σφυρίζει πρώτο.»
Και έφυγε.
Από τότε δεν έχω ξανασφυρίξει μέσα στο κτίριο.
Αλλά χθες το βράδυ, στο σπίτι μου, καθώς έπλενα τα πιάτα… άκουσα από το σκοτεινό χολ τρεις νότες.
Τις ίδιες.
Αυτή τη φορά δεν είχα σφυρίξει πρώτος.








