1

Το σπίτι των Σκιών

 



Καλησπέρα.

Σου γράφω από το πατρικό του πατέρα μου, στο χωριό Παλαιοχώρι, λίγο έξω από τη Δημητσάνα, στην ορεινή Αρκαδία. Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να σου στείλω αυτό το μήνυμα. Το laptop έχει ακόμα 17% μπαταρία και το σπίτι δεν έχει ρεύμα. Τα παράθυρα είναι κλειστά, το κινητό μου δεν έχει σήμα και το μόνο φως έρχεται από τρία κεριά που έχω ανάψει πάνω στο παλιό τραπέζι της κουζίνας.

Ξέρω πώς ακούγεται αυτό. Σαν άλλη μία ιστορία για ένα παλιό σπίτι, μια οικογένεια με σκοτεινό παρελθόν και έναν άνθρωπο που αφήνει τη λογική του πίσω όσο περνούν οι ώρες.

Μακάρι να ήταν έτσι.

Μακάρι να μπορούσα να πω ότι όλα αυτά είναι αποτέλεσμα θλίψης, κούρασης ή φόβου. Μακάρι να μπορούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι οι σκιές στους τοίχους κινούνται επειδή τρεμοπαίζουν τα κεριά.


Το Σπίτι που Κρατούσε τις Σκιές

Δεν είχα πατήσει στο χωριό από την κηδεία της μητέρας μου, πριν από τέσσερα χρόνια. Το Παλαιοχώρι ήταν πάντα ένα από εκείνα τα μέρη που μοιάζουν όμορφα μόνο όταν τα βλέπεις από μακριά. Πέτρινα σπίτια, στενά καλντερίμια, καρυδιές, βουνό παντού γύρω και μια ησυχία που οι Αθηναίοι αποκαλούν «γαλήνη», μέχρι να καταλάβουν ότι η γαλήνη αυτή δεν είναι απουσία θορύβου.

Είναι αναμονή.

Το σπίτι του πατέρα μου βρισκόταν στην άκρη του χωριού, λίγο πιο πάνω από την παλιά βρύση. Ήταν το σπίτι όπου είχε μεγαλώσει εκείνος. Εκεί είχε ζήσει ο παππούς μου, ο Ανέστης. Εκεί είχε μείνει η γιαγιά μου μέχρι που πέθανε. Εκεί πήγαιναν οι γονείς μου κάθε καλοκαίρι όταν ήμουν μικρός, μέχρι τη χρονιά που ο παππούς εξαφανίστηκε.

Δεν θυμάμαι πολλά από εκείνο το καλοκαίρι. Ήμουν έξι χρονών. Θυμάμαι μόνο τη μυρωδιά από υγρασία και στάχτη, το παλιό ξύλινο πάτωμα που έτριζε τη νύχτα και τον παππού μου να κάθεται πάντα στην ίδια πολυθρόνα, δίπλα στο παράθυρο του σαλονιού.

Δεν κοιτούσε ποτέ εμάς.

Κοιτούσε τους τοίχους.

Η μητέρα μου μού έλεγε να μην τον ενοχλώ. Ο πατέρας μου μιλούσε χαμηλόφωνα μαζί του τα βράδια, νομίζοντας ότι κοιμόμουν. Άκουγα λέξεις κομμένες, σαν να φοβούνταν να τις πουν ολόκληρες.

«Δεν γίνεται άλλο, πατέρα».

«Τα βλέπεις κι εσύ;»

«Θα μιλήσω στον γιατρό».

«Δεν είναι μέσα στο μυαλό μου».

Αυτό το τελευταίο το θυμάμαι καθαρά. Η φωνή του παππού μου ήταν σπασμένη, αλλά όχι αδύναμη. Είχε κάτι μέσα της που τότε δεν μπορούσα να καταλάβω. Τώρα το καταλαβαίνω.

Ήταν τρόμος ανθρώπου που ξέρει ότι δεν θα τον πιστέψει κανείς.

Οι ιστορίες στο χωριό έλεγαν ότι ο παππούς μου είχε αρχίσει να χάνει τα λογικά του μετά τον θάνατο της γιαγιάς. Ότι μιλούσε μόνος του. Ότι έκλεινε τα παντζούρια μέρα μεσημέρι. Ότι δεν άφηνε κανέναν να ανάψει περισσότερα από ένα φως μέσα στο σπίτι. Όταν τον ρωτούσαν γιατί, απαντούσε πάντα το ίδιο:

«Όσο πιο πολλά φώτα ανάβεις, τόσο πιο πολλές σκιές φτιάχνεις».

Οι μεγάλοι έλεγαν πως ήταν γεροντική άνοια. Πως η μοναξιά τον είχε φάει. Πως έβλεπε πράγματα επειδή δεν άντεχε να δεχτεί ότι η γυναίκα του είχε φύγει.

Θυμάμαι ένα συγκεκριμένο βράδυ εκεί.

Εκείνο το βράδυ, ξύπνησα από έναν θόρυβο στο διάδρομο. Το σπίτι ήταν σκοτεινό, εκτός από ένα αχνό φως που έβγαινε από το σαλόνι. Σηκώθηκα από το κρεβάτι και πλησίασα ξυπόλυτος την πόρτα.

Ο παππούς στεκόταν μπροστά στον τοίχο, φορώντας το παλιό του μάλλινο γιλέκο. Κρατούσε ένα κερί στο χέρι του και το πρόσωπό του έτρεμε από τη φλόγα.

Στον τοίχο απέναντί του υπήρχε η σκιά του.

Κάθισα και τον κοίταξα χωρίς να μπορώ να βγάλω μιλιά.

Ο παππούς μου με κατάλαβε, γύρισε απότομα και με άρπαξε από τους ώμους.

«Μη στέκεσαι ποτέ πίσω από φως», μου ψιθύρισε. «Τους δείχνεις πού είσαι».

Την επόμενη μέρα η μητέρα μου μού είπε να μη παρεξηγώ όσα λέει ο παππούς γιατί είναι άρρωστος και πρέπει να δείχνουμε κατανόηση. Ο πατέρας μου δεν είπε τίποτα. Ούτε τότε, ούτε μετά.

Δύο εβδομάδες αργότερα, ο παππούς εξαφανίστηκε.

Δεν έφυγε απλά από το σπίτι. Δεν πήρε ρούχα, δεν πήρε λεφτά, δεν πήρε παπούτσια. Τα παπούτσια του ήταν ακόμα δίπλα στην πόρτα. Το κρεβάτι του ήταν άστρωτο. Στο τραπέζι υπήρχε ένα πιάτο με φαγητό που δεν είχε αγγίξει.

Η αστυνομία έψαξε το βουνό για μέρες. Οι χωριανοί χτένισαν ρέματα, στάνες, μονοπάτια. Κανείς δεν βρήκε τίποτα. Ούτε ίχνος, ούτε ρούχο, ούτε αίμα.

Μόνο ένα πράγμα φάνηκε παράξενο, αλλά κανείς δεν το θεώρησε σημαντικό τότε.

Στο σαλόνι, στον τοίχο απέναντι από την πολυθρόνα του, είχε μείνει ένα μακρόστενο σκοτεινό σημάδι. Σαν υγρασία. Σαν καπνιά. Σαν το αποτύπωμα ενός ανθρώπου που είχε σταθεί εκεί για πάρα πολύ καιρό.

Ο πατέρας μου το έβαψε τρεις φορές.

Το σημάδι πάντα ξαναφαινόταν.

Μετά την εξαφάνιση του παππού, σταματήσαμε να πηγαίνουμε στο χωριό. Η μητέρα μου δεν το ήθελε. Έλεγε ότι το σπίτι είχε πολλή λύπη. Ο πατέρας μου, κάθε φορά που το άκουγε, κατέβαζε το βλέμμα. Δεν απαντούσε ποτέ.

Τα χρόνια πέρασαν. Μεγάλωσα. Έφυγα από το σπίτι. Ο παππούς έγινε μια οικογενειακή ιστορία που κανείς δεν ανέφερε. Μια παλιά ντροπή. Ένας τρελός γέρος που χάθηκε στο βουνό.

Και μετά πέθανε η μητέρα μου.

Ο καρκίνος την πήρε γρήγορα. Μέσα σε επτά μήνες ο πατέρας μου έμεινε μόνος. Στην αρχή νόμιζα ότι θα καταρρεύσει. Ύστερα έκανε κάτι που δεν περίμενα.

Γύρισε στο Παλαιοχώρι.

«Θέλω να φτιάξω το σπίτι», μου είπε. «Να το ανοίξω λίγο. Να μη σαπίσει τελείως».

Δεν τον πίστεψα. Δεν ήταν άνθρωπος που νοιαζόταν για σπίτια, σοβάδες και κεραμίδια. Αλλά δεν τον πίεσα. Η θλίψη κάνει τους ανθρώπους να πιαστούν από κάπου, οτιδήποτε, για να μη βουλιάξουν.

Τους πρώτους μήνες μου τηλεφωνούσε σχεδόν κάθε μέρα. Μιλούσαμε για χαζά πράγματα. Τον καιρό. Τα ψώνια. Τον φούρνο του χωριού. Μου έλεγε ότι έβαλε καινούρια κλειδαριά, ότι καθάρισε την αυλή, ότι πέταξε παλιά έπιπλα.

Μετά, οι κλήσεις άρχισαν να αραιώνουν.

Και όταν μιλούσαμε, είχε κάτι διαφορετικό στη φωνή του. Σαν να πρόσεχε τι έλεγε. Σαν να μην ήταν μόνος στο δωμάτιο.

Μια νύχτα, περίπου έναν χρόνο μετά τον θάνατο της μητέρας μου, με πήρε στις τρεις τα ξημερώματα.

«Τη βλέπω», μου είπε.

Ήταν η πρώτη φορά που τρόμαξα πραγματικά.

«Ποια βλέπεις;»

Άκουσα την ανάσα του στην άλλη άκρη της γραμμής. Βαριά. Κοντινή. Σαν να κρατούσε το κινητό πολύ κοντά στο στόμα του.

«Τη μάνα σου».

Δεν ήξερα τι να πω.

«Μπαμπά…»

«Δεν μιλάει ακόμα. Απλώς στέκεται στο διάδρομο. Εκεί όπου πέφτει η σκιά της πόρτας».

Προσπάθησα να του μιλήσω λογικά. Του είπα ότι πενθεί. Ότι το μυαλό παίζει παιχνίδια. Ότι πρέπει να έρθει Αθήνα, να μείνει λίγο μαζί μου. Εκείνος με άκουγε σιωπηλός.

Πριν κλείσει, ψιθύρισε:

«Αν ήταν μόνο το μυαλό μου, γιατί την είδε και ο σκύλος;»

Δεν είχε σκύλο.

Την επόμενη εβδομάδα πήγα στο χωριό. Τον βρήκα αδυνατισμένο, αξύριστο, με μάτια κόκκινα από την αϋπνία. Το σπίτι μύριζε κερί, κλεισούρα.

Είχε καλύψει όλους τους καθρέφτες με σεντόνια.

«Δεν είναι αυτή», μου είπε μόλις μπήκα.

«Ποια;»

Δεν απάντησε αμέσως. Με κοίταξε σαν να προσπαθούσε να αποφασίσει αν ήμουν αρκετά μεγάλος για να ακούσω την αλήθεια.

«Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν η μητέρα σου. Έβλεπα κάτι στην άκρη του ματιού μου. Μια φιγούρα στην κουζίνα. Μια σκιά πίσω από την κουρτίνα. Μια κίνηση στο τζάμι, ενώ ήμουν μόνος μου. Ήθελα να είναι εκείνη. Καταλαβαίνεις; Ήθελα τόσο πολύ να είναι εκείνη, που για λίγο δεν με ένοιαζε αν ήταν αληθινό».

«Και μετά;»

Ο πατέρας μου έτριψε το πρόσωπό του με τα χέρια.

«Μετά άρχισε να στέκεται λάθος».

«Τι σημαίνει λάθος;»

«Οι σκιές έχουν κανόνες», είπε. «Πέφτουν εκεί που πρέπει να πέσουν. Ακολουθούν το φως. Ακολουθούν το σώμα. Αυτή όχι. Αυτή στεκόταν εκεί που ήθελε. Και μια νύχτα…»

Σταμάτησε.

«Μια νύχτα τι;»

Κοίταξε προς τον διάδρομο. Ο ήλιος έμπαινε από το παράθυρο, αλλά το εσωτερικό του σπιτιού ήταν παράξενα σκοτεινό. Σαν οι γωνίες να κρατούσαν λίγο παραπάνω σκοτάδι απ’ όσο έπρεπε.

«Μια νύχτα με φώναξε με τη φωνή της μητέρας σου από την αποθήκη. Αλλά η φωνή ερχόταν από τη σκιά κάτω από την πόρτα».

Εκείνο το απόγευμα προσπάθησα να τον πείσω να φύγουμε μαζί. Αρνήθηκε. Όταν επέμεινα, θύμωσε.

«Αν φύγω, θα έρθει μαζί μου».

«Τι πράγμα;»

Τότε μου είπε κάτι που δεν ξέχασα ποτέ.

«Νομίζεις ότι ο παππούς σου χάθηκε επειδή τρελάθηκε. Δεν χάθηκε. Προσπαθούσε να κρατήσει κάτι εδώ μέσα. Και όταν δεν άντεξε άλλο, τον πήρε αυτό».

Έφυγα την επόμενη μέρα. Ντρέπομαι που το λέω, αλλά έφυγα. Του υποσχέθηκα ότι θα ξαναγυρίσω σύντομα, ότι θα μιλήσουμε με γιατρό, ότι θα τα κανονίσουμε όλα.

Δεν ξαναγύρισα.

Μέχρι πριν από τρεις μέρες.

Ο πατέρας μου εξαφανίστηκε ακριβώς όπως ο παππούς.

Η γειτόνισσα, η κυρά-Αργυρώ, ήταν εκείνη που με πήρε τηλέφωνο. Είχε να τον δει δύο μέρες και ανησύχησε. Η πόρτα ήταν κλειδωμένη από μέσα. Τα παράθυρα επίσης. Κάλεσαν την αστυνομία και μπήκαν από ένα μικρό παράθυρο της αποθήκης.

Δεν υπήρχε κανείς.

Το φαγητό ήταν πάνω στο τραπέζι. Το κινητό του στην κουζίνα. Τα παπούτσια του στην είσοδο. Το κρεβάτι άθικτο.

Και στο σαλόνι, στον ίδιο τοίχο όπου είχε μείνει κάποτε το σημάδι του παππού μου, υπήρχε τώρα ένα δεύτερο.

Ψηλότερο. Πιο φρέσκο. Πιο καθαρό.

Σαν ένας άντρας να είχε καεί όρθιος πάνω στον σοβά.

Ήρθα χθες το πρωί για να μαζέψω πράγματα, να μιλήσω με την αστυνομία και να δω αν υπήρχε κάτι που θα εξηγούσε την εξαφάνισή του. Δεν πίστευα πια στις ιστορίες του παππού. Ούτε σε σκιές που μιλούν. Ούτε σε σπίτια που κρατούν ανθρώπους.

Ή έτσι νόμιζα.

Το ρεύμα ήταν κομμένο. Η ΔΕΗ είχε διακόψει την παροχή γιατί ο πατέρας μου είχε μήνες να πληρώσει. Δεν ήθελα να μείνω εδώ τη νύχτα, αλλά το τελευταίο λεωφορείο για Τρίπολη είχε φύγει, το αυτοκίνητό μου δεν έπαιρνε μπροστά και η μπαταρία του κινητού μου ήταν σχεδόν άδεια.

Άναψα τρία κεριά στην κουζίνα.

Έβαλα το laptop στο τραπέζι.

Και άρχισα να ψάχνω τα συρτάρια.

Βρήκα τα τετράδια του πατέρα μου λίγο πριν σκοτεινιάσει. Ήταν κρυμμένα κάτω από το στρώμα, δεμένα με έναν σπάγκο. Στην αρχή οι σημειώσεις του έμοιαζαν με ημερολόγιο πένθους. Έγραφε για τη μητέρα μου. Για το πόσο του έλειπε. Για τις νύχτες που ξυπνούσε και νόμιζε ότι την άκουγε να περπατάει στην κουζίνα.

Μετά οι σελίδες άλλαζαν.

Οι προτάσεις γίνονταν μικρότερες. Κοφτές. Τα γράμματα πιο άγρια.

«Δεν είναι η Μαρία».

«Η σκιά της πόρτας μένει εκεί ακόμα και το μεσημέρι».

«Αν ανάψω φως, αλλάζει θέση».

«Με παρακολουθεί όταν κάνω ότι κοιμάμαι».

«Ο πατέρας μου είχε δίκιο».

Στην τελευταία σελίδα υπήρχε μόνο μία φράση, γραμμένη πολλές φορές, η μία πάνω στην άλλη:

«Δεν θέλει να με σκοτώσει. Θέλει να φορέσει το σχήμα μου».

Από τότε που διάβασα αυτή τη φράση, δεν έχω καταφέρει να ηρεμήσω.

Δεν ξέρω τι ώρα είναι τώρα. Το ρολόι του laptop δείχνει 02:17, αλλά είμαι σίγουρος ότι έδειχνε 02:17 και πριν από μισή ώρα. Τα κεριά έχουν κοντύνει. Η φλόγα τους δεν τρεμοπαίζει πια. Στέκεται ακίνητη, σαν να κρατάει κάποιος την ανάσα του μέσα στο δωμάτιο.

Και οι σκιές στους τοίχους δεν μοιάζουν πια με απλές σκιές.

Πριν από λίγο ένιωσα  κάτι να περνά από πίσω μου. Δεν το είδα κανονικά. Το είδα στην οθόνη του laptop. Μια μαύρη φιγούρα, σαν άνθρωπος χωρίς λεπτομέρειες, να γλιστράει από την πόρτα της κουζίνας προς τον διάδρομο.

Γύρισα αμέσως.

Τίποτα.

Μόνο ο διάδρομος, στενός και σκοτεινός, με τις πόρτες των δωματίων ανοιχτές σαν στόματα.

Πριν από δέκα λεπτά νόμισα ότι άκουσα τη φωνή του πατέρα μου από το σαλόνι.

«Έλα να με βοηθήσεις».

Δεν πήγα.

Η φωνή ξανακούστηκε μέσα στο μυαλό μου, αυτή τη φορά πιο κοντά.

«Παιδί μου, κρυώνω».

Δεν ήταν ο πατέρας μου.

Ο πατέρας μου δεν με φώναζε ποτέ «παιδί μου».

Έσπρωξα την καρέκλα μου πίσω και τότε νομίζω ότι είδα για ελάχιστα δευτερόλεπτα κάτι πολύ περίεργο: Στον τοίχο απέναντι από το τραπέζι, ανάμεσα στη σκιά της καρέκλας και τη σκιά του σώματός μου, υπήρχε μια τρίτη σκιά.

Στεκόταν ακίνητη.

Δεν υπήρχε τίποτα μπροστά από τα κεριά που να τη δημιουργεί.

Ήταν λεπτή, γερτή, με σκυμμένους ώμους. Ξαφνικά η σκιά τεντώθηκε, ψήλωσε, άλλαξε σχήμα και εξαφανίστηκε. 


Ήταν πράγματι κάτι εκεί ή το μυαλό μου άρχισε να παίζει διάφορα παιχνίδια; Δεν μπορώ να απαντήσω αντικειμενικά.  Ξέρω μόνο ότι τώρα νιώθω πως οι σκιές έχουν μαζευτεί γύρω μου.

Πως κάτι με περιμένει.

Κάθε φορά που πληκτρολογώ, τα χέρια μου τρέμουν τόσο πολύ που κάνω λάθη. Κάθε φορά που σταματάω, ακούω κάτι σαν ψίθυρο μέσα από τους τοίχους. Δεν είναι λέξεις. Είναι σαν πολλοί άνθρωποι να προσπαθούν να μιλήσουν χωρίς στόμα.

Το χειρότερο δεν είναι ότι φοβάμαι πως θα πεθάνω.

Το χειρότερο είναι ότι φοβάμαι πως δεν θα πεθάνω.

Φοβάμαι ότι θα σταματήσω να είμαι εγώ, αλλά το σώμα μου θα σηκωθεί, θα περπατήσει ως την πόρτα, θα βγει στο χωριό πριν ξημερώσει και όλοι θα πουν ότι γύρισα σώος.

Φοβάμαι ότι κάτι θα μάθει να φοράει τη φωνή μου.

Το laptop έχει 6%.

Ένα από τα κεριά έσβησε μόνο του πριν από λίγο.

Δεν φυσάει.

Δεν κουνήθηκε τίποτα.

Απλώς η φλόγα λύγισε προς τον τοίχο, σαν να την ρούφηξε κάτι από μέσα, και χάθηκε.

Τώρα οι σκιές είναι πιο κοντά.

Η σκιά του πατέρα μου στέκεται ακριβώς πίσω από τη δική μου. Η σκιά του παππού μου είναι στην πόρτα. Ή τουλάχιστον κάτι που θέλει να πιστέψω ότι είναι εκείνος.

Και η δική μου σκιά…

Αν λάβεις αυτό το μήνυμα, μην έρθεις εδώ.

Μη ζητήσεις να μάθεις περισσότερα.

Μην ψάξεις το σπίτι στο Παλαιοχώρι.

Και κυρίως, αν κάποια νύχτα δεις τη σκιά σου να αργεί ένα κλάσμα του δευτερολέπτου να σε ακολουθήσει, μην κάνεις το λάθος που έκαναν ο παππούς μου, ο πατέρας μου κι εγώ.

Μην την κοιτάξεις αρκετά ώστε να καταλάβει ότι την είδες.

Το δεύτερο κερί μόλις έσβησε.

Κάτι στέκεται πίσω από την οθόνη.

Δεν έχει σώμα.

Μοιάζει με τη σκιά μου.


Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΜΑΓΕΙΑΣ


ΥΣ: Ευτυχώς ξημέρωσε.

Έμεινα ξάγρυπνος όλο το βράδυ ελπίζοντας το τελευταίο κερί να μη σβήσει. Ο φόβος, τελικά, κάνει περίεργα πράγματα στο μυαλό. Σε κάνει να βλέπεις κινήσεις εκεί που υπάρχουν μόνο φλόγες που τρεμοπαίζουν. Σε κάνει να ακούς φωνές μέσα σε παλιά σπίτια που τρίζουν. Σε κάνει να πιστεύεις ότι οι σκιές σε κοιτάζουν, ενώ στην πραγματικότητα είσαι απλώς μόνος, κουρασμένος και γεμάτος αναμνήσεις.

Το πρωί, όταν μπήκε το φως από τα παντζούρια, όλα έμοιαζαν σχεδόν γελοία. Οι τοίχοι ήταν απλώς τοίχοι. Οι λεκέδες από την υγρασία δεν είχαν κανένα ανθρώπινο σχήμα. Ακόμα και το σημάδι στο σαλόνι, που χθες βράδυ μου φαινόταν σαν καμένη ανθρώπινη σιλουέτα, σήμερα μοιάζει απλώς με παλιά υγρασία.

Οπότε ναι. Μάλλον όλα ήταν στο μυαλό μου.

Θα φύγω σε λίγο. Θα πάρω το πρώτο λεωφορείο για Τρίπολη και μετά θα γυρίσω Αθήνα.

Πρέπει επιτέλους να αφήσω το παρελθόν πίσω. Να σταματήσω να σκαλίζω παλιές ιστορίες, παλιές εξαφανίσεις, παλιούς φόβους. Το σπίτι δεν φταίει σε τίποτα. Είναι απλώς ένα παλιό, όμορφο σπίτι σε ένα ήσυχο χωριό, με πέτρα, ξύλο, βουνό και απόλυτη ησυχία.

Σκέφτομαι μάλιστα να το φτιάξω λίγο και να το βάλω στο Airbnb. Να έρχεται κόσμος τα Σαββατοκύριακα. Ζευγάρια, οικογένειες, άνθρωποι κουρασμένοι από την πόλη, που θα θέλουν να απολαύσουν τη φύση, τη σιωπή και την αυθεντική γαλήνη του χωριού.

Ναι. Αυτό θα κάνω.

Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, χαμογέλασα.

Όλα μπροστά μου μοιάζουν νέα ξανά.

Θα συνηθίσω.



Our Horror Story: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Πέτρο για την ιστορία που μας έστειλε.


Για τους λάτρεις του gothic / spooky αισθητικού:


Διαβάστε επίσης:

Διαβάστε επίσης:





Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com  ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.

0

Το Κορίτσι του Διπλανού Σπιτιού



Γεια σας, 

​Σας στέλνω αυτή την ιστορία γιατί νιώθω ότι μόνο εδώ μπορεί να βρει τη θέση που της αξίζει. Για χρόνια την κρατούσα μέσα μου, προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου ότι ήταν απλά ένα παιχνίδι του μυαλού μου. Όμως, όσο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο καταλαβαίνω ότι η αλήθεια ήταν πολύ πιο σκοτεινή.

​Όταν ήμουν μικρός, τα καλοκαίρια μου ήταν συνδεδεμένα με το χωριό. Ανυπομονούσα να κλείσουν τα σχολεία για να βρεθώ στην τεράστια, παλιά αυλή του παππού μου. Εκεί περνούσα ώρες ολόκληρες παίζοντας. Δεν ήμουν όμως μόνος. Από το διπλανό σπίτι, ερχόταν πάντα η Άννα.

​Η Άννα είχε περίπου την ηλικία μου. Με τα χρόνια γίναμε αχώριστοι φίλοι. Παίζαμε κρυφτό, τρέχαμε ανάμεσα στις ελιές, λέγαμε μυστικά και γελούσαμε με τις ώρες. Θυμάμαι ακόμα τον ήχο του γέλιου της. Ήμασταν απλά  παιδιά που είχαμε βρει την καλύτερη συντροφιά.

​Όσο όμως εγώ ήμουν ευτυχισμένος, οι γονείς μου έδειχναν όλο και πιο χαμένοι. Τους έβλεπα να με κοιτάζουν από το παράθυρο της κουζίνας με μάτια γεμάτα ανησυχία και μια βαθιά, ανεξήγητη στεναχώρια. Συχνά, όταν έμπαινα στο σπίτι ιδρωμένος από το παιχνίδι, με έπιαναν από τους ώμους, με κοιτούσαν επίμονα στα μάτια και με ρωτούσαν: «Είσαι καλά; Σίγουρα είσαι καλά;». Εγώ απαντούσα πάντα ναι, απορώντας με την υπερβολική τους ανησυχία.

​Μετά, άρχισαν οι αλλαγές. Οι επισκέψεις μας στο χωριό άρχισαν να αραιώνουν. Από εκεί που μέναμε τρεις μήνες, καταλήξαμε να πηγαίνουμε μόνο για λίγες μέρες. Στεναχωριόμουν απίστευτα, γιατί έβλεπα όλο και λιγότερο την Άννα. Κάθε φορά που φεύγαμε, την έβλεπα να στέκεται στην άκρη της αυλής της, ακίνητη, να με κοιτάζει χωρίς να κυλάει ούτε ένα δάκρυ από τα μεγάλα, σκούρα μάτια της.

​Ώσπου, κάποια στιγμή, σταμάτησαν να με πηγαίνουν εντελώς. Οι γονείς μου έβρισκαν πάντα δικαιολογίες. Η δουλειά, τα μαθήματα, οι υποχρεώσεις. Το χωριό έγινε μια μακρινή, θολή ανάμνηση.

​Όλα άλλαξαν όταν έγινα 16 χρονών. Ο παππούς μου έφυγε από τη ζωή και έπρεπε να επιστρέψουμε για την κηδεία. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, γεμάτη θλίψη. 

​Μετά την τελετή, καθώς ο κόσμος άρχισε να σκορπίζει στο νεκροταφείο, περπάτησα ανάμεσα στους διαδρόμους με τους μνημεία. Ήθελα να μείνω λίγο μόνος. Καθώς κοιτούσα αφηρημένα τα ονόματα στις πλάκες, το βλέμμα μου πάγωσε.

​Σε έναν μικρό, παλιό τάφο, μισοπνιγμένο από τα αγριόχορτα, υπήρχε μια φωτογραφία. Ήταν η Άννα. Το ίδιο πρόσωπο, το ίδιο βλέμμα.

​Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει τρελά. Ένιωσα το αίμα μου να παγώνει. Εκείνη τη στιγμή με πλησίασε ο πατέρας μου, βάζοντας το χέρι του στον ώμο μου.

​«Πέθανε η Άννα;» ρώτησα με τη φωνή μου να τρέμει, γεμάτος απορία και μια ξαφνική, αβάσταχτη στεναχώρια. «Πότε έγινε αυτό; Γιατί δεν μου το είπατε;»

​Ο πατέρας μου με κοίταξε, και το πρόσωπό του έχασε κάθε ίχνος χρώματος. Τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν καθώς με τράβηξε μακριά από τον τάφο. Με κοίταξε με έναν τρόμο που δεν είχα ξαναδεί ποτέ σε μάτια ενήλικα.

​«Πού την ξέρεις εσύ την Άννα;» με ρώτησε με ψίθυρο που έκοβε την ανάσα. «Η Άννα... το κοριτσάκι των γειτόνων... πέθανε από μια ξαφνική αρρώστια όταν ήταν πολύ μικρή. Πολλά χρόνια προτού γεννηθείς εσύ...»

​Από εκείνη τη μέρα, δεν ξανακοιμήθηκα ποτέ ήσυχος. Γιατί τώρα ξέρω τι έβλεπαν οι γονείς μου από το παράθυρο της κουζίνας. Και ξέρω, με απόλυτη βεβαιότητα, ότι τις ώρες που έπαιζα και γέλαγα στην αυλή... δεν έπαιζα μόνος μου.


Δείξε την αγάπη σου για τις ταινίες τρόμου:



Our Horror Story: Ευχαριστούμε τον αφίλο μας Λευτέρη για την ιστορία που μας έστειλε.


Για τους λάτρεις του gothic / spooky αισθητικού:



Διαβάστε επίσης:







Ακολουθήστε μας στη σελίδα μας στο Facebook 



 Ένα LIKE, SHARE και σχόλιο θα βοηθήσει να συνεχίσουμε το έργο μας!
ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ!




Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.

0

Το Λευκό Μάρμαρο του Χαλεπά

 



Καλησπέρα. Εργάζομαι ως νυχτοφύλακας σε ιδιωτική εταιρεία ασφαλείας και για ένα φεγγάρι η βάρδιά μου κάλυπτε την εξωτερική περίμετρο και τα γραφεία κοντά στο Α' Νεκροταφείο. Παραιτήθηκα πριν από δύο εβδομάδες. Οι φίλοι και οι συνάδελφοι μου δεν μπορούν να καταλάβουν το λόγο. Όμως, αν πάτε μια βόλτα εκεί το μεσημέρι, και κοιτάξετε προσεκτικά τα χέρια των μαρμάρινων αγαλμάτων, θα δείτε κάτι που δεν υπάρχει σε κανένα βιβλίο γλυπτικής. Και τότε θα καταλάβετε.

Το Λευκό Μάρμαρο του Χαλεπά

Όταν δουλεύεις νύχτα δίπλα σε ένα νεκροταφείο, μαθαίνεις να αγνοείς τους θορύβους. Το τρίξιμο των κλαδιών, το πέταγμα των κουκουβαγιών, ακόμα και τους ψίθυρους του ανέμου ανάμεσα στους τάφους. Το μυαλό σου αναπτύσσει μια άμυνα για να μην τρελαθείς.

Όλα ξεκίνησαν στις αρχές του Μαΐου. Η βάρδιά μου ήταν 22:00 με 06:00. Περίπου στις τρεις το βράδυ, συνήθιζα να κάνω έναν έλεγχο στην πίσω μάντρα, εκεί που το νεκροταφείο συνορεύει με τα στενά του Μετς. Είναι το πιο σκοτεινό σημείο, γεμάτο με παλιά, οικογενειακά μνήματα και γλυπτά του 19ου αιώνα.

Εκείνο το βράδυ, η πανσέληνος έλουζε τον χώρο με ένα εκτυφλωτικό, καθαρό φως, κάνοντας τα μαρμάρινα αγάλματα να μοιάζουν με ζωντανούς ανθρώπους παγωμένους στον χρόνο.

Καθώς περπατούσα κατά μήκος της περίφραξης, το μάτι μου έπεσε σε ένα από τα πιο γνωστά γλυπτά της πίσω πτέρυγας – μια θλιμμένη γυναίκα από λευκό μάρμαρο, που καθόταν πάνω σε έναν τάφο με το κεφάλι γερμένο προς τα κάτω και τα χέρια σταυρωμένα στα γόνατά της.

Σταμάτησα. Κάτι στην κλίση του σώματός της μου φάνηκε διαφορετικό.

Είχα περάσει από μπροστά της εκατοντάδες φορές. Ήξερα ότι το κεφάλι της ήταν στραμμένο προς τα αριστερά. Όμως, κάτω από το φως του φεγγαριού, το μαρμάρινο κεφάλι της έδειχνε στραμμένο ελαφρώς προς τα δεξιά. Προς το μέρος μου.

«Είναι η γωνία του φωτός», σκέφτηκα. Πλησίασα τη μάντρα, έβγαλα τον φακό μου και σημάδεψα το άγαλμα. Το λευκό μάρμαρο άστραψε. Το κεφάλι ήταν κανονικά στραμμένο αριστερά. Γέλασα με την ανοησία μου, έσβησα τον φακό και συνέχισα την περιπολία.

Όμως, τη στιγμή που γύρισα την πλάτη μου και έκανα το πρώτο βήμα, άκουσα έναν ήχο.

Ήταν ένας ξερός, βαρύς ήχος τριβής. Σαν δύο μεγάλες πέτρες να σύρονται η μία πάνω στην άλλη με δύναμη. Κραρρρκ.

Γύρισα ακαριαία, ανάβοντας πάλι τον φακό. Το άγαλμα ήταν ακριβώς όπως πριν. Αλλά στο λευκό μάρμαρο του λαιμού της, εκεί που το κεφάλι ενώνονταν με τους ώμους, υπήρχε τώρα μια λεπτή, φρέσκια γραμμή από λευκή σκόνη μαρμάρου. Σαν το γλυπτό να είχε μόλις στρίψει με βία και η τριβή να είχε ξύσει την πέτρα.

Τις επόμενες νύχτες, η παράνοια με κυρίευσε. Άρχισα να παρατηρώ και τα υπόλοιπα αγάλματα της πίσω πτέρυγας. Τους μαρμάρινους αγγέλους με τα σπασμένα φτερά, τις κοιμώμενες κοπέλες, τους θλιμμένους συγγενείς σκαλισμένους στην πέτρα.

Δεν κινούνταν ποτέ όταν τα κοιτούσα. Αλλά κάθε πρωί, όταν ο ήλιος άρχιζε να ανατέλλει, έβρισκα μικρά, ανεπαίσθητα σημάδια. Ένας άγγελος που το βράδυ είχε το χέρι του υψωμένο προς τον ουρανό, το πρωί έδειχνε να το έχει χαμηλώσει κατά μερικά εκατοστά. Μια μαρμάρινη μορφή είχε λευκή σκόνη στα πόδια της, σαν να είχε σύρει το πέλμα της πάνω στην πέτρινη βάση.

Το αποκορύφωμα ήρθε την τελευταία μου νύχτα στη δουλειά.

Ήταν μια βραδιά με έντονη υγρασία και χαμηλή ομίχλη. Γύρω στις τέσσερις το πρωί, στάθηκα κοντά στην πίσω πύλη. Η ησυχία ήταν απόλυτη, σχεδόν αποπνικτική. Ξαφνικά, ο αέρας μεταφέρθηκε στα αυτιά μου κουβαλώντας έναν ήχο που με έκανε να μαρμαρώσω.

Ήταν το ίδιο κραρρρκ... αλλά αυτή τη φορά δεν ήταν μόνο ένα.

Ήταν δεκάδες. Ήχοι από βαριές, μαρμάρινες πέτρες που σέρνονταν, που έστριβαν, που άλλαζαν θέση ταυτόχρονα μέσα στο σκοτάδι του νεκροταφείου. Ένας υπόκωφος, πέτρινος χορός που αντηχούσε σε όλο τον λόφο.

Έστρεψα τον φακό μου προς το εσωτερικό των τάφων. Μέσα από την ομίχλη, είδα τις σιλουέτες των αγαλμάτων. Δεν περπατούσαν. Δεν έτρεχαν. Αλλά άλλαζαν στάσεις. Οι άγγελοι είχαν γυρίσει τα πρόσωπά τους προς τη μάντρα. Οι καθιστές μορφές είχαν σηκώσει τα κεφάλια τους. Όλα τα μαρμάρινα μάτια του νεκροταφείου, εκατοντάδες τυφλά, σκαλισμένα βλέμματα, ήταν στραμμένα στο ίδιο ακριβώς σημείο: πάνω μου.

Παράτησα τον φακό, έτρεξα στο φυλάκιο, μάζεψα τα πράγματά μου και έφυγα χωρίς να κοιτάξω πίσω.

Την επόμενη μέρα το μεσημέρι, επέστρεψα ως απλός επισκέπτης. Ήθελα να δω αν το μυαλό μου με είχε προδώσει. Περπάτησα μέχρι την πίσω πτέρυγα, κάτω από το λαμπερό φως του αθηναϊκού ήλιου.

Τα αγάλματα ήταν πάλι στις γνωστές, κλασικές τους στάσεις, έτσι όπως τα είχαν σκαλίσει οι μεγάλοι γλύπτες πριν από έναν αιώνα. Όλα έδειχναν φυσιολογικά.

Μέχρι που πλησίασα τη θλιμμένη γυναίκα στον τάφο.

Κοίταξα τα μαρμάρινα χέρια της, που ήταν σταυρωμένα στα γόνατά της. Ανάμεσα στα λευκά, πέτρινα δάχτυλά της, υπήρχε σφιχτά παγιδευμένο κάτι που δεν ήταν εκεί την προηγούμενη ημέρα.

Ήταν ένα μικρό, πλαστικό κομμάτι από τον μαύρο φακό που είχα πετάξει μέσα στον πανικό μου το προηγούμενο βράδυ. Το μάρμαρο είχε κλείσει γύρω του, εγκλωβίζοντάς το, πριν προλάβει να παγώσει ξανά στην κανονική του στάση για τη μέρα.

Our Horror Story: Ευχαριστούμε τον ανώνυμο φίλο μας για την ιστορία που μας έστειλε.


Διαβάστε επίσης:







Ακολουθήστε μας στη σελίδα μας στο Facebook 



 Ένα LIKE, SHARE και σχόλιο θα βοηθήσει να συνεχίσουμε το έργο μας!
ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ!




Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.



1

Τα Τρία Τραγούδια

 



Καλησπέρα. Σου στέλνω αυτή την ιστορία γιατί κάθε φορά που μπαίνω στο μετρό πλέον, κοιτάζω το ρολόι μου κάθε τριάντα δευτερόλεπτα. Αυτό που μου συνέβη την προηγούμενη Τρίτη στη Γράμμη 3 δεν ήταν μια απλή αφηρημάδα. Όταν το είπα στην αδερφή μου, μου είπε ότι "κόλλησε το μυαλό μου από την κούραση". Όμως, τα δεδομένα στο κινητό μου λένε μια τελείως διαφορετική, τρομακτική αλήθεια. Κάτι υπάρχει ανάμεσα στους σταθμούς Κατεχάκη και Αμπελόκηποι. Κάτι που "κλέβει" τον χρόνο.

Τα Τρία Τραγούδια

Κάνω τη διαδρομή Εθνική Άμυνα - Σύνταγμα σχεδόν κάθε μέρα τα τελευταία τέσσερα χρόνια για να πάω στο γραφείο. Ξέρω το χρονόμετρο της διαδρομής απέξω. Από την Εθνική Άμυνα μέχρι την Κατεχάκη είναι ακριβώς ενάμιση λεπτό. Από την Κατεχάκη στους Πανόρμου άλλα δύο, και μετά ένας γρήγορος διπλανός σταθμός μέχρι τους Αμπελόκηπους. Συνολικά, σε λιγότερο από επτά λεπτά έχεις φτάσει.

Την προηγούμενη Τρίτη, επιβιβάστηκα στον συρμό γύρω στις εννέα το πρωί. Το βαγόνι είχε τον κλασικό κόσμο της αιχμής: άνθρωποι σκυμμένοι πάνω από οθόνες κινητών, άλλοι να κρατάνε καφέδες, όλοι βυθισμένοι στις σκέψεις τους. Κάθισα σε μια θέση, έβαλα τα ακουστικά μου και πάτησα play στο Spotify.

Οι πόρτες έκλεισαν, ο συρμός ξεκίνησε και μπήκε στο σκοτεινό τούνελ προς Κατεχάκη.

Το πρώτο τραγούδι, μια indie μελωδία διάρκειας τεσσάρων λεπτών, τελείωσε. Ο συρμός έτρεχε κανονικά, έβλεπα τα φώτα του τούνελ να περνάνε με τη γνωστή, μεγάλη ταχύτητα από το παράθυρο. Όμως, η αποβάθρα της Κατεχάκη δεν φαινόταν πουθενά.

Ξεκίνησε το δεύτερο τραγούδι. Κοίταξα γύρω μου. Κανείς στο βαγόνι δεν έμοιαζε να ανησυχεί. Ένας άντρας απέναντί μου διάβαζε ένα βιβλίο, μια κοπέλα δίπλα του έστελνε μηνύματα. Το μετρό συνέχιζε να τρέχει, χωρίς να κόβει ταχύτητα, χωρίς να σταματάει. Το τούνελ έμοιαζε ατελείωτο, σαν μια μαύρη τρύπα που δεν κατέληγε πουθενά.

Όταν άρχισε να παίζει το τρίτο τραγούδι, ένιωσα τον ιδρώτα να κυλάει στην πλάτη μου. Έβγαλα το ένα ακουστικό. Ο γνώριμος, μεταλλικός θόρυβος του μετρό πάνω στις ράγες ακουγόταν ακριβώς όπως πάντα. Η ταχύτητα ήταν εκεί. Αλλά ο χρόνος είχε ξεχειλώσει. Σύμφωνα με τη λογική, θα έπρεπε να είχαμε φτάσει ήδη στο Σύνταγμα, ίσως και πιο πέρα. Κι όμως, ήμασταν ακόμα εγκλωβισμένοι στο σκοτάδι ανάμεσα στους πρώτους σταθμούς.

Κοίταξα το κινητό μου για να δω την ώρα. Η οθόνη έδειχνε 09:09.

Το τρίτο τραγούδι έφτανε στο τέλος του όταν ο συρμός μπήκε επιτέλους σε σταθμό. Κοίταξα έξω από το τζάμι με κομμένη την ανάσα, περιμένοντας να δω τις ταμπέλες.

 «Κατεχάκη».

Το ίδιο συνεχίστηκε και στις υπόλοιπες στάσεις, μέχρι που ήρθε η στιγμή για τη στάση Αμπελόκηποι.
 
Μόλις ο συρμός άρχισε να επιβραδύνει για να σταματήσει στους Αμπελόκηπους, ένιωσα ένα απότομο, βίαιο ταρακούνημα. Ολόκληρο το βαγόνι κουνήθηκε δεξιά και αριστερά, πολύ πιο έντονα από το συνηθισμένο στρίψιμο των γραμμών, σαν να πέσαμε πάνω σε έναν αόρατο τοίχο. Αμέσως μετά, μια περίεργη αίσθηση πίεσης στα αυτιά μου εξαφανίστηκε, σαν να ξεβούλωσαν μετά από πτήση.

Οι πόρτες άνοιξαν. Ο κόσμος άρχισε να μπαινοβγαίνει φυσιολογικά. Από εκείνο το σημείο και μετά, η διαδρομή μέχρι το Σύνταγμα έγινε στον κανονικό, συνηθισμένο χρόνο της.

Όταν έφτασα στο γραφείο, το μυαλό μου είχε κολλήσει. Άνοιξα αμέσως την εφαρμογή του Spotify στο κινητό και πήγα στο ιστορικό αναπαραγωγής (Recently Played). Εκεί είδα τα τρία τραγούδια που είχαν παίξει διαδοχικά, από τις 09:01 έως τις 09:13.

Δώδεκα λεπτά.

Το μετρό έκανε δώδεκα λεπτά για μια απόσταση που παίρνει λιγότερο από δύο, χωρίς να μειώσει ταχύτητα ούτε για ένα δευτερόλεπτο.



Δείξε την αγάπη σου για τις ταινίες τρόμου:



Τι συνέβη σε αυτά τα χαμένα λεπτά; Πού βρισκόταν ο συρμός καθώς έτρεχε με 80 χιλιόμετρα την ώρα μέσα σε ένα τούνελ που δεν τελείωνε;

Δεν ξέρω τι υπάρχει κάτω από αυτές τις περιοχές τις Αθήνας. Ίσως κάποια μαγνητική ανωμαλία, ίσως μια πύλη που ανοίγει σπάνια και «καταπίνει» τον χρόνο. 

Το μόνο που ξέρω είναι ότι από εκείνη τη μέρα, όταν το μετρό μπαίνει στο τούνελ, δεν ακούω πια μουσική. Κλείνω τα μάτια και μετράω τα δευτερόλεπτα, προσευχόμενη να μην ακούσω ποτέ ξανά τρίτο τραγούδι.


Αν η ιστορία αυτή σου άφησε κάτι, ίσως αξίζει να δεις και αυτό:


Our Horror Story: Ευχαριστούμε την φίλη μας Σούλα για την ιστορία που μας έστειλε.


Κάτι που δε πρέπει να σου λείπει αν αγαπάς τον τρόμο:


Διαβάστε επίσης:







Ακολουθήστε μας στη σελίδα μας στο Facebook 



 Ένα LIKE, SHARE και σχόλιο θα βοηθήσει να συνεχίσουμε το έργο μας!
ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ!




Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.






0

Το Τέλος της Σοδειάς

 


«Καλησπέρα. Σου στέλνω αυτή την ιστορία από ένα χωριό έξω από τη Λάρισα. Δεν πρόκειται να σου πω το όνομά μου, ούτε το ακριβές σημείο. Όσοι με ξέρουν, νομίζουν ότι απλά κάηκε ένα μέρος της σοδειάς μου από κάποιο βραχυκύκλωμα σε μετασχηματιστή της ΔΕΗ και ότι έχω πάθει εμμονή. Όμως, τα σημάδια στα δέντρα είναι ακόμα εκεί. Κι εγώ, κάθε φορά που ακούω τον ήχο ελικοπτέρου, κλειδώνω τις πόρτες και αρχίζω να τρέμω.»

Το Τέλος της Σοδειάς

Όλα ξεκίνησαν μια Τρίτη εκεί στη δεκαετία του 80. Είχα βγει με το τρακτέρ νωρίς το πρωί για να ελέγξω τα σπαρτά στο πίσω κτήμα, κοντά στην άκρη του δάσους. Από μακριά πρόσεξα μια έντονη μυρωδιά καμένου, σαν θειάφι και λιωμένο πλαστικό. Όταν έφτασα, είδα έναν τέλειο κύκλο, διαμέτρου περίπου πέντε μέτρων, όπου τα σιτάρια είχαν γίνει μαύρη στάχτη, λες και είχε πέσει κεραυνός από το πουθενά.

Στο κέντρο αυτού του κύκλου, μισοθαμμένα στο χώμα, υπήρχαν τρία μεταλλικά αντικείμενα. Είχαν το μέγεθος παλάμης, ένα περίεργο ασύμμετρο σχήμα και ένα χρώμα που δεν είχα ξαναδεί – ήταν ένα σκούρο γκρίζο που, ανάλογα με το πώς έπεφτε το φως, έβγαζε μια ιριδίζουσα, μοβ λάμψη. Το πιο παράξενο; Παρόλο που το χώμα γύρω τους έκαιγε, αυτά τα μέταλλα, όταν τα άγγιξα, ήταν παγωμένα σαν πάγος.

Τα πήρα, τα τύλιξα σε ένα πανί και τα έφερα στο σπίτι. Τα άφησα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Αυτό ήταν το μεγάλο μου λάθος.

Από εκείνο κιόλας το απόγευμα, η φάρμα άρχισε να «συμπεριφέρεται» περίεργα. Η τηλεόραση και το ραδιόφωνο έβγαζαν μόνο παράσιτα. Ο σκύλος μου, ο Μπόμπη, αρνιόταν να μπει μέσα στο σπίτι· καθόταν στην αυλή και γάβγιζε μανιασμένα προς την κουζίνα. Όταν έπεσε η νύχτα, άρχισαν οι θόρυβοι. Ένας χαμηλός, υπόκωφος βόμβος, σαν γεννήτρια που δουλεύει κάτω από το πάτωμα, και μεταλλικά γδαρσίματα στους εξωτερικούς τοίχους. Δύο φορές νόμισα ότι είδα ψηλές, αδύνατες σκιές να περνάνε γρήγορα έξω από το παράθυρο, αλλά όταν έβγαινα με τον προβολέα, δεν υπήρχε τίποτα.


Κάτι που μπορεί να ταιριάξει απόλυτα με την ατμόσφαιρα αυτής της ιστορίας:


Το επόμενο μεσημέρι, ένα περιπολικό της αστυνομίας σταμάτησε έξω από την αυλή μου. Δεν ήταν οι αστυνομικοί του τμήματος της περιοχής. Ήταν δύο άντρες με πεντακάθαρες στολές, σοβαροί, που δεν συστήθηκαν ποτέ. Δεν με ρώτησαν αν είμαι καλά. Άρχισαν να κάνουν περίεργες, επίμονες ερωτήσεις:

«Είδατε κάποια περίεργη λάμψη προχθές το βράδυ;», «Βρήκατε κάτι ασυνήθιστο στα χωράφια σας;», «Μήπως πέρασε κάποιος ξένος από εδώ;».

Φοβήθηκα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά τους είπα ψέματα. Τους είπα ότι δεν είδα τίποτα. Με κοίταξαν ανέκφραστα, μπήκαν στο αμάξι και έφυγαν αργά.

Το ίδιο βράδυ, γύρω στις τρεις τα ξημερώματα, ξύπνησα από έναν εκκωφαντικό θόρυβο. Το σπίτι έτρεμε ολόκληρο. Έμοιαζε με τον ήχο βαρέων ελικοπτέρων που πετούσαν ακριβώς πάνω από τη σκεπή μου, αλλά χωρίς τον ρυθμικό ήχο των ελίκων – ήταν ένας συνεχής, ηλεκτρικός βρυχηθμός.

Τότε, ένα εκτυφλωτικό, καθαρό λευκό φως μπήκε από τα παράθυρα, κάνοντας τη νύχτα μέρα.

Προσπάθησα να σηκωθώ από το κρεβάτι, αλλά δεν μπορούσα. Το σώμα μου ήταν εντελώς παράλυτο. Μπορούσα μόνο να κουνήσω τα μάτια μου. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή, αλλά οι μύες μου δεν υπάκουαν. Κοίταξα προς το παράθυρο του δωματίου. Μέσα από το θολό, λευκό φως, είδα ανθρώπινες φιγούρες να κινούνται στην αυλή. Φορούσαν σκούρες, ομοιόμορφες στολές και κρατούσαν αντικείμενα που έμοιαζαν με όπλα. Οι κινήσεις τους ήταν γρήγορες, σχεδόν μηχανικές.

Τα μάτια μου άρχισαν να δακρύζουν, η όρασή μου θόλωσε και ένιωσα μια έντονη ζαλάδα, σαν να έχανα τις αισθήσεις μου. Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι πριν σβήσουν όλα, ήταν η μυρωδιά του όζοντος και ένας ήχος σαν ηλεκτρική εκκένωση μέσα στο ίδιο μου το κεφάλι.


Για τους λάτρεις του gothic / spooky αισθητικού:


Όταν συνήλθα, ο ήλιος είχε ήδη ανέβει ψηλά. Μπορούσα να κινηθώ ξανά, αλλά ένιωθα το σώμα μου βαρύ, σαν να είχα δεχτεί χτύπημα.

Έτρεξα αμέσως στην κουζίνα. Το πανί στο τραπέζι ήταν ανοιχτό. Τα μεταλλικά αντικείμενα είχαν εξαφανιστεί.

Βγήκα έξω σαν τρελός. Ο σκύλος μου ήταν μαζεμένος κάτω από τη βεράντα, τρέμοντας ολόκληρος. Όταν κοίταξα γύρω μου, πάγωσα. Οι κορυφές όλων των μεγάλων δέντρων που κυκλώνουν το σπίτι και τη φάρμα ήταν τελείως καμένες και ξερές, σαν να είχε περάσει μια τεράστια πηγή θερμότητας από πάνω τους χωρίς να αγγίξει το έδαφος.

Και εκεί, στο κέντρο της αυλής, στο σημείο όπου το χώμα ήταν πατημένο, υπήρχε ένα τεράστιο, βαθύ αποτύπωμα. Ένας τέλειος, γεωμετρικός κύκλος με τρία βαθουλώματα περιμετρικά, σαν τα πόδια κάποιου βαρέος σκάφους που είχε προσγειωθεί μέσα στη νύχτα.

Ξέρω τι είδα. Ξέρω τι μου συνέβη. Δεν ξέρω αν αυτοί που μπήκαν στη φάρμα μου ήταν ο στρατός, η αστυνομία ή κάτι που δεν ανήκει σε αυτόν τον κόσμο. Το μόνο που ξέρω είναι ότι πήραν αυτό που ήθελαν... αλλά άφησαν πίσω τους τον τρόμο.


Πριν φύγεις, έχουμε άλλη μία πρόταση για σένα:


Our Horror Story: Ευχαριστούμε τον ανώνυμο φίλο μας για την ιστορία που μας έστειλε.

Διαβάστε επίσης:






Ακολουθήστε μας στη σελίδα μας στο Facebook 



 Ένα LIKE, SHARE και σχόλιο θα βοηθήσει να συνεχίσουμε το έργο μας!
ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ!




Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.





0

Η Σκιά που Άργησε

 



Καλησπέρα. Σου στέλνω αυτή την ιστορία γιατί δεν μπορώ πλέον να κυκλοφορήσω στους δρόμους της Αθήνας μόλις πέσει ο ήλιος. Είναι μια κρίση αγοραφοβίας ή παράνοιας; Η΄ κάτι που δεν μπορεί να εξηγήσει η λογική;

"Η Αθήνα τη νύχτα δημιουργεί περίεργες οφθαλμαπάτες με τις καμένες λάμπες", μου είπε ένας φίλος. Μακάρι να ήταν οφθαλμαπάτη. Αλλά πλέον, ακόμα και μέσα στο ίδιο μου το σπίτι, νιώθω ότι δεν είμαι ποτέ μόνος. Ή μάλλον... ότι αυτό που με ακολουθεί, δεν με ακολουθεί πια παθητικά.

Η Σκιά που Άργησε

Μου αρέσει να περπατάω τη νύχτα στην Αθήνα. Όταν η κίνηση σταματάει, η πόλη αποκτά μια δική της, απόκοσμη ησυχία. Την περασμένη Πέμπτη, γύρω στις δύο τα ξημερώματα, επέστρεφα με τα πόδια από το Παγκράτι προς το Κουκάκι, περνώντας πίσω από το Καλλιμάρμαρο και μέσα από τα στενά του Μετς.

Οι δρόμοι ήταν τελείως έρημοι. Καθώς ανέβαινα έναν μικρό, ανηφορικό πεζόδρομο με νεοκλασικά, ένιωσα εκείνο το κλασικό, ενοχλητικό σφίξιμο στον αυχένα. Την αίσθηση ότι κάποιος περπατάει λίγα βήματα πίσω σου.

Σταμάτησα απότομα και γύρισα. Ο δρόμος πίσω μου ήταν άδειος. Το μόνο που είδα, πάνω στον ξεφλουδισμένο τοίχο ενός παλιού σπιτιού, ήταν η σκιά μου. Μακριά, σκοτεινή, παραμορφωμένη από την κλίση του τοίχου. Ανέπνευσα με ανακούφιση. «Είσαι νευρικός από την κούραση», σκέφτηκα και συνέχισα να περπατάω.

Όμως, δύο στενά πιο κάτω, το μυαλό μου άρχισε να επεξεργάζεται την εικόνα. Κάτι στο σκηνικό δεν κόλλαγε. Κάτι ήταν βαθιά, δομικά λάθος.

Προσπάθησα να θυμηθώ τη γεωμετρία του δρόμου. Η μόνη λάμπα του δήμου που λειτουργούσε σε εκείνο το σημείο ήταν ένα κίτρινο, θαμπό φανάρι μπροστά μου, στην κορυφή της ανηφόρας. Αν το φως ήταν μπροστά μου, η σκιά μου έπρεπε να πέφτει πίσω μου, στο οδόστρωμα. Γιατί, λοιπόν, την είδα στον τοίχο στα δεξιά μου; Και γιατί έμοιαζε σαν να στέκεται όρθια, ενώ εγώ είχα γυρίσει;

«Δεν θυμάσαι καλά», είπα στον εαυτό μου, νιώθοντας μια ελαφριά ναυτία. «Θα υπήρχε κάποιος άλλος προβολέας, κάποιο φως από μπαλκόνι που δεν πρόσεξες».

Το επόμενο μεσημέρι, η αμφιβολία με έτρωγε τόσο πολύ που δεν μπορούσα να δουλέψω. Πήρα το μετρό και επέστρεψα στο ίδιο ακριβώς σημείο, στο Μετς.

Στάθηκα στο σημείο όπου είχα γυρίσει τη νύχτα. Κοίταξα τον τοίχο του νεοκλασικού. Μετά κοίταξα γύρω μου. Δεν υπήρχαν προβολείς, δεν υπήρχαν κρυφά φώτα, δεν υπήρχαν τζάμια που θα μπορούσαν να προκαλέσουν αντανάκλαση. Η μοναδική λάμπα του δρόμου ήταν όντως στην κορυφή του πεζόδρομου.

Επιστημονικά, φυσικά, μαθηματικά... ήταν απόλυτα αδύνατον να σχηματιστεί σκιά σε εκείνο το σημείο του τοίχου.

Και τότε παρατήρησα κάτι που με έκανε να κάνε ένα βήμα πίσω. Στο σημείο του τοίχου όπου το προηγούμενο βράδυ είχε αποτυπωθεί η «σκιά μου», το λευκό χρώμα του σοβά ήταν ελαφρώς πιο σκούρο, σαν να είχε καψαλιστεί, παίρνοντας το αμυδρό σχήμα μιας ανθρώπινης σιλουέτας.

Γύρισα τρέχοντας στο σπίτι μου. Κλείδωσα την πόρτα, τράβηξα τις κουρτίνες και άναψα όλα τα φώτα. Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου ότι όλα είναι μια σύμπτωση, ένα περίεργο παιχνίδι του ήλιου και της σκόνης στον τοίχο.

Αλλά τώρα είναι νύχτα. Τα φώτα του σαλόνιού μου είναι αναμμένα και εγώ κάθομαι στον καναπέ, κοιτάζοντας το πάτωμα.

Η σκιά μου πέφτει κανονικά πίσω μου, στον τοίχο. Όμως, δεν είναι πια σταθερή. Κάθε φορά που ακαριαία στρέφω το βλέμμα μου προς το μέρος της, νιώθω ότι την προλαβαίνω τη στιγμή που «διορθώνει» τη θέση της για να ταιριάξει με τη δική μου. Σαν να καθυστερεί ένα δέκατο του δευτερολέπτου να ακολουθήσει την κίνησή μου.

Και το χειρότερο; Πριν από λίγο, άλλαξα θέση. Κάθισα στην πολυθρόνα, στην άλλη άκρη του δωματίου, όπου το φως έρχεται από πίσω μου.
Η σκιά μου έπρεπε να πέφτει μπροστά, στο χαλί.

Δεν είναι εκεί. Το χαλί είναι άδειο. Η σκιά μου έχει μείνει πίσω, στον τοίχο του σαλονιού. Και καθώς την κοιτάζω από μακριά, βλέπω το μαύρο της σχήμα να ξεκολλάει ελαφρώς από την επιφάνεια του τοίχου, να γέρνει προς τα εμπρός, και να με κοιτάζει.


Μια επιλογή που ταιριάζει ιδανικά με horror διάθεση:


Our Horror Story: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Δημήτρη για την ιστορία που μας έστειλε.

Διαβάστε επίσης:







Ακολουθήστε μας στη σελίδα μας στο Facebook 



 Ένα LIKE, SHARE και σχόλιο θα βοηθήσει να συνεχίσουμε το έργο μας!
ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ!




Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.