0

Οι Συντεταγμένες



Αυτό έγινε μέσα στην πρώτη καραντίνα.

Δεν θυμάμαι ακριβώς τον μήνα, αλλά ήμασταν όλοι κλεισμένοι μέσα, η μέρα δεν περνούσε με τίποτα και είχα αρχίσει να κατεβάζω ό,τι χαζομάρα έβλεπα να γίνεται viral.

Κάπως έτσι βρήκα το Randonautica.

Για όσους δεν το ξέρουν, ήταν μια εφαρμογή που σου έδινε τυχαίες συντεταγμένες κοντά σου.

Η ιδέα ήταν ότι πριν ζητήσεις το σημείο, έπρεπε να σκεφτείς κάτι. Μια πρόθεση. Κάτι που ήθελες να βρεις.

Είχα δει βίντεο με κόσμο που ζητούσε «κάτι παράξενο», «κάτι εγκαταλελειμμένο», «κάτι που να φοβάμαι». Εγώ αποφάσισα να το πάω  λίγο πιο πέρα.

Έγραψα: Θέλω να συναντήσω τον Διάβολο.

Ναι. Ξέρω. Τώρα που το γράφω ακούγεται γελοίο. Τότε όμως ήμουν μόνος στο σπίτι, βαριόμουν και μου φαινόταν αστείο.

Η εφαρμογή φόρτωσε για μερικά δευτερόλεπτα. Και μου έδωσε ένα σημείο περίπου είκοσι λεπτά μακριά με το αυτοκίνητο.

Κοίταξα τον χάρτη. Ήταν έξω από την πόλη. Δεν φαινόταν να υπάρχει τίποτα εκεί. Αυτό φυσικά με έκανε να θέλω περισσότερο να πάω.

Πήρα το αυτοκίνητο. Στους δρόμους υπήρχε σχεδόν απόλυτη ησυχία λόγω καραντίνας. Όσο πλησίαζα, τα σπίτια λιγόστευαν. Στο τέλος βγήκα σε έναν παλιό δρόμο με χωράφια και μερικές εγκαταλελειμμένες αποθήκες.

Το GPS με έβγαλε μπροστά σε ένα παλιό διώροφο κτήριο. Δεν ξέρω τι ήταν παλιότερα. Αποθήκη. Μικρό εργοστάσιο. Κάτι τέτοιο. Τα περισσότερα παράθυρα ήταν σπασμένα. Η πόρτα μισάνοιχτη.

Έμεινα λίγο μέσα στο αυτοκίνητο και κοίταζα. Σκέφτηκα να φύγω. Μετά θυμήθηκα γιατί είχα έρθει και γέλασα μόνος μου.

«Τι διάολο κάνω;»

Κατέβηκα. Μόλις μπήκα μέσα κατάλαβα ότι δεν ήταν εντελώς εγκαταλελειμμένο. Στο πάτωμα υπήρχαν αποτσίγαρα. Άδεια μπουκάλια. Κεριά. Κάποια είχαν λιώσει πρόσφατα, γιατί το κερί πάνω στο τσιμέντο δεν είχε μαζέψει ακόμη σκόνη.

Στον έναν τοίχο υπήρχε ζωγραφισμένη μια πεντάλφα. Σε έναν άλλο κάτι σύμβολα που δεν αναγνώριζα. Εκεί σταμάτησα να γελάω. Όχι επειδή πίστεψα ότι γινόταν κάτι σατανιστικό. Σκέφτηκα απλώς ότι ίσως χρησιμοποιούσαν το μέρος άνθρωποι που δεν θα ήθελα να συναντήσω.

Προχώρησα λίγο ακόμα. Υπήρχε ένας διάδρομος που οδηγούσε σε δύο δωμάτια. Μόλις μπήκα στον διάδρομο, ένιωσα κρύο. Όχι απλώς δροσιά. Κρύο. Από εκείνο που σε πιάνει ξαφνικά στον σβέρκο.

Σταμάτησα. Κοίταξα γύρω μου μήπως υπήρχε ανοιχτό παράθυρο. Τίποτα. Και τότε άκουσα:

«Μάριε.»

Ήταν περισσότερο σαν ψίθυρος. Αλλά άκουσα καθαρά το όνομά μου. Πάγωσα.

«Ποιος είναι;» ρώτησα.

Δεν απάντησε κανείς.

Η πρώτη σκέψη μου ήταν ότι υπήρχε κάποιος μέσα και μου έκανε πλάκα. Μετά σκέφτηκα το προφανές. Κανείς εκεί μέσα δεν μπορούσε να ξέρει πώς με λένε. Κοίταξα πίσω μου. Άδειο. Κοίταξα στα δύο δωμάτια. Κανείς.

Και τότε ακούστηκαν βήματα. Από την άλλη άκρη του διαδρόμου. Αργά.

Ένα.

Δύο.

Τρία.

Σταμάτησαν.

«Ποιος είναι εκεί;» ρώτησα με αγωνία.

Καμία απάντηση.

Μετά ξανά.

Ένα.

Δύο.

Τρία.

Πιο κοντά.

Δεν έβλεπα κανέναν. Ο διάδρομος ήταν άδειος. Τα βήματα όμως συνέχιζαν. Και κάθε φορά ακούγονταν πιο κοντά. Εκεί δεν σκέφτηκα τίποτα άλλο. Έτρεξα.

Βγήκα από το κτήριο, μπήκα στο αυτοκίνητο και έφυγα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Δεν κοίταξα πίσω.

Μόνο όταν βγήκα στον κεντρικό δρόμο συνειδητοποίησα ότι έτρεμα.

Το ίδιο βράδυ, λίγο μετά τις δύο, ξύπνησα από το κινητό. Η οθόνη ήταν αναμμένη. Η Randonautica ήταν ανοιχτή. Δεν θυμόμουν να την έχω ανοίξει.

Κοίταξα τον χάρτη που μου έδειχνε η εφαρμογή. Έδειχνε το ίδιο σημείο. Το εγκαταλελειμμένο κτήριο. Έκλεισα την εφαρμογή.

Πέντε λεπτά αργότερα άνοιξε ξανά. Μόνη της. Ίδιο σημείο. Την έκλεισα πάλι.

Μετά από λίγο το κινητό δόνησε. Πάλι η εφαρμογή. Μόνο που αυτή τη φορά ήταν διαφορετικές συντεταγμένες. Έδειχναν ένα σημείο πολύ κοντά στο σπίτι μου!

Δεν το σκέφτηκα περισσότερο. Τη διέγραψα. Έκλεισα το κινητό. Και εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα με το φως ανοιχτό. Δεν ξανακατέβασα ποτέ την εφαρμογή.

Δεν ξέρω τι υπήρχε πραγματικά μέσα σε εκείνο το κτήριο. Δε ξέρω τι παίζει με αυτή την εφαρμογή κι αν λειτουργεί ακόμη.

Ξέρω μόνο κάτι. Όταν ζήτησα από την εφαρμογή να με πάει στον Διάβολο… μου έδωσε ακριβώς εκείνες τις συντεταγμένες.

Και όταν έφτασα εκεί, κάτι ήξερε το όνομά μου.

Πριν φύγεις, έχουμε άλλη μία πρόταση για σένα:

Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Μάριο για την ιστορία που μας έστειλε.

Διαβάστε επίσης:





Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com για να την δημοσιεύσουμε.









1

Το Σφύριγμα

 





Δεν ξέρω αν αυτό είναι αρκετό για ιστορία.

Εμένα πάντως με τρόμαξε.

Δουλεύω σε λογιστικό γραφείο και δύο φορές την εβδομάδα μένω μέχρι αργά, κυρίως όταν κλείνει ο μήνας. Το κτίριο είναι σχετικά καινούριο, τίποτα το ιδιαίτερο. Τέσσερις όροφοι, γραφεία, διάδρομοι, λευκά φώτα που κάνουν τα πάντα να φαίνονται πιο άσχημα μετά τις εννιά.

Την περασμένη Πέμπτη είχα μείνει μόνος.

Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα.

Γύρω στις δέκα και μισή σηκώθηκα να πάω στην κουζίνα να φτιάξω καφέ. Δεν ξέρω γιατί, αλλά σφύριζα.

Το κάνω καμιά φορά χωρίς να το καταλαβαίνω. Όχι τραγούδι ακριβώς. Δυο-τρεις νότες.

Καθώς γέμιζα το μπρίκι, μπήκε η καθαρίστρια.

Είναι μια γυναίκα γύρω στα εξήντα που έρχεται κάθε βράδυ λίγο πριν κλείσουμε. Με ξέρει χρόνια.

Με άκουσε να σφυρίζω και σταμάτησε.

«Μην το κάνεις αυτό.»

«Τι;» απάντησα με απορία.

«Μη σφυρίζεις μέσα στο κτίριο τέτοια ώρα.»

Νόμιζα ότι έκανε πλάκα.

«Γιατί;»

Δεν μου απάντησε αμέσως. Πήρε μια σακούλα σκουπιδιών, την έδεσε και είπε:

«Γιατί άμα σου απαντήσει κάποιος, μετά δεν ξέρεις ποιον κάλεσες.»

Αυτό ήταν όλο.

«Εντάξει, γιαγιά.» απάντησα με λίγο ειρωνεία. 

Με κοίταξε λίγο στραβά.

«Ό,τι θες.» είπε και έφυγε.

Πέντε λεπτά μετά, είχα ήδη ξεχάσει τη συζήτηση. Γύρισα στο γραφείο. Κάθισα.

Δούλευα κάνα δεκάλεπτο όταν άκουσα κάποιον να σφυρίζει στον διάδρομο. Τις ίδιες νότες. Ακριβώς τις ίδιες.

Σήκωσα το κεφάλι. Περίμενα. Ξανά. Τρεις νότες. Μετά σιωπή.

Η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι η καθαρίστρια μου έκανε πλάκα.

Βγήκα στον διάδρομο.

«Εντάξει, το κατάλαβα.» φώναξα αλλά δε πήρα καμιά απάντηση.

Περπάτησα μέχρι την κουζίνα. Άδεια. Πήγα προς τις τουαλέτες. Τίποτα. Στο τέλος του διαδρόμου ήταν το ασανσέρ και η σκάλα. 

Τότε άκουσα το σφύριγμα ξανά.

Από πίσω μου.

Γύρισα απότομα.

Άδειος διάδρομος.

Γύρισα γρήγορα στο γραφείο και έκλεισα την πόρτα. Δεν την κλείδωσα. Δεν ήθελα να παραδεχτώ ούτε στον εαυτό μου ότι είχα φοβηθεί.

Πήρα το κινητό και έστειλα μήνυμα στην καθαρίστρια.

"Είσαι ακόμα εδώ;"

Μου απάντησε σχεδόν αμέσως.

"Όχι. Έφυγα πριν δέκα λεπτά."

Δεν της είπα τίποτα άλλο. Μάζεψα τα πράγματά μου.

Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ξανά.

Αυτή τη φορά όχι από μακριά. Ακριβώς έξω από την πόρτα.

Τρεις νότες.

Οι ίδιες.

Δεν κουνήθηκα.

Μετά ξανά.

Λίγο πιο αργά.

Σαν κάποιος να περίμενε να απαντήσω.

Δεν ξέρω γιατί, αλλά ένιωσα την ανάγκη να σφυρίξω πίσω.

Σαν να ήταν παιχνίδι.

Σαν να έπρεπε να συνεχίσω.

Ευτυχώς δεν το έκανα.

Έμεινα ακίνητος μέχρι που σταμάτησε.

Πρέπει να πέρασαν δύο λεπτά.

Ίσως πέντε.

Άνοιξα την πόρτα.

Κανείς.

Πήρα το ασανσέρ και κατέβηκα κάτω.

Καθώς έβγαινα από το κτίριο, ο νυχτερινός φύλακας με ρώτησε:

«Ποιος άλλος έμεινε μαζί σου πάνω τόσο αργα;»

Τον κοίταξα.

«Κανείς.» απάντησα με απορία.

Αυτός απλά έκανε ένα «Α.»

Δεν μου άρεσε το ύφος του. Έτσι τον ρώτησα:

«Γιατί;»

Έδειξε τις κάμερες.

«Γιατί πριν λίγο κάποιον στο διάδρομο στον όροφό σου όσο καθόσουν στο γραφείο.»

Την επόμενη μέρα πήγα κανονικά στη δουλειά. Όλα φυσιολογικά. Ο διάδρομος. Η κουζίνα. Τα φώτα. Το γραφείο.

Σκέφτηκα ότι ίσως τελικά η κούραση μου έπαιξε παιχνίδι. Μέχρι το μεσημέρι. Τότε ήρθε η καθαρίστρια νωρίτερα για κάτι που είχε ξεχάσει.

Με είδε. Στάθηκε στην πόρτα και με ρώτησε:

«Σου απάντησε;»

Δεν ξέρω γιατί δεν της είπα ψέματα.

«Ναι.»

Έκλεισε τα μάτια για λίγο. Μετά είπε:

«Τώρα πρόσεχε να μην αρχίσει να σφυρίζει πρώτο.»

Και έφυγε.

Από τότε δεν έχω ξανασφυρίξει μέσα στο κτίριο.

Αλλά χθες το βράδυ, στο σπίτι μου, καθώς έπλενα τα πιάτα… άκουσα από το σκοτεινό χολ τρεις νότες.

Τις ίδιες.

Αυτή τη φορά δεν είχα σφυρίξει πρώτος.


Για τους λάτρεις του gothic / spooky αισθητικού:



Μπορεί κάποιος να μου εξηγήσει τι μου συμβαίνει και πως μπορώ να απαλλαχθώ από ότι κι αν είναι αυτό;


Για όσους αγαπούν τη σκοτεινή ατμόσφαιρα και πέρα από τις ιστορίες:


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Αλέξη για την ιστορία που μας έστειλε. 

Μια επιλογή που ταιριάζει ιδανικά με horror διάθεση:


Διαβάστε επίσης:





Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com για να την δημοσιεύσουμε.




0

Η Άδεια Καρέκλα

 



Καλησπέρα.

Αυτό συνέβη πριν από μερικά χρόνια, όταν πήγα να μείνω για λίγες μέρες με τη γιαγιά μου στο χωριό.

Δεν θα πω ποιο χωριό είναι. Όχι επειδή υπάρχει κάποιο μεγάλο μυστικό. Απλώς η γιαγιά μου ζει ακόμη εκεί και, αν ποτέ διαβάσει κάποιος από την περιοχή αυτή την ιστορία, προτιμώ να μη μάθει ότι την έγραψα.

Ήμουν τότε είκοσι τεσσάρων.

Είχα τελειώσει τις σπουδές μου, είχα αρκετό ελεύθερο χρόνο και αποφάσισα να πάω να τη δω. Ζούσε μόνη της από τότε που πέθανε ο παππούς μου, σε ένα παλιό πέτρινο σπίτι στην άκρη του χωριού.

Το σπίτι το ήξερα από παιδί. Ξύλινα πατώματα. Χοντροί τοίχοι. Χαμηλά ταβάνια. Μια μεγάλη κουζίνα με ξυλόσομπα και εκείνη τη χαρακτηριστική μυρωδιά από παλιά έπιπλα, καφέ και λιβάνι.

Το δωμάτιο όπου κοιμόμουν ήταν το παλιό δωμάτιο της μητέρας μου. Είχε ένα μονό κρεβάτι, μια ντουλάπα και δίπλα στο παράθυρο μια παλιά ξύλινη καρέκλα.

Το πρώτο βράδυ, λίγο πριν κοιμηθώ, μπήκε η γιαγιά μου στο δωμάτιο. Κοίταξε πρώτα εμένα. Μετά την καρέκλα. Το πρόσωπό της άλλαξε.

«Γιατί την άφησες έτσι;»

Την κοίταξα χωρίς να καταλαβαίνω.

«Πώς;»

Έδειξε την καρέκλα. Ήταν άδεια. 

«Δεν αφήνουμε καρέκλα άδεια το βράδυ.»

Γέλασα.

Πήρε μια ζακέτα που είχα αφήσει πάνω στο κρεβάτι και την πέταξε πάνω στην πλάτη και στο κάθισμα της καρέκλας.

«Να έχει κάτι πάνω της.»

«Γιαγιά, τι λες;»

Ίσιωσε λίγο τη ζακέτα.

«Άδεια καρέκλα τη νύχτα είναι πρόσκληση.»

Αυτό με έκανε να γελάσω περισσότερο.

«Πρόσκληση για ποιον;»

Με κοίταξε.

«Για όποιον περνά και ψάχνει να καθίσει.»

Δεν απάντησα. Ήξερα τη γιαγιά μου. Πάντα είχε τέτοιες παλιές δοξασίες. Να μην αφήνεις ψαλίδι ανοιχτό. Να μη σφυρίζεις μέσα στο σπίτι το βράδυ. Να μη γυρνάς όταν ακούσεις κάποιον να σε φωνάζει από πίσω μετά τα μεσάνυχτα. Πράγματα που είχε μάθει από τη δική της μητέρα και εκείνη από τη δική της.

«Καληνύχτα, γιαγιά.»

«Καληνύχτα.»

Πριν φύγει, κοίταξε ξανά την καρέκλα. Έκλεισε την πόρτα.

Το επόμενο βράδυ ξύπνησα γύρω στις δύο. Διψούσα. Βγήκα από το δωμάτιο και περπάτησα προς την κουζίνα.

Καθώς περνούσα από το σαλόνι, είδα φως στο μικρό δωμάτιο όπου η γιαγιά είχε το εικονοστάσι. Σταμάτησα.

Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Μέσα έκαιγαν τρία ή τέσσερα κεριά. Η γιαγιά μου ήταν γονατισμένη μπροστά στις εικόνες. Δεν με είχε ακούσει. Στην αρχή νόμιζα ότι προσευχόταν. 

Μετά άκουσα τα λόγια. Δεν καταλάβαινα τίποτα. Δεν ήταν ελληνικά. Ή τουλάχιστον δεν έμοιαζαν με ελληνικά. Μιλούσε πολύ χαμηλά, σχεδόν ψιθυριστά, επαναλαμβάνοντας τις ίδιες φράσεις ξανά και ξανά. Κάποια στιγμή σταμάτησε και έσκυψε το κεφάλι.

Ένιωσα ένα περίεργο ρίγος. Δεν ξέρω γιατί.

Γύρισα στην κουζίνα, ήπια νερό και επέστρεψα στο δωμάτιό μου χωρίς να της μιλήσω. Τα έχει χάσει λίγο η γιαγιά, σκέφτηκα. Μεγάλωσε. Μένει μόνη. Όλη μέρα εκκλησία, εικόνες, προσευχές, παλιές δοξασίες. 

Μπήκα στο δωμάτιο. Η ζακέτα μου ήταν ακόμα πάνω στην καρέκλα. Την κοίταξα. Και χωρίς ιδιαίτερο λόγο εκνευρίστηκα. Ίσως επειδή όλη αυτή η ιστορία είχε αρχίσει να μου φαίνεται γελοία.

Πήρα τη ζακέτα και την πέταξα πάνω στη βαλίτσα μου. «Βλακείες», είπα χαμηλόφωνα. Η καρέκλα έμεινε άδεια. Ξάπλωσα.

Δεν ξέρω πόση ώρα κοιμόμουν όταν ξύπνησα από έναν θόρυβο. Βήματα. Αργά. Πάνω στο ξύλινο πάτωμα. Άνοιξα τα μάτια. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό. Άκουσα ξανά.

Τριιικ.

Μετά σιωπή.

Τριιικ.

Σαν κάποιος να περπατούσε στον διάδρομο. Σκέφτηκα ότι ήταν η γιαγιά.

«Γιαγιά;»

Καμία απάντηση. Τα βήματα σταμάτησαν έξω από την πόρτα μου. Περίμενα να ανοίξει. Δεν άνοιξε.

Και τότε άκουσα κάτι μέσα στο δωμάτιο. Ξύλο πάνω σε ξύλο. Γύρισα αργά το κεφάλι. Ήταν η καρέκλα. Στην αρχή νόμιζα ότι έβλεπα λάθος μέσα στο σκοτάδι. Μετά ακούστηκε ξανά.

Κρρρρ…

Η καρέκλα μετακινήθηκε. Λίγα εκατοστά.  Μόνη της. Το αίμα μου πάγωσε. Έμεινα ακίνητη.

Και τότε η καρέκλα γύρισε. Όχι πολύ. Μόνο τόσο ώστε το κάθισμά της να μην κοιτάζει πια προς το παράθυρο. Κοιτούσε προς το κρεβάτι μου. Προς εμένα.

Δεν μπορούσα να φωνάξω. Δεν μπορούσα ούτε να σηκωθώ. Και τότε άκουσα τα βήματα ξανά. Μόνο που τώρα δεν βρίσκονταν στον διάδρομο.

Ήταν μέσα στο δωμάτιο.

Ένα βήμα.

Παύση.

Άλλο ένα.

Πιο κοντά.

Το στρώμα δίπλα στα πόδια μου βούλιαξε ελάχιστα. Σαν κάτι να ακούμπησε πάνω του. Ένιωσα τον αέρα στο δωμάτιο να γίνεται ξαφνικά παγωμένος. Και μαζί του ήρθε μια αίσθηση που δεν μπορώ να περιγράψω σωστά.

Δεν έβλεπα τίποτα. Αλλά ήξερα ότι κάτι βρισκόταν εκεί. Κάτι πολύ κοντά μου. Ένιωθα την παρουσία του όπως νιώθεις κάποιον όταν στέκεται πίσω σου χωρίς να τον βλέπεις. Μόνο που αυτό ήταν διαφορετικό. Δεν στεκόταν απλώς δίπλα μου. Ένιωθα σαν να προσπαθούσε να μπει μέσα μου.

Η αναπνοή μου έγινε βαριά. Τα χέρια μου μούδιασαν. Για μερικά δευτερόλεπτα δεν μπορούσα να κουνήσω ούτε τα δάχτυλά μου.

Και τότε η πόρτα άνοιξε απότομα. Η γιαγιά μου στεκόταν εκεί. Φορούσε το νυχτικό της. Στο ένα χέρι κρατούσε ένα αναμμένο κερί. Στο άλλο έναν μεγάλο ξύλινο σταυρό.

Δεν κοίταξε εμένα. Κοίταξε την καρέκλα. Και άρχισε να λέει δυνατά τις ίδιες παράξενες λέξεις που την είχα ακούσει να ψιθυρίζει μπροστά στο εικονοστάσι.

Το δωμάτιο πάγωσε ακόμη περισσότερο. Η καρέκλα έτριξε. Μετά μετακινήθηκε απότομα προς τα πίσω. Σαν κάποιος να σηκώθηκε βίαια από πάνω της. Άκουσα έναν δυνατό χτύπο στον τοίχο. Το κερί της γιαγιάς έσβησε. Και όλα σταμάτησαν.

Απόλυτη σιωπή.

Η γιαγιά άναψε το φως και με κοίταξε. Πήγε στη βαλίτσα μου, πήρε τη ζακέτα και την έριξε ξανά πάνω στην καρέκλα. Μετά γύρισε προς εμένα.

«Σου είπα να μην την αφήσεις άδεια.»

Δεν της απάντησα.

Εκείνη τη νύχτα κοιμήθηκα μαζί της στο δωμάτιό της.


Το επόμενο πρωί τη ρώτησα τι ήταν αυτό που είχε μπει στο δωμάτιο. Δεν μου είπε. Συνέχισε να φτιάχνει τον καφέ της σαν να μην είχε ακούσει την ερώτηση.

Μόνο όταν σηκώθηκα από το τραπέζι είπε:

«Δεν ξέρουμε τι είναι όλα όσα υπάρχουν.»

«Τότε γιατί υπήρχε η καρέκλα μέσα στο δωμάτιο;» ρώτησα γεμάτη αγανακτισμένη περιέργεια. 

Η γιαγιά με κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα και απάντησε:

«Γιατί αν θέλει να καθίσει κάπου, καλύτερα να ξέρεις πού κάθεται.»

Δεν την ξαναρώτησα τίποτα. Έφυγα από το χωριό δύο μέρες αργότερα.

Η γιαγιά ζει ακόμη στο ίδιο σπίτι. Πηγαίνω να τη δω όσο πιο συχνά γίνεται. Και η καρέκλα βρίσκεται ακόμα δίπλα στο παράθυρο.

Δεν ξέρω αν πιστεύω όσα πίστευε εκείνη. Δεν ξέρω καν τι συνέβη πραγματικά εκείνο το βράδυ. Ξέρω μόνο ότι, από τότε, όταν κοιμάμαι σε οποιοδήποτε δωμάτιο και υπάρχει μέσα μια άδεια καρέκλα... πάντα αφήνω κάτι πάνω της.


Αν σου αρέσει η σκοτεινή ατμόσφαιρα τότε δες κι αυτό:


Γιατί δεν έχω κανέναν λόγο να το δοκιμάσω δεύτερη φορά.






Our Horror Sories: Ευχαριστούμε τη φίλη μας Νίκη για την ιστορία που μας έστειλε.



Πριν φύγεις προτείνουμε να διαβάσεις κι αυτό:



Διαβάστε επίσης:





Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com για να την δημοσιεύσουμε.



0

Μην Ανοίξεις στις 00:00

 


Καλησπέρα.

Μένω μόνος μου στον τέταρτο όροφο μιας σχετικά καινούριας πολυκατοικίας.

Το θυροτηλέφωνο έχει μικρή κάμερα στην είσοδο, οπότε όταν χτυπά κάποιος κάτω μπορώ να δω ποιος είναι πριν ανοίξω.

Πριν από λίγες μέρες, γύρω στις έντεκα και μισή το βράδυ, χτύπησε. Δεν περίμενα κανέναν.




Κοίταξα την οθόνη.

Στην αρχή η εικόνα ήταν γεμάτη παράσιτα. Μαύρες και άσπρες γραμμές. Μετά καθάρισε. Και είδα εμένα.

Στεκόμουν έξω από την πολυκατοικία. Φορούσα ακριβώς τα ίδια ρούχα που φορούσα εκείνη τη στιγμή μέσα στο σπίτι.

Για λίγα δευτερόλεπτα νόμιζα ότι είχε κολλήσει κάποια παλιά εικόνα.

Μετά ο άνθρωπος στην οθόνη σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε κατευθείαν την κάμερα. Εμένα. Και άκουσα τη φωνή μου από το θυροτηλέφωνο.

«Μην ανοίξεις την πόρτα στις δώδεκα.»

Έμεινα ακίνητος.

«Τι;»





Η εικόνα άρχισε να χαλάει ξανά. Παράσιτα.

Η φωνή μου επανέλαβε:

«Ό,τι κι αν ακούσεις. Μην ανοίξεις.»

Μετά η οθόνη μαύρισε.

Περίμενα μερικά δευτερόλεπτα. Ξανάνοιξε. Η είσοδος ήταν άδεια. Δεν υπήρχε κανείς.

Κοίταξα το ρολόι.

23:34.

Δε μπορούσα να βρω κάποια λογική εξήγηση. Το άτομο ήταν εγώ! Και η φωνή ήταν δική μου! Όχι παρόμοια. Δική μου.

Πέρασε η ώρα.

23:45.
23:52.
23:58.




Δεν ξέρω γιατί, αλλά όσο πλησίαζαν τα μεσάνυχτα τόσο περισσότερο κοιτούσα την εξώπορτα.

Στις 00:00 ακριβώς χτύπησε το κουδούνι του διαμερίσματος. Όχι το θυροτηλέφωνο. Το κουδούνι έξω από την πόρτα μου.

Πάγωσα.

Κάποιος βρισκόταν στον τέταρτο όροφο.

Πλησίασα αργά. Δεν άνοιξα. Κοίταξα από το ματάκι. Ο διάδρομος ήταν άδειος.

Περίμενα.

Τίποτα.




Μετά το κουδούνι χτύπησε ξανά. Μία φορά. Αργά. Κοίταξα πάλι. Κανείς.

Έμεινα με το μάτι κολλημένο στο ματάκι. Ο διάδρομος παρέμενε άδειος. Δεν άνοιξα. Μετά από λίγο όλα σταμάτησαν.

Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα όρθιος μπροστά στην πόρτα. Το πρωί βγήκα στον διάδρομο. Δεν υπήρχε τίποτα. Καμία ένδειξη ότι είχε σταθεί κάποιος εκεί.

Σήμερα κάθομαι στο καναπέ του σπιτιού μου κι αναρωτιέμαι τι θα κάνω αν χτυπήσει πάλι το κουδούνι; 

Εσείς τι θα κάνατε;

Αν σου αρέσει το HALLOWEEN τότε πρέπει να δεις αυτό:

Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλος μας Χρήστο για την ιστορία που μας έστειλε.

Μόνο για τους λάτρες των τρομακτικών ιστοριών:


Διαβάστε επίσης:







Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com για να την δημοσιεύσουμε.



0

Ο Άντρας στην Αποβάθρα




Καλησπέρα.

Αυτό που θα σας γράψω συνέβη το καλοκαίρι του 2013, όταν δούλευα για λίγους μήνες στη Μαδρίτη.

Ήμουν τότε τριάντα χρονών και είχα πάει στην Ισπανία για ένα επαγγελματικό πρόγραμμα. Έμενα μόνος, δεν γνώριζα πολύ κόσμο και τα Σαββατοκύριακα προσπαθούσα να ταξιδεύω όσο μπορούσα.

Εκείνη την Τετάρτη είχα κανονίσει να πάω στο Santiago de Compostela.

Είχα εισιτήριο για το απογευματινό τρένο από τον σταθμό Chamartín.

Έφτασα αρκετά νωρίς.

Θυμάμαι ότι έκανε ζέστη. Είχα αγοράσει ένα μπουκάλι νερό και καθόμουν περιμένοντας να ανακοινωθεί η επιβίβαση.

Όταν τελικά κατέβηκα στην αποβάθρα, υπήρχε ήδη αρκετός κόσμος.

Οικογένειες.

Ζευγάρια.

Άνθρωποι με βαλίτσες.

Το τρένο βρισκόταν ήδη εκεί.

Καθώς περπατούσα προς το βαγόνι μου, πρόσεξα έναν άντρα στην άλλη άκρη της αποβάθρας.

Δεν ξέρω γιατί μου τράβηξε την προσοχή.

Ήταν αρκετά μακριά.

Φορούσε σκούρο παντελόνι και ένα ανοιχτόχρωμο πουκάμισο. Πρέπει να ήταν γύρω στα πενήντα ή εξήντα.

Δεν είχε αποσκευές.

Δεν κοιτούσε το τρένο.

Κοιτούσε εμένα.

Συνέχισα να περπατάω.

Όταν ξανακοίταξα προς το μέρος του, σήκωσε το χέρι.

Στην αρχή νόμιζα ότι χαιρετούσε κάποιον πίσω μου.

Γύρισα.

Δεν υπήρχε κανείς.

Και τότε τον άκουσα να φωνάζει:

«Νίκο!»

Πάγωσα.

Δεν τον είχα ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου.

Ο άντρας έκανε μια αργή κίνηση με το κεφάλι.

Όχι.

Μετά άρχισε να κινείται προς το μέρος μου.

Δεν έτρεχε.

Περπατούσε αργά, χωρίς να παίρνει τα μάτια του από πάνω μου.

Σήκωσε ξανά το χέρι και έκανε την ίδια κίνηση.

Να μην μπω.

Δεν ξέρω γιατί, αλλά αντί να πάω προς το βαγόνι μου, άρχισα κι εγώ να περπατάω προς το μέρος του.

Ήθελα να τον ρωτήσω ένα μόνο πράγμα:

Πώς ήξερε το όνομά μου;

Όσο πλησίαζα, εκείνος έκανε μερικά βήματα προς τα πίσω.

«Señor;» του φώναξα.

Δεν απάντησε.

Προχώρησα λίγο πιο γρήγορα.

Ο άντρας απομακρύνθηκε προς το τέλος της αποβάθρας, εκεί όπου η οροφή και οι κολόνες δημιουργούσαν μια μεγάλη λωρίδα σκιάς.

Για λίγα δευτερόλεπτα τον έχασα πίσω από μία κολόνα.

Όταν έφτασα εκεί...
δεν υπήρχε κανείς.

Κοίταξα αριστερά. Δεξιά.
Τίποτα.

Δεν υπήρχε κάποια ανοιχτή πόρτα δίπλα του. Δεν υπήρχαν σκάλες. Δεν μπορούσα να καταλάβω πού είχε πάει.

Τότε άκουσα την ανακοίνωση.

Οι πόρτες έκλειναν.

Γύρισα και έτρεξα.

Ήμουν αρκετά μακριά από το βαγόνι μου.

Έφτασα τη στιγμή που οι τελευταίες πόρτες έκλειναν.

Χτύπησα το κουμπί.

Τίποτα.

Ένας υπάλληλος μου έκανε νόημα να απομακρυνθώ.

Το τρένο άρχισε να κινείται.

Έμεινα στην αποβάθρα κοιτάζοντάς το να φεύγει.

Δεν μπορώ να περιγράψω πόσο εκνευρισμένος ήμουν.

Είχα χάσει το τρένο επειδή αποφάσισα να κυνηγήσω έναν άγνωστο που μου έκανε νοήματα.

Πήγα στο εκδοτήριο για να δω αν μπορούσα να αλλάξω το εισιτήριο.

Δεν θυμάμαι πια τι μου είπαν.

Θυμάμαι μόνο ότι τελικά δεν ταξίδεψα εκείνη την ημέρα.

Γύρισα στο διαμέρισμά μου.

Το ίδιο βράδυ καθόμουν μπροστά στην τηλεόραση όταν άρχισαν να εμφανίζονται έκτακτες ειδήσεις.

Στην αρχή δεν έδωσα σημασία.

Μετά άκουσα:
Santiago de Compostela.

Σήκωσα το κεφάλι.

Ένα τρένο είχε εκτροχιαστεί λίγο πριν φτάσει στην πόλη.

Κοίταζα την τηλεόραση χωρίς να καταλαβαίνω.

Μετά εμφανίστηκε στην οθόνη ο αριθμός του δρομολογίου.

Ήταν το τρένο που είχα χάσει.

Το εισιτήριο βρισκόταν ακόμη στην τσέπη μου.

Το έβγαλα και το άφησα πάνω στο τραπέζι.

Για αρκετή ώρα δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω του.
Και τότε θυμήθηκα τον άντρα στην αποβάθρα.

Το βλέμμα του.

Το χέρι του.

Και εκείνη τη μία αργή κίνηση του κεφαλιού.

Όχι.


Αν σου αρέσει το HALLOWEEN τότε έχουμε κάτι ακόμη για εσένα:


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Νίκο για την ιστορία που μας έστειλε.

Πριν φύγεις πρέπει να δεις κι αυτό:


Διαβάστε επίσης:





Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com  ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.