0

Ο Άντρας που Ήξερε Πότε θα Πεθάνω

 



Ίσως κάποιος μου έσωσε τη ζωή. Ίσως το μυαλό μου έδεσε τυχαία γεγονότα μεταξύ τους επειδή φοβήθηκε.


Το μόνο σίγουρο είναι ότι ένας άγνωστος ηλικιωμένος με φώναξε με το όνομά μου στη μέση ενός δρόμου στο Λονδίνο.


Και μου είπε ακριβώς πότε θα πεθάνω.


Ο Άντρας που Ήξερε Πότε θα Πεθάνω


Δουλεύω σε ένα ερευνητικό κέντρο στο Λονδίνο, σε τμήμα που ασχολείται με βιοϊατρικά πειράματα. Δεν θα γράψω το όνομα του ιδρύματος. Όχι επειδή κάναμε κάτι παράνομο ή μυστικό, αλλά επειδή δεν θέλω να μπλέξω τη δουλειά μου σε αυτή την ιστορία. 


Όλα ξεκίνησαν ένα απόγευμα Δευτέρας, καθώς γύριζα σπίτι από τη δουλειά. Είχα βγει από τον σταθμό του μετρό και περπατούσα προς το διαμέρισμά μου, με ακουστικά στα αυτιά και το μυαλό μου ακόμα κολλημένο σε αποτελέσματα, αναφορές και δείγματα που δεν είχαν συμπεριφερθεί όπως περιμέναμε.


Τότε κάποιος φώναξε το όνομά μου.


Όχι «κύριε». Όχι «excuse me».


Το όνομά μου.


Σταμάτησα και γύρισα.


Ένας ηλικιωμένος άντρας ερχόταν προς το μέρος μου σχεδόν τρέχοντας. Ήταν ψηλός αλλά καμπουριασμένος, με γκρίζα μαλλιά, παλιό παλτό και βλέμμα τόσο αναστατωμένο που, για μια στιγμή, νόμισα ότι του είχε συμβεί κάτι.


«Μη φύγεις», μου είπε λαχανιασμένος. «Πρέπει να με ακούσεις».


Έβγαλα το ένα ακουστικό.


«Συγγνώμη, γνωριζόμαστε;»


Δεν απάντησε. Με κοίταζε σαν να ήμουν κάποιος που περίμενε χρόνια να δει.


Το πιο παράξενο ήταν ότι κι εμένα μου φαινόταν γνωστός.


Όχι από κάπου συγκεκριμένα. Δεν μπορούσα να πω ότι τον είχα ξαναδεί. Απλώς υπήρχε κάτι στο πρόσωπό του. Στα μάτια. Στον τρόπο που έσφιγγε τα χείλη όταν προσπαθούσε να συγκρατήσει τον πανικό του.


«Την Παρασκευή», είπε. «Στις 18:42. Όταν βγεις από το εργαστήριο, θα κρατάς φακέλους και βιβλία. Θα σου πέσουν στον δρόμο. Μην τα μαζέψεις».


Τον κοίταξα χωρίς να καταλαβαίνω.


«Τι;»


«Μην τα μαζέψεις», επανέλαβε. «Θα σκύψεις, θα κάνεις ένα βήμα μπροστά χωρίς να κοιτάξεις, και το λεωφορείο δεν θα προλάβει να σταματήσει».


Ένιωσα εκείνη την παγωμένη αμηχανία που νιώθεις όταν ένας άγνωστος αρχίζει να σου λέει πράγματα που δεν πρέπει να ξέρει.


«Πώς ξέρετε το όνομά μου;»


«Δεν έχουμε χρόνο για αυτό».


«Ποιος είστε;»


Ο ηλικιωμένος έπιασε το μανίκι μου.


«Άκουσέ με. Την Παρασκευή. Έξι και σαράντα δύο. Μην κατέβεις στον δρόμο. Ό,τι κι αν πέσει, άστο».


Τράβηξα το χέρι μου.


«Αφήστε με».


«Σε παρακαλώ».


«Αν δεν με αφήσετε ήσυχο, θα φωνάξω την αστυνομία».


Μόλις άκουσε τη λέξη «αστυνομία», το πρόσωπό του άλλαξε. Όχι από θυμό. Από φόβο. Έκανε ένα βήμα πίσω και κοίταξε γύρω του, σαν να περίμενε να εμφανιστεί κάποιος μέσα από το πλήθος.


Γύρισε και απομακρύνθηκε βιαστικά, σχεδόν τρεκλίζοντας ανάμεσα στους περαστικούς. Για μερικά δευτερόλεπτα έμεινα εκεί, στη μέση του πεζοδρομίου, προσπαθώντας να καταλάβω τι είχε μόλις συμβεί.


Μετά έβαλα ξανά το ακουστικό και συνέχισα τον δρόμο μου.


Ή τουλάχιστον προσπάθησα.


Για τις επόμενες μέρες, όσο κι αν έλεγα στον εαυτό μου ότι ο άνθρωπος ήταν απλώς διαταραγμένος, η φράση του γυρνούσε συνέχεια στο μυαλό μου.


Την Παρασκευή.

Στις 18:42.

Μην τα μαζέψεις.


Το χειρότερο ήταν ότι το σενάριο ταίριαζε υπερβολικά στην καθημερινότητά μου.


Συχνά έφευγα από το εργαστήριο φορτωμένος με φακέλους, σημειώσεις και βιβλία. Συχνά περνούσα βιαστικά τον δρόμο απέναντι, στο σημείο όπου σταματούσαν τα λεωφορεία. Συχνά δεν πρόσεχα όσο έπρεπε.


Έλεγα στον εαυτό μου ότι αυτό δεν σημαίνει τίποτα. Ο καθένας θα μπορούσε να μαντέψει ότι ένας κουρασμένος υπάλληλος στο Λονδίνο μπορεί να παραπατήσει, να του πέσουν χαρτιά και να κινδυνεύσει στον δρόμο.


Αλλά πώς ήξερε το όνομά μου;


Την Παρασκευή προσπάθησα να είμαι ψύχραιμος.


Όλη μέρα κοιτούσα το ρολόι.


Στις 17:30 είπα ότι θα φύγω νωρίτερα για να σπάσω τη «σύμπτωση». Δεν τα κατάφερα. Ένας συνάδελφος με κράτησε για μια αναφορά. Μετά χτύπησε ένα email που έπρεπε να απαντηθεί. Μετά έψαχνα ένα αρχείο που είχε χαθεί.


Όταν τελικά βγήκα από το κτίριο, κρατούσα ακριβώς αυτά που είχε πει ο ηλικιωμένος.


Δύο βιβλία.


Τρεις φακέλους.


Και έναν λεπτό ντοσιέ με εκτυπωμένα αποτελέσματα.


Κοίταξα το κινητό μου.


18:41.


Σταμάτησα στην είσοδο.


Το πεζοδρόμιο ήταν γεμάτο κόσμο. Ο ουρανός είχε εκείνο το μουντό γκρι του Λονδίνου και ο δρόμος γυάλιζε από ψιλόβροχο. Απέναντι, στην στάση, περίμεναν άνθρωποι κάτω από το στέγαστρο.


Έκανα ένα βήμα.


Ένας άντρας πίσω μου με σκούντηξε κατά λάθος με τον ώμο.


Οι φάκελοι γλίστρησαν από τα χέρια μου.


Τα χαρτιά σκορπίστηκαν στο πεζοδρόμιο και μερικά κύλησαν προς την άκρη του δρόμου.


Το πρώτο ένστικτο ήταν να σκύψω.


Το σώμα μου είχε ήδη αρχίσει να κινείται.


Και τότε άκουσα μέσα στο κεφάλι μου τη φωνή του ηλικιωμένου.


Μην τα μαζέψεις.


Πάγωσα.


Έμεινα ακίνητος, με το ένα χέρι μισοσηκωμένο, κοιτάζοντας τα χαρτιά να πέφτουν στο βρεγμένο πεζοδρόμιο.


Ένα φύλλο πέρασε το κράσπεδο και βρέθηκε στον δρόμο.


Αν δεν τον είχα ακούσει, θα έκανα αυτό που θα έκανε οποιοσδήποτε. Θα έβγαινα μισό βήμα μπροστά για να το πιάσω.


Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ένα διώροφο λεωφορείο πέρασε με ταχύτητα τόσο κοντά στο πεζοδρόμιο που ο αέρας του με χτύπησε στο πρόσωπο.


Το χαρτί εξαφανίστηκε κάτω από τις ρόδες.


Δεν ξέρω αν φώναξα.


Θυμάμαι μόνο ότι κάποιος δίπλα μου είπε «Jesus» και ένας άλλος με τράβηξε από τον ώμο προς τα πίσω, λες και μόλις είχε δει πόσο κοντά ήμουν.


Το λεωφορείο συνέχισε.


Και τότε είδα τον οδηγό.


Για ένα δευτερόλεπτο, καθώς περνούσε μπροστά μου, γύρισε το κεφάλι και με κοίταξε.


Δεν είχε το βλέμμα ενός ανθρώπου που τρόμαξε επειδή παραλίγο να χτυπήσει κάποιον. Ήταν ήρεμο. Σχεδόν απογοητευμένο. Σαν να ήξερε ότι έπρεπε να είμαι ένα βήμα πιο μπροστά.  Σαν να με περίμενε.


Το λεωφορείο χάθηκε στη στροφή.


Εγώ έμεινα στο πεζοδρόμιο, με τους φακέλους βρεγμένους στα πόδια μου και τα χέρια μου να τρέμουν τόσο πολύ που δεν μπορούσα να μαζέψω τίποτα.


Γύρισα σπίτι χωρίς να θυμάμαι καλά τη διαδρομή.


Το βράδυ έψαξα στο διαδίκτυο για τον ηλικιωμένο, αν και δεν ήξερα καν τι να ψάξω. Έψαξα ακόμη και παλιές φωτογραφίες από το ερευνητικό κέντρο, μήπως ήταν κάποιος παλιός εργαζόμενος.


Τίποτα.


Και όσο περισσότερο προσπαθούσα να βρω εξήγηση, τόσο περισσότερο ένιωθα ότι υπήρχαν δύο πιθανότητες.


Η πρώτη ήταν λογική.


Ένας διαταραγμένος ηλικιωμένος είδε το badge μου, διάβασε το όνομά μου χωρίς να το καταλάβω, είπε μια παράξενη ιστορία, κι εγώ, επηρεασμένος, ερμήνευσα τυχαία γεγονότα σαν επιβεβαίωση. Αν δεν μου είχε μιλήσει, ίσως να πρόσεχα έτσι κι αλλιώς. Ίσως το λεωφορείο να μην ήταν ποτέ τόσο κοντά. Ίσως ο οδηγός να γύρισε απλώς επειδή είδε χαρτιά να πετάγονται στον δρόμο.


Η δεύτερη πιθανότητα δεν ήταν λογική.


Κάποιος ήξερε. Κάποιος είχε δει αυτό που θα συνέβαινε. Και προσπάθησε να με προειδοποιήσει. Μετά είναι και το πρόσωπο του ηλικιωμένου.  Όσο περνούν οι μέρες, τόσο περισσότερο νιώθω σίγουρος ότι ήταν κάποιος γνωστός μου. Το βλέμμα του ήταν τόσο οικείο. 


Δε ξέρω πραγματικά τι εξήγηση να δώσω. Εσείς τι πιστεύετε;


Αν θέλεις να μάθεις κι εσύ το μέλλον σου:

Frida Kahlo Tarot



Our Horror Story: Ευχαριστούμε τον ανώνυμο φίλο μας  για την ιστορία που μας έστειλε.



Βάλε τον ΤΡΟΜΟ στο γραφείο σου:

Μολυβοθήκη Wednesday - Thing



Διαβάστε επίσης:






Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.


1

Τα Μικρά Πράγματα

 


Καλησπέρα.

Σου στέλνω τη δική μου ιστορία γιατί εδώ και τρεις εβδομάδες συμβαίνουν παράξενα πράγματα στο σπίτι μου. Μικρά πράγματα. Τόσο μικρά, που στην αρχή ντρεπόμουν ακόμα και να τα αναφέρω.

Ένα σκουλαρίκι που εξαφανίστηκε από το κομοδίνο και βρέθηκε μετά από τέσσερις μέρες μέσα στο ντουλάπι με τα ποτήρια.

Τα κλειδιά μου που χάθηκαν από την τσάντα και εμφανίστηκαν κάτω από το μαξιλάρι του καναπέ.

Ένα κουμπί από ένα παλιό παλτό, που ήμουν σίγουρη ότι είχα πετάξει, και το βρήκα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας.

Στην αρχή δεν έδωσα σημασία.

Μένω μόνη μου. Δουλεύω πολλές ώρες. Γυρίζω κουρασμένη. Πολλές φορές κάνω πράγματα μηχανικά και μετά δεν τα θυμάμαι. Έλεγα λοιπόν στον εαυτό μου ότι απλώς ξεχνάω. Ότι αφήνω αντικείμενα σε λάθος σημεία. Ότι το μυαλό μου είναι γεμάτο και παίζει μικρά παιχνίδια.

Μέχρι που χάθηκε η φωτογραφία.

Ήταν μια μικρή φωτογραφία της μητέρας μου, από τότε που ήταν νέα. Την είχα σε μια κορνίζα στο ράφι του σαλονιού. Ένα πρωί, η κορνίζα ήταν εκεί, άδεια.

Το γυαλί δεν ήταν σπασμένο. Το πίσω μέρος δεν είχε ανοίξει. Η φωτογραφία απλώς έλειπε.

Έψαξα παντού. Κάτω από έπιπλα, πίσω από βιβλία, μέσα σε συρτάρια. Τίποτα.

Τη βρήκα τυχαία έξι μέρες μετά.

Ήταν διπλωμένη στα τέσσερα και χωμένη μέσα στο κουτί με τα φάρμακα του μπάνιου.

Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που με φόβισε πραγματικά.

Δεν υπήρχε λόγος να τη βάλω εκεί. Δεν υπήρχε τρόπος να βρεθεί εκεί κατά λάθος. Και όταν την άνοιξα, είδα ότι στο πίσω μέρος της κάποιος είχε γράψει με μολύβι μία λέξη:

'Μητέρα'

Ο γραφικός χαρακτήρας δεν ήταν δικός μου.

Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα καλά.

Τις επόμενες μέρες άρχισαν πάλι να χάνονται πράγματα.

Ένα λαστιχάκι για τα μαλλιά.

Ένα κουταλάκι.

Το τηλεκοντρόλ.

Το κραγιόν μου.

Μικρά, ασήμαντα αντικείμενα που εμφανίζονταν μετά από μέρες σε σημεία που δεν είχαν καμία λογική. Το κουταλάκι μέσα σε ένα παπούτσι. Το λαστιχάκι δεμένο στο πόμολο της εξώπορτας. Το τηλεκοντρόλ στο καλάθι με τα άπλυτα. Το κραγιόν μέσα στην κατάψυξη.

Κάθε φορά έλεγα ότι θα βρω εξήγηση και κάθε φορά δυσκολευόμουν περισσότερο.

Πριν από τρεις μέρες, εξαφανίστηκε το παλιό μου δαχτυλίδι. Δεν είχε μεγάλη αξία, αλλά το φορούσα από παιδί. Το άφηνα πάντα στο ίδιο σημείο, δίπλα στον νιπτήρα, πριν κάνω μπάνιο. Όταν βγήκα, δεν ήταν εκεί.

Το βρήκα σήμερα το πρωί. Ήταν στο πάτωμα του υπνοδωματίου, ακριβώς μπροστά στον τοίχο πίσω από το κρεβάτι.

Στεκόταν όρθιο. Όχι πεσμένο. Όρθιο, ακουμπισμένο στην άκρη του, όπως δεν θα μπορούσε να μείνει μόνο του για περισσότερο από μισό δευτερόλεπτο.

Κάθισα στο κρεβάτι και κοιτούσα τον τοίχο για πολλή ώρα. Ήταν ένας απλός λευκός τοίχος. Λίγη κερωμένος στη γωνία. Μια λεπτή ρωγμή κοντά στο πάτωμα. Τίποτα άλλο.

Το βράδυ προσπάθησα να κοιμηθώ νωρίς. Δεν τα κατάφερα.

Έσβησα το φως λίγο πριν τις δύο και έμεινα ξαπλωμένη, κοιτώντας το σκοτάδι πάνω από το κρεβάτι μου. Κάθε μικρός ήχος του σπιτιού μού φαινόταν πιο δυνατός απ’ ό,τι συνήθως. Το ψυγείο. Οι σωληνώσεις. Ένα μηχανάκι που πέρασε από τον δρόμο.

Κάποια στιγμή, δεν ξέρω τι ώρα ήταν, νόμισα ότι άκουσα κάτι. Όχι δυνατό. Όχι καθαρό.

Έναν μικρό ήχο, τόσο χαμηλό που στην αρχή δεν ήμουν σίγουρη αν ήρθε απ’ έξω ή μέσα από το ίδιο μου το κεφάλι.

Σηκώθηκα αργά από το κρεβάτι.

Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό, αλλά ήξερα ακριβώς πού βρισκόταν κάθε πράγμα. Το κομοδίνο. Η καρέκλα με τα ρούχα. Η πόρτα. Ο τοίχος πίσω από το κρεβάτι.

Ο ήχος ακούστηκε ξανά. Πιο καθαρά αυτή τη φορά. Από πού ερχόταν; Από τον πάνω όροφο; Από το πάτωμα; Από τον τοίχο;

Πλησίασα.

Δεν ξέρω γιατί το έκανα. Ίσως επειδή ήθελα μια λογική εξήγηση. Ίσως επειδή ήθελα να ακούσω σωλήνες, ποντίκια, οτιδήποτε γνώριμο.

Ακούμπησα το αυτί μου στον τοίχο. Στην αρχή δεν άκουσα τίποτα. Κράτησα την αναπνοή μου.

Και τότε ακούστηκε. Ένα αργό σύρσιμο. Πολύ κοντά. Σαν κάτι να μετακινούνταν μέσα στον τοίχο. 

Όχι γρήγορα. Όχι τυχαία.  Αργά.  Προσεκτικά.  

Σαν να ήξερε ότι το άκουγα.


Αν θέλεις να φέρεις λίγο από αυτό το vibe και στον χώρο σου:

Spirit Board


Κάθισα στο κρεβάτι με το φως αναμμένο, κοιτάζοντας τη ρωγμή κοντά στο πάτωμα.

Δεν ξέρω τι είναι.

Δεν ξέρω αν κρύβεται εκεί μέσα ή αν απλώς περνάει από εκεί.

Δεν ξέρω αν ψάχνει τα πράγματά μου.

Ή εμένα.

Το μόνο που ξέρω είναι ότι μετά από λίγο, το σύρσιμο σταμάτησε.

Έχει συμβεί και σε κανέναν άλλο; Ξέρετε τι μπορεί να είναι; Κινδυνεύω;


Πριν φύγεις, έχουμε άλλη μία πρόταση για σένα:
One Piece Roronoa Zoro


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε την φίλη μας Μαρία για την ιστορία που μας έστειλε.


Για τις καλοκαιρινές σου διακοπές:

Brandit US Cooper


Διαβάστε επίσης:

Ζώα με μεταφυσικές ικανότητες

Πανσιόν στα Καρπάθια

Θέλει να έρθει μαζί μας...



Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.

1

Ο Παπάς και ο Διάβολος

 


Στέλνω την ιστορία γιατί παλιά πίστευα ότι οι ιστορίες που λένε στα νησιά για «τρελούς παπάδες», διαβόλους και στοιχειωμένα ξωκλήσια είναι απλώς ο τρόπος των ανθρώπων να εξηγούν τη μοναξιά, τον πόνο και τον αέρα που ουρλιάζει τη νύχτα ανάμεσα στα βράχια.

Μετά έμεινα μερικά βράδια στην Κάλυμνο.

Και τώρα δεν είμαι πια τόσο σίγουρος.


Ο Παπάς στον Άγιο Σάββα

Είχα πάει στην Κάλυμνο για τρεις μέρες, αρχές Οκτωβρίου. Δεν ήταν κανονικές διακοπές. Είχα έναν φίλο εκεί, δάσκαλο σε σχολείο του νησιού, και τον είχα επισκεφθεί περισσότερο για να αλλάξω παραστάσεις παρά για να ξεκουραστώ.

Την τελευταία μέρα, δανείστηκα το παλιό του αυτοκίνητο για να κάνω μια βόλτα μόνος μου. Ήθελα να δω το νησί μακριά από το λιμάνι, από τα καφέ, από τα φώτα. Εκείνος μου είπε να προσέχω τους δρόμους.

«Μην πας πολύ αργά προς τα πάνω», μου είπε. «Έχει κάτι κομμάτια που δεν θες να σε βρει νύχτα».

Δεν τον άκουσα.

Ο δρόμος με τράβηξε μόνος του, όπως γίνεται καμιά φορά στα νησιά. Πηγαίνεις για μια μικρή βόλτα και ξαφνικά βρίσκεσαι σε μια πλαγιά, με τη θάλασσα κάτω σου να σκοτεινιάζει και τον αέρα να χτυπάει το αμάξι από το πλάι.

Είχα περάσει ένα μικρό ξωκλήσι, πέτρινο, με άσπρους τοίχους ξεφλουδισμένους από την αρμύρα, όταν το αυτοκίνητο άρχισε να κάνει έναν περίεργο θόρυβο. Πρώτα ένα βήξιμο της μηχανής. Μετά ένα τράνταγμα. Μετά τίποτα.

Έμεινα στην άκρη του δρόμου, σε ένα σημείο που δεν υπήρχε σχεδόν τίποτα γύρω. Μόνο βράχια, θάμνοι, μια χαμηλή ξερολιθιά, το ξωκλήσι λίγο πιο πίσω και, πιο πέρα, ένα μικρό σπίτι με αυλή.

Ο ήλιος είχε ήδη χαθεί πίσω από τα βουνά.

Προσπάθησα να βάλω μπροστά δύο, τρεις, πέντε φορές. Η μηχανή γύριζε, αλλά δεν έπαιρνε. Το κινητό μου έπιανε σήμα με δυσκολία. Κατάφερα να μιλήσω με την οδική βοήθεια. Μου είπαν ότι γερανός μπορούσε να έρθει το επόμενο πρωί.

«Αν μπορείτε, αφήστε το εκεί και κατεβείτε με κάποιον», είπε ο άνθρωπος στο τηλέφωνο.

Κοίταξα γύρω μου.

Δεν περνούσε κανείς.

Ο αέρας δυνάμωνε. Στον ορίζοντα, προς τη θάλασσα, φαινόταν μια μαύρη λωρίδα σύννεφων. Η μπόρα ερχόταν γρήγορα.

Τότε είδα τον παπά.

Στεκόταν στην άκρη της αυλής του σπιτιού, λίγο πιο πάνω από τον δρόμο. Φορούσε μαύρα ράσα που τα χτυπούσε ο αέρας, και κρατούσε ένα μικρό φανάρι στο χέρι. Δεν ξέρω πόση ώρα ήταν εκεί. Δεν τον είχα δει να βγαίνει.

«Έμεινες;» φώναξε.

«Ναι», απάντησα. «Περιμένω γερανό αύριο».

Πλησίασε αργά. Ήταν γύρω στα εξήντα, ίσως και παραπάνω, με άσπρα γένια και πρόσωπο σκαμμένο. Όταν έφτασε κοντά μου, είδα ότι είχε ένα μώλωπα στο μάγουλο και ένα κόψιμο στο φρύδι. Το αίμα είχε ξεραθεί.

«Χτυπήσατε;» τον ρώτησα.

Με κοίταξε παράξενα.

«Πάλεψα», είπε.

«Με ποιον;»

«Με αυτόν που περπατάει εδώ όταν πέφτει ο ήλιος».

Νόμιζα ότι δεν άκουσα καλά.

«Συγγνώμη;»

Ο παπάς κοίταξε προς τον δρόμο, εκεί όπου το σκοτάδι είχε αρχίσει να μαζεύεται ανάμεσα στους βράχους.

«Με τον διάβολο», είπε ήρεμα.

Δεν ήξερα τι να απαντήσω.

Η πρώτη μου σκέψη ήταν να κλειστώ στο αυτοκίνητο και να περιμένω ως το πρωί, αλλά εκείνη τη στιγμή ο ουρανός άνοιξε. Η βροχή έπεσε απότομα, βαριά, λοξή από τον αέρα. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα έγινα μούσκεμα.

Ο παπάς έδειξε το σπίτι.

«Έλα μέσα. Δεν είναι νύχτα για να μείνεις στον δρόμο».

Δίστασα.

Εκείνος το κατάλαβε και χαμογέλασε κουρασμένα.

«Παπάς είμαι», είπε. «Δεν θα σε φάω».

Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτό δεν με καθησύχασε όσο θα έπρεπε.

Παρ’ όλα αυτά, τον ακολούθησα.

Το σπίτι του ήταν μικρό, πέτρινο, σχεδόν κολλημένο στο ξωκλήσι. Μέσα μύριζε κερί, καπνό και θαλασσινή υγρασία. Υπήρχαν εικόνες στους τοίχους, ένα ξύλινο τραπέζι, δύο καρέκλες, ένα παλιό κρεβάτι σε ένα διπλανό δωμάτιο και ράφια γεμάτα βιβλία, τα περισσότερα θρησκευτικά.

Στο παράθυρο, ο αέρας χτυπούσε τη βροχή με τόση δύναμη που το τζάμι έτριζε.

Ο παπάς μου έδωσε μια πετσέτα και έβαλε νερό να ζεσταθεί.

Τον κοιτούσα όσο πιο διακριτικά μπορούσα. Το πρόσωπό του δεν ήταν απλώς χτυπημένο. Είχε γρατζουνιές στον λαιμό, σαν από νύχια. Στο δεξί του χέρι, κοντά στον καρπό, υπήρχε ένα σημάδι που έμοιαζε με δάγκωμα.

«Πρέπει να πάτε σε γιατρό», του είπα.

Γέλασε χαμηλά.

«Γιατρό φωνάζεις όταν σε χτυπάει άνθρωπος».

«Και εσάς ποιος σας χτύπησε;»

Δεν απάντησε αμέσως. Έβαλε δύο κούπες στο τραπέζι, κάθισε απέναντί μου και κοίταξε το φως της λάμπας πετρελαίου ανάμεσά μας.

«Εδώ δεν πρέπει να κυκλοφορεί κανείς μετά τη δύση», είπε. «Το ξέρουν οι παλιοί. Οι νέοι γελάνε. Οι τουρίστες δεν ξέρουν. Κι εγώ… εγώ έμεινα για να θυμάμαι».

«Να θυμάστε τι;»

Κοίταξε προς το ξωκλήσι, παρόλο που από το παράθυρο δεν φαινόταν τίποτα πια, μόνο μαύρο και βροχή.

«Ότι ο διάβολος δεν έρχεται πάντα σαν φωτιά και κέρατα. Καμιά φορά έρχεται σαν βήμα στον δρόμο. Σαν φωνή γνωστή. Σαν παιδί που κλαίει πίσω από έναν βράχο. Σαν κατσίκα που στέκεται στα δύο πόδια λίγο περισσότερο απ’ όσο πρέπει».

Ένιωσα ένα ρίγος, αλλά προσπάθησα να το κρύψω.

«Οι άλλοι παπάδες τι λένε γι’ αυτά;»

Το πρόσωπό του σκοτείνιασε.

«Οι άλλοι παπάδες λένε να ησυχάσω. Να σταματήσω να φοβίζω τον κόσμο. Να μην κάνω την Εκκλησία να φαίνεται σαν παλιά ιστορία για γριές. Μου είπαν να φύγω από εδώ. Να πάω κάτω, στο λιμάνι. Να μείνω με ανθρώπους».

«Και γιατί δεν φύγατε;»

Τα μάτια του γυάλισαν για μια στιγμή.

«Γιατί αν φύγω, ποιος θα στέκεται απέναντί του;»

Δεν είπα τίποτα.

Η βροχή δυνάμωσε.

Ο παπάς άρχισε να μιλάει πιο χαμηλά. Μου είπε πως εκείνη η περιοχή είχε κακή φήμη από παλιά. Οι σφουγγαράδες, πριν φύγουν για μήνες στη θάλασσα, απέφευγαν να περάσουν νύχτα από εκεί. Οι βοσκοί έχαναν ζώα χωρίς ίχνη αίματος. Κάποιοι έλεγαν ότι έβλεπαν μια μαύρη φιγούρα στον δρόμο, άλλοτε άνθρωπο, άλλοτε ζώο, άλλοτε κάτι ανάμεσα.

«Δεν φαίνεται ποτέ όπως είναι», είπε. «Γιατί αν φαινόταν, θα πέθαινε ο άνθρωπος πριν προλάβει να φοβηθεί».

Σκέφτηκα ότι μιλούσα με έναν άνθρωπο που είχε περάσει πολύ καιρό μόνος του.

Έναν άνθρωπο που ίσως είχε αρχίσει να βλέπει στον αέρα και στα βράχια πράγματα που δεν υπήρχαν.

Μετά κοίταξα πάλι το χτυπημένο του πρόσωπο και δεν ήμουν τόσο σίγουρος.

Κάποια στιγμή, μου έδειξε το μικρό δωμάτιο.

«Κοιμήσου εκεί. Το πρωί θα έρθει ο γερανός».

«Εσείς;»

«Εγώ δεν κοιμάμαι πολύ».

Δεν ρώτησα γιατί.

Ξάπλωσα με τα ρούχα. Το κρεβάτι ήταν σκληρό, τα σεντόνια καθαρά αλλά παλιά. Από το παράθυρο του δωματίου έβλεπα λίγο από την αυλή και πιο πέρα τον δρόμο, όταν οι αστραπές φώτιζαν τον τόπο για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου.

Δεν μπορούσα να κοιμηθώ.

Ο αέρας χτυπούσε το σπίτι, οι σανίδες έτριζαν, η βροχή έπεφτε λες και κάποιος πετούσε χούφτες χαλίκια στο τζάμι. Από το διπλανό δωμάτιο άκουγα τον παπά να ψιθυρίζει προσευχές. Πότε καθαρά, πότε σαν μουρμουρητό.

Λίγο μετά τις τρεις, άκουσα τα βήματα.

Έρχονταν από έξω.

Αργά.

Πάνω στις πέτρες της αυλής.

Σταμάτησαν κάτω από το παράθυρό μου.

Κράτησα την αναπνοή μου.

Για λίγα δευτερόλεπτα δεν ακουγόταν τίποτα άλλο, εκτός από τη βροχή. Μετά κάτι έξυσε το ξύλο του παραθυρόφυλλου.

Μία φορά.

Μετά δεύτερη.

Σαν νύχι.

Σηκώθηκα αργά.

Ένα μέρος μου ήξερε ότι δεν έπρεπε να πλησιάσω. Ένα άλλο, πιο ηλίθιο και πιο ανθρώπινο, ήθελε να δει. Ήθελε να αποδείξει ότι ήταν ένα κλαδί, ένα ζώο, κάτι απλό.

Πλησίασα το παράθυρο.

Έξω, μέσα στη βροχή, στεκόταν μια φιγούρα.

Δεν την έβλεπα καθαρά. Ήταν χαμηλή, μαύρη, ακίνητη. Για μια στιγμή μου φάνηκε σαν άνθρωπος σκυφτός. Μετά σαν παιδί. Μετά σαν κάτι με κεφάλι πολύ μεγάλο για το σώμα του.

Άπλωσα το χέρι και άνοιξα απότομα το μικρό φως δίπλα στο παράθυρο.

Η φιγούρα έγινε κατσίκα.

Μια κατσίκα μούσκεμα, με τα κέρατα γυαλιστερά από τη βροχή, στεκόταν στην αυλή και με κοιτούσε.

Άφησα την ανάσα μου να βγει.

Γέλασα σχεδόν με τον εαυτό μου.

«Μια κατσίκα», ψιθύρισα.

Τότε η κατσίκα σήκωσε το κεφάλι λίγο πιο ψηλά.

Δεν έκανε ήχο.

Δεν βέλαξε.

Απλώς με κοίταξε.

Και για ένα δευτερόλεπτο, μέσα στη λάμψη μιας αστραπής, είδα ότι τα μάτια της δεν ήταν στο πλάι του κεφαλιού, όπως θα έπρεπε.

Ήταν μπροστά.

Σαν ανθρώπινα.

Πετάχτηκα πίσω.

Ακούστηκε απότομα η φωνή του παπά από το άλλο δωμάτιο.

«Μην της μιλήσεις».

Δεν ξέρω πώς ήξερε ότι ήμουν στο παράθυρο.

Δεν ξέρω πώς ήξερε τι έβλεπα.

Έμεινα ακίνητος μέχρι που η κατσίκα γύρισε αργά και χάθηκε μέσα στη βροχή.

Το υπόλοιπο της νύχτας δεν κοιμήθηκα.

Το πρωί, η μπόρα είχε σταματήσει. Ο ουρανός ήταν γκρίζος, αλλά ήρεμος. Τα βράχια γυάλιζαν από το νερό. Το ξωκλήσι στεκόταν λίγα μέτρα πιο πέρα, άσπρο και ήσυχο, σαν όλα όσα είχαν συμβεί τη νύχτα να ήταν ντροπή της φαντασίας μου.

Ο παπάς καθόταν στην αυλή, με μια κούπα καφέ στα χέρια.

Με κοίταξε πριν προλάβω να μιλήσω.

«Τον είδες κι εσύ, ε;»

Δεν απάντησα.

«Τώρα το ξέρει», είπε.

«Ποιος;»

Ο παπάς δεν κοίταξε εμένα.

Κοίταξε τον δρόμο.

«Ότι τον είδες».

Δεν ξέρω γιατί, αλλά δεν ζήτησα περισσότερες εξηγήσεις. Ίσως γιατί δεν ήθελα να ακούσω.

Ο γερανός ήρθε λίγο αργότερα. Ο οδηγός ήταν ένας γεροδεμένος άντρας γύρω στα σαράντα, που μιλούσε δυνατά και έβριζε τον δρόμο, τον αέρα, τα παλιά αυτοκίνητα και την τύχη του.

Όσο φόρτωνε το αμάξι, κοίταξε μια φορά προς το σπίτι του παπά.

«Έμεινες εδώ τη νύχτα;» με ρώτησε.

«Ναι».

Δεν είπε τίποτα, αλλά το πρόσωπό του άλλαξε.

«Τι έγινε;»

«Τίποτα», είπε. «Πάμε κάτω».

Στον δρόμο προς το λιμάνι δεν μίλησε πολύ. Όταν φτάσαμε στο συνεργείο, το αυτοκίνητο του φίλου μου κατέβηκε από τον γερανό και ένας μηχανικός άνοιξε το καπό.

«Πού σε άφησε;» με ρώτησε.

Του είπα την περιοχή.

Ο μηχανικός γέλασε.

«Στον τρελό παπά;»

Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.

«Τον ξέρετε;»

«Ποιος δεν τον ξέρει; Όλο το νησί τον ξέρει. Ο παπάς που παλεύει με τον διάβολο».

Ο οδηγός του γερανού τον κοίταξε απότομα, σαν να του έλεγε να σταματήσει, αλλά εκείνος συνέχισε.

«Καημένος άνθρωπος. Έχασε την κόρη του πριν χρόνια σε ατύχημα εκεί πάνω. Ένα βράδυ, με μπόρα. Το παιδί πετάχτηκε στον δρόμο, δεν ξέρω ακριβώς πώς έγινε. Από τότε λέει ότι δεν την πήρε ο Θεός, αλλά ο διάβολος. Ότι την άκουγε να φωνάζει μέσα στον αέρα. Ότι την έβλεπε τα βράδια να γυρίζει γύρω από το ξωκλήσι».

Δεν μπορούσα να μιλήσω.

«Και οι άλλοι παπάδες;» ρώτησα τελικά.

«Τον απομάκρυναν. Όχι επίσημα, τέτοια πράγματα δεν τα λένε έτσι. Αλλά τον άφησαν εκεί πάνω μόνο του. Κάποτε πήγαινε κόσμος να τον δει. Μετά σταμάτησαν. Έλεγε πολλά. Τρόμαζε τους ανθρώπους».

Ο μηχανικός έκλεισε το καπό.

«Πάντως εσύ τυχερός είσαι».

«Γιατί;»

«Γιατί τέτοια ώρα, εκεί πάνω, με τέτοια μπόρα… καλύτερα που βρήκες άνθρωπο».

Ο οδηγός του γερανού δεν μιλούσε.

Κοιτούσε εμένα.

Ύστερα ρώτησε χαμηλά:

«Ποιον άνθρωπο;»

Ο μηχανικός γύρισε προς το μέρος του.

«Τον παπά, ποιον άλλον;»

Ο οδηγός κατάπιε.

«Τον είδες;» με ρώτησε.

«Ναι», είπα. «Έμεινα στο σπίτι του».

«Μέσα;»

«Ναι».

«Όλη νύχτα;»

«Ναι. Γιατί;»

Οι δύο άντρες κοιτάχτηκαν.

Ο μηχανικός δεν γελούσε πια.

«Φίλε», είπε αργά, «ο παπάς δεν ήταν στο σπίτι χθες το βράδυ».

Ένιωσα τα χέρια μου να παγώνουν.

«Τι εννοείς;»

Ο οδηγός του γερανού έβγαλε το κινητό του και κάτι έψαξε. Μετά το άφησε πάνω στον πάγκο, γυρισμένο προς εμένα.

Ήταν μια τοπική είδηση.

Δεν διάβασα όλο το κείμενο. Μου έφτασε ο τίτλος.

"Ιερέας βρέθηκε τραυματισμένος κοντά σε ξωκλήσι — μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Καλύμνου".

Η ώρα της είδησης ήταν χθεσινή.

Λίγο πριν τις έξι το απόγευμα.

Εγώ είχα μείνει με το αυτοκίνητο μετά τις επτά.

«Τον βρήκαν χτυπημένο πριν νυχτώσει», είπε ο οδηγός. «Τον πήγαν στο νοσοκομείο. Έμεινε μέσα όλη τη νύχτα. Το πρωί πήρε εξιτήριο».

Δεν θυμάμαι τι είπα.

Νομίζω τίποτα.

Έμεινα να κοιτάζω την οθόνη του κινητού, προσπαθώντας να βάλω σε σειρά τις ώρες.

Το χτυπημένο πρόσωπο.

Το σπίτι.

Η λάμπα πετρελαίου.

Οι προσευχές στο διπλανό δωμάτιο.

Η φωνή που μου είπε να μη μιλήσω στην κατσίκα.

Ο μηχανικός με ρώτησε κάτι, αλλά δεν τον άκουσα.

Γιατί εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα μια λεπτομέρεια που τη νύχτα, μέσα στον φόβο και την κούραση, δεν είχα προσέξει.

Όταν μπήκαμε στο σπίτι του παπά, τα ράσα του ήταν βρεγμένα από τη βροχή.

Αλλά δεν άφησαν ούτε μία σταγόνα στο πάτωμα.


Αξίζει να δεις και αυτό:

Οι Κυνηγοί Της Νύχτας



Το ίδιο απόγευμα πήγα στο λιμάνι και άλλαξα το εισιτήριό μου για να φύγω νωρίτερα. Δεν ήθελα να μείνω άλλο στο νησί. Δεν ήθελα να μάθω περισσότερα.

Πριν μπω στο καράβι, χτύπησε το κινητό μου.

Ήταν άγνωστος αριθμός.

Δεν το σήκωσα.

Το άφησα να χτυπάει.

Σταμάτησε.

Μετά ήρθε μήνυμα.

Δεν είχε κείμενο.

Μόνο μια φωτογραφία.

Ήταν τραβηγμένη νύχτα, μέσα στη βροχή. Έδειχνε το παλιό ξωκλήσι και το σπίτι του παπά δίπλα του. Στο παράθυρο του μικρού δωματίου όπου είχα κοιμηθεί, φαινόταν μια σιλουέτα.

Μαύρη.

Ακίνητη.

Σαν άνθρωπος που κοιτάζει έξω.

Και στην αυλή, μπροστά στο σπίτι, στεκόταν μια κατσίκα.

Μόνο που αυτή τη φορά δεν ήταν μόνη.

Δίπλα της στεκόταν ένα μικρό κορίτσι.

Δεν φαινόταν καθαρά το πρόσωπό του.

Αλλά κρατούσε από το χέρι έναν άντρα με ράσα.


Αν η ιστορία αυτή σου άφησε κάτι, ίσως αξίζει να δεις και αυτό:

SUMMER HORROR AND MORE


Our Horror Story: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Θέμη για την ιστορία που μας έστειλε.



Καλοκαίρι παρέα με τον ΤΡΟΜΟ

Creepy Creams 



Διαβάστε επίσης:






Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.

0

Οι καμπάνες

 



Καλησπέρα. Δεν ξέρω αν αυτό που άκουσα ήταν ήχος, προσευχή ή κάτι που δεν έχει όνομα σε καμία ανθρώπινη γλώσσα. Ήταν πάντως κάτι περίεργο κι έτσι αποφάσισα να το μοιραστώ μαζί σας. Ο καθένας ας βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.


Είμαι λαογράφος. Ή, για να είμαι πιο ακριβής, προσπαθώ να γίνω. Τα τελευταία χρόνια καταγράφω παλιές δοξασίες από χωριά της Ελλάδας: ιστορίες για νεράιδες, στοιχειά, μαύρα σκυλιά στα σταυροδρόμια, φωτιές που φαίνονται πάνω από μνήματα, καμπάνες που χτυπούν μόνες τους.


Οι περισσότεροι μου λένε αυτά που περιμένεις. Ιστορίες που άκουσαν από γιαγιάδες. Μισές αναμνήσεις. Φήμες. Υπερβολές. Όμως πριν από δύο εβδομάδες έφτασα σε ένα ορεινό χωριό, χτισμένο σε μια πλαγιά πάνω από έναν γκρεμό, και εκεί άκουσα κάτι που δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου.


Δεν θα γράψω το όνομα του χωριού ή σε ποιον νομό βρίσκεται. Δεν θέλω να πάει κανείς από περιέργεια.


Όταν έφτασα, ήταν απόγευμα. Ο δρόμος ανέβαινε μέσα από πυκνά έλατα και πέτρα, και η ομίχλη είχε αρχίσει να σκεπάζει τις στέγες. Το χωριό φαινόταν σχεδόν εγκαταλελειμμένο. Λίγα σπίτια κατοικημένα, ένα καφενείο, μια μικρή πλατεία με πλατάνι και μια εκκλησία κλειδωμένη.


Είχα πάει εκεί για μια ιστορία που μου είχε αναφέρει ένας παλιός καθηγητής μου.


«Αν θες κάτι παράξενο», μου είχε πει, «ρώτα για το ξωκλήσι του Αϊ-Νικήτα. Αλλά μη δείξεις ότι ξέρεις πολλά. Εκεί πάνω δεν μιλάνε εύκολα».


Το ξωκλήσι βρισκόταν έξω από το χωριό, περίπου μισή ώρα περπάτημα σε ένα παλιό μονοπάτι. Οι ντόπιοι, όπως έμαθα, δεν πήγαιναν εκεί παρά μόνο μία φορά τον χρόνο. Όχι στη γιορτή του αγίου. Όχι για λειτουργία.


Πήγαιναν μια Κυριακή του Νοέμβρη, πάντα πριν νυχτώσει.


Χτυπούσαν την καμπάνα τρεις φορές.


Και έφευγαν χωρίς να μπουν μέσα.


Αυτό από μόνο του ήταν αρκετό για να με κάνει να ψάξω περισσότερο.


Στο καφενείο, όταν ρώτησα για το ξωκλήσι, οι συζητήσεις σταμάτησαν. Ένας ηλικιωμένος με άσπρο μουστάκι κατέβασε το ποτήρι του και με κοίταξε σαν να είχα πει κάτι αγενές.


«Δεν έχει τίποτα εκεί πάνω», μου είπε.


«Μου είπαν ότι είναι παλιό», απάντησα.


«Όλα παλιά είναι εδώ».


Ο καφετζής έσκυψε να σκουπίσει τον πάγκο, αν και ήταν ήδη καθαρός. «Το ξωκλήσι δεν είναι για τους ζωντανούς»,  μου είπε.


Ο ηλικιωμένος με το άσπρο μουστάκι γύρισε απότομα.


«Σώπα, μπάρμπα - Γιαν».


Εκείνος δεν τον κοίταξε και είπε:


«Δεν χτίστηκε για να μπαίνουν άνθρωποι».


Κανείς δεν μίλησε μετά από αυτό.


Εγώ, φυσικά, πήγα.


Την επόμενη μέρα, λίγο πριν το μεσημέρι, πήρα το μονοπάτι. Ο ουρανός ήταν χαμηλός, γεμάτος σύννεφα. Το χώμα είχε κρατήσει υγρασία από τη βραδινή βροχή και τα παπούτσια μου βούλιαζαν ελαφρά σε κάθε βήμα. Όσο ανέβαινα, το χωριό χανόταν πίσω μου και μαζί του χάνονταν και οι ήχοι. Δεν ακουγόταν ούτε πουλί.


Το ξωκλήσι εμφανίστηκε ξαφνικά ανάμεσα στα έλατα.


Ήταν μικρό, πέτρινο, με χαμηλή στέγη και έναν ξύλινο σταυρό που είχε γείρει ελαφρά προς τα αριστερά. Η πόρτα ήταν παλιά, μαυρισμένη από τον χρόνο, και πάνω της υπήρχαν καρφωμένα τρία μικρά σιδερένια πέταλα.


Το πρώτο παράξενο πράγμα ήταν η καμπάνα.


Δεν κρεμόταν σε καμπαναριό.


Ήταν μέσα στο ξωκλήσι.


Τη διέκρινα από ένα μικρό σπασμένο παραθυράκι στο πλάι. Μια παλιά χάλκινη καμπάνα, κρεμασμένη όχι ψηλά, αλλά χαμηλά, σχεδόν στο ύψος ανθρώπου. Το σχοινί της δεν πήγαινε προς τα έξω. Κατέβαινε μέσα από μια τρύπα στο πάτωμα.


Σκέφτηκα ότι ίσως είχε πέσει το καμπαναριό κάποτε και την έβαλαν προσωρινά εκεί.


Μια λογική εξήγηση.


Πάντα βρίσκεις μία, στην αρχή.


Η πόρτα δεν ήταν κλειδωμένη. Έσπρωξα και άνοιξε με δυσκολία.


Μέσα μύριζε κερί, μούχλα και κάτι άλλο που δεν μπορούσα να προσδιορίσω. Κάτι μεταλλικό. Σαν παλιό αίμα πάνω σε πέτρα.


Το εσωτερικό ήταν γυμνό. Μερικές ξεθωριασμένες εικόνες, ένα μικρό τέμπλο μισοσαπισμένο, μια πέτρινη πλάκα στο κέντρο του δαπέδου και η καμπάνα στο βάθος, κρεμασμένη από μια χοντρή ξύλινη δοκό.


Δεν υπήρχαν στασίδια.


Δεν υπήρχε παγκάρι.


Δεν υπήρχαν καν κεριά.


Και τότε πρόσεξα το πάτωμα.


Δεν ήταν ίσιο.


Στην αρχή νόμισα ότι είχε καθίσει το έδαφος από την υγρασία. Όμως όσο προχωρούσα, τόσο πιο έντονα ένιωθα ότι ο χώρος γέρνει. Όχι προς μια πλευρά, όπως θα περίμενε κανείς σε ένα παλιό κτίσμα.


Γέρνει προς τα κάτω.


Προς το κέντρο.


Όλη η πέτρα, όλοι οι τοίχοι, ακόμη και οι σκιές μέσα στο ξωκλήσι έμοιαζαν να τραβιούνται προς την πλάκα στο πάτωμα.


Πλησίασα.


Η πλάκα ήταν κυκλική και δεν ταίριαζε με το υπόλοιπο δάπεδο. Ήταν πιο σκούρα, σχεδόν μαύρη, και πάνω της υπήρχαν χαραγμένα σημάδια. Δεν ήταν σταυροί. Δεν ήταν γράμματα. Δεν ήταν τίποτα που είχα ξαναδεί σε εκκλησία.


Έμοιαζαν με γραμμές που κάποιος είχε χαράξει χωρίς να σηκώσει ποτέ το χέρι του. Σπείρες, γωνίες, κύκλοι μέσα σε κύκλους, σχήματα που σε έκαναν να νιώθεις ότι αν τα κοιτάξεις αρκετά, θα κινηθούν.


Έβγαλα το κινητό να τραβήξω φωτογραφία.


Η οθόνη μαύρισε.


Η μπαταρία έδειχνε 0%.


Ήμουν σίγουρος ότι είχε πάνω από 70% όταν ξεκίνησα.


Ένιωσα εκείνη τη μικρή ψυχρή βελόνα στη βάση του αυχένα. Το ένστικτο που σου λέει να φύγεις πριν η λογική προλάβει να ρωτήσει γιατί.


Κι εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ο ήχος.


Όχι δυνατός.


Βαθύς.


Σαν κάποιος, πολύ μακριά κάτω από το έδαφος, να χτύπησε μια τεράστια μεταλλική χορδή.


Το ξωκλήσι έτριξε.


Η καμπάνα δεν κουνήθηκε.


Κι όμως, ο ήχος ήρθε από κάτω της.


Έκανα ένα βήμα πίσω. Το πόδι μου γλίστρησε ελαφρά στην πέτρα, και για μια στιγμή είχα την αίσθηση ότι το πάτωμα δεν με κρατά, αλλά με τραβά.


Τότε άκουσα κάτι σαν ψαλμό.


Δεν θα το πω τραγούδι. Δεν ήταν τραγούδι. Δεν είχε μελωδία όπως την καταλαβαίνουμε. Ήταν ένας χαμηλός, κυματιστός ήχος, σαν πολλές φωνές μαζί, μόνο που καμία δεν έμοιαζε ανθρώπινη.


Δεν ερχόταν από έξω.


Ερχόταν από κάτω.


Από κάτω από την κυκλική πλάκα.


Έφυγα τρέχοντας.


Δεν σταμάτησα μέχρι που είδα τις πρώτες στέγες του χωριού. Όταν μπήκα στο καφενείο, πρέπει να ήμουν χλωμός, γιατί ο καφετζής δεν με ρώτησε τίποτα. Μόνο μου έβαλε ένα ποτήρι τσίπουρο μπροστά μου.


«Σου είπαμε ότι δεν έχει τίποτα εκεί πάνω», είπε ο ηλικιωμένος με το άσπρο μουστάκι.


«Τι είναι κάτω από το ξωκλήσι;» ρώτησα.


Κανείς δεν απάντησε.


Ο μπάρμπα - Γιάννης όμως, αυτή τη φορά, με κοίταξε με λύπη.


«Δεν είναι κάτω», είπε. «Εμείς είμαστε από πάνω».


Το ίδιο βράδυ χτύπησαν οι καμπάνες.


Όχι της εκκλησίας στην πλατεία.


Οι καμπάνες από το βουνό.


Ήταν λίγο μετά τις τρεις. Ξύπνησα στο δωμάτιο που είχα νοικιάσει πάνω από το καφενείο. Στην αρχή νόμισα ότι ονειρευόμουν. Ένας βαθύς, μακρινός ήχος απλωνόταν πάνω από το χωριό.


Ντον.


Μεγάλη παύση.


Ντον.


Άλλη παύση.


Ντον.


Τρεις φορές.


Μετά σιωπή.


Το πρωί ρώτησα τον καφετζή ποιος ανέβηκε τη νύχτα στο ξωκλήσι.


Δεν απάντησε.


«Κανείς δεν θα ανέβαινε τέτοια ώρα», του είπα. «Το άκουσα».


Ο ηλικιωμένος με το μουστάκι, που καθόταν στη γωνία, είπε χωρίς να με κοιτάξει:


«Δεν χτυπάμε εμείς την καμπάνα, απλά ξεκινάει».


Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.


«Τι ξεκινάει;»


Σηκώθηκε αργά, πήρε το παλτό του και πλησίασε.


«Άκουσέ με καλά», είπε. «Ό,τι κι αν γράφεις, ό,τι κι αν ψάχνεις, σταμάτα εδώ. Δεν είναι ιστορία για χαρτί αυτό. Δεν είναι θρύλος. Δεν είναι για να τρομάζουν τα παιδιά. Είναι παλιότερο από το χωριό. Παλιότερο από την εκκλησία. Παλιότερο από τα ονόματα που δώσαμε στα βουνά».


«Τότε γιατί χτίσατε ξωκλήσι από πάνω;»


Με κοίταξε σαν να είχα κάνει ανόητη ερώτηση.


«Γιατί αυτό ξέραμε να χτίζουμε».


Εκείνη τη μέρα έμαθα όσα μπορούσα.


Όχι από έναν άνθρωπο. Από σπασμένες φράσεις, μισές εξομολογήσεις, βλέμματα που χαμήλωναν όταν πλησίαζα.


Το ξωκλήσι του Αϊ-Νικήτα δεν ήταν πάντα ξωκλήσι. Πριν χτιστεί, εκεί υπήρχε ένας κύκλος από μαύρες πέτρες. Κανείς δεν ήξερε ποιος τον έφτιαξε. Οι παλιοί έλεγαν ότι οι πέτρες δεν ήταν από εκείνο το βουνό. Ότι δεν τις έφερναν τα ζώα κοντά. Ότι τη νύχτα έβγαζαν ζέστη, ακόμη και στο χιόνι.


Κάτω από τις πέτρες υπήρχε κάτι σαν χάσμα.


Όχι μεγάλο.


Όχι σπηλιά.


Μια σχισμή στο έδαφος, τόσο στενή που δεν μπορούσε να χωρέσει άνθρωπος. Όμως από μέσα της έβγαινε αέρας. Ζεστός. Και μαζί του ένας ήχος που έκανε τους ανθρώπους να βλέπουν όνειρα με πράγματα που δεν υπήρχαν στη γη.


Κάποιοι έλεγαν ότι από εκεί ανέβαιναν οι νεκροί.


Άλλοι ότι εκεί κοιμόταν ένας παλιός θεός. Άλλοι ότι ήταν η είσοδος για την κόλαση.


Οι πιο ηλικιωμένοι δεν έλεγαν τίποτα.


Έκαναν μόνο τον σταυρό τους.


Το ξωκλήσι χτίστηκε πριν από περίπου διακόσια χρόνια, μετά από έναν χειμώνα που χάθηκαν επτά άνθρωποι. Όχι στο δάσος. Όχι στον γκρεμό.


Χάθηκαν μέσα στα σπίτια τους.


Οι οικογένειές τους τους άκουγαν να μιλούν στον ύπνο τους σε μια γλώσσα που κανείς δεν καταλάβαινε. Μετά άρχισαν να ξυπνούν τη νύχτα και να περπατούν προς το βουνό. Τους κρατούσαν, τους έδεναν, τους έκλειναν μέσα.


Ένας ένας, όμως, εξαφανίζονταν.


Πάντα μετά τον τρίτο χτύπο της καμπάνας.


Τότε έφεραν πέτρα, εικόνες, σταυρούς και έναν παπά από μακριά. Έχτισαν το ξωκλήσι πάνω στη σχισμή. Έκλεισαν το πάτωμα με την κυκλική πλάκα. Και έβαλαν την καμπάνα μέσα, με το σχοινί να περνά μέσα από την πέτρα, προς τα κάτω.


Δεν ήταν για να τη χτυπούν οι άνθρωποι.


Ήταν για να ακούνε αν κάτι από κάτω τραβάει το σχοινί.


«Και όταν χτυπάει;» ρώτησα τον Μπάρμπα Γιάννη.


Εκείνος σταύρωσε τα χέρια του.


«Κλείνουμε τα παράθυρα. Δεν απαντάμε αν μας φωνάξουν με το όνομά μας. Και το πρωί μετράμε ποιος λείπει».


Θα έπρεπε να φύγω τότε.


Το ξέρω.


Αν είχα λογική, θα είχα μαζέψει τα πράγματά μου και θα είχα κατέβει από το χωριό πριν νυχτώσει.


Αλλά έμεινα.


Όχι επειδή ήμουν γενναίος. Ούτε επειδή δεν πίστευα.


Έμεινα επειδή κάτι μέσα μου είχε αρχίσει να θέλει να ξανακούσει τον ήχο.


Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Κάθισα στο δωμάτιο με το φως αναμμένο, το κινητό στην πρίζα και το παράθυρο κλειστό. Γύρω στις δύο, άρχισε ο αέρας. Όχι έξω. Μέσα στο δωμάτιο.


Οι κουρτίνες δεν κουνήθηκαν. Η πόρτα δεν άνοιξε. Κι όμως ένιωθα κάτι να περνάει γύρω μου, σαν αναπνοή από πολύ μεγάλο στόμα.


Στις 03:07, άκουσα το όνομά μου.


Όχι δυνατά.


Όχι από το διάδρομο.


Από το πάτωμα.


Σαν κάποιος να το είπε μέσα από τις σανίδες, πολύ χαμηλά, με φωνή που δεν ήξερε πώς να γίνει ανθρώπινη.


Δεν απάντησα.


Το όνομα ακούστηκε ξανά.


Έβαλα τα χέρια στα αυτιά.


Το πάτωμα άρχισε να δονείται ελαφρά.


Έπειτα χτύπησε η καμπάνα.


Ντον.


Όλο το χωριό έμεινε ακίνητο.


Ντον.


Άκουσα πόρτες να κλειδώνουν. Παράθυρα να σφαλίζουν. Έναν σκύλο να ουρλιάζει και μετά να σωπαίνει απότομα.


Περίμενα τον τρίτο χτύπο.


Δεν ήρθε.


Αντί γι’ αυτό, ακούστηκε κάτι άλλο.


Ένα σύρσιμο.


Κάτι βαρύ τραβιόταν πάνω στο χώμα, από το βουνό προς το χωριό.


Το άκουγαν όλοι. Είμαι σίγουρος. Κι όμως κανείς δεν φώναξε. Κανείς δεν βγήκε. Το χωριό κρατούσε την ανάσα του.


Το σύρσιμο σταμάτησε κάτω από το παράθυρό μου.


Δεν κοίταξα.


Ό,τι κι αν πιστεύεις για τον εαυτό σου, όση περιέργεια κι αν νομίζεις ότι έχεις, υπάρχει μια στιγμή που το σώμα σου ξέρει καλύτερα από το μυαλό.


Έμεινα στην καρέκλα, με τα χέρια στα αυτιά και τα μάτια καρφωμένα στην πόρτα.


Τότε, από την άλλη πλευρά του παραθύρου, μια φωνή ψιθύρισε:


«Σε περιμέναμε».


Δεν θυμάμαι να λιποθύμησα.


Το πρωί με βρήκε ο καφετζής στο πάτωμα. Το παράθυρο ήταν κλειστό. Το φως ακόμα αναμμένο. Το κινητό μου είχε λιώσει στο πλάι, σαν να το είχε ακουμπήσει κάτι καυτό.


Στο τζάμι υπήρχε υγρασία.


Από την έξω πλευρά.


Και πάνω στην υγρασία, κάποιος είχε γράψει με δάχτυλο ένα σχήμα.


Την ίδια σπείρα που είχα δει στην κυκλική πλάκα του ξωκλησιού.


Έφυγα από το χωριό εκείνο το μεσημέρι.


Κανείς δεν προσπάθησε να με σταματήσει. Κανείς δεν με αποχαιρέτησε. Μόνο μια ηλικιωμένη γυναίκα, η κυρά-Μαρίκα, καθώς περνούσα από την πλατεία, μου έδωσε ένα μικρό σταυρουδάκι.


«Δεν θα το κρατήσει μακριά», είπε. «Αλλά ίσως θυμηθείς να μη γυρίσεις όταν σε φωνάξει».


Γύρισα στην Αθήνα.


Για τρεις μέρες δεν συνέβη τίποτα. 


Μετά, την τέταρτη νύχτα, ξύπνησα στις 03:07.


Το δωμάτιό μου ήταν σκοτεινό.


Η πόλη έξω ακουγόταν μακρινή.


Και από το πάτωμα, κάτω από το κρεβάτι μου, άκουσα το όνομά μου.


Πρώτα με τη δική μου φωνή.


Μετά με της μητέρας μου.


Μετά με μια φωνή που δεν ήταν φωνή, αλλά βάθος.


Δεν απάντησα.


Έμεινα ακίνητος. Ένιωσα τότε κάτι να με τραβάει μέσα από το στρώμα, να προσπαθεί να με βάλει μέσα σε αυτό!


Άνοιξα να μάτια μου τρομοκρατημένος. Ο εφιάλτης έμοιαζε πολύ αληθινός. Σηκώθηκα από το κρεβάτι και πήγα στην κουζίνα να πιω ένα ποτήρι νερό. 


Η ιστορία αυτή με επηρέασε πολύ σκέφτηκα, όταν άκουσα στην ησυχία την πόλης, κάπου μακριά στον ορίζοντα, τον αχνό ήχο μιας καμπάνας.

Ντον.


Αν θέλεις να μείνεις λίγο ακόμα στο σκοτάδι…

Καπνός Στον Καθρέφτη Διηγήματα Και Οφθαλμαπάτες


Our Horror Story: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Γιώργο για την ιστορία που μας έστειλε.


Η ανατριχίλα δεν τελειώνει εδώ…

Note Death


Διαβάστε επίσης:






Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.