Τοποθεσία: Σανατόριο Πάρνηθας, Αττική
Ημερομηνία: 22 Οκτωβρίου, 2021
Ποτέ δεν πίστευα στις ιστορίες για φαντάσματα. Για μένα, το Σανατόριο της Πάρνηθας ήταν απλώς ένα ερείπιο, ένας πόλος έλξης για γκραφιτάδες και περίεργους εφήβους. Μέχρι εκείνο το βράδυ.
Ήμασταν τρεις. Ο Κώστας, ο Δημήτρης κι εγώ. Είχαμε μαζί μας μια κάμερα και την αλαζονεία των είκοσι χρόνων μας. Ανεβήκαμε με το αυτοκίνητο μέσα στην καταχνιά, με το κρύο να τρυπάει τα κόκαλα παρά το γεγονός ότι ήταν ακόμα Οκτώβριος.
Μόλις μπήκαμε στο κτίριο, η θερμοκρασία έπεσε απότομα. Δεν ήταν το κρύο του βουνού· ήταν μια παγωμένη ανάσα που ένιωθες να βγαίνει μέσα από τους τοίχους. Οι τοίχοι, γεμάτοι υγρασία και μούχλα, έμοιαζαν να αναπνέουν.
«Πάμε στο τέταρτο όροφο», είπε ο Δημήτρης. «Λένε ότι εκεί ήταν τα δωμάτια των παιδιών».
Ανεβήκαμε τις σκάλες σιωπηλά. Το μόνο που ακουγόταν ήταν ο ήχος των βημάτων μας πάνω στα σπασμένα πλακάκια. Φτάνοντας στο δωμάτιο 402, η κάμερα του Κώστα άρχισε να τρεμοπαίζει. Η οθόνη γέμισε «χιόνια».
«Ρε παιδιά, η μπαταρία ήταν γεμάτη», ψιθύρισε ο Κώστας.
Τότε την ακούσαμε. Μια λεπτή, τρεμάμενη φωνή παιδιού, που ερχόταν από το βάθος του δωματίου.
«Θέλω το φάρμακό μου... πονάει το στήθος μου...»
Παγώσαμε. Δεν υπήρχε κανείς άλλος εκεί. Στρέψαμε τους φακούς μας στη γωνία. Δεν είδαμε τίποτα, εκτός από ένα παλιό, σκουριασμένο κρεβάτι νοσοκομείου. Αλλά το πάτωμα... το πάτωμα ήταν γεμάτο από μικρά, νωπά αποτυπώματα γυμνών ποδιών που οδηγούσαν προς το μέρος μας.
Τα αποτυπώματα σχηματίζονταν μπροστά στα μάτια μας, σαν να περπατούσε κάποιος αόρατος πάνω στη σκόνη.
«Φεύγουμε!», ούρλιαξε ο Δημήτρης.
Καθώς τρέχαμε προς την έξοδο, ένιωσα ένα μικρό, παγωμένο χέρι να αρπάζει το μανίκι του μπουφάν μου. Γύρισα για μια στιγμή. Στο μισοσκόταδο, είδα τη σιλουέτα ενός κοριτσιού με μια λευκή νυχτικιά. Το πρόσωπό της ήταν μια μαύρη τρύπα, αλλά τα μάτια της... ήταν δύο κόκκινες σπίθες γεμάτες πόνο και οργή.
Φτάσαμε στο αυτοκίνητο και φύγαμε με τις ρόδες να σπινάρουν. Δεν μιλήσαμε καθόλου μέχρι να φτάσουμε στην Αθήνα.
Όταν έφτασα σπίτι και έβγαλα το μπουφάν μου, είδα κάτι που με έκανε να καταρρεύσω. Στο μανίκι, εκεί που με είχε αγγίξει, υπήρχε ένα αποτύπωμα παλάμης καμένο πάνω στο ύφασμα. Και μέσα στην τσέπη μου, βρήκα ένα παλιό, σκουριασμένο μενταγιόν που έγραφε: «Μαρία, 1934».
Ακόμα και τώρα, κάθε βράδυ, ακούω έναν βήχα έξω από την πόρτα του δωματίου μου. Έναν βήχα ξερό, πνιγμένο στο αίμα. Η Μαρία δεν έμεινε στο Σανατόριο. Ήρθε μαζί μου.
Έχεις επισκεφθεί ποτέ το Σανατόριο ή κάποιο άλλο «στοιχειωμένο» μέρος στην Ελλάδα; Τι ένιωσες; Στείλε μας την ιστορία σου στο Our Horror Stories.
🎧 Αν σου αρέσουν οι ιστορίες μας, άκου και τη μουσική μας
Μπες στη μουσική μας παρέα! Έλα στη μπάντα που κάναμε!
Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Δημήτρη για την ιστορία που μας έστειλε.










.png)














