1

Η Νυχτερινή Βάρδια

 


Όταν ήμουν φοιτητής στη Σκωτία, έκανα για μία μόνο νύχτα την καλύτερα αμειβόμενη δουλειά που είχα βρει ποτέ.  Νυχτερινός φύλακας σε νεκροτομείο. Το επόμενο πρωί παραιτήθηκα.

Ήμουν τότε είκοσι δύο χρονών και σπούδαζα στη Γλασκώβη. Τα χρήματα ήταν πάντα λίγα. Το νοίκι, οι λογαριασμοί, τα βιβλία, τα εισιτήρια. Έκανα περιστασιακές δουλειές όπου μπορούσα, αλλά ήθελα κάτι που να μη με αναγκάζει να χάνω μαθήματα.

Ένα απόγευμα βρήκα μια αγγελία.

Night Security Guard – Evening/Night Shift.

Η αμοιβή ήταν σχεδόν διπλάσια από ό,τι έδιναν οι περισσότερες αντίστοιχες δουλειές. Η μόνη λεπτομέρεια που με έκανε να σταματήσω ήταν ο χώρος εργασίας. Νεκροτομείο.

Έμεινα για λίγο να κοιτάζω την οθόνη. Δεν μου άρεσε η ιδέα, φυσικά. Αλλά σκέφτηκα ότι στην πραγματικότητα θα καθόμουν σε ένα γραφείο και θα κοιτούσα κάμερες. Τι θα μπορούσε να συμβεί; Οι νεκροί, τουλάχιστον, δεν δημιουργούν προβλήματα.

Έστειλα το βιογραφικό. Περίμενα να με καλέσουν για συνέντευξη κάποια στιγμή μέσα στην εβδομάδα. Μου απάντησαν μέσα σε είκοσι λεπτά. Το μήνυμα ήταν σύντομο. Ρωτούσαν αν μπορούσα να ξεκινήσω την ίδια νύχτα.

Αυτό έπρεπε ίσως να μου φανεί περίεργο. Αλλά τότε το μόνο που σκέφτηκα ήταν τα χρήματα.

Λίγο πριν τις έντεκα έφτασα στο κτίριο. Ήταν παλιό, χαμηλό, από σκούρα πέτρα. Βρισκόταν πίσω από ένα μεγαλύτερο νοσοκομειακό συγκρότημα, σε έναν δρόμο που εκείνη την ώρα ήταν σχεδόν άδειος. Χτύπησα το κουδούνι.

Μετά από λίγο μου άνοιξε ένας άντρας περίπου πενήντα χρονών. Ήταν ο απογευματινός φύλακας. Δεν θυμάμαι το όνομά του. Θυμάμαι όμως ότι έδειχνε πολύ χαρούμενος που με είδε. Όχι επειδή ήταν ευγενικός. Περισσότερο σαν άνθρωπος που περίμενε κάποιον για να μπορέσει επιτέλους να φύγει.

Μου έδειξε βιαστικά το γραφείο ασφαλείας. Ένα μικρό δωμάτιο με τέσσερις οθόνες, ένα τηλέφωνο, έναν βραστήρα και ένα μεγάλο μπρελόκ με κλειδιά.

Στις οθόνες φαίνονταν οι είσοδοι, οι διάδρομοι και μερικά από τα εσωτερικά δωμάτια.

Μου εξήγησε ότι οι εξωτερικές πόρτες κλείδωναν μετά τα μεσάνυχτα και ότι αν εμφανιζόταν οποιοσδήποτε, έπρεπε να καλέσω πρώτα στο τηλέφωνο που υπήρχε κολλημένο δίπλα στην οθόνη.

Μετά πήρε το παλτό του. Στην πόρτα γύρισε προς το μέρος μου.
«Ένα πράγμα μόνο», είπε.
«Τι;»
«Πρόσεχε να μη μπει κανείς μέσα.»
Χαμογέλασα.
«Εντάξει.»
Έβαλε το χέρι στο πόμολο.
Μετά πρόσθεσε:
«Και να μη βγει κανείς.»

Τον κοίταξα περίεργα. Άνοιξε την πόρτα και έφυγε.

Για τα πρώτα είκοσι λεπτά όλα ήταν φυσιολογικά. Έφτιαξα καφέ, κοίταξα λίγο τις κάμερες και προσπάθησα να συνηθίσω τη σιωπή του κτιρίου.

Κάποια στιγμή αποφάσισα να κάνω έναν γύρο.
Ήθελα να ξέρω τουλάχιστον πού βρίσκονταν οι πόρτες που έβλεπα στις οθόνες.

Ο κεντρικός διάδρομος ήταν μακρύς και φωτιζόταν από ψυχρά φώτα οροφής. Οι περισσότερες πόρτες ήταν κλειστές.

Καθώς περπατούσα, είδα έναν άντρα στο βάθος. Φορούσε λευκή ιατρική ρόμπα. Τρόμαξα λίγο, επειδή ήμουν βέβαιος ότι ο φύλακας μου είχε πει πως μετά τις έντεκα δεν θα υπήρχε άλλος στο κτίριο.

«Excuse me», του φώναξα.

Ο άντρας συνέχισε να περπατά.

«Hello?»

Τίποτα. Δεν γύρισε καν. Έστριψε σε έναν διάδρομο και χάθηκε. Υπέθεσα ότι ήταν γιατρός που είχε αργήσει. Δεν ήθελα να φανώ χαζός από την πρώτη μου κιόλας νύχτα. Συνέχισα τον γύρο.

Λίγο αργότερα έφτασα στον χώρο όπου βρίσκονταν τα σώματα. Δεν είχα σκοπό να μπω. Αλλά η πόρτα ήταν μισάνοιχτη.  Έσπρωξα λίγο. Μέσα υπήρχαν δύο φορεία. Πάνω τους βρίσκονταν δύο σώματα, καλυμμένα μέχρι πάνω με λευκά σεντόνια.

Στον απέναντι τοίχο υπήρχαν οι μεταλλικές πόρτες των ψυγείων.  Όλες κλειστές.  Στα δεξιά και στα αριστερά του χώρου υπήρχαν άλλες δύο πόρτες. Κλειστές κι αυτές.

Δεν έμεινα πολύ. Γύρισα στο γραφείο.  Πρέπει να πέρασε περίπου μισή ώρα. Καθόμουν κοιτάζοντας το κινητό μου όταν άκουσα έναν ήχο. Ένα χτύπημα.

Σήκωσα το κεφάλι. Περίμενα. Τίποτα. Μετά ξανά.  Πάλι ένα χτύπημα. Δεν ήταν στην εξώπορτα. Ακουγόταν από μέσα στο κτίριο.

Πήρα τον φακό και βγήκα στον διάδρομο. Δεν ξέρω γιατί πήγα κατευθείαν προς τον χώρο με τα σώματα. Ίσως επειδή ήξερα ήδη ότι δεν ήθελα να πάω εκεί.

Η πόρτα ήταν ανοιχτή. Μπήκα μέσα. Και σταμάτησα. Τα δύο φορεία ήταν άδεια. Τα σεντόνια βρίσκονταν ακόμη πάνω τους. Τσαλακωμένα. Αλλά τα σώματα δεν ήταν εκεί. Κοίταξα τα ψυγεία. Όλα κλειστά.

Και τότε είδα τις δύο πλαϊνές πόρτες. Ήταν και οι δύο ανοιχτές.  Δεν πλησίασα. Δεν προσπάθησα να δω τι υπήρχε πίσω τους.

Γύρισα και έτρεξα στο γραφείο ασφαλείας. Μπήκα μέσα και κλείδωσα. Το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να κοιτάξω τις κάμερες. Και εκεί άρχισα πραγματικά να φοβάμαι.

Στην κάμερα που έδειχνε τον χώρο του νεκροτομείου, τα δύο σώματα βρίσκονταν κανονικά πάνω στα φορεία. Τα σεντόνια ίσια.  Οι δύο πλαϊνές πόρτες κλειστές.

Κοίταξα τις υπόλοιπες οθόνες. Οι διάδρομοι ήταν άδειοι. Η είσοδος άδεια. Δεν υπήρχε κανείς πουθενά. Έμεινα να κοιτάζω τις οθόνες για πολλή ώρα. Δεν ήξερα ποιο από τα δύο έπρεπε να πιστέψω. Αυτό που είχα δει με τα μάτια μου;  Ή αυτό που έβλεπα τώρα στις κάμερες;

Τότε ακούστηκε χτύπημα στην πόρτα του γραφείου. Πάγωσα. Τρία ήρεμα χτυπήματα. Τοκ. Τοκ. Τοκ.

Δεν μίλησα. Μετά άκουσα μια αντρική φωνή. «Άνοιξε, σε παρακαλώ.» Ήταν ήρεμη.  Κανονική. «Έχω ξεχάσει τα κλειδιά της εξόδου μέσα.»

Δεν πλησίασα την πόρτα. «Ποιος είναι;» ρώτησα. Ακολούθησε μια μικρή παύση. «Ο γιατρός» μου απάντησε.

Σκέφτηκα αμέσως τον άντρα με τη λευκή ρόμπα και πήγα να ανοίξω αμέσως την πόρτα. Κάτι όμως μέσα μου, μου έλεγε να μη το κάνω.
Πήγα προς την οθόνη που έδειχνε τον διάδρομο ακριβώς έξω από το γραφείο. Ο διάδρομος ήταν άδειος. Δεν υπήρχε κανείς μπροστά στην πόρτα. Κοίταξα ξανά. Τίποτα.

Και τότε:
Τοκ. Τοκ. Τοκ.
Ακούστηκε το χτύπημα στην πόρτα.
«Άνοιξε, σε παρακαλώ.»

Δεν απάντησα. Στην κάμερα δεν υπήρχε κανείς. Η φωνή ξαναμίλησε. Ίδια ένταση. Ίδιος τόνος. «Έχω ξεχάσει τα κλειδιά.» Έμεινα ακίνητος.

Δεν ξέρω πόση ώρα στεκόμουν κοιτάζοντας πότε την πόρτα και πότε την οθόνη.  Δεν άνοιξα. Λίγα λεπτά αργότερα ακούστηκαν πάλι τρία χτυπήματα.  Μετά τίποτα.

Κάποια στιγμή άκουσα βήματα στον διάδρομο. Στην κάμερα ο διάδρομος παρέμενε άδειος. Αργότερα άκουσα κάτι να σέρνεται. Δεν βγήκα να δω.

Μία φορά νόμιζα ότι κάποιος δοκίμασε απαλά το πόμολο. Δεν είμαι βέβαιος. Μπορεί να ήταν η ιδέα μου. Έμεινα κλειδωμένος εκεί μέχρι να αρχίσει να ξημερώνει.

Λίγο μετά τις επτά ήρθε ο πρωινός φύλακας. Τον είδα πρώτα στην κάμερα. Περίμενα μέχρι να τον δω να ανοίγει την εξωτερική πόρτα.

Μόνο τότε ξεκλείδωσα. Με ρώτησε αν όλα πήγαν καλά.  Του είπα ότι παραιτούμαι. Γέλασε, νομίζοντας ότι κάνω πλάκα. Άφησα τα κλειδιά πάνω στο γραφείο και έφυγα.

Δεν ρώτησα ποτέ για τον γιατρό. Δεν ρώτησα ποτέ για τα δύο σώματα. Δεν ρώτησα γιατί οι κάμερες έδειχναν διαφορετικά πράγματα από αυτά που είδα. Και κυρίως δεν ρώτησα τι εννοούσε πραγματικά ο προηγούμενος φύλακας όταν μου είπε:

«Να μη βγει κανείς.»

Μερικές φορές σκέφτομαι ότι έπρεπε να είχα ζητήσει μια εξήγηση. Μετά θυμάμαι εκείνη τη νύχτα. Την άδεια οθόνη. Τα τρία χτυπήματα. Και μια φωνή ακριβώς πίσω από την πόρτα να μου λέει:

«Άνοιξε, σε παρακαλώ.»

Και χαίρομαι που δεν έμαθα ποτέ.

Πριν φύγεις πρέπει να διαβάσεις κι αυτό:

Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Αντώνη για την ιστορία που μας έστειλε.

Αν σου άρεσε η παραπάνω ιστορία τότε πρέπει να διαβάσεις κι αυτό:


Διαβάστε επίσης: 






To Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com για να την δημοσιεύσουμε.













5

Πάντα στην Ίδια Απόσταση

 




Καλησπέρα.

Μένω στη Θεσσαλονίκη σχεδόν όλη μου τη ζωή.

Το αναφέρω γιατί αυτό που μου συνέβη ξεκίνησε σε ένα μέρος από το οποίο έχω περάσει εκατοντάδες φορές. 

Ξέρω τα στενά. Ξέρω τις πολυκατοικίες. Ξέρω ποιο περίπτερο κλείνει αργά, πού αφήνουν συνήθως τα μηχανάκια πάνω στο πεζοδρόμιο, ακόμη και ποια φώτα από τα γύρω διαμερίσματα είναι σχεδόν πάντα αναμμένα όταν επιστρέφω σπίτι το βράδυ.

Γι' αυτό κατάλαβα αμέσως ότι κάτι ήταν διαφορετικό.

Ήταν πριν από περίπου έναν μήνα.

Είχα βγει για ένα ποτό με δύο φίλους και λίγο μετά τις έντεκα αποφάσισα να επιστρέψω με τα πόδια. Ο καιρός ήταν καλός και μου αρέσει να περπατάω στη Θεσσαλονίκη τέτοιες ώρες, όταν οι δρόμοι αρχίζουν να αδειάζουν αλλά η πόλη δεν έχει κοιμηθεί ακόμη.

Όταν έφτασα σε ένα συγκεκριμένο στενό, κάτι μου φάνηκε λάθος. Δεν μπορώ να το περιγράψω καλύτερα. Σταμάτησα.

Μπροστά μου βρισκόταν μια παλιά εξαώροφη πολυκατοικία. Την ήξερα. Ή τουλάχιστον ήμουν σίγουρος ότι την ήξερα. Είχα περάσει από μπροστά της δεκάδες φορές.

Κι όμως εκείνο το βράδυ έμοιαζε διαφορετική.
Όχι ανακαινισμένη.
Όχι εγκαταλελειμμένη. Απλώς... λάθος.

Η πρόσοψή της φαινόταν πιο θαμπή από τις υπόλοιπες. Τα μπαλκόνια δεν φωτίζονταν όπως θα έπρεπε από τις λάμπες του δρόμου. Το φως έπεφτε πάνω στο κτίριο, αλλά έμοιαζε να σταματά πριν το αγγίξει πραγματικά. 

Ακόμη και το χρώμα της δεν μπορούσα να καταλάβω ποιο ήταν. Γκρι; Πράσινο; Κάτι ανάμεσα.

Θυμάμαι ότι κοίταξα γύρω μου για να δω αν έφταιγε κάποια χαλασμένη λάμπα ή η υγρασία. Όλα τα υπόλοιπα φαίνονταν φυσιολογικά. Μόνο αυτή η πολυκατοικία έμοιαζε σαν να μην ανήκε ακριβώς στον ίδιο δρόμο.

Έβγαλα το κινητό μου. Ήθελα να τη φωτογραφίσω. Ήθελα να δω αν θα φαινόταν το ίδιο περίεργη και στη φωτογραφία.

Τη στιγμή που άνοιξα την κάμερα, η εξώπορτα της πολυκατοικίας άνοιξε. Κατέβασα το κινητό. Μια ηλικιωμένη γυναίκα βγήκε έξω.

Πρέπει να ήταν πάνω από εβδομήντα πέντε. Ήταν κοντή, πολύ αδύνατη και φορούσε μια μακριά σκούρα ζακέτα. Τα μαλλιά της ήταν γκρίζα, τραβηγμένα προς τα πίσω.

Στην αρχή αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν κάτι παράξενο στον τρόπο που κινούνταν. Κατέβηκε το μικρό σκαλοπάτι της εισόδου. Σταμάτησε. Έστριψε το σώμα της. Έκανε δύο βήματα. Όλες οι κινήσεις της ήταν αργές και απόλυτα ξεχωριστές μεταξύ τους. Σαν να μην υπήρχε φυσική συνέχεια από τη μία στην άλλη.  Βήμα. Παύση. Στροφή. Παύση. Βήμα.

Σκέφτηκα ότι μπορεί να είχε κάποιο κινητικό πρόβλημα. Ένιωσα μάλιστα άσχημα που την κοιτούσα. Ξανασήκωσα το κινητό προς την πολυκατοικία. Και τότε η γυναίκα σταμάτησε.

Το κεφάλι της γύρισε προς το μέρος μου. Μόνο το κεφάλι. Το σώμα της παρέμεινε στραμμένο προς τον δρόμο. Με κοίταξε. Κατέβασα αμέσως το κινητό. Ένιωσα σαν να με είχε πιάσει να κάνω κάτι που δεν έπρεπε.

Χαμογέλασα αμήχανα. Εκείνη δεν αντέδρασε. Δεν χαμογέλασε. Δεν ρώτησε τι κάνω. Απλώς με κοιτούσε. Υπήρχε κάτι στον τρόπο που το έκανε που με έκανε να νιώσω πολύ άβολα.

Έβαλα το κινητό στην τσέπη και συνέχισα προς το σπίτι. Μετά από καμιά τριανταριά μέτρα κοίταξα πίσω. Η γυναίκα στεκόταν πίσω μου. Στο πεζοδρόμιο. Ακίνητη. Με κοιτούσε.

Υπέθεσα ότι είχε ξεκινήσει κι εκείνη προς την ίδια κατεύθυνση. Συνέχισα. Λίγο πιο γρήγορα αυτή τη φορά. Πέρασα ένα στενό.

Γύρισα ξανά. Ήταν ακόμα εκεί. Ακίνητη. Και πάλι περίπου στην ίδια απόσταση. Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που πραγματικά με φόβισε.

Δεν την είχα ακούσει να περπατά. Και κυρίως, αν είχε ακολουθήσει τον ρυθμό μου, θα έπρεπε κάποια στιγμή είτε να έχει πλησιάσει είτε να έχει μείνει πιο πίσω. Δεν είχε συμβεί τίποτα από τα δύο. Ήταν σαν η απόσταση μεταξύ μας να μην άλλαζε.

Γύρισα μπροστά και επιτάχυνα. Δεν έτρεξα. Δεν ήθελα να φερθώ σαν πανικόβλητος για κάτι που πιθανότατα είχε μια γελοία εξήγηση. Έφτασα στην επόμενη διασταύρωση.
Κοίταξα πίσω.

Εκεί. Ίδια απόσταση. Ακίνητη. Το ίδιο βλέμμα.

Τότε άρχισα να περπατάω πραγματικά γρήγορα. Έστριψα δύο φορές επίτηδες. Δεν ακολουθούσα πλέον την κανονική διαδρομή προς το σπίτι μου.

Στην επόμενη γωνία γύρισα απότομα.  Η γυναίκα στεκόταν πίσω μου.  Δεν την είδα ποτέ να στρίβει. Δεν την είδα ποτέ να περπατά. Κάθε φορά που κοιτούσα μπροστά, υπήρχε μόνο ο δρόμος. Κάθε φορά που γύριζα πίσω... ήταν εκεί.

Και πάντα στην ίδια απόσταση. Εκεί πανικοβλήθηκα.

Προχώρησα σχεδόν τρέχοντας μέχρι που βρέθηκα μπροστά σε μια εκκλησία. Δεν ξέρω γιατί το έκανα. Δεν είμαι ιδιαίτερα θρήσκος.
Αλλά είδα τα φώτα στο προαύλιο και χωρίς δεύτερη σκέψη πήγα εκεί. Στάθηκα για λίγο κοντά στην είσοδο.

Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που ένιωθα τον παλμό στον λαιμό μου. Περίμενα. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα βγήκα πάλι προς τον δρόμο. Κοίταξα πίσω.

Η γυναίκα δεν ήταν εκεί. Περίμενα λίγο ακόμα.
Τίποτα. Γύρισα σπίτι με ταξί.

Την επόμενη μέρα πέρασα ξανά από το ίδιο σημείο. Μέρα αυτή τη φορά. Η πολυκατοικία ήταν εκεί. Μόνο που δεν έμοιαζε καθόλου όπως το προηγούμενο βράδυ.

Ήταν μια απολύτως συνηθισμένη παλιά πολυκατοικία. Μπεζ πρόσοψη. Τέντες στα μπαλκόνια.  Γλάστρες. Κουδούνια δίπλα στην είσοδο. Στάθηκα απέναντι αρκετή ώρα.

Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου ότι το προηγούμενο βράδυ έφταιγε ο φωτισμός. Ίσως και τα δύο ποτά που είχα πιει.  Δεν ξαναείδα τη γυναίκα εκεί. Και για μερικές εβδομάδες προσπάθησα να ξεχάσω όλο το περιστατικό.

Μόνο που τελευταία συμβαίνει κάτι.  Όχι κάθε μέρα. Και ποτέ όταν υπάρχει κάποιος μαζί μου.
Μόνο όταν είμαι μόνος.

Πριν από περίπου μία εβδομάδα έβγαζα τα σκουπίδια αργά το βράδυ. Για ένα δευτερόλεπτο νόμιζα ότι την είδα στην άλλη άκρη του δρόμου.

Γύρισα αμέσως.

Δεν υπήρχε κανείς.

Προχθές, περίμενα μόνος σε ένα φανάρι και μου φάνηκε πως στεκόταν πίσω από ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο.  Ανοιγόκλεισα τα μάτια.  Τίποτα.

Χθες το βράδυ ήμουν μόνος στο σπίτι. Πέρασα μπροστά από το παράθυρο του σαλονιού και, μέσα στην αντανάκλαση του τζαμιού, νόμιζα για μια στιγμή ότι την είδα στην απέναντι πλευρά του δρόμου.  Ακίνητη. Να κοιτάζει προς το παράθυρό μου.

Άναψα το φως του μπαλκονιού.  Δεν υπήρχε κανείς.

Ξέρω τι θα έλεγα αν μου διηγούνταν κάποιος άλλος αυτή την ιστορία. Ότι φοβήθηκε εκείνο το βράδυ και τώρα το μυαλό του ψάχνει τη γυναίκα παντού.

Ότι ένα πρόσωπο που μας τρόμαξε μπορεί να εμφανίζεται για λίγο μέσα στις σκιές, στις αντανακλάσεις, σε έναν άγνωστο που είδαμε από μακριά.

Και πραγματικά θέλω αυτή να είναι η εξήγηση.

Γιατί υπάρχει μόνο ένα πράγμα που με ενοχλεί.

Κάθε φορά που νομίζω ότι τη βλέπω... δεν είναι ποτέ πιο κοντά. Δεν είναι ποτέ πιο μακριά. Είναι πάντα στην ίδια ακριβώς απόσταση. Όπως εκείνο το βράδυ.

Σαν να μην προσπαθεί να με φτάσει. Σαν να περιμένει απλώς να σταματήσω.

Θα ήθελα πραγματικά να μου πείτε αν γνωρίζεται τι μπορεί να μου συμβαίνει. Με μια αναζήτηση που έκανα στο ίντερνετ δε μπόρεσα να βρω κάτι παρόμοιο. 


Γι' αυτό σας στέλνω την ιστορία. Ίσως κάποιος από εσάς έχει ακούσει ή έχει πάθει κάτι παρόμοιο.

Σας ευχαριστώ πολύ.


Για την ασφάλειά σου προτείνουμε να δεις κι αυτό:


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Λευτέρη για την ιστορία που μας έστειλε. 


Δες το αγαπημένο σου θρίλερ καθηλωμένος από την απίστευτη εικόνα:


Διαβάστε επίσης:






To Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com για να την δημοσιεύσουμε.





0

Ο Άντρας από το Όνειρο

 



Καλησπέρα.


Τις τελευταίες έξι νύχτες βλέπω ακριβώς το ίδιο όνειρο. Όχι παρόμοιο. Το ίδιο.

Ξυπνάω μέσα σε ένα αυτοκίνητο.

Δεν μπορώ να δω τίποτα, γιατί έχω μια μαύρη κουκούλα στο κεφάλι. Τα χέρια μου είναι δεμένα πίσω από την πλάτη και τα πόδια μου δεν κινούνται καλά. Νιώθω το αυτοκίνητο να στρίβει, να φρενάρει, να περνά πάνω από λακκούβες.

Δεν ξέρω πού πηγαίνουμε. Δεν ακούω μουσική. Δεν ακούω κανέναν να μιλάει. Μόνο τη μηχανή και την αναπνοή μου. Κάποια στιγμή το αυτοκίνητο σταματά. Μια πόρτα ανοίγει. Με τραβάει κάποιος έξω. Δεν μπορώ να δω ποιος.

Με κρατά δυνατά από το μπράτσο και με οδηγεί κάπου. Ακούω βήματα πάνω σε τσιμέντο. Μετά έναν μεταλλικό ήχο, σαν βαριά πόρτα που ανοίγει.

Ο αέρας αλλάζει. Γίνεται πιο κρύος. Μυρίζει υγρασία και κάτι άλλο. Κάτι σαν απολυμαντικό.
Με βάζουν να καθίσω σε μια καρέκλα. Ακούω μεταλλικά αντικείμενα να ακουμπούν κάπου δίπλα μου. Ένα συρτάρι ανοίγει. Ένα άλλο κλείνει.

Και μετά κάποιος στέκεται μπροστά μου. Το καταλαβαίνω χωρίς να τον βλέπω. Από τη σιωπή.  Από το ότι ξαφνικά νιώθω πως υπάρχει κάποιος πολύ κοντά στο πρόσωπό μου.

Τότε μου βγάζει την κουκούλα. Βρίσκομαι σε έναν σκοτεινό χώρο. Μοιάζει με υπόγειο.

Οι τοίχοι είναι γυμνοί, γκρίζοι, και από το ταβάνι κρέμεται ένα μόνο δυνατό φως. Γύρω υπάρχουν μεταλλικά τραπεζάκια, εργαλεία, πλαστικά καλύμματα. Σαν πρόχειρο χειρουργείο. Σαν κάποιος να προσπάθησε να στήσει ένα δωμάτιο νοσοκομείου σε χώρο που δεν ήταν ποτέ νοσοκομείο.

Και απέναντί μου στέκεται ένας άντρας. Δεν τον έχω ξαναδεί ποτέ. Είναι γύρω στα σαράντα πέντε. Αδύνατος. Κοντά σκούρα μαλλιά. Πολύ ανοιχτό δέρμα. Και έχει ένα μικρό σημάδι πάνω από το αριστερό φρύδι.
 
Με κοιτάζει χωρίς να μιλάει. Μετά πλησιάζει ένα μεταλλικό τραπέζι. Παίρνει κάτι. Ένα νυστέρι. Το κρατά στο δεξί του χέρι. Με το άλλο σηκώνει μια χειρουργική μάσκα και τη φοράει αργά στο πρόσωπό του.

Τότε αρχίζει να περπατά προς το μέρος μου.

Και πάντα, ακριβώς εκεί... ξυπνάω.

Κάθε φορά.

Την πρώτη νύχτα προσπάθησα να το ξεχάσω. Τη δεύτερη άρχισα να ανησυχώ. Την τρίτη δεν ήθελα να κοιμηθώ. Χθες, πριν πέσω στο κρεβάτι, έμεινα μέχρι τις τρεις βλέποντας τηλεόραση μόνο και μόνο για να καθυστερήσω τον ύπνο.

Δεν είχε σημασία. Τον είδα ξανά. Το αυτοκίνητο. Την κουκούλα. Το υπόγειο. Τον άντρα. Το νυστέρι. Το ίδιο όνειρο.

Σήμερα το απόγευμα γύρισα από τη δουλειά λίγο μετά τις έξι. Περπατούσα προς την πολυκατοικία μου κοιτάζοντας το κινητό, όταν για κάποιο λόγο σήκωσα το κεφάλι.

Στην απέναντι πλευρά του δρόμου στεκόταν ένας άντρας. Δεν έκανε τίποτα. Απλώς στεκόταν εκεί. Και με κοιτούσε. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν κατάλαβα γιατί πάγωσα.

Μετά κοίταξα καλύτερα. Αδύνατος. Κοντά σκούρα μαλλιά. Γύρω στα σαράντα πέντε. Και πάνω από το αριστερό του φρύδι... ένα μικρό σημάδι.

Ήταν αυτός. Ο άντρας από το όνειρό μου. Δεν ξέρω πόση ώρα κοιταζόμασταν. Ίσως δύο δευτερόλεπτα. Ίσως δέκα.

Πέρασε ένα λεωφορείο ανάμεσά μας. Όταν έφυγε από μπροστά μου, ο άντρας δεν ήταν πια εκεί.

Μπήκα τρέχοντας στην πολυκατοικία. Κλείδωσα την πόρτα. Έλεγξα δύο φορές τα παράθυρα. Από τότε δεν έχω βγει.

Τώρα έχει βραδιάσει. Και όσο περνάει η ώρα, ξέρω ότι αργά ή γρήγορα θα πρέπει να κοιμηθώ.  Προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν είδα αυτόν.

Ότι επειδή τον βλέπω κάθε βράδυ στον ύπνο μου, ο εγκέφαλός μου πήρε έναν άγνωστο άνθρωπο στον δρόμο και του έδωσε τα χαρακτηριστικά του εφιάλτη.

Αυτό είναι λογικό. Έτσι δεν είναι;

Αλλά υπάρχει και η άλλη σκέψη.

Αυτή που δεν μπορώ να διώξω.

Κι αν το όνειρο δεν είναι εφιάλτης; Κι αν είναι προειδοποίηση; Κι αν δεν βλέπω κάθε βράδυ κάτι που φοβάμαι ότι θα συμβεί... αλλά κάτι που δεν έχει συμβεί ακόμα;

Δεν ξέρω αν αύριο πρέπει να πάω κανονικά στη δουλειά. Δεν ξέρω αν πρέπει να ενημερώσω κάποιον.

Και κυρίως δεν ξέρω τι θα κάνω αν απόψε, όταν μου βγάλουν ξανά την κουκούλα... ο άντρας δεν σταματήσει εκεί που ξυπνάω πάντα.


Αν η ιστορία αυτή σου άφησε κάτι, ίσως αξίζει να δεις και αυτό:


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τη φίλη μας Όλγα για την ιστορία που μας έστειλε. 


Αν θέλεις να μείνεις λίγο ακόμα σε αυτό το συναίσθημα, πάτα εδώ:


Διαβάστε επίσης: 








To Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com για να την δημοσιεύσουμε.







0

Η Διαδρομή για την Κηφισιά

 


Καλησπέρα.

Αυτό που θα σου γράψω δεν μου το διηγήθηκε κάποιος “φίλος ενός φίλου”, ούτε το άκουσα σαν ιστορία που περνά από στόμα σε στόμα. Μου το είπε η ίδια η γυναίκα που το έζησε, πριν από περίπου δέκα χρόνια, και μέχρι σήμερα δεν έχω μπορέσει να το ξεχάσω.

Ήταν τότε γύρω στα τριάντα πέντε. Δούλευε σε γραφείο στο κέντρο της Αθήνας και κάθε απόγευμα έπαιρνε το αυτοκίνητό της από ένα υπόγειο πάρκινγκ κοντά στη δουλειά της για να γυρίσει σπίτι, στην Κηφισιά.

Εκείνο το βράδυ είχε αργήσει.

Θυμόταν ότι είχε κοιτάξει το ρολόι της πριν κατεβεί στο πάρκινγκ και ήταν λίγο μετά τις εννιά. Δεν ήταν πολύ αργά, αλλά ήταν αρκετά αργά ώστε η πόλη να έχει αρχίσει να αδειάζει. Το πάρκινγκ, όπως μου είπε, ήταν σχεδόν έρημο. Τα περισσότερα αυτοκίνητα είχαν ήδη φύγει. Μόνο λίγοι γκρίζοι τοίχοι, τσιμεντένιες κολόνες, το βουητό του εξαερισμού και εκείνη η μυρωδιά βενζίνης και υγρασίας που έχουν όλα τα υπόγεια γκαράζ.

Περπατούσε προς το αυτοκίνητό της ψάχνοντας τα κλειδιά στην τσάντα όταν την είδε.

Μια γριά.

Στεκόταν κοντά στην έξοδο του πάρκινγκ, λίγο μέσα στη σκιά, τυλιγμένη με σκούρο παλτό και ένα μαντίλι δεμένο σφιχτά στο κεφάλι. Δεν έμοιαζε ζητιάνα. Δεν έμοιαζε χαμένη. Έμοιαζε σαν να περίμενε.

Όταν την πλησίασε, η γριά έκανε ένα βήμα μπροστά.

«Κοπέλα μου», της είπε, «προς τα πού πας;»

Η γυναίκα παραξενεύτηκε, αλλά δεν φοβήθηκε. Ίσως επειδή η φωνή της ηλικιωμένης ήταν ήρεμη. Ίσως επειδή της θύμισε κάποια θεία ή γιαγιά από επαρχία.

«Κηφισιά», απάντησε.

Η γριά χαμήλωσε ελαφρά το κεφάλι, σαν να ανακουφίστηκε.

«Κι εγώ προς τα εκεί πάω», είπε. «Αν σε βολεύει, μήπως μπορείς να με πάρεις λίγο μαζί σου;»

Η γυναίκα δίστασε για λίγα δευτερόλεπτα. Δεν συνήθιζε να βάζει αγνώστους στο αμάξι της. Από την άλλη, ήταν μια ηλικιωμένη γυναίκα, μόνη, σε ένα σχεδόν άδειο πάρκινγκ. Της φάνηκε σκληρό να αρνηθεί.

«Εντάξει», της είπε. «Ελάτε.»

Μπήκαν στο αυτοκίνητο. Η οδηγός έβαλε μπροστά και βγήκαν στον δρόμο.

Στην αρχή δεν μιλούσαν πολύ. Η γριά καθόταν ήσυχη στη θέση του συνοδηγού, με τα χέρια διπλωμένα πάνω στην τσάντα της. Η γυναίκα μου είπε ότι αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που της έκανε εντύπωση: τα χέρια της. Ήταν μεγάλα.

Όχι απλώς ταλαιπωρημένα ή ροζιασμένα από την ηλικία. Μεγάλα, κοκαλιάρικα, με χοντρά δάχτυλα και φλέβες που πετάγονταν, σαν χέρια άντρα. Προσπάθησε να μη δώσει σημασία. Άλλωστε, δεν είναι όλα τα σώματα ίδια. Και δεν υπήρχε τίποτα άλλο που να της φαίνεται αληθινά λάθος.

Πέρασαν λίγα λεπτά έτσι. Η γυναίκα οδηγούσε, κοιτώντας μπροστά, ακούγοντας τον ήχο της μηχανής και τον γνώριμο βόμβο της πόλης τη νύχτα. Σε μια στιγμή, από ευγένεια, γύρισε ελαφρά το κεφάλι της για να πει κάτι στη γριά. Δεν θυμόταν τι ακριβώς. Ίσως να τη ρωτήσει σε ποιο σημείο της Κηφισιάς πήγαινε. Ίσως να της πει ότι σε λίγο θα έβγαιναν στην εθνική.

Και τότε την είδε.

Το μαντίλι της γριάς είχε γλιστρήσει ελάχιστα προς τα πίσω. Μόνο τόσο όσο χρειαζόταν. Κάτω από το μαντίλι δεν φαινόταν το πρόσωπο μιας ηλικιωμένης γυναίκας.  Φαινόταν το πρόσωπο ενός άντρα.
Όχι εντελώς.  Όχι σαν μάσκα που έπεσε. Αλλά σαν τα χαρακτηριστικά κάτω από το δέρμα να μην ταίριαζαν με αυτό που είχε μπροστά της.

Το σαγόνι ήταν υπερβολικά βαρύ. Τα ζυγωματικά πιο σκληρά. Η σκιά από το πάνω χείλος έμοιαζε με ξυρισμένο μουστάκι που ξαναβγαίνει. Και, πάνω απ’ όλα, το βλέμμα.

Δεν ήταν το βλέμμα μιας κουρασμένης γριάς που ζητούσε μια εξυπηρέτηση.

Η γυναίκα πάγωσε. Μου είπε ότι για μια στιγμή δεν μπορούσε ούτε να αναπνεύσει σωστά. Ένιωσε εκείνο το ξαφνικό, ζωώδες κύμα φόβου που δεν περνά πρώτα από τη λογική. Δεν σκέφτηκε «μήπως είναι μεταμφίεση» ή «μήπως βλέπω λάθος».

Σκέφτηκε μόνο:

«Δεν είναι αυτό που νόμιζα ότι έβαλα στο αμάξι μου».

Μερικά μέτρα πιο μπροστά υπήρχε ένα φανάρι. Ένα αυτοκίνητο είχε σταματήσει ήδη μπροστά του. Η γυναίκα πανικοβλήθηκε. Πάτησε απότομα φρένο, αλλά ήταν αργά. Το δικό της αυτοκίνητο έπεσε πάνω στο πίσω μέρος του μπροστινού με έναν κοφτό, μεταλλικό ήχο.

Δεν ήταν μεγάλο τρακάρισμα. Μια σύγκρουση χαμηλής ταχύτητας. Αλλά ήταν αρκετή για να την τινάξει μπροστά και να τη βγάλει για μια στιγμή από εκείνον τον υπνωτικό τρόμο.

Άνοιξε αμέσως την πόρτα και βγήκε έξω.

Ο οδηγός του άλλου αυτοκινήτου είχε ήδη κατέβει και φώναζε εκνευρισμένος. Εκείνη όμως σχεδόν δεν τον άκουγε. Κρατούσε το κινητό στο χέρι και προσπαθούσε να μιλήσει στην αστυνομία όσο πιο ψύχραιμα μπορούσε.

Τους είπε ότι είχε τρακάρει. Ότι ήταν καλά. Και μετά, χαμηλώνοντας τη φωνή της, τους είπε ότι μέσα στο αυτοκίνητό της βρισκόταν μια περίεργη ηλικιωμένη γυναίκα και ότι φοβόταν.

Την ώρα που περίμενε την αστυνομία, δεν τόλμησε να πλησιάσει ξανά το αυτοκίνητο. Έμενε στο πεζοδρόμιο, κοιτώντας πότε τον άλλον οδηγό, πότε το δικό της παρμπρίζ, περιμένοντας να δει τη γριά να ανοίγει την πόρτα ή έστω να κουνιέται μέσα από το τζάμι.

Δεν είδε τίποτα.

Όταν έφτασε το περιπολικό, τους έδειξε αμέσως το αυτοκίνητό της. «Είναι μέσα», είπε. «Ή τουλάχιστον ήταν.»

Ο ένας αστυνομικός άνοιξε πρώτος την πόρτα του συνοδηγού. Το κάθισμα ήταν άδειο.  Η γριά είχε εξαφανιστεί.

Κανείς από όσους βρίσκονταν στον δρόμο δεν είχε δει κάποια ηλικιωμένη να απομακρύνεται. Ο οδηγός του άλλου αυτοκινήτου ορκιζόταν ότι από τη στιγμή που έγινε το τρακάρισμα μέχρι να φτάσει κοντά της, δεν είχε βγει κανείς από το αμάξι.

Οι αστυνομικοί υπέθεσαν ότι είχε τρομάξει με το χτύπημα, άνοιξε γρήγορα την πόρτα και έφυγε μέσα στη σύγχυση χωρίς να την προσέξει κανείς.

Ήταν η μόνη λογική εξήγηση.

Κι όμως, η γυναίκα επέμενε σε δύο πράγματα.

Πρώτον, ότι δεν άκουσε καμία πόρτα να ανοίγει ή να κλείνει όσο στεκόταν δίπλα στον δρόμο.

Και δεύτερον, ότι η θέση του συνοδηγού, όταν τελικά ξαναμπήκε στο αυτοκίνητο, ήταν τελείως στεγνή.

Έξω είχε αρχίσει να ψιχαλίζει λίγη ώρα πριν φύγουν από το πάρκινγκ. Η γριά είχε μπει στο αμάξι κρατώντας ομπρέλα και με βρεγμένο παλτό. Το κάθισμα θα έπρεπε να έχει τουλάχιστον λίγη υγρασία.

Δεν είχε τίποτα.

Σαν να μην είχε καθίσει ποτέ κανείς εκεί.

Αυτό που μου είπε στο τέλος ήταν το χειρότερο.

Την επόμενη μέρα, όταν πήγε να πάρει το αυτοκίνητο από το συνεργείο, ο μηχανικός της έδωσε κάτι που είχε βρει κάτω από το κάθισμα του συνοδηγού.

Ήταν ένα παλιό, μαύρο μαντίλι.

Η γυναίκα ορκίστηκε ότι δεν ήταν δικό της και ότι δεν υπήρχε εκεί πριν.

Ο μηχανικός τη ρώτησε αν ήταν σημαντικό. Εκείνη του είπε να το πετάξει. Δεν το πήρε μαζί της.

Αλλά πριν το πετάξει, το ξεδίπλωσε από περιέργεια. Και ραμμένο στην εσωτερική του πλευρά, με ξεθωριασμένη λευκή κλωστή, υπήρχε ο αριθμός: 666

Για τους λάτρεις του gothic / spooky αισθητικού:


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Γιώργο για την ιστορία που μας έστειλε.


Αν η ιστορία αυτή σου άφησε κάτι, ίσως αξίζει να δεις και αυτό:


Διαβάστε επίσης:








Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com για να την δημοσιεύσουμε.