Ίσως κάποιος μου έσωσε τη ζωή. Ίσως το μυαλό μου έδεσε τυχαία γεγονότα μεταξύ τους επειδή φοβήθηκε.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι ένας άγνωστος ηλικιωμένος με φώναξε με το όνομά μου στη μέση ενός δρόμου στο Λονδίνο.
Και μου είπε ακριβώς πότε θα πεθάνω.
Ο Άντρας που Ήξερε Πότε θα Πεθάνω
Δουλεύω σε ένα ερευνητικό κέντρο στο Λονδίνο, σε τμήμα που ασχολείται με βιοϊατρικά πειράματα. Δεν θα γράψω το όνομα του ιδρύματος. Όχι επειδή κάναμε κάτι παράνομο ή μυστικό, αλλά επειδή δεν θέλω να μπλέξω τη δουλειά μου σε αυτή την ιστορία.
Όλα ξεκίνησαν ένα απόγευμα Δευτέρας, καθώς γύριζα σπίτι από τη δουλειά. Είχα βγει από τον σταθμό του μετρό και περπατούσα προς το διαμέρισμά μου, με ακουστικά στα αυτιά και το μυαλό μου ακόμα κολλημένο σε αποτελέσματα, αναφορές και δείγματα που δεν είχαν συμπεριφερθεί όπως περιμέναμε.
Τότε κάποιος φώναξε το όνομά μου.
Όχι «κύριε». Όχι «excuse me».
Το όνομά μου.
Σταμάτησα και γύρισα.
Ένας ηλικιωμένος άντρας ερχόταν προς το μέρος μου σχεδόν τρέχοντας. Ήταν ψηλός αλλά καμπουριασμένος, με γκρίζα μαλλιά, παλιό παλτό και βλέμμα τόσο αναστατωμένο που, για μια στιγμή, νόμισα ότι του είχε συμβεί κάτι.
«Μη φύγεις», μου είπε λαχανιασμένος. «Πρέπει να με ακούσεις».
Έβγαλα το ένα ακουστικό.
«Συγγνώμη, γνωριζόμαστε;»
Δεν απάντησε. Με κοίταζε σαν να ήμουν κάποιος που περίμενε χρόνια να δει.
Το πιο παράξενο ήταν ότι κι εμένα μου φαινόταν γνωστός.
Όχι από κάπου συγκεκριμένα. Δεν μπορούσα να πω ότι τον είχα ξαναδεί. Απλώς υπήρχε κάτι στο πρόσωπό του. Στα μάτια. Στον τρόπο που έσφιγγε τα χείλη όταν προσπαθούσε να συγκρατήσει τον πανικό του.
«Την Παρασκευή», είπε. «Στις 18:42. Όταν βγεις από το εργαστήριο, θα κρατάς φακέλους και βιβλία. Θα σου πέσουν στον δρόμο. Μην τα μαζέψεις».
Τον κοίταξα χωρίς να καταλαβαίνω.
«Τι;»
«Μην τα μαζέψεις», επανέλαβε. «Θα σκύψεις, θα κάνεις ένα βήμα μπροστά χωρίς να κοιτάξεις, και το λεωφορείο δεν θα προλάβει να σταματήσει».
Ένιωσα εκείνη την παγωμένη αμηχανία που νιώθεις όταν ένας άγνωστος αρχίζει να σου λέει πράγματα που δεν πρέπει να ξέρει.
«Πώς ξέρετε το όνομά μου;»
«Δεν έχουμε χρόνο για αυτό».
«Ποιος είστε;»
Ο ηλικιωμένος έπιασε το μανίκι μου.
«Άκουσέ με. Την Παρασκευή. Έξι και σαράντα δύο. Μην κατέβεις στον δρόμο. Ό,τι κι αν πέσει, άστο».
Τράβηξα το χέρι μου.
«Αφήστε με».
«Σε παρακαλώ».
«Αν δεν με αφήσετε ήσυχο, θα φωνάξω την αστυνομία».
Μόλις άκουσε τη λέξη «αστυνομία», το πρόσωπό του άλλαξε. Όχι από θυμό. Από φόβο. Έκανε ένα βήμα πίσω και κοίταξε γύρω του, σαν να περίμενε να εμφανιστεί κάποιος μέσα από το πλήθος.
Γύρισε και απομακρύνθηκε βιαστικά, σχεδόν τρεκλίζοντας ανάμεσα στους περαστικούς. Για μερικά δευτερόλεπτα έμεινα εκεί, στη μέση του πεζοδρομίου, προσπαθώντας να καταλάβω τι είχε μόλις συμβεί.
Μετά έβαλα ξανά το ακουστικό και συνέχισα τον δρόμο μου.
Ή τουλάχιστον προσπάθησα.
Για τις επόμενες μέρες, όσο κι αν έλεγα στον εαυτό μου ότι ο άνθρωπος ήταν απλώς διαταραγμένος, η φράση του γυρνούσε συνέχεια στο μυαλό μου.
Την Παρασκευή.
Στις 18:42.
Μην τα μαζέψεις.
Το χειρότερο ήταν ότι το σενάριο ταίριαζε υπερβολικά στην καθημερινότητά μου.
Συχνά έφευγα από το εργαστήριο φορτωμένος με φακέλους, σημειώσεις και βιβλία. Συχνά περνούσα βιαστικά τον δρόμο απέναντι, στο σημείο όπου σταματούσαν τα λεωφορεία. Συχνά δεν πρόσεχα όσο έπρεπε.
Έλεγα στον εαυτό μου ότι αυτό δεν σημαίνει τίποτα. Ο καθένας θα μπορούσε να μαντέψει ότι ένας κουρασμένος υπάλληλος στο Λονδίνο μπορεί να παραπατήσει, να του πέσουν χαρτιά και να κινδυνεύσει στον δρόμο.
Αλλά πώς ήξερε το όνομά μου;
Την Παρασκευή προσπάθησα να είμαι ψύχραιμος.
Όλη μέρα κοιτούσα το ρολόι.
Στις 17:30 είπα ότι θα φύγω νωρίτερα για να σπάσω τη «σύμπτωση». Δεν τα κατάφερα. Ένας συνάδελφος με κράτησε για μια αναφορά. Μετά χτύπησε ένα email που έπρεπε να απαντηθεί. Μετά έψαχνα ένα αρχείο που είχε χαθεί.
Όταν τελικά βγήκα από το κτίριο, κρατούσα ακριβώς αυτά που είχε πει ο ηλικιωμένος.
Δύο βιβλία.
Τρεις φακέλους.
Και έναν λεπτό ντοσιέ με εκτυπωμένα αποτελέσματα.
Κοίταξα το κινητό μου.
18:41.
Σταμάτησα στην είσοδο.
Το πεζοδρόμιο ήταν γεμάτο κόσμο. Ο ουρανός είχε εκείνο το μουντό γκρι του Λονδίνου και ο δρόμος γυάλιζε από ψιλόβροχο. Απέναντι, στην στάση, περίμεναν άνθρωποι κάτω από το στέγαστρο.
Έκανα ένα βήμα.
Ένας άντρας πίσω μου με σκούντηξε κατά λάθος με τον ώμο.
Οι φάκελοι γλίστρησαν από τα χέρια μου.
Τα χαρτιά σκορπίστηκαν στο πεζοδρόμιο και μερικά κύλησαν προς την άκρη του δρόμου.
Το πρώτο ένστικτο ήταν να σκύψω.
Το σώμα μου είχε ήδη αρχίσει να κινείται.
Και τότε άκουσα μέσα στο κεφάλι μου τη φωνή του ηλικιωμένου.
Μην τα μαζέψεις.
Πάγωσα.
Έμεινα ακίνητος, με το ένα χέρι μισοσηκωμένο, κοιτάζοντας τα χαρτιά να πέφτουν στο βρεγμένο πεζοδρόμιο.
Ένα φύλλο πέρασε το κράσπεδο και βρέθηκε στον δρόμο.
Αν δεν τον είχα ακούσει, θα έκανα αυτό που θα έκανε οποιοσδήποτε. Θα έβγαινα μισό βήμα μπροστά για να το πιάσω.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ένα διώροφο λεωφορείο πέρασε με ταχύτητα τόσο κοντά στο πεζοδρόμιο που ο αέρας του με χτύπησε στο πρόσωπο.
Το χαρτί εξαφανίστηκε κάτω από τις ρόδες.
Δεν ξέρω αν φώναξα.
Θυμάμαι μόνο ότι κάποιος δίπλα μου είπε «Jesus» και ένας άλλος με τράβηξε από τον ώμο προς τα πίσω, λες και μόλις είχε δει πόσο κοντά ήμουν.
Το λεωφορείο συνέχισε.
Και τότε είδα τον οδηγό.
Για ένα δευτερόλεπτο, καθώς περνούσε μπροστά μου, γύρισε το κεφάλι και με κοίταξε.
Δεν είχε το βλέμμα ενός ανθρώπου που τρόμαξε επειδή παραλίγο να χτυπήσει κάποιον. Ήταν ήρεμο. Σχεδόν απογοητευμένο. Σαν να ήξερε ότι έπρεπε να είμαι ένα βήμα πιο μπροστά. Σαν να με περίμενε.
Το λεωφορείο χάθηκε στη στροφή.
Εγώ έμεινα στο πεζοδρόμιο, με τους φακέλους βρεγμένους στα πόδια μου και τα χέρια μου να τρέμουν τόσο πολύ που δεν μπορούσα να μαζέψω τίποτα.
Γύρισα σπίτι χωρίς να θυμάμαι καλά τη διαδρομή.
Το βράδυ έψαξα στο διαδίκτυο για τον ηλικιωμένο, αν και δεν ήξερα καν τι να ψάξω. Έψαξα ακόμη και παλιές φωτογραφίες από το ερευνητικό κέντρο, μήπως ήταν κάποιος παλιός εργαζόμενος.
Τίποτα.
Και όσο περισσότερο προσπαθούσα να βρω εξήγηση, τόσο περισσότερο ένιωθα ότι υπήρχαν δύο πιθανότητες.
Η πρώτη ήταν λογική.
Ένας διαταραγμένος ηλικιωμένος είδε το badge μου, διάβασε το όνομά μου χωρίς να το καταλάβω, είπε μια παράξενη ιστορία, κι εγώ, επηρεασμένος, ερμήνευσα τυχαία γεγονότα σαν επιβεβαίωση. Αν δεν μου είχε μιλήσει, ίσως να πρόσεχα έτσι κι αλλιώς. Ίσως το λεωφορείο να μην ήταν ποτέ τόσο κοντά. Ίσως ο οδηγός να γύρισε απλώς επειδή είδε χαρτιά να πετάγονται στον δρόμο.
Η δεύτερη πιθανότητα δεν ήταν λογική.
Κάποιος ήξερε. Κάποιος είχε δει αυτό που θα συνέβαινε. Και προσπάθησε να με προειδοποιήσει. Μετά είναι και το πρόσωπο του ηλικιωμένου. Όσο περνούν οι μέρες, τόσο περισσότερο νιώθω σίγουρος ότι ήταν κάποιος γνωστός μου. Το βλέμμα του ήταν τόσο οικείο.
Δε ξέρω πραγματικά τι εξήγηση να δώσω. Εσείς τι πιστεύετε;
Αν θέλεις να μάθεις κι εσύ το μέλλον σου:
Our Horror Story: Ευχαριστούμε τον ανώνυμο φίλο μας για την ιστορία που μας έστειλε.
Βάλε τον ΤΡΟΜΟ στο γραφείο σου:



