1

Ο Παπάς και ο Διάβολος

 


Στέλνω την ιστορία γιατί παλιά πίστευα ότι οι ιστορίες που λένε στα νησιά για «τρελούς παπάδες», διαβόλους και στοιχειωμένα ξωκλήσια είναι απλώς ο τρόπος των ανθρώπων να εξηγούν τη μοναξιά, τον πόνο και τον αέρα που ουρλιάζει τη νύχτα ανάμεσα στα βράχια.

Μετά έμεινα μερικά βράδια στην Κάλυμνο.

Και τώρα δεν είμαι πια τόσο σίγουρος.


Ο Παπάς στον Άγιο Σάββα

Είχα πάει στην Κάλυμνο για τρεις μέρες, αρχές Οκτωβρίου. Δεν ήταν κανονικές διακοπές. Είχα έναν φίλο εκεί, δάσκαλο σε σχολείο του νησιού, και τον είχα επισκεφθεί περισσότερο για να αλλάξω παραστάσεις παρά για να ξεκουραστώ.

Την τελευταία μέρα, δανείστηκα το παλιό του αυτοκίνητο για να κάνω μια βόλτα μόνος μου. Ήθελα να δω το νησί μακριά από το λιμάνι, από τα καφέ, από τα φώτα. Εκείνος μου είπε να προσέχω τους δρόμους.

«Μην πας πολύ αργά προς τα πάνω», μου είπε. «Έχει κάτι κομμάτια που δεν θες να σε βρει νύχτα».

Δεν τον άκουσα.

Ο δρόμος με τράβηξε μόνος του, όπως γίνεται καμιά φορά στα νησιά. Πηγαίνεις για μια μικρή βόλτα και ξαφνικά βρίσκεσαι σε μια πλαγιά, με τη θάλασσα κάτω σου να σκοτεινιάζει και τον αέρα να χτυπάει το αμάξι από το πλάι.

Είχα περάσει ένα μικρό ξωκλήσι, πέτρινο, με άσπρους τοίχους ξεφλουδισμένους από την αρμύρα, όταν το αυτοκίνητο άρχισε να κάνει έναν περίεργο θόρυβο. Πρώτα ένα βήξιμο της μηχανής. Μετά ένα τράνταγμα. Μετά τίποτα.

Έμεινα στην άκρη του δρόμου, σε ένα σημείο που δεν υπήρχε σχεδόν τίποτα γύρω. Μόνο βράχια, θάμνοι, μια χαμηλή ξερολιθιά, το ξωκλήσι λίγο πιο πίσω και, πιο πέρα, ένα μικρό σπίτι με αυλή.

Ο ήλιος είχε ήδη χαθεί πίσω από τα βουνά.

Προσπάθησα να βάλω μπροστά δύο, τρεις, πέντε φορές. Η μηχανή γύριζε, αλλά δεν έπαιρνε. Το κινητό μου έπιανε σήμα με δυσκολία. Κατάφερα να μιλήσω με την οδική βοήθεια. Μου είπαν ότι γερανός μπορούσε να έρθει το επόμενο πρωί.

«Αν μπορείτε, αφήστε το εκεί και κατεβείτε με κάποιον», είπε ο άνθρωπος στο τηλέφωνο.

Κοίταξα γύρω μου.

Δεν περνούσε κανείς.

Ο αέρας δυνάμωνε. Στον ορίζοντα, προς τη θάλασσα, φαινόταν μια μαύρη λωρίδα σύννεφων. Η μπόρα ερχόταν γρήγορα.

Τότε είδα τον παπά.

Στεκόταν στην άκρη της αυλής του σπιτιού, λίγο πιο πάνω από τον δρόμο. Φορούσε μαύρα ράσα που τα χτυπούσε ο αέρας, και κρατούσε ένα μικρό φανάρι στο χέρι. Δεν ξέρω πόση ώρα ήταν εκεί. Δεν τον είχα δει να βγαίνει.

«Έμεινες;» φώναξε.

«Ναι», απάντησα. «Περιμένω γερανό αύριο».

Πλησίασε αργά. Ήταν γύρω στα εξήντα, ίσως και παραπάνω, με άσπρα γένια και πρόσωπο σκαμμένο. Όταν έφτασε κοντά μου, είδα ότι είχε ένα μώλωπα στο μάγουλο και ένα κόψιμο στο φρύδι. Το αίμα είχε ξεραθεί.

«Χτυπήσατε;» τον ρώτησα.

Με κοίταξε παράξενα.

«Πάλεψα», είπε.

«Με ποιον;»

«Με αυτόν που περπατάει εδώ όταν πέφτει ο ήλιος».

Νόμιζα ότι δεν άκουσα καλά.

«Συγγνώμη;»

Ο παπάς κοίταξε προς τον δρόμο, εκεί όπου το σκοτάδι είχε αρχίσει να μαζεύεται ανάμεσα στους βράχους.

«Με τον διάβολο», είπε ήρεμα.

Δεν ήξερα τι να απαντήσω.

Η πρώτη μου σκέψη ήταν να κλειστώ στο αυτοκίνητο και να περιμένω ως το πρωί, αλλά εκείνη τη στιγμή ο ουρανός άνοιξε. Η βροχή έπεσε απότομα, βαριά, λοξή από τον αέρα. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα έγινα μούσκεμα.

Ο παπάς έδειξε το σπίτι.

«Έλα μέσα. Δεν είναι νύχτα για να μείνεις στον δρόμο».

Δίστασα.

Εκείνος το κατάλαβε και χαμογέλασε κουρασμένα.

«Παπάς είμαι», είπε. «Δεν θα σε φάω».

Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτό δεν με καθησύχασε όσο θα έπρεπε.

Παρ’ όλα αυτά, τον ακολούθησα.

Το σπίτι του ήταν μικρό, πέτρινο, σχεδόν κολλημένο στο ξωκλήσι. Μέσα μύριζε κερί, καπνό και θαλασσινή υγρασία. Υπήρχαν εικόνες στους τοίχους, ένα ξύλινο τραπέζι, δύο καρέκλες, ένα παλιό κρεβάτι σε ένα διπλανό δωμάτιο και ράφια γεμάτα βιβλία, τα περισσότερα θρησκευτικά.

Στο παράθυρο, ο αέρας χτυπούσε τη βροχή με τόση δύναμη που το τζάμι έτριζε.

Ο παπάς μου έδωσε μια πετσέτα και έβαλε νερό να ζεσταθεί.

Τον κοιτούσα όσο πιο διακριτικά μπορούσα. Το πρόσωπό του δεν ήταν απλώς χτυπημένο. Είχε γρατζουνιές στον λαιμό, σαν από νύχια. Στο δεξί του χέρι, κοντά στον καρπό, υπήρχε ένα σημάδι που έμοιαζε με δάγκωμα.

«Πρέπει να πάτε σε γιατρό», του είπα.

Γέλασε χαμηλά.

«Γιατρό φωνάζεις όταν σε χτυπάει άνθρωπος».

«Και εσάς ποιος σας χτύπησε;»

Δεν απάντησε αμέσως. Έβαλε δύο κούπες στο τραπέζι, κάθισε απέναντί μου και κοίταξε το φως της λάμπας πετρελαίου ανάμεσά μας.

«Εδώ δεν πρέπει να κυκλοφορεί κανείς μετά τη δύση», είπε. «Το ξέρουν οι παλιοί. Οι νέοι γελάνε. Οι τουρίστες δεν ξέρουν. Κι εγώ… εγώ έμεινα για να θυμάμαι».

«Να θυμάστε τι;»

Κοίταξε προς το ξωκλήσι, παρόλο που από το παράθυρο δεν φαινόταν τίποτα πια, μόνο μαύρο και βροχή.

«Ότι ο διάβολος δεν έρχεται πάντα σαν φωτιά και κέρατα. Καμιά φορά έρχεται σαν βήμα στον δρόμο. Σαν φωνή γνωστή. Σαν παιδί που κλαίει πίσω από έναν βράχο. Σαν κατσίκα που στέκεται στα δύο πόδια λίγο περισσότερο απ’ όσο πρέπει».

Ένιωσα ένα ρίγος, αλλά προσπάθησα να το κρύψω.

«Οι άλλοι παπάδες τι λένε γι’ αυτά;»

Το πρόσωπό του σκοτείνιασε.

«Οι άλλοι παπάδες λένε να ησυχάσω. Να σταματήσω να φοβίζω τον κόσμο. Να μην κάνω την Εκκλησία να φαίνεται σαν παλιά ιστορία για γριές. Μου είπαν να φύγω από εδώ. Να πάω κάτω, στο λιμάνι. Να μείνω με ανθρώπους».

«Και γιατί δεν φύγατε;»

Τα μάτια του γυάλισαν για μια στιγμή.

«Γιατί αν φύγω, ποιος θα στέκεται απέναντί του;»

Δεν είπα τίποτα.

Η βροχή δυνάμωσε.

Ο παπάς άρχισε να μιλάει πιο χαμηλά. Μου είπε πως εκείνη η περιοχή είχε κακή φήμη από παλιά. Οι σφουγγαράδες, πριν φύγουν για μήνες στη θάλασσα, απέφευγαν να περάσουν νύχτα από εκεί. Οι βοσκοί έχαναν ζώα χωρίς ίχνη αίματος. Κάποιοι έλεγαν ότι έβλεπαν μια μαύρη φιγούρα στον δρόμο, άλλοτε άνθρωπο, άλλοτε ζώο, άλλοτε κάτι ανάμεσα.

«Δεν φαίνεται ποτέ όπως είναι», είπε. «Γιατί αν φαινόταν, θα πέθαινε ο άνθρωπος πριν προλάβει να φοβηθεί».

Σκέφτηκα ότι μιλούσα με έναν άνθρωπο που είχε περάσει πολύ καιρό μόνος του.

Έναν άνθρωπο που ίσως είχε αρχίσει να βλέπει στον αέρα και στα βράχια πράγματα που δεν υπήρχαν.

Μετά κοίταξα πάλι το χτυπημένο του πρόσωπο και δεν ήμουν τόσο σίγουρος.

Κάποια στιγμή, μου έδειξε το μικρό δωμάτιο.

«Κοιμήσου εκεί. Το πρωί θα έρθει ο γερανός».

«Εσείς;»

«Εγώ δεν κοιμάμαι πολύ».

Δεν ρώτησα γιατί.

Ξάπλωσα με τα ρούχα. Το κρεβάτι ήταν σκληρό, τα σεντόνια καθαρά αλλά παλιά. Από το παράθυρο του δωματίου έβλεπα λίγο από την αυλή και πιο πέρα τον δρόμο, όταν οι αστραπές φώτιζαν τον τόπο για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου.

Δεν μπορούσα να κοιμηθώ.

Ο αέρας χτυπούσε το σπίτι, οι σανίδες έτριζαν, η βροχή έπεφτε λες και κάποιος πετούσε χούφτες χαλίκια στο τζάμι. Από το διπλανό δωμάτιο άκουγα τον παπά να ψιθυρίζει προσευχές. Πότε καθαρά, πότε σαν μουρμουρητό.

Λίγο μετά τις τρεις, άκουσα τα βήματα.

Έρχονταν από έξω.

Αργά.

Πάνω στις πέτρες της αυλής.

Σταμάτησαν κάτω από το παράθυρό μου.

Κράτησα την αναπνοή μου.

Για λίγα δευτερόλεπτα δεν ακουγόταν τίποτα άλλο, εκτός από τη βροχή. Μετά κάτι έξυσε το ξύλο του παραθυρόφυλλου.

Μία φορά.

Μετά δεύτερη.

Σαν νύχι.

Σηκώθηκα αργά.

Ένα μέρος μου ήξερε ότι δεν έπρεπε να πλησιάσω. Ένα άλλο, πιο ηλίθιο και πιο ανθρώπινο, ήθελε να δει. Ήθελε να αποδείξει ότι ήταν ένα κλαδί, ένα ζώο, κάτι απλό.

Πλησίασα το παράθυρο.

Έξω, μέσα στη βροχή, στεκόταν μια φιγούρα.

Δεν την έβλεπα καθαρά. Ήταν χαμηλή, μαύρη, ακίνητη. Για μια στιγμή μου φάνηκε σαν άνθρωπος σκυφτός. Μετά σαν παιδί. Μετά σαν κάτι με κεφάλι πολύ μεγάλο για το σώμα του.

Άπλωσα το χέρι και άνοιξα απότομα το μικρό φως δίπλα στο παράθυρο.

Η φιγούρα έγινε κατσίκα.

Μια κατσίκα μούσκεμα, με τα κέρατα γυαλιστερά από τη βροχή, στεκόταν στην αυλή και με κοιτούσε.

Άφησα την ανάσα μου να βγει.

Γέλασα σχεδόν με τον εαυτό μου.

«Μια κατσίκα», ψιθύρισα.

Τότε η κατσίκα σήκωσε το κεφάλι λίγο πιο ψηλά.

Δεν έκανε ήχο.

Δεν βέλαξε.

Απλώς με κοίταξε.

Και για ένα δευτερόλεπτο, μέσα στη λάμψη μιας αστραπής, είδα ότι τα μάτια της δεν ήταν στο πλάι του κεφαλιού, όπως θα έπρεπε.

Ήταν μπροστά.

Σαν ανθρώπινα.

Πετάχτηκα πίσω.

Ακούστηκε απότομα η φωνή του παπά από το άλλο δωμάτιο.

«Μην της μιλήσεις».

Δεν ξέρω πώς ήξερε ότι ήμουν στο παράθυρο.

Δεν ξέρω πώς ήξερε τι έβλεπα.

Έμεινα ακίνητος μέχρι που η κατσίκα γύρισε αργά και χάθηκε μέσα στη βροχή.

Το υπόλοιπο της νύχτας δεν κοιμήθηκα.

Το πρωί, η μπόρα είχε σταματήσει. Ο ουρανός ήταν γκρίζος, αλλά ήρεμος. Τα βράχια γυάλιζαν από το νερό. Το ξωκλήσι στεκόταν λίγα μέτρα πιο πέρα, άσπρο και ήσυχο, σαν όλα όσα είχαν συμβεί τη νύχτα να ήταν ντροπή της φαντασίας μου.

Ο παπάς καθόταν στην αυλή, με μια κούπα καφέ στα χέρια.

Με κοίταξε πριν προλάβω να μιλήσω.

«Τον είδες κι εσύ, ε;»

Δεν απάντησα.

«Τώρα το ξέρει», είπε.

«Ποιος;»

Ο παπάς δεν κοίταξε εμένα.

Κοίταξε τον δρόμο.

«Ότι τον είδες».

Δεν ξέρω γιατί, αλλά δεν ζήτησα περισσότερες εξηγήσεις. Ίσως γιατί δεν ήθελα να ακούσω.

Ο γερανός ήρθε λίγο αργότερα. Ο οδηγός ήταν ένας γεροδεμένος άντρας γύρω στα σαράντα, που μιλούσε δυνατά και έβριζε τον δρόμο, τον αέρα, τα παλιά αυτοκίνητα και την τύχη του.

Όσο φόρτωνε το αμάξι, κοίταξε μια φορά προς το σπίτι του παπά.

«Έμεινες εδώ τη νύχτα;» με ρώτησε.

«Ναι».

Δεν είπε τίποτα, αλλά το πρόσωπό του άλλαξε.

«Τι έγινε;»

«Τίποτα», είπε. «Πάμε κάτω».

Στον δρόμο προς το λιμάνι δεν μίλησε πολύ. Όταν φτάσαμε στο συνεργείο, το αυτοκίνητο του φίλου μου κατέβηκε από τον γερανό και ένας μηχανικός άνοιξε το καπό.

«Πού σε άφησε;» με ρώτησε.

Του είπα την περιοχή.

Ο μηχανικός γέλασε.

«Στον τρελό παπά;»

Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.

«Τον ξέρετε;»

«Ποιος δεν τον ξέρει; Όλο το νησί τον ξέρει. Ο παπάς που παλεύει με τον διάβολο».

Ο οδηγός του γερανού τον κοίταξε απότομα, σαν να του έλεγε να σταματήσει, αλλά εκείνος συνέχισε.

«Καημένος άνθρωπος. Έχασε την κόρη του πριν χρόνια σε ατύχημα εκεί πάνω. Ένα βράδυ, με μπόρα. Το παιδί πετάχτηκε στον δρόμο, δεν ξέρω ακριβώς πώς έγινε. Από τότε λέει ότι δεν την πήρε ο Θεός, αλλά ο διάβολος. Ότι την άκουγε να φωνάζει μέσα στον αέρα. Ότι την έβλεπε τα βράδια να γυρίζει γύρω από το ξωκλήσι».

Δεν μπορούσα να μιλήσω.

«Και οι άλλοι παπάδες;» ρώτησα τελικά.

«Τον απομάκρυναν. Όχι επίσημα, τέτοια πράγματα δεν τα λένε έτσι. Αλλά τον άφησαν εκεί πάνω μόνο του. Κάποτε πήγαινε κόσμος να τον δει. Μετά σταμάτησαν. Έλεγε πολλά. Τρόμαζε τους ανθρώπους».

Ο μηχανικός έκλεισε το καπό.

«Πάντως εσύ τυχερός είσαι».

«Γιατί;»

«Γιατί τέτοια ώρα, εκεί πάνω, με τέτοια μπόρα… καλύτερα που βρήκες άνθρωπο».

Ο οδηγός του γερανού δεν μιλούσε.

Κοιτούσε εμένα.

Ύστερα ρώτησε χαμηλά:

«Ποιον άνθρωπο;»

Ο μηχανικός γύρισε προς το μέρος του.

«Τον παπά, ποιον άλλον;»

Ο οδηγός κατάπιε.

«Τον είδες;» με ρώτησε.

«Ναι», είπα. «Έμεινα στο σπίτι του».

«Μέσα;»

«Ναι».

«Όλη νύχτα;»

«Ναι. Γιατί;»

Οι δύο άντρες κοιτάχτηκαν.

Ο μηχανικός δεν γελούσε πια.

«Φίλε», είπε αργά, «ο παπάς δεν ήταν στο σπίτι χθες το βράδυ».

Ένιωσα τα χέρια μου να παγώνουν.

«Τι εννοείς;»

Ο οδηγός του γερανού έβγαλε το κινητό του και κάτι έψαξε. Μετά το άφησε πάνω στον πάγκο, γυρισμένο προς εμένα.

Ήταν μια τοπική είδηση.

Δεν διάβασα όλο το κείμενο. Μου έφτασε ο τίτλος.

"Ιερέας βρέθηκε τραυματισμένος κοντά σε ξωκλήσι — μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Καλύμνου".

Η ώρα της είδησης ήταν χθεσινή.

Λίγο πριν τις έξι το απόγευμα.

Εγώ είχα μείνει με το αυτοκίνητο μετά τις επτά.

«Τον βρήκαν χτυπημένο πριν νυχτώσει», είπε ο οδηγός. «Τον πήγαν στο νοσοκομείο. Έμεινε μέσα όλη τη νύχτα. Το πρωί πήρε εξιτήριο».

Δεν θυμάμαι τι είπα.

Νομίζω τίποτα.

Έμεινα να κοιτάζω την οθόνη του κινητού, προσπαθώντας να βάλω σε σειρά τις ώρες.

Το χτυπημένο πρόσωπο.

Το σπίτι.

Η λάμπα πετρελαίου.

Οι προσευχές στο διπλανό δωμάτιο.

Η φωνή που μου είπε να μη μιλήσω στην κατσίκα.

Ο μηχανικός με ρώτησε κάτι, αλλά δεν τον άκουσα.

Γιατί εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα μια λεπτομέρεια που τη νύχτα, μέσα στον φόβο και την κούραση, δεν είχα προσέξει.

Όταν μπήκαμε στο σπίτι του παπά, τα ράσα του ήταν βρεγμένα από τη βροχή.

Αλλά δεν άφησαν ούτε μία σταγόνα στο πάτωμα.


Αξίζει να δεις και αυτό:

Οι Κυνηγοί Της Νύχτας



Το ίδιο απόγευμα πήγα στο λιμάνι και άλλαξα το εισιτήριό μου για να φύγω νωρίτερα. Δεν ήθελα να μείνω άλλο στο νησί. Δεν ήθελα να μάθω περισσότερα.

Πριν μπω στο καράβι, χτύπησε το κινητό μου.

Ήταν άγνωστος αριθμός.

Δεν το σήκωσα.

Το άφησα να χτυπάει.

Σταμάτησε.

Μετά ήρθε μήνυμα.

Δεν είχε κείμενο.

Μόνο μια φωτογραφία.

Ήταν τραβηγμένη νύχτα, μέσα στη βροχή. Έδειχνε το παλιό ξωκλήσι και το σπίτι του παπά δίπλα του. Στο παράθυρο του μικρού δωματίου όπου είχα κοιμηθεί, φαινόταν μια σιλουέτα.

Μαύρη.

Ακίνητη.

Σαν άνθρωπος που κοιτάζει έξω.

Και στην αυλή, μπροστά στο σπίτι, στεκόταν μια κατσίκα.

Μόνο που αυτή τη φορά δεν ήταν μόνη.

Δίπλα της στεκόταν ένα μικρό κορίτσι.

Δεν φαινόταν καθαρά το πρόσωπό του.

Αλλά κρατούσε από το χέρι έναν άντρα με ράσα.


Αν η ιστορία αυτή σου άφησε κάτι, ίσως αξίζει να δεις και αυτό:

SUMMER HORROR AND MORE


Our Horror Story: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Θέμη για την ιστορία που μας έστειλε.



Καλοκαίρι παρέα με τον ΤΡΟΜΟ

Creepy Creams 



Διαβάστε επίσης:






Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.

0

Οι καμπάνες

 



Καλησπέρα. Δεν ξέρω αν αυτό που άκουσα ήταν ήχος, προσευχή ή κάτι που δεν έχει όνομα σε καμία ανθρώπινη γλώσσα. Ήταν πάντως κάτι περίεργο κι έτσι αποφάσισα να το μοιραστώ μαζί σας. Ο καθένας ας βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.


Είμαι λαογράφος. Ή, για να είμαι πιο ακριβής, προσπαθώ να γίνω. Τα τελευταία χρόνια καταγράφω παλιές δοξασίες από χωριά της Ελλάδας: ιστορίες για νεράιδες, στοιχειά, μαύρα σκυλιά στα σταυροδρόμια, φωτιές που φαίνονται πάνω από μνήματα, καμπάνες που χτυπούν μόνες τους.


Οι περισσότεροι μου λένε αυτά που περιμένεις. Ιστορίες που άκουσαν από γιαγιάδες. Μισές αναμνήσεις. Φήμες. Υπερβολές. Όμως πριν από δύο εβδομάδες έφτασα σε ένα ορεινό χωριό, χτισμένο σε μια πλαγιά πάνω από έναν γκρεμό, και εκεί άκουσα κάτι που δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου.


Δεν θα γράψω το όνομα του χωριού ή σε ποιον νομό βρίσκεται. Δεν θέλω να πάει κανείς από περιέργεια.


Όταν έφτασα, ήταν απόγευμα. Ο δρόμος ανέβαινε μέσα από πυκνά έλατα και πέτρα, και η ομίχλη είχε αρχίσει να σκεπάζει τις στέγες. Το χωριό φαινόταν σχεδόν εγκαταλελειμμένο. Λίγα σπίτια κατοικημένα, ένα καφενείο, μια μικρή πλατεία με πλατάνι και μια εκκλησία κλειδωμένη.


Είχα πάει εκεί για μια ιστορία που μου είχε αναφέρει ένας παλιός καθηγητής μου.


«Αν θες κάτι παράξενο», μου είχε πει, «ρώτα για το ξωκλήσι του Αϊ-Νικήτα. Αλλά μη δείξεις ότι ξέρεις πολλά. Εκεί πάνω δεν μιλάνε εύκολα».


Το ξωκλήσι βρισκόταν έξω από το χωριό, περίπου μισή ώρα περπάτημα σε ένα παλιό μονοπάτι. Οι ντόπιοι, όπως έμαθα, δεν πήγαιναν εκεί παρά μόνο μία φορά τον χρόνο. Όχι στη γιορτή του αγίου. Όχι για λειτουργία.


Πήγαιναν μια Κυριακή του Νοέμβρη, πάντα πριν νυχτώσει.


Χτυπούσαν την καμπάνα τρεις φορές.


Και έφευγαν χωρίς να μπουν μέσα.


Αυτό από μόνο του ήταν αρκετό για να με κάνει να ψάξω περισσότερο.


Στο καφενείο, όταν ρώτησα για το ξωκλήσι, οι συζητήσεις σταμάτησαν. Ένας ηλικιωμένος με άσπρο μουστάκι κατέβασε το ποτήρι του και με κοίταξε σαν να είχα πει κάτι αγενές.


«Δεν έχει τίποτα εκεί πάνω», μου είπε.


«Μου είπαν ότι είναι παλιό», απάντησα.


«Όλα παλιά είναι εδώ».


Ο καφετζής έσκυψε να σκουπίσει τον πάγκο, αν και ήταν ήδη καθαρός. «Το ξωκλήσι δεν είναι για τους ζωντανούς»,  μου είπε.


Ο ηλικιωμένος με το άσπρο μουστάκι γύρισε απότομα.


«Σώπα, μπάρμπα - Γιαν».


Εκείνος δεν τον κοίταξε και είπε:


«Δεν χτίστηκε για να μπαίνουν άνθρωποι».


Κανείς δεν μίλησε μετά από αυτό.


Εγώ, φυσικά, πήγα.


Την επόμενη μέρα, λίγο πριν το μεσημέρι, πήρα το μονοπάτι. Ο ουρανός ήταν χαμηλός, γεμάτος σύννεφα. Το χώμα είχε κρατήσει υγρασία από τη βραδινή βροχή και τα παπούτσια μου βούλιαζαν ελαφρά σε κάθε βήμα. Όσο ανέβαινα, το χωριό χανόταν πίσω μου και μαζί του χάνονταν και οι ήχοι. Δεν ακουγόταν ούτε πουλί.


Το ξωκλήσι εμφανίστηκε ξαφνικά ανάμεσα στα έλατα.


Ήταν μικρό, πέτρινο, με χαμηλή στέγη και έναν ξύλινο σταυρό που είχε γείρει ελαφρά προς τα αριστερά. Η πόρτα ήταν παλιά, μαυρισμένη από τον χρόνο, και πάνω της υπήρχαν καρφωμένα τρία μικρά σιδερένια πέταλα.


Το πρώτο παράξενο πράγμα ήταν η καμπάνα.


Δεν κρεμόταν σε καμπαναριό.


Ήταν μέσα στο ξωκλήσι.


Τη διέκρινα από ένα μικρό σπασμένο παραθυράκι στο πλάι. Μια παλιά χάλκινη καμπάνα, κρεμασμένη όχι ψηλά, αλλά χαμηλά, σχεδόν στο ύψος ανθρώπου. Το σχοινί της δεν πήγαινε προς τα έξω. Κατέβαινε μέσα από μια τρύπα στο πάτωμα.


Σκέφτηκα ότι ίσως είχε πέσει το καμπαναριό κάποτε και την έβαλαν προσωρινά εκεί.


Μια λογική εξήγηση.


Πάντα βρίσκεις μία, στην αρχή.


Η πόρτα δεν ήταν κλειδωμένη. Έσπρωξα και άνοιξε με δυσκολία.


Μέσα μύριζε κερί, μούχλα και κάτι άλλο που δεν μπορούσα να προσδιορίσω. Κάτι μεταλλικό. Σαν παλιό αίμα πάνω σε πέτρα.


Το εσωτερικό ήταν γυμνό. Μερικές ξεθωριασμένες εικόνες, ένα μικρό τέμπλο μισοσαπισμένο, μια πέτρινη πλάκα στο κέντρο του δαπέδου και η καμπάνα στο βάθος, κρεμασμένη από μια χοντρή ξύλινη δοκό.


Δεν υπήρχαν στασίδια.


Δεν υπήρχε παγκάρι.


Δεν υπήρχαν καν κεριά.


Και τότε πρόσεξα το πάτωμα.


Δεν ήταν ίσιο.


Στην αρχή νόμισα ότι είχε καθίσει το έδαφος από την υγρασία. Όμως όσο προχωρούσα, τόσο πιο έντονα ένιωθα ότι ο χώρος γέρνει. Όχι προς μια πλευρά, όπως θα περίμενε κανείς σε ένα παλιό κτίσμα.


Γέρνει προς τα κάτω.


Προς το κέντρο.


Όλη η πέτρα, όλοι οι τοίχοι, ακόμη και οι σκιές μέσα στο ξωκλήσι έμοιαζαν να τραβιούνται προς την πλάκα στο πάτωμα.


Πλησίασα.


Η πλάκα ήταν κυκλική και δεν ταίριαζε με το υπόλοιπο δάπεδο. Ήταν πιο σκούρα, σχεδόν μαύρη, και πάνω της υπήρχαν χαραγμένα σημάδια. Δεν ήταν σταυροί. Δεν ήταν γράμματα. Δεν ήταν τίποτα που είχα ξαναδεί σε εκκλησία.


Έμοιαζαν με γραμμές που κάποιος είχε χαράξει χωρίς να σηκώσει ποτέ το χέρι του. Σπείρες, γωνίες, κύκλοι μέσα σε κύκλους, σχήματα που σε έκαναν να νιώθεις ότι αν τα κοιτάξεις αρκετά, θα κινηθούν.


Έβγαλα το κινητό να τραβήξω φωτογραφία.


Η οθόνη μαύρισε.


Η μπαταρία έδειχνε 0%.


Ήμουν σίγουρος ότι είχε πάνω από 70% όταν ξεκίνησα.


Ένιωσα εκείνη τη μικρή ψυχρή βελόνα στη βάση του αυχένα. Το ένστικτο που σου λέει να φύγεις πριν η λογική προλάβει να ρωτήσει γιατί.


Κι εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ο ήχος.


Όχι δυνατός.


Βαθύς.


Σαν κάποιος, πολύ μακριά κάτω από το έδαφος, να χτύπησε μια τεράστια μεταλλική χορδή.


Το ξωκλήσι έτριξε.


Η καμπάνα δεν κουνήθηκε.


Κι όμως, ο ήχος ήρθε από κάτω της.


Έκανα ένα βήμα πίσω. Το πόδι μου γλίστρησε ελαφρά στην πέτρα, και για μια στιγμή είχα την αίσθηση ότι το πάτωμα δεν με κρατά, αλλά με τραβά.


Τότε άκουσα κάτι σαν ψαλμό.


Δεν θα το πω τραγούδι. Δεν ήταν τραγούδι. Δεν είχε μελωδία όπως την καταλαβαίνουμε. Ήταν ένας χαμηλός, κυματιστός ήχος, σαν πολλές φωνές μαζί, μόνο που καμία δεν έμοιαζε ανθρώπινη.


Δεν ερχόταν από έξω.


Ερχόταν από κάτω.


Από κάτω από την κυκλική πλάκα.


Έφυγα τρέχοντας.


Δεν σταμάτησα μέχρι που είδα τις πρώτες στέγες του χωριού. Όταν μπήκα στο καφενείο, πρέπει να ήμουν χλωμός, γιατί ο καφετζής δεν με ρώτησε τίποτα. Μόνο μου έβαλε ένα ποτήρι τσίπουρο μπροστά μου.


«Σου είπαμε ότι δεν έχει τίποτα εκεί πάνω», είπε ο ηλικιωμένος με το άσπρο μουστάκι.


«Τι είναι κάτω από το ξωκλήσι;» ρώτησα.


Κανείς δεν απάντησε.


Ο μπάρμπα - Γιάννης όμως, αυτή τη φορά, με κοίταξε με λύπη.


«Δεν είναι κάτω», είπε. «Εμείς είμαστε από πάνω».


Το ίδιο βράδυ χτύπησαν οι καμπάνες.


Όχι της εκκλησίας στην πλατεία.


Οι καμπάνες από το βουνό.


Ήταν λίγο μετά τις τρεις. Ξύπνησα στο δωμάτιο που είχα νοικιάσει πάνω από το καφενείο. Στην αρχή νόμισα ότι ονειρευόμουν. Ένας βαθύς, μακρινός ήχος απλωνόταν πάνω από το χωριό.


Ντον.


Μεγάλη παύση.


Ντον.


Άλλη παύση.


Ντον.


Τρεις φορές.


Μετά σιωπή.


Το πρωί ρώτησα τον καφετζή ποιος ανέβηκε τη νύχτα στο ξωκλήσι.


Δεν απάντησε.


«Κανείς δεν θα ανέβαινε τέτοια ώρα», του είπα. «Το άκουσα».


Ο ηλικιωμένος με το μουστάκι, που καθόταν στη γωνία, είπε χωρίς να με κοιτάξει:


«Δεν χτυπάμε εμείς την καμπάνα, απλά ξεκινάει».


Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.


«Τι ξεκινάει;»


Σηκώθηκε αργά, πήρε το παλτό του και πλησίασε.


«Άκουσέ με καλά», είπε. «Ό,τι κι αν γράφεις, ό,τι κι αν ψάχνεις, σταμάτα εδώ. Δεν είναι ιστορία για χαρτί αυτό. Δεν είναι θρύλος. Δεν είναι για να τρομάζουν τα παιδιά. Είναι παλιότερο από το χωριό. Παλιότερο από την εκκλησία. Παλιότερο από τα ονόματα που δώσαμε στα βουνά».


«Τότε γιατί χτίσατε ξωκλήσι από πάνω;»


Με κοίταξε σαν να είχα κάνει ανόητη ερώτηση.


«Γιατί αυτό ξέραμε να χτίζουμε».


Εκείνη τη μέρα έμαθα όσα μπορούσα.


Όχι από έναν άνθρωπο. Από σπασμένες φράσεις, μισές εξομολογήσεις, βλέμματα που χαμήλωναν όταν πλησίαζα.


Το ξωκλήσι του Αϊ-Νικήτα δεν ήταν πάντα ξωκλήσι. Πριν χτιστεί, εκεί υπήρχε ένας κύκλος από μαύρες πέτρες. Κανείς δεν ήξερε ποιος τον έφτιαξε. Οι παλιοί έλεγαν ότι οι πέτρες δεν ήταν από εκείνο το βουνό. Ότι δεν τις έφερναν τα ζώα κοντά. Ότι τη νύχτα έβγαζαν ζέστη, ακόμη και στο χιόνι.


Κάτω από τις πέτρες υπήρχε κάτι σαν χάσμα.


Όχι μεγάλο.


Όχι σπηλιά.


Μια σχισμή στο έδαφος, τόσο στενή που δεν μπορούσε να χωρέσει άνθρωπος. Όμως από μέσα της έβγαινε αέρας. Ζεστός. Και μαζί του ένας ήχος που έκανε τους ανθρώπους να βλέπουν όνειρα με πράγματα που δεν υπήρχαν στη γη.


Κάποιοι έλεγαν ότι από εκεί ανέβαιναν οι νεκροί.


Άλλοι ότι εκεί κοιμόταν ένας παλιός θεός. Άλλοι ότι ήταν η είσοδος για την κόλαση.


Οι πιο ηλικιωμένοι δεν έλεγαν τίποτα.


Έκαναν μόνο τον σταυρό τους.


Το ξωκλήσι χτίστηκε πριν από περίπου διακόσια χρόνια, μετά από έναν χειμώνα που χάθηκαν επτά άνθρωποι. Όχι στο δάσος. Όχι στον γκρεμό.


Χάθηκαν μέσα στα σπίτια τους.


Οι οικογένειές τους τους άκουγαν να μιλούν στον ύπνο τους σε μια γλώσσα που κανείς δεν καταλάβαινε. Μετά άρχισαν να ξυπνούν τη νύχτα και να περπατούν προς το βουνό. Τους κρατούσαν, τους έδεναν, τους έκλειναν μέσα.


Ένας ένας, όμως, εξαφανίζονταν.


Πάντα μετά τον τρίτο χτύπο της καμπάνας.


Τότε έφεραν πέτρα, εικόνες, σταυρούς και έναν παπά από μακριά. Έχτισαν το ξωκλήσι πάνω στη σχισμή. Έκλεισαν το πάτωμα με την κυκλική πλάκα. Και έβαλαν την καμπάνα μέσα, με το σχοινί να περνά μέσα από την πέτρα, προς τα κάτω.


Δεν ήταν για να τη χτυπούν οι άνθρωποι.


Ήταν για να ακούνε αν κάτι από κάτω τραβάει το σχοινί.


«Και όταν χτυπάει;» ρώτησα τον Μπάρμπα Γιάννη.


Εκείνος σταύρωσε τα χέρια του.


«Κλείνουμε τα παράθυρα. Δεν απαντάμε αν μας φωνάξουν με το όνομά μας. Και το πρωί μετράμε ποιος λείπει».


Θα έπρεπε να φύγω τότε.


Το ξέρω.


Αν είχα λογική, θα είχα μαζέψει τα πράγματά μου και θα είχα κατέβει από το χωριό πριν νυχτώσει.


Αλλά έμεινα.


Όχι επειδή ήμουν γενναίος. Ούτε επειδή δεν πίστευα.


Έμεινα επειδή κάτι μέσα μου είχε αρχίσει να θέλει να ξανακούσει τον ήχο.


Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Κάθισα στο δωμάτιο με το φως αναμμένο, το κινητό στην πρίζα και το παράθυρο κλειστό. Γύρω στις δύο, άρχισε ο αέρας. Όχι έξω. Μέσα στο δωμάτιο.


Οι κουρτίνες δεν κουνήθηκαν. Η πόρτα δεν άνοιξε. Κι όμως ένιωθα κάτι να περνάει γύρω μου, σαν αναπνοή από πολύ μεγάλο στόμα.


Στις 03:07, άκουσα το όνομά μου.


Όχι δυνατά.


Όχι από το διάδρομο.


Από το πάτωμα.


Σαν κάποιος να το είπε μέσα από τις σανίδες, πολύ χαμηλά, με φωνή που δεν ήξερε πώς να γίνει ανθρώπινη.


Δεν απάντησα.


Το όνομα ακούστηκε ξανά.


Έβαλα τα χέρια στα αυτιά.


Το πάτωμα άρχισε να δονείται ελαφρά.


Έπειτα χτύπησε η καμπάνα.


Ντον.


Όλο το χωριό έμεινε ακίνητο.


Ντον.


Άκουσα πόρτες να κλειδώνουν. Παράθυρα να σφαλίζουν. Έναν σκύλο να ουρλιάζει και μετά να σωπαίνει απότομα.


Περίμενα τον τρίτο χτύπο.


Δεν ήρθε.


Αντί γι’ αυτό, ακούστηκε κάτι άλλο.


Ένα σύρσιμο.


Κάτι βαρύ τραβιόταν πάνω στο χώμα, από το βουνό προς το χωριό.


Το άκουγαν όλοι. Είμαι σίγουρος. Κι όμως κανείς δεν φώναξε. Κανείς δεν βγήκε. Το χωριό κρατούσε την ανάσα του.


Το σύρσιμο σταμάτησε κάτω από το παράθυρό μου.


Δεν κοίταξα.


Ό,τι κι αν πιστεύεις για τον εαυτό σου, όση περιέργεια κι αν νομίζεις ότι έχεις, υπάρχει μια στιγμή που το σώμα σου ξέρει καλύτερα από το μυαλό.


Έμεινα στην καρέκλα, με τα χέρια στα αυτιά και τα μάτια καρφωμένα στην πόρτα.


Τότε, από την άλλη πλευρά του παραθύρου, μια φωνή ψιθύρισε:


«Σε περιμέναμε».


Δεν θυμάμαι να λιποθύμησα.


Το πρωί με βρήκε ο καφετζής στο πάτωμα. Το παράθυρο ήταν κλειστό. Το φως ακόμα αναμμένο. Το κινητό μου είχε λιώσει στο πλάι, σαν να το είχε ακουμπήσει κάτι καυτό.


Στο τζάμι υπήρχε υγρασία.


Από την έξω πλευρά.


Και πάνω στην υγρασία, κάποιος είχε γράψει με δάχτυλο ένα σχήμα.


Την ίδια σπείρα που είχα δει στην κυκλική πλάκα του ξωκλησιού.


Έφυγα από το χωριό εκείνο το μεσημέρι.


Κανείς δεν προσπάθησε να με σταματήσει. Κανείς δεν με αποχαιρέτησε. Μόνο μια ηλικιωμένη γυναίκα, η κυρά-Μαρίκα, καθώς περνούσα από την πλατεία, μου έδωσε ένα μικρό σταυρουδάκι.


«Δεν θα το κρατήσει μακριά», είπε. «Αλλά ίσως θυμηθείς να μη γυρίσεις όταν σε φωνάξει».


Γύρισα στην Αθήνα.


Για τρεις μέρες δεν συνέβη τίποτα. 


Μετά, την τέταρτη νύχτα, ξύπνησα στις 03:07.


Το δωμάτιό μου ήταν σκοτεινό.


Η πόλη έξω ακουγόταν μακρινή.


Και από το πάτωμα, κάτω από το κρεβάτι μου, άκουσα το όνομά μου.


Πρώτα με τη δική μου φωνή.


Μετά με της μητέρας μου.


Μετά με μια φωνή που δεν ήταν φωνή, αλλά βάθος.


Δεν απάντησα.


Έμεινα ακίνητος. Ένιωσα τότε κάτι να με τραβάει μέσα από το στρώμα, να προσπαθεί να με βάλει μέσα σε αυτό!


Άνοιξα να μάτια μου τρομοκρατημένος. Ο εφιάλτης έμοιαζε πολύ αληθινός. Σηκώθηκα από το κρεβάτι και πήγα στην κουζίνα να πιω ένα ποτήρι νερό. 


Η ιστορία αυτή με επηρέασε πολύ σκέφτηκα, όταν άκουσα στην ησυχία την πόλης, κάπου μακριά στον ορίζοντα, τον αχνό ήχο μιας καμπάνας.

Ντον.


Αν θέλεις να μείνεις λίγο ακόμα στο σκοτάδι…

Καπνός Στον Καθρέφτη Διηγήματα Και Οφθαλμαπάτες


Our Horror Story: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Γιώργο για την ιστορία που μας έστειλε.


Η ανατριχίλα δεν τελειώνει εδώ…

Note Death


Διαβάστε επίσης:






Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.

0

Πέρασε

 



Καλησπέρα.


Σου γράφω γιατί πιστεύω ότι έχω κάνει ένα λάθος που δεν διορθώνεται.


Είμαι συγγραφέας. Δεν θα γράψω το όνομά μου, όχι από ντροπή, αλλά επειδή φοβάμαι ότι αν κάποιος ψάξει πού βρίσκομαι, μπορεί να έρθει εδώ. Και δεν πρέπει να έρθει κανείς εδώ.


Πριν από τρεις εβδομάδες νοίκιασα ένα παλιό σπίτι σε ένα ορεινό χωριό της Φωκίδας, λίγο πιο πάνω από την Άμφισσα. Ήθελα ησυχία. Ήθελα να τελειώσω το επόμενο μυθιστόρημά μου μακριά από την Αθήνα, τα τηλέφωνα, τις υποχρεώσεις, τον θόρυβο.


Το σπίτι ήταν πέτρινο, παλιό, με ξύλινα πατώματα, χαμηλά ταβάνια και θέα σε μια πλαγιά γεμάτη έλατα. Ο ιδιοκτήτης μού είπε ότι το χειμώνα το χωριό σχεδόν αδειάζει.


«Ό,τι πρέπει για γράψιμο», μου είπε.


Και είχε δίκιο.


Τις πρώτες μέρες έγραφα περισσότερο απ’ όσο είχα γράψει μήνες ολόκληρους. Ξυπνούσα νωρίς, άναβα τη σόμπα, έφτιαχνα καφέ και καθόμουν στο μικρό ξύλινο γραφείο δίπλα στο παράθυρο. Τα βράδια, όταν έπεφτε η ομίχλη, το χωριό βυθιζόταν σε μια σιωπή που στην αρχή μού φαινόταν ευλογία.


Μετά άρχισε το ραδιόφωνο.


Ήταν ένα παλιό επιτραπέζιο ραδιόφωνο, από εκείνα με ξύλινο πλαίσιο και στρογγυλά κουμπιά. Το βρήκα πάνω σε ένα σκρίνιο στο σαλόνι. Δεν το είχα αγγίξει. Δεν με ενδιέφερε. Στο χωριό δεν έπιανε σχεδόν τίποτα, και έτσι κι αλλιώς προτιμούσα τη σιωπή.


Το πρώτο βράδυ που άνοιξε μόνο του, νόμισα ότι ήταν βλάβη.


Ήταν λίγο μετά τις δύο. Καθόμουν στο γραφείο και δούλευα. Έξω φυσούσε. Από τη σόμπα ακουγόταν εκείνο το χαμηλό τρίξιμο του ξύλου που καίγεται.


Ξαφνικά, από το σαλόνι, ακούστηκαν παράσιτα.


Ένα δυνατό, ξερό χχχχχχχχ, σαν στατικός ηλεκτρισμός.


Πήγα και το βρήκα αναμμένο.


Η βελόνα του δείκτη έτρεμε ανάμεσα σε δύο συχνότητες. Το φως πίσω από την κλίμακα ήταν αχνό, κιτρινωπό. Το έκλεισα.


Δεν άνοιξε ξανά εκείνο το βράδυ.


Την επόμενη μέρα το έβγαλα από την πρίζα.


Το δεύτερο βράδυ, άνοιξε πάλι.


Αυτή τη φορά τα παράσιτα ήταν πιο χαμηλά. Πιο μακρινά. Σαν να έρχονταν από πολύ βαθιά.


Στάθηκα στην πόρτα του σαλονιού και το κοίταξα.


Το καλώδιο ήταν στο πάτωμα.


Δεν ήταν στην πρίζα.


Πλησίασα αργά. Τα παράσιτα δυνάμωσαν, και ανάμεσά τους άκουσα κάτι που έμοιαζε με ανάσα.


Μετά μια φωνή.


Παιδική.


Πολύ αδύναμη.


«Με ακούτε;»


Έμεινα ακίνητος.


Τα παράσιτα σκέπασαν πάλι τα πάντα. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν ακούστηκε τίποτα άλλο. Μετά η ίδια φωνή, λίγο πιο καθαρά:


«Μη με αφήσετε εδώ».


Έκλεισα το ραδιόφωνο από το κουμπί.


Η φωνή σταμάτησε.


Δεν κοιμήθηκα εκείνο το βράδυ.


Την επόμενη μέρα προσπάθησα να το εξηγήσω λογικά. Ίσως υπήρχε μπαταρία μέσα. Ίσως κάποιος ασύρματος, κάποια παρεμβολή, κάποιο παλιό κύκλωμα που κρατούσε ρεύμα. Το έψαξα. Δεν είχε μπαταρίες. Δεν είχε τίποτα που να δικαιολογεί ότι λειτουργούσε εκτός πρίζας.


Κι όμως, το τρίτο βράδυ άνοιξε ξανά.


Και η φωνή ήταν πιο καθαρή.


«Σας παρακαλώ. Θα με σκοτώσουν».


Αυτή τη φορά μίλησα.


Ντρέπομαι που το λέω, αλλά μίλησα σε ένα ξεχασμένο ραδιόφωνο, στη μέση ενός άδειου σπιτιού.


«Ποια είσαι;»


Παράσιτα.


«Πού είσαι;»


Η βελόνα τρεμόπαιξε.


«Στο σπίτι», είπε η φωνή.


«Σε ποιο σπίτι;»


Για λίγα δευτερόλεπτα ακούστηκε μόνο εκείνο το ηλεκτρικό χιόνι των παρασίτων.


Μετά:


«Στο δικό μου».


Η φωνή ήταν μικρού κοριτσιού. Όχι πάνω από οκτώ ή εννιά χρονών. Έτρεμε, αλλά δεν έκλαιγε. 


«Πώς σε λένε;» ρώτησα.


Η απάντηση χάθηκε στα παράσιτα.


Άκουσα μόνο το τέλος.


«…λένη».


Ελένη, σκέφτηκα.


«Πού είσαι τώρα;»


«Κάτω».


«Κάτω πού;»


Το ραδιόφωνο έβγαλε έναν ήχο τόσο δυνατό που πετάχτηκα πίσω. Ύστερα η φωνή ακούστηκε σχεδόν δίπλα μου.


«Μη μιλάτε δυνατά. Ακούνε».


Έκλεισα το ραδιόφωνο.


Για δύο μέρες δεν ξανάνοιξε.


Στο μεταξύ, η δουλειά μου είχε σταματήσει. Καθόμουν μπροστά στο laptop και κοιτούσα τη λευκή σελίδα, περιμένοντας να νυχτώσει. Όσο κι αν προσπαθούσα να το παίξω λογικός, ένα μέρος μου ήθελε να ακούσει ξανά τη φωνή.


Ήθελα να μάθω αν υπήρχε πραγματικά ένα παιδί που κινδύνευε.


Ή αν εγώ, μόνος σε ένα χωριό, μέσα στην ομίχλη και τη σιωπή, είχα αρχίσει να χάνω το μυαλό μου.


Την έκτη νύχτα, το ραδιόφωνο άνοιξε στις 02:14.


Πριν προλάβω να σηκωθώ, ακούστηκε η φωνή.


«Γράφετε πάλι».


Πάγωσα.


Το ραδιόφωνο ήταν στο σαλόνι.


Εγώ ήμουν στο γραφείο, στο διπλανό δωμάτιο.


«Έχετε το χέρι σας πάνω στο ποντίκι», είπε το κορίτσι. «Δεν γράφετε. Κοιτάτε την οθόνη».


Δεν κουνήθηκα.


«Ποια είσαι;» ψιθύρισα.


«Θα με βοηθήσετε;»


«Πώς βλέπεις τι κάνω;»


Παράσιτα.


Ένα γέλιο, χαμηλό, σχεδόν πνιγμένο. Δεν ξέρω αν ήταν δικό της ή αν ήρθε από αλλού μέσα στο ραδιόφωνο.


«Σας βλέπω όταν δεν κοιτάνε».


Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να μείνω άλλο άπραγος.


Την επόμενη μέρα πήγα στο καφενείο του χωριού. Υπήρχαν τρεις άνθρωποι μέσα. Ένας ηλικιωμένος πίσω από τον πάγκο, δύο άντρες που έπαιζαν τάβλι και μια γυναίκα γύρω στα εβδομήντα, καθισμένη κοντά στη σόμπα, που έπλεκε χωρίς να κοιτάζει τα χέρια της.


Ρώτησα όσο πιο αδιάφορα μπορούσα αν στο χωριό είχε χαθεί ποτέ κάποιο παιδί.


Τα ζάρια σταμάτησαν.


Ο καφετζής με κοίταξε σαν να είχα πει κάτι που δεν έπρεπε.


«Γιατί ρωτάς;»


«Γράφω ένα βιβλίο», είπα. «Ψάχνω παλιές ιστορίες του τόπου».


Κανείς δεν απάντησε.


Μόνο η γυναίκα κοντά στη σόμπα σήκωσε τα μάτια της.


«Δεν χάθηκε», είπε. «Πέθανε».


Ο καφετζής έκανε μια κίνηση με το χέρι, σαν να ήθελε να την σταματήσει.


Εκείνη τον αγνόησε.


«Το ’45. Μετά τον πόλεμο. Ένα κοριτσάκι. Ελένη τη λέγανε».


Ένιωσα το στόμα μου να στεγνώνει.


«Τι συνέβη;»


Η γυναίκα τύλιξε αργά το νήμα γύρω από το δάχτυλό της.


«Οι γονείς της κατηγορήθηκαν για σατανισμό. Για μαύρες δουλειές. Έτσι τα λέγανε τότε. Ότι μάζευαν πράγματα από τάφους, ότι άναβαν κεριά στο υπόγειο, ότι μιλούσαν με κάτι που δεν έπρεπε».


«Και το παιδί;»


Η γυναίκα χαμήλωσε τη φωνή της.


«Είπαν πως το θυσίασαν. Πως το έδωσαν στον διάβολο για να πάρουν δύναμη».


Ο καφετζής χτύπησε το χέρι στον πάγκο.


«Φτάνει, κυρά-Δέσποινα».


Εκείνη δεν του έδωσε σημασία.


«Άλλοι λένε πως δεν έγινε έτσι», συνέχισε. «Λένε πως οι ίδιοι οι γονείς της τη σκότωσαν όταν κατάλαβαν τι ήταν».


Έμεινα να την κοιτάζω.


«Τι εννοείτε;»


Η γυναίκα με κοίταξε σαν να μετάνιωσε που μίλησε.


«Υπάρχουν πράγματα που δεν πεθαίνουν μαζί με το σώμα», είπε. «Και υπάρχουν παιδιά που δεν είναι πια παιδιά».


Δεν έμαθα τίποτα περισσότερο εκείνη τη μέρα. Όταν επέμεινα, όλοι σταμάτησαν να μιλούν. Η κυρά-Δέσποινα μόνο μου είπε, φεύγοντας, ότι το κορίτσι είναι θαμμένο στο παλιό νεκροταφείο, πάνω από την εκκλησία του Προφήτη Ηλία.


Πήγα το ίδιο απόγευμα.


Το νεκροταφείο ήταν μικρό, πέτρινο, μισοκρυμμένο πίσω από κυπαρίσσια. Οι περισσότεροι τάφοι ήταν παλιοί, με σταυρούς γερμένους και ονόματα σβησμένα από τον χρόνο.


Βρήκα τον τάφο της Ελένης στο πίσω μέρος.


Ήταν ένας μικρός λευκός σταυρός, πιο καινούριος απ’ όσο περίμενα, σαν κάποιος να τον φρόντιζε ακόμα. Πάνω του έγραφε:


ΕΛΕΝΗ Κ.

1937 - 1945


Δεν υπήρχε φωτογραφία.


Μόνο ένα μικρό σπασμένο αγαλματάκι αγγέλου στα πόδια του τάφου.


Έσκυψα να καθαρίσω τα χόρτα από το όνομα, όταν άκουσα φωνή πίσω μου.


«Δεν θα της άρεσε αυτό».


Γύρισα απότομα.


Ένας άντρας στεκόταν λίγα μέτρα πιο πέρα, ανάμεσα στα κυπαρίσσια. Ήταν ντυμένος στα μαύρα, με μακρύ παλτό, παρόλο που δεν έκανε τόσο κρύο. Το πρόσωπό του ήταν στεγνό, χλωμό, με μάτια βαθιά χωμένα.


«Είστε ο υπεύθυνος εδώ;» ρώτησα.


«Κάπως έτσι».


Δεν μου άρεσε η απάντηση.


«Ήρθα απλώς να δω τον τάφο».


«Κανείς δεν έρχεται απλώς να δει αυτόν τον τάφο».


Δεν είπα τίποτα.


Ο άντρας πλησίασε αργά. Δεν ακουγόταν σχεδόν καθόλου πάνω στο χώμα.


«Την άκουσες, έτσι δεν είναι;»


Ένιωσα το αίμα να παγώνει.


«Ποια;»


Με κοίταξε κουρασμένα.


«Μη χάνουμε χρόνο με ψέματα. Αν σε φώναξε, θα σου ζήτησε βοήθεια. Θα σου είπε ότι κινδυνεύει. Ότι θέλουν να τη σκοτώσουν. Ότι πρέπει να τη σώσεις».


Δεν μπορούσα να μιλήσω.


«Μην την πιστέψεις», είπε.


«Ήταν παιδί».


«Ήταν».


Η λέξη έμεινε ανάμεσά μας σαν πέτρα.


«Τι έγινε τότε;» ρώτησα.


Ο άντρας κοίταξε τον τάφο.


«Οι γονείς της έκαναν πράγματα που δεν έπρεπε. Άνοιξαν πόρτες για να πάρουν απαντήσεις, δύναμη, λεφτά, εκδίκηση, δεν ξέρω. Οι άνθρωποι πάντα νομίζουν ότι ελέγχουν αυτό που καλούν. Μέχρι που εκείνο βρίσκει καλύτερο σπίτι».


«Το παιδί;»


«Το παιδί».


Ο άνεμος πέρασε μέσα από τα κυπαρίσσια. Για μια στιγμή ακούστηκε σαν ψίθυρος πολλών ανθρώπων.


«Στην αρχή νόμιζαν ότι ήταν ευλογία», συνέχισε. «Η μικρή ήξερε πράγματα που δεν μπορούσε να ξέρει. Έλεγε ποιος θα αρρωστήσει, ποιος θα πεθάνει, ποιος έκρυβε χρήματα, ποιος πρόδωσε ποιον. Μετά άρχισε να μιλάει με φωνές που δεν ήταν δικές της. Μετά άρχισε να ζητάει πράγματα».


«Τι πράγματα;»


Δεν απάντησε αμέσως.


«Μη ρωτάς αν δεν θες να τα βλέπεις στον ύπνο σου».


Κοίταξα τον μικρό τάφο.


«Οι γονείς της τη σκότωσαν;»


«Οι γονείς της κατάλαβαν αργά ότι δεν ήταν πια μόνη μέσα στο σώμα της. Και έκαναν το μόνο που πίστεψαν ότι θα σταματούσε αυτό που είχαν φέρει».


«Και το σταμάτησαν;»


Ο άντρας χαμογέλασε χωρίς χαρά.


«Αν το είχαν σταματήσει, δεν θα ήσουν εδώ».


Ένιωσα ξαφνικά πολύ μόνος.


«Τι θέλει από μένα;»


«Να την ακούσεις αρκετά. Να τη λυπηθείς αρκετά. Να κάνεις αυτό που θα σου ζητήσει όταν η φωνή γίνει καθαρή».


«Τι θα μου ζητήσει;»


Ο άντρας έσκυψε λίγο προς το μέρος μου.


«Να τη φέρεις μέσα».


«Πού μέσα;»


Δεν απάντησε.


Δεν χρειαζόταν.


Το κατάλαβα.


Στο σπίτι.


Στον κόσμο.


Ίσως μέσα μου.


«Πώς τη σταματάω;»


«Δεν της απαντάς ξανά. Ό,τι κι αν πει. Ό,τι κι αν ακούσεις. Ακόμα κι αν χρησιμοποιήσει φωνή που αγαπάς. Ακόμα κι αν σου πει πράγματα που είναι αλήθεια. Ειδικά τότε».


Έφυγα από το νεκροταφείο πριν σκοτεινιάσει. Όταν γύρισα στο σπίτι, το ραδιόφωνο ήταν στη μέση του σαλονιού.


Δεν το είχα αφήσει εκεί.


Ήταν πάνω στο σκρίνιο.


Τώρα βρισκόταν στο πάτωμα, στραμμένο προς την πόρτα, σαν να με περίμενε.


Δεν το άγγιξα.


Πήγα στο γραφείο, έκλεισα την πόρτα και άνοιξα το laptop. Προσπάθησα να δουλέψω. Δεν έγραψα ούτε λέξη.


Στις 02:14, το ραδιόφωνο άνοιξε.


Αυτή τη φορά δεν υπήρχαν παράσιτα.


Η φωνή της Ελένης ακούστηκε καθαρή, σαν να στεκόταν ακριβώς πίσω από την πόρτα.


«Πήγατε στον τάφο μου».


Δεν απάντησα.


«Μίλησε άσχημα για μένα ο άντρας;»


Έσφιξα τα χέρια μου πάνω στα γόνατα.


«Δεν είμαι αυτό που είπε».


Η φωνή άρχισε να τρέμει.


«Πονάω. Είμαι μόνη. Είναι σκοτεινά εδώ. Δεν ξέρω γιατί δεν με βοηθάτε».


Έκλεισα τα μάτια.


«Σας βλέπω», είπε.


Η καρέκλα μου έτριξε.


«Κρατάτε τα μάτια κλειστά. Νομίζετε ότι έτσι δεν ακούτε;»


Δεν κουνήθηκα.


«Μη φοβάστε. Δεν θέλω πολλά».


Η φωνή άλλαξε για μια στιγμή.


Βάθυνε.


Έγινε κάτι που δεν χωρούσε σε παιδικό λαιμό.


«Μόνο μια πρόσκληση».


Πετάχτηκα όρθιος και τράβηξα την πόρτα του γραφείου.


Στο σαλόνι, το ραδιόφωνο ήταν αναμμένο. Το καλώδιό του βρισκόταν στο πάτωμα, τυλιγμένο σαν νεκρό φίδι.


Η βελόνα του δείκτη είχε σταματήσει σε μια συχνότητα που δεν υπήρχε. Αντί για αριθμό, εκεί που έπεφτε το φως της κλίμακας, είχε σχηματιστεί κάτι σαν μαύρη γραμμή.


Η φωνή ψιθύρισε:


«Πείτε μόνο “πέρασε”».


Έκανα ένα βήμα πίσω.


Το ραδιόφωνο χαμήλωσε μόνο του.


«Πείτε το και θα τελειώσει».


Τότε ακούστηκε άλλη φωνή.


Όχι της Ελένης.


Της μητέρας μου.


«Παιδί μου;»


Τα πόδια μου λύγισαν.


Η μητέρα μου ζει. Είναι στην Αθήνα. Δεν ήξερε καν τι συνέβαινε. Κι όμως η φωνή της βγήκε από το ραδιόφωνο, ίδια, με την ίδια μικρή ανησυχία που έχει όταν με παίρνει και καταλαβαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά.


«Άνοιξέ μου», είπε η φωνή της μητέρας μου. «Κρυώνω».


Σκέφτηκα τον άντρα στο νεκροταφείο.


Ακόμα κι αν χρησιμοποιήσει φωνή που αγαπάς.


Έτρεξα στην κουζίνα, πήρα μια πετσέτα, τύλιξα το ραδιόφωνο χωρίς να κοιτάξω την κλίμακα και το πέταξα στο τζάκι. Έριξα πάνω του όλα τα ξύλα που βρήκα και άναψα φωτιά.


Για λίγα λεπτά δεν έγινε τίποτα.


Μετά το ραδιόφωνο άρχισε να παίζει μέσα από τις φλόγες.


Πρώτα παράσιτα.


Μετά παιδικό κλάμα.


Μετά γέλιο.


Όχι παιδικό.


Το ξύλο του πλαισίου μαύρισε, αλλά η φωνή συνέχισε.


«Δεν καίγεται η πόρτα», είπε.


Και τότε, μέσα από το τζάκι, άκουσα το κορίτσι να ψιθυρίζει:


«Απλώς αλλάζει δωμάτιο».


Το πρωί το ραδιόφωνο είχε γίνει στάχτη.


Ή σχεδόν στάχτη.


Ανάμεσα στα καμένα ξύλα βρήκα το στρογγυλό κουμπί της έντασης. Άθικτο. Κρύο. Το έπιασα με λαβίδα και το πέταξα έξω, όσο πιο μακριά μπορούσα.


Μάζεψα τα πράγματά μου και έφυγα από το χωριό πριν το μεσημέρι.


Δεν γύρισα να παραδώσω τα κλειδιά. Τα άφησα πάνω στο τραπέζι. Δεν χαιρέτησα κανέναν. Ούτε την κυρά-Δέσποινα, ούτε τον καφετζή, ούτε τον άντρα του νεκροταφείου, αν υπήρξε ποτέ.


Τώρα είμαι σε ξενοδοχείο στην Ιτέα. Γράφω αυτή την ιστορία από το laptop μου, με την τηλεόραση κλειστή και το κινητό δίπλα μου. Δεν υπάρχει ραδιόφωνο στο δωμάτιο. Το έλεγξα μόλις μπήκα.


Ξέρω ότι πρέπει να γυρίσω στην Αθήνα.


Ξέρω ότι πρέπει να ξεχάσω το χωριό.


Ξέρω ότι αν μιλήσω σε κάποιον, θα μου πει ότι η απομόνωση, το άγχος και η πίεση της συγγραφής έφτιαξαν όλα αυτά στο μυαλό μου.


Ίσως να έχει δίκιο.


Πριν από λίγο, όμως, άνοιξε μόνο του το laptop.


Η οθόνη φωτίστηκε μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο.


Το αρχείο του μυθιστορήματός μου ήταν ανοιχτό.


Στην τελευταία σελίδα, κάτω από τις γραμμές που είχα γράψει πριν φύγω από το χωριό, υπήρχε μια καινούρια πρόταση.


Δεν την έγραψα εγώ.


Δεν υπήρχε πριν.


Ήταν γραμμένη ξανά και ξανά, μέχρι το τέλος της σελίδας.


Πες πέρασε.


Πες πέρασε.


Πες πέρασε.


Και όσο το διαβάζω, από τα ηχεία του laptop ακούγονται παράσιτα.


Στην αρχή χαμηλά.


Τώρα πιο καθαρά.


Και πίσω από τα παράσιτα, μια παιδική φωνή κλαίει.


Αλλά δεν ακούγεται πια μακριά.


Ακούγεται σαν να βρίσκεται κάτω από το κρεβάτι μου.


Σκοτεινές ιστορίες και σκοτεινή μουσική πάνε μαζί. Δοκίμασε αυτό:

JBL 



Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τoν ανώνυμο φίλo μας για την ιστορία που μας έστειλε.



Διαβάστε επίσης:








Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com  ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.