0

Το διαμέρισμα στην Κυψέλη

 




Το σκέφτομαι εδώ και μήνες. Από τη μία λέω πως ίσως όλο αυτό να ήταν αποτέλεσμα κούρασης. Εκείνη την περίοδο δούλευα πολλές ώρες, κοιμόμουν λίγο, έπινα καφέδες αντί για νερό και γενικά δεν ήμουν στην καλύτερη φάση μου.

Από την άλλη, υπάρχουν πράγματα που δεν γίνεται να τα εξηγήσεις έτσι απλά.

Όλα ξεκίνησαν όταν μετακόμισα σε ένα παλιό διαμέρισμα στην Κυψέλη. Ήταν από αυτά τα διαμερίσματα της δεκαετίας του ’70, με μωσαϊκό στο πάτωμα, βαριές ξύλινες πόρτες και εκείνη τη μυρωδιά παλιού σπιτιού που δεν φεύγει ποτέ εντελώς, όσο κι αν αερίζεις.

Το νοίκι ήταν χαμηλό για την περιοχή.

Υπερβολικά χαμηλό, τώρα που το σκέφτομαι.

Η ιδιοκτήτρια, μια γυναίκα γύρω στα εξήντα, μου είχε πει από την αρχή:

«Το μικρό δωμάτιο στο τέλος του διαδρόμου καλύτερα να το χρησιμοποιείς σαν αποθήκη. Δεν έχει καλό φως».

Δεν έδωσα σημασία. Το σπίτι είχε δύο υπνοδωμάτια, σαλόνι, κουζίνα και εκείνο το μικρό δωμάτιο. Πράγματι, ήταν σκοτεινό. Είχε ένα στενό παράθυρο που έβλεπε σε φωταγωγό και μέσα έκανε πάντα λίγο περισσότερη ψύχρα απ’ ό,τι στο υπόλοιπο σπίτι.

Την πρώτη εβδομάδα δεν έγινε τίποτα.

Τη δεύτερη άρχισα να παρατηρώ ότι η πόρτα του μικρού δωματίου ήταν συχνά μισάνοιχτη.

Στην αρχή το απέδωσα στον αέρα. Τα παλιά σπίτια έχουν ρεύματα. Έκλεινα την πόρτα, πήγαινα στη δουλειά, γύριζα το βράδυ και την έβρισκα πάλι λίγο ανοιχτή. Όχι διάπλατα. Ίσα ίσα. Σαν κάποιος να την είχε σπρώξει προσεκτικά, μόνο όσο χρειαζόταν για να κοιτάξει έξω.

Άρχισα να τη σφηνώνω με ένα παλιό κουτί από παπούτσια.

Το κουτί μετακινούνταν.

Όχι πολύ. Μερικά εκατοστά. Αλλά αρκετά για να μην μπορώ να πω ότι ήταν στη φαντασία μου.

Ένα βράδυ γύρισα αργά, γύρω στις δύο. Είχα βγει με κάτι φίλους, είχα πιει δυο ποτά, όχι κάτι φοβερό. Θυμάμαι όμως ότι ένιωθα ζαλισμένος από την κούραση. Μπήκα στο σπίτι, πέταξα τα κλειδιά στο τραπέζι και πήγα κατευθείαν στο μπάνιο.

Εκεί άκουσα για πρώτη φορά το χτύπημα.

Τρία χτυπήματα.

Αργά.

Από μέσα από το μικρό δωμάτιο.

Στάθηκα ακίνητος με την οδοντόβουρτσα στο χέρι.

Περίμενα.

Τίποτα.

Βγήκα στον διάδρομο. Το σπίτι ήταν ήσυχο. Το κουτί ήταν στη θέση του. Η πόρτα κλειστή.

Γέλασα μόνος μου. Ή τουλάχιστον προσπάθησα.

«Το ψυγείο θα ήταν», είπα δυνατά, λες και έπρεπε να πείσω κάποιον άλλο μέσα στο σπίτι.

Την επόμενη μέρα αποφάσισα να αδειάσω τελείως εκείνο το δωμάτιο. Είχα βάλει μέσα κούτες, παλιά βιβλία, κάτι εργαλεία, άχρηστα πράγματα. Ήθελα να δω αν υπήρχε κάποιος σωλήνας, κάποια χαλαρή τάβλα, κάτι που να κάνει θόρυβο.

Το δωμάτιο ήταν άδειο μέσα σε μισή ώρα.

Και τότε είδα τον τοίχο.

Στη δεξιά πλευρά, πίσω από μια παλιά βιβλιοθήκη που είχα ακουμπήσει προσωρινά εκεί, υπήρχαν μικρές γρατζουνιές. Πολλές. Κάθετες. Σαν νυχιές.

Δεν ήταν βαθιές, αλλά ήταν πολλές. Πάρα πολλές.

Και όλες βρίσκονταν στο ίδιο ύψος.

Στο ύψος ενός παιδιού.

Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα κάτι που μου είχε πει η ιδιοκτήτρια όταν υπογράφαμε το συμβόλαιο. Ότι το σπίτι ήταν χρόνια κλειστό. Ότι «δεν έτυχε» να το νοικιάσουν. Ότι οι προηγούμενοι έφυγαν βιαστικά.

Τότε μου είχε φανεί απλώς κουτσομπολιό πολυκατοικίας.

Το ίδιο βράδυ δεν κοιμήθηκα καλά.

Δεν είδα εφιάλτη ακριβώς. Ήταν περισσότερο σαν να ξυπνούσα συνέχεια με την αίσθηση ότι κάποιος στεκόταν στον διάδρομο. Άνοιγα τα μάτια μου και κοιτούσα προς την πόρτα του υπνοδωματίου. Δεν έβλεπα τίποτα. Μόνο σκοτάδι.

Γύρω στις τέσσερις, άκουσα κάτι να σέρνεται.

Όχι βήματα.

Σύρσιμο.

Σαν ύφασμα πάνω στο μωσαϊκό.

Σηκώθηκα απότομα. Άναψα το φως. Ο διάδρομος ήταν άδειος.

Η πόρτα του μικρού δωματίου ήταν ανοιχτή.

Το κουτί από τα παπούτσια βρισκόταν στη μέση του διαδρόμου.

Εκεί έκανα το πρώτο μεγάλο λάθος.

Πήγα και κοίταξα μέσα.

Το δωμάτιο ήταν άδειο. Το παράθυρο κλειστό. Καμία κουρτίνα, κανένα έπιπλο, τίποτα που να μπορεί να έχει κινηθεί.

Μόνο που στον τοίχο, πάνω από τις γρατζουνιές, υπήρχε κάτι που δεν είχα δει πριν.

Μια λέξη.

Όχι γραμμένη με μαρκαδόρο. Ούτε με μολύβι.
 Ήταν χαραγμένη.

ΜΑΜΑ

Έφυγα από το δωμάτιο και έκλεισα την πόρτα πίσω μου.

Δεν ξέρω γιατί δεν έφυγα από το σπίτι εκείνο το βράδυ. Ίσως επειδή ήταν χαράματα. Ίσως επειδή προσπαθούσα ακόμα να το εκλογικεύσω. Ίσως επειδή κανείς δεν θέλει να παραδεχτεί ότι φοβάται ένα άδειο δωμάτιο.

Τις επόμενες μέρες άρχισα να ψάχνω.

Ρώτησα διακριτικά μια ηλικιωμένη κυρία στον δεύτερο όροφο αν ήξερε κάτι για το διαμέρισμα. Στην αρχή έκανε πως δεν καταλάβαινε. Μετά, όταν της είπα ότι άκουγα θορύβους, χαμήλωσε τη φωνή της.

«Εκεί μέσα έμενε μια οικογένεια παλιά», μου είπε. «Πριν πολλά χρόνια. Είχαν ένα κοριτσάκι. Ήσυχο παιδί. Πολύ ήσυχο».

Δεν συνέχισε.

Τη ρώτησα τι έγινε.

Με κοίταξε σαν να μετάνιωσε που μίλησε.

«Μη ρωτάς καλύτερα. Άμα μπορείς, φύγε».

Φυσικά δεν έφυγα αμέσως. Έπρεπε να βρω άλλο σπίτι, να μαζέψω πράγματα, να τα κανονίσω όλα. Και, όσο γελοίο κι αν ακούγεται, ένα κομμάτι μου θύμωνε. Έλεγα ότι δεν γίνεται να με διώξει κάτι που δεν βλέπω.

Το τελευταίο βράδυ στο διαμέρισμα ήταν Παρασκευή.

Είχα ήδη βρει άλλο σπίτι και την επόμενη μέρα θα ερχόταν ένας φίλος με φορτηγάκι να με βοηθήσει. Είχα αφήσει μόνο τα βασικά. Ένα στρώμα στο πάτωμα, λίγες κούτες, φορτιστή, ρούχα.

Κατά τις τρεις το πρωί ξύπνησα από παιδικό γέλιο.

Όχι δυνατό. Όχι σαν παιδί που παίζει.

Πιο πολύ σαν κάποιος να προσπαθούσε να μη γελάσει.

Ήταν έξω από την πόρτα μου.

Δεν κουνήθηκα.

Το γέλιο σταμάτησε.

Μετά άκουσα τρία χτυπήματα στην πόρτα του υπνοδωματίου.

Αργά.

Το στόμα μου είχε στεγνώσει. Κρατούσα την αναπνοή μου και κοιτούσα το πόμολο.

Γύρισε λίγο.

Μόνο λίγο.

Σαν κάποιος από την άλλη πλευρά να δοκίμαζε αν ήταν κλειδωμένα.

Δεν ήταν.

Εγώ δεν κλείδωνα ποτέ την πόρτα του υπνοδωματίου.

Το πόμολο γύρισε κι άλλο.

Και τότε ακούστηκε μια φωνή.

Παιδική.

Σχεδόν κολλημένη στην πόρτα.

«Δεν είσαι η μαμά μου».

Δεν θυμάμαι να σηκώθηκα. Θυμάμαι μόνο ότι βρέθηκα όρθιος, με την πλάτη στον τοίχο, να κοιτάζω την πόρτα που άνοιγε αργά.



Απαραίτητο επιλογή για καλοκαιρινό τρόμο:



Το άνοιγμα ήταν ελάχιστο.

Μα αρκετό για να δω κάτι στο σκοτάδι του διαδρόμου.

Όχι πρόσωπο.

Όχι σώμα.

Μόνο ένα μικρό χέρι στο ύψος του πόμολου.

Πολύ λευκό.

Με μακριά, σπασμένα νύχια.

Έφυγα από το σπίτι ξυπόλυτος. Πήρα μόνο κινητό και κλειδιά. Κοιμήθηκα στο αυτοκίνητο μέχρι να ξημερώσει.

Το πρωί γύρισα με τον φίλο μου. Δεν του είπα τίποτα στην αρχή. Μπήκαμε μαζί. Το σπίτι ήταν όπως το είχα αφήσει.

Εκτός από το μικρό δωμάτιο.

Η πόρτα ήταν κλειστή.

Το κουτί από τα παπούτσια ήταν πάλι μπροστά της.

Και πάνω στο κουτί υπήρχαν τρεις μικρές γρατζουνιές.

Σαν κάποιος να το είχε χαϊδέψει με νύχια.

Δεν ξαναπάτησα εκεί μόνος μου. Μάζεψα τα πράγματά μου όσο πιο γρήγορα γινόταν και έφυγα.

Μερικές φορές σκέφτομαι ότι ίσως τα μεγαλοποίησα όλα. Ότι ήμουν εξαντλημένος, αγχωμένος, μόνος σε ένα παλιό σπίτι. Ότι η φωνή μπορεί να ήταν από τον φωταγωγό. Ότι το χέρι μπορεί να ήταν σκιά.

Αλλά υπάρχει κάτι που δεν μπορώ να εξηγήσω.

Δύο εβδομάδες αφού έφυγα, η ιδιοκτήτρια με πήρε τηλέφωνο. Ήθελε να με ρωτήσει αν είχα αφήσει τίποτα πίσω.

Της είπα όχι.

Έκανε μια παύση.

Μετά μου είπε:

«Βρήκαμε κάτι γραμμένο στον τοίχο του μικρού δωματίου».

Δεν ρώτησα τι.

Μου το είπε μόνη της.

«Έγραφε:

ΤΩΡΑ ΞΕΡΕΙ».

Και από τότε, κάθε φορά που περνάω έξω από παλιές πολυκατοικίες, κοιτάζω τα σκοτεινά παράθυρα στους φωταγωγούς.

Όχι γιατί πιστεύω απαραίτητα σε φαντάσματα.
Αλλά γιατί ξέρω πως κάποια δωμάτια δεν μένουν ποτέ άδεια.



Σχετική σκοτεινή πρόταση:



Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τoν φίλo μας Λευτέρη για την ιστορία που μας έστειλε.



Απαραίτητο επιλογή για καλοκαιρινό τρόμο:



Διαβάστε επίσης:







Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com  ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.




0

Το κενό ανάμεσα στις γρίλιες

 



Γεια σου. Παρακολουθώ τη σελίδα σας εδώ και καιρό και εκτιμώ πολύ την κοινότητα που έχετε φτιάξει. Αποφάσισα να σας στείλω κάτι δικό μου, κάτι που δεν έχω πει ποτέ σε κανέναν.


Δεν είναι απλά μια ιστορία μυθοπλασίας. Για μένα, είναι η αλήθεια που με κρατάει ξύπνιο κάθε βράδυ. Αν θες, δημοσίευσέ την. Απλά κράτα την ανωνυμία μου.


Το Κενό Ανάμεσα στις Γρίλιες

Όταν είμαστε παιδιά, οι μεγάλοι μας λένε ψέματα για να μας προστατεύσουν. Ή μάλλον, για να προστατεύσουν τη δική τους ηρεμία. «Μην ανησυχείς, ο Μπαμπούλας δεν υπάρχει», μου έλεγε η μητέρα μου κάθε φορά που έκλαιγα κοιτάζοντας τη μισάνοιχτη ντουλάπα του δωματίου μου. «Είναι απλά ένα παραμύθι για να κάθονται φρόνιμα τα παιδάκια». Πόσο λάθος έκανε. Ο Μπαμπούλας δεν είναι παραμύθι. Και το χειρότερο; Δεν εξαφανίζεται όταν μεγαλώνεις. Απλά μαθαίνει να περιμένει.


Μέρος 1ο: Οι Σκιές της Παιδικής Ηλικίας

Θυμάμαι έντονα τον ήχο. Έναν υπόκωφο, ξύλινο θόρυβο, σαν νύχια που σέρνονται αργά πάνω στα παλιά πατώματα, ο οποίος ξεκινούσε πάντα αφού έσβηναν τα φώτα. Ήμουν επτά ετών όταν κατάλαβα ότι ο τρόμος δεν κρύβεται στο σκοτάδι γενικά, αλλά σε συγκεκριμένα σημεία. Στη σχισμή κάτω από το κρεβάτι. Στο κενό που άφηνε η πόρτα της ντουλάπας όταν δεν είχε κλείσει τελείως. Εκεί ζούσε. Μια φιγούρα χωρίς συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, μια πυκνή, σχεδόν χειροπιαστή σκιά, με δύο αμυδρές, κιτρινωπές λάμψεις εκεί που θα έπρεπε να βρίσκονται τα μάτια.


Κάθε βράδυ, η ίδια ιεροτελεστία: τραβούσα το πάπλωμα μέχρι το πηγούνι, πιστεύοντας ανόητα ότι αυτό το λεπτό κομμάτι υφάσματος ήταν μια αδιαπέραστη ασπίδα. Άκουγα την ανάσα του —έναν βαρύ, συριχτικό ήχο, σαν να περνούσε αέρας μέσα από στεγνά, ξερά φύλλα. Ήξερα ότι αν έβγαζα έστω και ένα δάχτυλο έξω από το στρώμα, θα με άρπαζε. Όταν το έλεγα στους γονείς μου, γελούσαν. «Έχεις μεγάλη φαντασία», έλεγε ο πατέρας μου. Έτσι, έμαθα να σωπαίνω. Και με τα χρόνια, οι ήχοι σταμάτησαν. Ή έτσι νόμιζα.


Μέρος 2ο: Η Επιστροφή

Πριν από δύο μήνες, αναγκάστηκα να επιστρέψω στο παλιό μου πατρικό σπίτι για να το αδειάσω, μετά τον θάνατο των γονιών μου. Το σπίτι ήταν άδειο, κρύο και γεμάτο σκόνη. Η ατμόσφαιρα έμοιαζε παγωμένη στον χρόνο. Το πρώτο βράδυ, αποφάσισα να κοιμηθώ στο παλιό μου δωμάτιο. Ήμουν πλέον τριάντα χρονών. Ένας ώριμος άνθρωπος, ορθολογιστής, που δεν πιστεύει σε τέρατα και φαντάσματα. Ξάπλωσα στο ίδιο κρεβάτι, νιώθοντας μια παράξενη μελαγχολία.


Γύρω στις τρεις το πρωί, ξύπνησα ξαφνικά. Το δωμάτιο ήταν βυθισμένο στο σκοτάδι, εκτός από το λιγοστό φως του δρόμου που πέρναγε από τις γρίλιες του παραθύρου. Το σώμα μου ήταν μουδιασμένο. Και τότε, τον άκουσα ξανά. Κρακ... κρακ... Ο γνώριμος, ξερός ήχος των νυχιών πάνω στο ξύλο. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει σαν τρελή στο στήθος μου. Η λογική μου προσπάθησε να αντισταθεί: «Είναι ποντίκια. Είναι οι συστολές του σπιτιού. Είσαι κουρασμένος».


Για όσους δεν χορταίνουν μυστήριο και σκιές:

Ο Εξωσκριστής


Όμως η μυρωδιά διέψευσε κάθε λογική. Μια έντονη, αποπνικτική μυρωδιά κλεισούρας, μούχλας και παλαιού, σαπισμένου ξύλου γέμισε το δωμάτιο. Ήταν η μυρωδιά της ντουλάπας μου. Έστρεψα αργά, με απόλυτο τρόμο, το βλέμμα μου προς τα εκεί. Η πόρτα της ντουλάπας, την οποία ήμουν σίγουρος ότι είχα κλείσει καλά πριν ξαπλώσω, ήταν μισάνοιχτη. Ένα μαύρο κενό δέκα εκατοστών χασκούσε στο σκοτάδι.


Μέρος 3ο: Δεν Ήταν Φαντασία

Μέσα από αυτό το κενό, είδα κάτι να κινείται. Δεν ήταν το σκοτάδι του δωματίου· ήταν ένα σκοτάδι πιο βαθύ, που έμοιαζε να καταπίνει το φως. Δύο αμυδρά, κιτρινωπά σημεία άναψαν στο ύψος των ματιών ενός ανθρώπου που θα ήταν υπερβολικά ψηλός, σχεδόν λυγισμένος στα δύο για να χωρέσει εκεί μέσα. Ένα μακρύ, σκελετωμένο χέρι, με δάχτυλα που κατέληγαν σε αιχμηρές, μαύρες απολήξεις, άπλωσε αργά έξω από τη σχισμή, ακουμπώντας το πλαίσιο της πόρτας.


Δεν μπορούσα να κουνηθώ. Η παιδική παράλυση του τρόμου με είχε κυριεύσει ξανά. Άκουσα έναν ψίθυρο στο μυαλό μου, όχι στα αυτιά μου, μια φωνή που έμοιαζε με το τρίψιμο των νυχιών στο πάτωμα: «Μεγάλωσες... αλλά ακόμα φοβάσαι το ίδιο».


Με μια υπεράνθρωπη προσπάθεια, άρπαξα το κινητό μου από το κομοδίνο και άναψα το φλας. Το έντονο λευκό φως πλημμύρισε το δωμάτιο. Η πόρτα της ντουλάπας βρόντηξε και έκλεισε με δύναμη. Δεν υπήρχε τίποτα εκεί. Μόνο ο ήχος της δικής μου γρήγορης ανάσας και ο ιδρώτας που έτρεχε στο πρόσωπό μου.


Σήμερα

Έφυγα από το σπίτι εκείνο το ίδιο βράδυ. Δεν ξαναπάτησα. Το έβγαλα προς πώληση όσο-όσο. Όμως το πρόβλημα δεν λύθηκε. Τώρα πια ξέρω. Ο Μπαμπούλας δεν ανήκει σε εκείνο το σπίτι. Δεν ανήκει σε καμία συγκεκριμένη ντουλάπα. Ανήκει στις σκιές που κουβαλάμε μέσα μας.


Κάθε βράδυ, στο καινούργιο μου διαμέρισμα, σιγουρεύομαι τρεις και τέσσερις φορές ότι όλες οι πόρτες των ντουλαπών είναι ερμητικά κλειστές. Παρόλα αυτά, χθες βράδυ, καθώς προσπαθούσα να κοιμηθώ, άκουσα ένα ελαφρύ κράκ από το βάθος του διαδρόμου...


Να προσέχετε τις ντουλάπες σας. Και κυρίως, μην αφήνετε ποτέ καμία πόρτα μισάνοιχτη.


Το επόμενο σκοτεινό εύρημα σε περιμένει εδώ:

Παρασκευή και 13


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τoν ανώνυμο  φίλo μας για την ιστορία που μας έστειλε.


Ίσως σου αρέσει επίσης:



Διαβάστε επίσης:








Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com  ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.


4

Η παράκαμψη

 



Δεν είμαι από τους ανθρώπους που πιστεύουν εύκολα σε τέτοια πράγματα.


Το λέω από την αρχή, γιατί ξέρω πώς θα ακουστεί αυτό που θα σας περιγράψω. Αν μου το έλεγε κάποιος άλλος, μάλλον θα του έλεγα ότι κουράστηκε, ότι μπερδεύτηκε, ότι το μυαλό του έπαιξε παιχνίδια.


Και ίσως αυτό ακριβώς να έγινε.


Ήμουν άυπνος σχεδόν δύο μέρες. Είχα πάει για δουλειά στην Καλαμάτα και έπρεπε να γυρίσω Αθήνα την ίδια νύχτα, γιατί το επόμενο πρωί είχα ραντεβού που δεν μπορούσα να αναβάλω. Ξεκίνησα αργά, γύρω στις έντεκα και μισή. Είχα πιει δύο καφέδες, είχα φάει πρόχειρα από ένα βενζινάδικο και οδηγούσα με εκείνη την περίεργη μηχανική συγκέντρωση που έχεις όταν είσαι κουρασμένος αλλά δεν θέλεις να το παραδεχτείς.


Κάπου μετά την Τρίπολη, το GPS άρχισε να κάνει τα δικά του.


Δεν μιλάω για κάτι εντυπωσιακό. Απλώς έχασε για λίγο το σήμα, κόλλησε, ξαναβρήκε διαδρομή και μου έδειξε μια παράκαμψη. Έγραφε ότι θα γλίτωνα δεκαεπτά λεπτά.


Δεκαεπτά λεπτά στις δύο τα ξημερώματα μοιάζουν με δώρο.


Χωρίς να το πολυσκεφτώ, βγήκα από τον κεντρικό δρόμο και ακολούθησα την οδηγία.


Ο δρόμος στην αρχή ήταν κανονικός. Στενός, αλλά ασφαλτοστρωμένος. Μετά άρχισε να ανεβαίνει λίγο, να στρίβει ανάμεσα σε χαμηλά δέντρα και κάτι ξερολιθιές. Δεν υπήρχαν φώτα. Μόνο οι προβολείς του αυτοκινήτου και το μπλε φως της οθόνης του GPS.


Κοίταξα την ώρα.


02:13.


Θυμάμαι πολύ καθαρά αυτή την ώρα, γιατί τότε ήταν που το ραδιόφωνο σταμάτησε.


Όχι απότομα. Δεν έκλεισε. Απλώς γέμισε παράσιτα. Ένας ήχος χαμηλός, σαν φύσημα. Γύρισα τον διακόπτη, άλλαξα σταθμούς, τίποτα. Μόνο στατικό.


Το έκλεισα.


Και τότε είδα τις πρώτες λάμπες.


Μπροστά μου, λίγο πιο κάτω από τον δρόμο, υπήρχε ένα χωριό.


Μικρό. Δέκα, δεκαπέντε σπίτια το πολύ. Πέτρινα τα περισσότερα, με κεραμίδια και στενά μπαλκόνια. Στην αρχή ανακουφίστηκα. Σκέφτηκα ότι, αν μη τι άλλο, δεν είχα χαθεί τελείως. Το GPS έδειχνε ότι έπρεπε να περάσω μέσα από το χωριό και να συνεχίσω από την άλλη πλευρά.


Μπήκα αργά.


Το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση ήταν η ησυχία.


Ξέρω ότι τα χωριά τη νύχτα είναι ήσυχα. Αλλά αυτό δεν ήταν απλώς ησυχία. Ήταν σαν να είχε κοπεί ο ήχος από παντού. Ούτε σκύλος. Ούτε έντομο. Ούτε αέρας. Ακόμα και ο κινητήρας του αυτοκινήτου μου ακουγόταν πιο πνιχτός, σαν να οδηγούσα μέσα σε χοντρό ύφασμα.


Τα σπίτια είχαν μερικά φώτα αναμμένα. Όχι πολλά. Ένα παράθυρο εδώ, ένα άλλο πιο πέρα. Κίτρινο φως πίσω από κουρτίνες. Αλλά δεν είδα άνθρωπο. Καμία κίνηση. Καμία σκιά να περνάει.


Στην άκρη του δρόμου υπήρχε μια πινακίδα με το όνομα του χωριού.


Ήταν παλιά, σκουριασμένη, και το όνομα φαινόταν μισοσβησμένο.


Νομίζω έγραφε Άγιος Θεόκλητος.


Δεν είμαι σίγουρος. Το λέω με επιφύλαξη, γιατί ήμουν κουρασμένος και το είδα μόνο για λίγα δευτερόλεπτα.


Συνέχισα μέχρι την πλατεία.


Εκεί υπήρχε μια μικρή εκκλησία, ένα πέτρινο πηγάδι κλεισμένο με κάγκελα και ένα καφενείο στη γωνία. Το καφενείο ήταν ανοιχτό.


Αυτό ήταν το δεύτερο πράγμα που με χτύπησε άσχημα.


Όχι επειδή ήταν ανοιχτό. Υπάρχουν χωριά που τα καφενεία κρατάνε μέχρι αργά. Αλλά εδώ δεν υπήρχε κανείς. Ούτε τραπέζια έξω γεμάτα, ούτε φωνές, ούτε τηλεόραση, ούτε καρέκλες τραβηγμένες. Μόνο μια λάμπα πάνω από την πόρτα και μέσα, πίσω από το τζάμι, ένας ηλικιωμένος άντρας καθισμένος σε ένα τραπέζι.


Δεν ξέρω γιατί σταμάτησα.


Ίσως επειδή το GPS εκείνη τη στιγμή ξανακόλλησε. Ίσως επειδή ήθελα να ρωτήσω αν ο δρόμος μπροστά έβγαινε κάπου. Ίσως επειδή, όσο περίεργο κι αν ακούγεται, ένιωσα ότι ο άντρας με περίμενε.


Πάρκαρα μπροστά στην πλατεία, άφησα τη μηχανή αναμμένη και κατέβηκα.


Ο αέρας ήταν παγωμένος.


Δεν είχε κρύο εκείνη τη μέρα. Θυμάμαι ότι όταν ξεκίνησα από Καλαμάτα, είχε μια γλυκιά νυχτερινή ζέστη. Εκεί όμως, στο χωριό, ήταν σαν να είχε πέσει χειμώνας μόνο στην πλατεία.


Πλησίασα το καφενείο.


Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη.


«Καλησπέρα», είπα.


Ο ηλικιωμένος σήκωσε το κεφάλι.


Ήταν πολύ αδύνατος. Φορούσε σκούρο πουκάμισο και είχε μπροστά του ένα μικρό ποτήρι, άδειο ή σχεδόν άδειο. Δεν μου χαμογέλασε. Δεν φάνηκε καν να ξαφνιάζεται που με έβλεπε.


«Έχασες τον δρόμο;» με ρώτησε.


Η φωνή του ήταν χαμηλή. Όχι βραχνή. Χαμηλή, σαν να ερχόταν από διπλανό δωμάτιο.


«Το GPS με έφερε από εδώ», του είπα. «Βγαίνει αυτός ο δρόμος προς Αθήνα;»


Δεν απάντησε αμέσως.


Κοίταξε πρώτα πίσω μου, προς το αυτοκίνητο. Μετά κοίταξε την εκκλησία.


«Μέχρι την εκκλησία να πας», είπε. «Μετά γύρνα πίσω».


Νόμιζα ότι δεν άκουσα καλά.


«Συγγνώμη;»


«Μη συνεχίσεις μετά την εκκλησία».


Γέλασα αμήχανα.


«Γιατί; Είναι κλειστός ο δρόμος;»


Ο άντρας ακούμπησε τα χέρια του στο τραπέζι.


«Για σένα, ναι».


Εκείνη τη στιγμή ένιωσα πραγματικά άβολα. Όχι τρόμο. Όχι ακόμα. Περισσότερο εκείνη την ενστικτώδη αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά και ότι πρέπει να φύγεις πριν καταλάβεις τι είναι.


«Εντάξει», είπα. «Ευχαριστώ».


Γύρισα προς το αυτοκίνητο.


Πριν μπω, άκουσα την καρέκλα του να τρίβεται στο πάτωμα.


«Ό,τι και να δεις στον καθρέφτη», είπε πίσω μου, «μη σταματήσεις δεύτερη φορά».


Δεν γύρισα να τον κοιτάξω.


Μπήκα στο αυτοκίνητο, κλείδωσα τις πόρτες και ξεκίνησα.


Έπρεπε να κάνω αναστροφή και να φύγω από εκεί που ήρθα. Αυτό θα έκανε ένας λογικός άνθρωπος.


Αλλά το GPS εκείνη τη στιγμή ξεκόλλησε.


Η φωνή είπε καθαρά:


«Συνεχίστε ευθεία για τριακόσια μέτρα».


Και εγώ, σαν ηλίθιος, συνέχισα.


Πέρασα μπροστά από την εκκλησία. Ήταν μικρή, λευκή, με μια χαμηλή καμπάνα. Η πόρτα της ήταν κλειστή. Στα σκαλιά της υπήρχαν κάτι που έμοιαζαν με κεριά, αλλά δεν έκαιγαν. Ήταν απλώς μαύρα, λιωμένα, σαν να τα είχε σβήσει βροχή.


Μετά την εκκλησία, ο δρόμος στένεψε απότομα.


Τα σπίτια σταμάτησαν. Οι λάμπες έμειναν πίσω μου. Μπροστά υπήρχε μόνο σκοτάδι και άσφαλτος που κατέβαινε ανάμεσα σε δέντρα.


Τότε είδα κάτι στον καθρέφτη.


Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν αντανάκλαση από το φως της πλατείας.


Μετά κατάλαβα ότι ήταν άνθρωπος.


Καθόταν στο πίσω κάθισμα.


Πίσω μου.


Δεν είδα πρόσωπο. Μόνο ένα περίγραμμα. Σαν κάποιος να είχε καθίσει στη μέση, σκυφτός, με το κεφάλι γερμένο προς τα κάτω.


Πάτησα φρένο από ένστικτο.


Το αυτοκίνητο επιβράδυνε.


Και τότε θυμήθηκα τι μου είχε πει ο γέρος.


Μη σταματήσεις δεύτερη φορά.


Δεν ξέρω πώς κατάφερα να μην ακινητοποιήσω το αυτοκίνητο. Το πόδι μου έτρεμε τόσο πολύ που χτυπούσε στο πεντάλ. Πάτησα γκάζι. Δυνατά. Το αυτοκίνητο τινάχτηκε μπροστά.


Ξανακοίταξα τον καθρέφτη.


Το πίσω κάθισμα ήταν άδειο.


Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου ότι ήταν η τσάντα μου. Ένα μπουφάν. Μια σκιά. Οτιδήποτε.


Μόνο που η τσάντα μου ήταν στο κάθισμα του συνοδηγού.


Και το μπουφάν μου το φορούσα.


Ο δρόμος δεν τελείωνε.


Αυτό ήταν το χειρότερο.


Το GPS έλεγε ότι σε ενάμιση χιλιόμετρο θα έβγαινα στον κεντρικό. Οδήγησα σίγουρα πάνω από δέκα λεπτά. Με την ταχύτητα που πήγαινα, θα έπρεπε να είχα βγει κάπου. Αντί γι’ αυτό, έβλεπα συνέχεια τις ίδιες στροφές. Το ίδιο χαμηλό τοιχάκι στα δεξιά. Το ίδιο γέρικο δέντρο στην αριστερή πλευρά.


Και κάθε τόσο, στον καθρέφτη, έβλεπα πίσω μου φώτα.


Σαν να με ακολουθούσε άλλο αυτοκίνητο.


Μόνο που όταν κοίταζα καλύτερα, τα φώτα δεν ήταν πίσω στον δρόμο.


Ήταν μέσα στο χωριό.


Μα το χωριό έπρεπε να έχει μείνει χιλιόμετρα πίσω.


Το ραδιόφωνο άνοιξε μόνο του.


Δεν ξέρω αν πάτησα κάτι πάνω στον πανικό μου. Μπορεί. Δεν το αποκλείω. Αλλά ορκίζομαι ότι τα χέρια μου ήταν στο τιμόνι.


Ακούστηκε πάλι το ίδιο στατικό.


Και μέσα από τα παράσιτα, μια φωνή.


Όχι καθαρή. Όχι σαν κανονική εκπομπή.


Σαν κάποιος να μιλούσε από πολύ μακριά.


«Δεν είναι από εδώ».


Μετά μια δεύτερη φωνή, πιο ψιλή.


«Τότε γιατί τον άφησες να περάσει;»


Έκλεισα το ραδιόφωνο με τόση δύναμη που πόνεσε το δάχτυλό μου.


Το GPS ξαφνικά σκοτείνιασε.


Η οθόνη έγινε μαύρη.


Και αμέσως μετά άναψε πάλι, αλλά δεν έδειχνε χάρτη.


Έδειχνε μόνο μια πρόταση:


ΚΑΝΤΕ ΑΝΑΣΤΡΟΦΗ ΟΤΑΝ ΜΠΟΡΕΙΤΕ.


Η φωνή του GPS όμως είπε κάτι άλλο.


«Συνεχίστε ευθεία».


Τότε μπροστά μου είδα πάλι φώτα.


Το χωριό.


Ήμουν πίσω στην είσοδο.


Στην ίδια πινακίδα.


Στον ίδιο δρόμο.


Πάτησα φρένο και σταμάτησα στην άκρη.


Ναι. Σταμάτησα.


Ξέρω τι είπε ο γέρος. Ξέρω ότι δεν έπρεπε. Αλλά εκείνη τη στιγμή το μυαλό μου είχε κολλήσει. Δεν μπορούσα να συνεχίσω. Δεν μπορούσα ούτε να αναπνεύσω καλά.


Άνοιξα το παράθυρο για να πάρω αέρα.


Και τότε άκουσα καρέκλες.


Πολλές καρέκλες.


Να σέρνονται πάνω σε πέτρα.


Κοίταξα προς την πλατεία.


Το καφενείο ήταν γεμάτο.


Όχι έξω. Μέσα.


Πίσω από τα τζάμια, καθόντουσαν άνθρωποι σε όλα τα τραπέζια. Ακίνητοι. Γυρισμένοι προς εμένα. Δεν έβλεπα χαρακτηριστικά. Μόνο σκοτεινά πρόσωπα και λευκές αντανακλάσεις εκεί που θα έπρεπε να είναι τα μάτια.


Στο τραπέζι δίπλα στο παράθυρο καθόταν ο ηλικιωμένος.


Και απέναντί του υπήρχε μια άδεια καρέκλα.


Την κοιτούσε.


Μετά σήκωσε το χέρι και μου έκανε νόημα.


Όχι να φύγω.


Να μπω.



Αξίζει να δεις και αυτό:

The case of the Code Breaker



Έκλεισα το παράθυρο, έβαλα πρώτη και έκανα αναστροφή τόσο άτσαλα που ανέβηκα σχεδόν πάνω στο πεζούλι. Το αυτοκίνητο χτύπησε από κάτω, κάτι ακούστηκε να γρατζουνάει, αλλά δεν με ένοιαξε.


Έφυγα από τον δρόμο από όπου είχα έρθει.


Αυτή τη φορά δεν άκουσα το GPS. Δεν κοίταξα καθρέφτη. Δεν άνοιξα ραδιόφωνο. Οδήγησα μέχρι που είδα φώτα από βενζινάδικο στον κεντρικό δρόμο.


Όταν σταμάτησα εκεί, η ώρα ήταν 02:13.


Η ίδια ώρα.


Το κινητό μου έδειχνε ότι δεν είχε περάσει ούτε λεπτό από τη στιγμή που είχα μπει στην παράκαμψη.


Κάθισα στο αυτοκίνητο αρκετή ώρα. Ένας υπάλληλος του βενζινάδικου ήρθε και με ρώτησε αν είμαι καλά. Του είπα ότι απλώς ζαλίστηκα. Δεν ήξερα τι άλλο να πω.


Το πρωί, όταν έφτασα Αθήνα, κοιμήθηκα σχεδόν δεκατέσσερις ώρες.


Όταν ξύπνησα, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να ψάξω το χωριό.


Άγιος Θεόκλητος.


Τίποτα.


Ούτε στους χάρτες, ούτε σε παλιές λίστες κοινοτήτων, ούτε σε φόρουμ με εγκαταλελειμμένα χωριά. Υπάρχουν Άγιοι με παρόμοια ονόματα, υπάρχουν χωριά με ονόματα που μοιάζουν, αλλά εκείνο το συγκεκριμένο όχι.


Σκέφτηκα ότι μπορεί να διάβασα λάθος την πινακίδα.


Άνοιξα το ιστορικό τοποθεσίας στο κινητό.


Δεν υπήρχε παράκαμψη.


Η διαδρομή έδειχνε ότι είχα μείνει στον κεντρικό δρόμο όλη την ώρα.


Αυτό κάπως με ηρέμησε. Για λίγα λεπτά.


Μέχρι που είδα τη φωτογραφία.


Δεν θυμάμαι να τράβηξα φωτογραφία. Δεν θυμάμαι να άνοιξα καν την κάμερα. Αλλά στο κινητό μου, στις 02:13, υπήρχε μία εικόνα.


Ήταν η πλατεία.


Η μικρή εκκλησία στα αριστερά. Το πηγάδι στη μέση. Το καφενείο στη γωνία, με το φως αναμμένο.


Η φωτογραφία ήταν σκοτεινή και θολή, σαν να τραβήχτηκε μέσα από τζάμι.


Ζούμαρα στο καφενείο.


Στο παράθυρο φαινόταν ο ηλικιωμένος.


Καθόταν στο ίδιο τραπέζι.


Και απέναντί του, στην άδεια καρέκλα, καθόταν κάποιος άλλος.


Εγώ.


Φορούσε το μπουφάν μου. Είχε το κεφάλι σκυμμένο. Τα χέρια ακουμπισμένα στο τραπέζι. Μπροστά του υπήρχε ένα μικρό ποτήρι.


Δεν φαινόταν καθαρά το πρόσωπο.


Αλλά ήμουν εγώ.


Έσβησα τη φωτογραφία την ίδια στιγμή.


Μετά την ξαναβρήκα στα διαγραμμένα και την έσβησα και από εκεί.


Δεν ξέρω αν έκανα καλά. Κάποιες φορές μετανιώνω που δεν την κράτησα. Άλλες φορές σκέφτομαι ότι, αν την κρατούσα, ίσως να έβρισκα κι άλλα πράγματα μέσα της.


Και αυτό με τρομάζει περισσότερο.


Έχουν περάσει οκτώ μήνες από τότε.




Το επόμενο σκοτεινό εύρημα σε περιμένει εδώ:

Ραδιενεργό υλικό




Δεν έχω ξαναοδηγήσει νύχτα μόνος μου σε επαρχιακό δρόμο. Όταν το GPS προτείνει παράκαμψη, την αγνοώ. Ακόμα κι αν μου λέει ότι θα γλιτώσω μισή ώρα.


Μερικές φορές, όταν είμαι πολύ κουρασμένος, ακούω στατικό από το ραδιόφωνο ενώ είναι κλειστό.


Και πριν λίγες μέρες, καθώς καθάριζα το αυτοκίνητο, βρήκα κάτι κάτω από το κάθισμα του συνοδηγού.


Ένα μικρό γυάλινο ποτήρι.


Σαν αυτά που έχουν στα παλιά καφενεία για το τσίπουρο.


Ήταν άδειο.


Σχεδόν.


Στον πάτο του είχε μείνει μια σταγόνα.


Μαύρη σαν λάδι.



Κι αν δεν θέλεις να τελειώσει εδώ η ανατριχίλα:

THE EXORCIST 



Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τoν φίλo μας Χρήστο για την ιστορία που μας έστειλε.


Διαβάστε επίσης:





Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com  ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.


1

Μην Γυρίσεις

 


Τοποθεσία: Ορεινή Αρκαδία, Εγκαταλελειμμένο Χωριό «Κερασιά»

Ημερομηνία: 14 Νοεμβρίου, 2023

Ο παππούς μου έλεγε πάντα: «Αν ακούσεις το όνομά σου στο δάσος μετά το ηλιοβασίλεμα, μην γυρίσεις. Δεν είναι άνθρωπος αυτός που σε φωνάζει». Τον θεωρούσα προληπτικό, μέχρι το περσινό φθινόπωρο.

Είχαμε πάει για ορειβασία με τον κολλητό μου, τον Μάνο. Φτάσαμε στην Κερασιά αργά το απόγευμα. Είναι ένα χωριό-φάντασμα, πνιγμένο στις καρυδιές και την υγρασία. Αποφασίσαμε να στήσουμε τη σκηνή μας στην αυλή της παλιάς εκκλησίας, του Αγίου Νικολάου, που είχε καταρρεύσει η σκεπή της.

Καθώς ανάβαμε τη φωτιά, η ομίχλη άρχισε να κατεβαίνει από την κορυφή του βουνού σαν λευκό σεντόνι. Ήταν τόσο πυκνή που δεν έβλεπες τα χέρια σου.

«Θα πάω λίγο προς τις βρύσες να γεμίσω τα παγούρια», είπε ο Μάνος και χάθηκε μέσα στο λευκό τοπίο.


Κάποια ίχνη οδηγούν πάντα πιο βαθιά… 


Πέρασαν δέκα λεπτά. Είκοσι. Τριάντα. Το δάσος ήταν απόλυτα βουβό. Ούτε πουλιά, ούτε τριζόνια. Ξαφνικά, άκουσα τη φωνή του.

«Κώστα... Κώστα, έλα εδώ! Δες τι βρήκα!»

Η φωνή του ακουγόταν παράξενα επίπεδη, σαν να έβγαινε μέσα από πηγάδι. Σηκώθηκα και προχώρησε προς τα δέντρα. «Μάνο, πού είσαι;» φώναξα.

«Εδώ, λίγο πιο κάτω... Κώστα, έλα να δεις», ξανακούστηκε.

Ήμουν έτοιμος να μπω βαθιά στις φυλλωσιές, όταν το κινητό μου δονήθηκε στην τσέπη. Το έβγαλα με τρεμάμενα χέρια. Ήταν ένα μήνυμα από τον Μάνο, σταλμένο πριν από δύο λεπτά:

«Ρε φίλε, χάθηκα στην ομίχλη και κατέβηκα κατά λάθος στον κεντρικό δρόμο. Είμαι 2 χιλιόμετρα μακριά, με μάζεψε ένας χωριανός με αγροτικό. Μην κουνηθείς από τη φωτιά, έρχομαι να σε πάρω».

Πάγωσα. Αν ο Μάνος ήταν δύο χιλιόμετρα μακριά, ποιος με φώναζε από τα δέντρα;

Τότε η φωνή ξανακούστηκε, αλλά αυτή τη φορά ήταν ακριβώς πίσω από το αυτί μου. Δεν ήταν η φωνή του Μάνου. Ήταν η δική μου φωνή.

«Κώστα... έλα να δεις τι βρήκαμε», ψιθύρισε η αντανάκλασή μου στο σκοτάδι.

Γύρισα ενστικτωδώς. Δεν υπήρχε κανείς. Μόνο τα κλαδιά μιας καρυδιάς που κουνιόντουσαν, παρόλο που δεν φυσούσε καθόλου. Στη βάση του κορμού, πάνω στο χώμα, υπήρχαν δύο παγούρια. Ήταν γεμάτα με κάτι που έμοιαζε με νερό, αλλά ανέδυε μια μυρωδιά σάπιου κρέατος.

Από εκείνη τη μέρα, δεν μπορώ να κοιμηθώ σε απόλυτη ησυχία. Γιατί κάθε φορά που επικρατεί σιωπή, ακούω τον εαυτό μου, μέσα από το διπλανό δωμάτιο, να με καλεί να πάω να δω «τι βρήκε».


Επειδή μερικές σκιές οδηγούν σε επόμενες ιστορίες:



Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τoν φίλo μας Κώστα για την ιστορία που μας έστειλε.


Διαβάστε επίσης:





Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com  ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.