0

Το καταραμένο χωριό




Η ιστορία που θα σας διηγηθώ δεν συνέβη σε μένα.


Την άκουσα από τη γιαγιά μου, όταν ήμουν ακόμη παιδί. Για χρόνια πίστευα ότι ήταν ένα από εκείνα τα παραμύθια που έλεγαν παλιά οι μεγάλοι για να φοβίζουν τα παιδιά και να μην απομακρύνονται από το σπίτι μετά τη δύση του ήλιου.


Μόνο που η γιαγιά μου δεν τη διηγούνταν σαν παραμύθι.


Κάθε φορά που μιλούσε γι’ αυτήν, χαμήλωνε τη φωνή της. Τα χέρια της άρχιζαν να τρέμουν και το βλέμμα της έμενε καρφωμένο σε κάποιο σημείο πίσω μου, σαν να έβλεπε ξανά μπροστά της όσα είχαν συμβεί εκείνο το βράδυ.


Η ίδια έλεγε πως εκείνη ήταν η νύχτα που το χωριό μας το καταράστηκε ο διάβολος. 


Δεν θα σας αποκαλύψω το όνομά του. Υπάρχει ακόμη, αν και σήμερα έχουν απομείνει λιγότεροι από σαράντα μόνιμοι κάτοικοι. Τα περισσότερα σπίτια είναι εγκαταλελειμμένα και οι αυλές τους έχουν πνιγεί από αγριόχορτα. Οι νεότεροι έφυγαν για τις πόλεις και οι ηλικιωμένοι που απέμειναν αποφεύγουν να μιλούν για το παρελθόν.


Στην άκρη του χωριού υπάρχει ένα πέτρινο σπίτι με μισογκρεμισμένη σκεπή και κλειστά παντζούρια. Κανένας δεν το πλησιάζει. Ακόμη και σήμερα, όσοι περνούν από τον δρόμο μπροστά του κάνουν τον σταυρό τους και επιταχύνουν το βήμα τους.


Σε εκείνο το σπίτι έμενε κάποτε μια νεαρή γυναίκα που λεγόταν Ελένη.


Η γιαγιά μου ήταν τότε περίπου εννέα ετών και ζούσε ακριβώς δίπλα, μαζί με τους γονείς και τις δύο μεγαλύτερες αδελφές της.


Η Ελένη ήταν ανύπαντρη και έγκυος.


Σήμερα αυτό μπορεί να μη φαίνεται τόσο τρομερό. Εκείνη την εποχή, όμως, και ειδικά σε ένα μικρό χωριό, ήταν αρκετό για να κάνει τους ανθρώπους να ψιθυρίζουν μόλις την έβλεπαν. Κάποιες γυναίκες την απέφευγαν. Άλλες τη λυπούνταν. Οι περισσότερες, όμως, την κατηγορούσαν, σαν η εγκυμοσύνη της να αποτελούσε προσβολή για ολόκληρο το χωριό.


Ο πατέρας του παιδιού λεγόταν Ανέστης.


Δεν ήταν από εκεί. Είχε εμφανιστεί λίγα χρόνια νωρίτερα, όταν άρχισε να εργάζεται σε κάποια έργα έξω από την κοντινότερη πόλη. Ήταν μεγαλύτερος από την Ελένη, καλοντυμένος και πολύ πιο μορφωμένος από τους περισσότερους άντρες του χωριού.


Της είχε υποσχεθεί ότι θα την παντρευόταν πριν γεννηθεί το παιδί.


Έμενε μαζί της για δύο ή τρεις ημέρες και έπειτα εξαφανιζόταν για ολόκληρη την εβδομάδα, δήθεν λόγω της δουλειάς του. Κάποιοι έλεγαν ότι είχε γυναίκα και παιδιά στην πόλη. Άλλοι ισχυρίζονταν ότι δεν εργαζόταν εκεί όπου έλεγε και ότι κανείς δεν ήξερε από πού ερχόταν πραγματικά.


Η Ελένη δεν άκουγε κανέναν.


Περίμενε το παιδί και ήταν βέβαιη ότι, μόλις το γεννούσε, ο Ανέστης θα τη στεφανωνόταν.


Από τον έβδομο μήνα της εγκυμοσύνης, όμως, άρχισαν τα προβλήματα.


Η κοιλιά της είχε μεγαλώσει αφύσικα. Δεν ήταν στρογγυλή όπως των άλλων εγκύων. Η μια πλευρά της εξείχε περισσότερο και μερικές φορές άλλαζε σχήμα μπροστά στα μάτια όσων βρίσκονταν κοντά της.


Η Ελένη υπέφερε από δυνατούς πόνους. Έλεγε πως το παιδί δεν κλοτσούσε όπως ένα κανονικό μωρό. Ένιωθε κάτι να σέρνεται μέσα της, αργά, από τη μια πλευρά της κοιλιάς στην άλλη. Κάποιες νύχτες ξυπνούσε επειδή αισθανόταν μικρά δάχτυλα να πιέζουν το δέρμα της από μέσα.


Ο γιατρός που ερχόταν στο χωριό μία φορά την εβδομάδα την εξέτασε και είπε ότι το έμβρυο βρισκόταν σε λανθασμένη θέση. Δεν υπήρχαν τότε τα μέσα που υπάρχουν σήμερα. Της συνέστησε ξεκούραση και είπε ότι, όταν θα πλησίαζε η ώρα, έπρεπε να μεταφερθεί στην πόλη.


Η γριά μαία του χωριού είχε διαφορετική γνώμη.


Όταν ακούμπησε τα χέρια της στην κοιλιά της Ελένης, τραβήχτηκε απότομα. Δεν εξήγησε τι αισθάνθηκε. Μάζεψε βιαστικά τα πράγματά της και, προτού φύγει, είπε μόνο:


«Αυτό το παιδί δεν κάθεται λάθος. Δεν θέλει να γεννηθεί».


Αργότερα, όταν η μητέρα της γιαγιάς μου την πίεσε να μιλήσει, η μαία παραδέχτηκε κάτι ακόμη.


Είπε ότι είχε ξεγεννήσει δεκάδες γυναίκες, αλλά αυτό που κινούνταν μέσα στην Ελένη δεν της φάνηκε ανθρώπινο.


Λίγες ημέρες αργότερα άρχισαν οι εφιάλτες.


Η Ελένη έβλεπε μαύρες μορφές να στέκονται γύρω από το κρεβάτι της. Δεν είχαν πρόσωπα, μόνο βαθιές κοιλότητες εκεί όπου θα έπρεπε να βρίσκονται τα μάτια τους. Ψιθύριζαν σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινε και άπλωναν τα χέρια τους προς την κοιλιά της.


Ανάμεσά τους βρισκόταν πάντα μια ψηλότερη μορφή.


Εκείνη δεν πλησίαζε. Στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας και παρακολουθούσε τους άλλους. Η Ελένη δεν μπορούσε να δει καθαρά το πρόσωπό της, αλλά ήταν σίγουρη ότι χαμογελούσε.


Κάθε φορά που ξυπνούσε, η εξώπορτα του σπιτιού ήταν ανοιχτή.


Η Ελένη άρχισε να φοβάται να κοιμηθεί. Περνούσε τις νύχτες καθισμένη στην κουζίνα, με όλα τα λυχνάρια αναμμένα. Μερικές φορές έτρεχε στο διπλανό σπίτι και παρακαλούσε τη μητέρα της γιαγιάς μου να την αφήσει να κοιμηθεί μαζί τους.


Έλεγε ότι κάποιος περπατούσε γύρω από το σπίτι της.


Όχι όμως σαν άνθρωπος.


Άκουγε βήματα να σταματούν κάτω από το παράθυρό της και κάτι αιχμηρό να ξύνει αργά τις πέτρες του τοίχου. Το πρωί έβρισκε χώματα γύρω από το κρεβάτι της και μικρές μαύρες κηλίδες πάνω στα σεντόνια.


Ο Ανέστης έλειπε εκείνες τις ημέρες.


Η Ελένη τον περίμενε να επιστρέψει, αλλά κανείς δεν ήξερε πού βρισκόταν.


Ένα βράδυ, λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, η οικογένεια της γιαγιάς μου ξύπνησε από μια κραυγή.


Δεν έμοιαζε με κραυγή πόνου. Η γιαγιά μου έλεγε πως ήταν η φωνή ενός ανθρώπου που είχε δει κάτι το οποίο δεν θα έπρεπε να υπάρχει.


Ο πατέρας της άρπαξε το λυχνάρι και έτρεξε στο σπίτι της Ελένης. Η γυναίκα του και οι μεγαλύτερες κόρες τον ακολούθησαν. Η γιαγιά μου τούς ακολούθησε κρυφά και στάθηκε στην είσοδο.


Η εξώπορτα ήταν ορθάνοιχτη.


Υπήρχαν αίματα στον διάδρομο, στους τοίχους και μέχρι πάνω στα ξύλα της πόρτας του υπνοδωματίου.


Βρήκαν την Ελένη ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Το νυχτικό της ήταν σκισμένο και το στρώμα από κάτω της είχε ποτίσει στο αίμα. Η κοιλιά της είχε αδειάσει. Όλα έδειχναν ότι είχε γεννήσει.


Το παιδί, όμως, δεν βρισκόταν πουθενά.


Η Ελένη έκλαιγε και φώναζε ξανά και ξανά την ίδια φράση:


«Μου το πήρε. Ο δαίμονας πήρε το παιδί μου».


Η μητέρα της γιαγιάς μου προσπάθησε να την ηρεμήσει και τη ρώτησε ποιος είχε μπει στο σπίτι.


Η Ελένη άρπαξε το χέρι της τόσο δυνατά, ώστε τα νύχια της μπήκαν στο δέρμα.


«Δεν μπήκε», της είπε. «Ήταν ήδη εδώ. Τόσους μήνες ήταν εδώ».


Κανείς δεν κατάλαβε τι εννοούσε.


Έψαξαν όλο το σπίτι. Κοίταξαν κάτω από το κρεβάτι, μέσα στα μπαούλα, στην αποθήκη και στην αυλή. Δεν βρήκαν ούτε το μωρό ούτε κάποιο ίχνος που να δείχνει τι είχε συμβεί.


Τότε, ενώ όλοι βρίσκονταν ακόμη στο υπνοδωμάτιο, ακούστηκε η εξώπορτα.


Ο Ανέστης στεκόταν στο κατώφλι.


Υποτίθεται ότι βρισκόταν σε ταξίδι και κανείς δεν τον είχε δει να μπαίνει στο χωριό. Δεν κρατούσε αποσκευές. Τα παπούτσια και τα ρούχα του ήταν καθαρά, παρά τη λάσπη που υπήρχε στους δρόμους από τη δυνατή βροχή.


Όταν αντίκρισε την Ελένη, δεν έτρεξε κοντά της.


Δεν τη ρώτησε τι είχε συμβεί.


Έμεινε στην άκρη του δωματίου και την κοίταζε σιωπηλός.


Μόλις εκείνη τον είδε, άρχισε να ουρλιάζει ακόμη πιο δυνατά.


Έδειχνε προς το μέρος του και φώναζε:


«Μην τον αφήσετε να με πλησιάσει! Αυτός το έφερε μέσα μου!»


Οι άντρες του χωριού πίστεψαν ότι η Ελένη είχε χάσει τα λογικά της. Κάποιοι υποψιάστηκαν ότι είχε γεννήσει μόνη της και, μέσα στον πανικό της, είχε σκοτώσει ή κρύψει το παιδί.


Το βρέφος δεν βρέθηκε ποτέ.


Η Ελένη μεταφέρθηκε στην πόλη το επόμενο πρωί. Δεν επέστρεψε ξανά στο χωριό. Άλλοι είπαν ότι την έκλεισαν σε ίδρυμα. Άλλοι ότι πέθανε λίγους μήνες αργότερα. Η γιαγιά μου δεν έμαθε ποτέ με βεβαιότητα τι απέγινε.


Ο Ανέστης έμεινε εκείνο το βράδυ στο σπίτι.


Λίγο πριν χαράξει, η γιαγιά μου ξύπνησε από έναν επαναλαμβανόμενο ήχο. Κάποιος χτυπούσε το χώμα με φτυάρι.


Σηκώθηκε χωρίς να ξυπνήσει τους γονείς της και κοίταξε από το παράθυρο. Η βροχή είχε σταματήσει και το φεγγάρι φώτιζε την αυλή του διπλανού σπιτιού.


Ο Ανέστης βρισκόταν κάτω από τη μεγάλη συκιά.


Είχε ανοίξει έναν λάκκο και κρατούσε στην αγκαλιά του κάτι τυλιγμένο με ένα λευκό, ματωμένο πανί.


Η γιαγιά μου ήταν παιδί, αλλά ήξερε πολύ καλά τι έβλεπε.


Το δέμα είχε το μέγεθος ενός νεογέννητου.


Τη στιγμή που ο Ανέστης έσκυψε για να το βάλει στον λάκκο, το πανί άνοιξε. Ένα μικροσκοπικό χέρι φάνηκε για λίγα δευτερόλεπτα.


Δεν έμοιαζε, όμως, με χέρι ανθρώπινου μωρού.


Τα δάχτυλά του ήταν υπερβολικά μακριά και στην άκρη τους υπήρχαν λεπτά, μαύρα νύχια.


Η γιαγιά μου δεν μπόρεσε να συγκρατήσει μια κραυγή.


Ο Ανέστης σήκωσε αμέσως το κεφάλι και κοίταξε προς το παράθυρο.


Το πρόσωπό του βρισκόταν μισό μέσα στο φως και μισό στη σκιά. Η γιαγιά μου έλεγε ότι εκείνη τη στιγμή δεν έμοιαζε πια με τον άντρα που γνώριζαν.


Τα μάτια του ήταν κατάμαυρα και το στόμα του φαινόταν πολύ μεγαλύτερο απ’ όσο θα έπρεπε. Η σκιά πίσω του υψωνόταν πάνω από το σώμα του και σχημάτιζε δύο μυτερές προεξοχές στο κεφάλι.


Της χαμογέλασε.


Έπειτα ακούμπησε το δάχτυλό του στα χείλη, ζητώντας της να μη μιλήσει.


Η γιαγιά μου κρύφτηκε κάτω από τα σκεπάσματα και έμεινε εκεί μέχρι το πρωί. Όταν κατάφερε να πει στους γονείς της τι είχε δει, ο Ανέστης είχε εξαφανιστεί.


Δεν επέστρεψε ποτέ στο χωριό.


Ο πατέρας της πήγε στην αυλή του σπιτιού, αλλά το χώμα κάτω από τη συκιά ήταν λασπωμένο από τη βροχή και δεν φαινόταν να έχει σκαφτεί. Θεώρησε ότι η κόρη του είχε τρομάξει από όσα συνέβησαν και είχε δει εφιάλτη.


Χρόνια αργότερα, η γιαγιά μου έμαθε κάτι που οι μεγάλοι έκρυβαν τότε από τα παιδιά.


Η Ελένη δεν ήταν η πρώτη έγκυος που είχε ζήσει σε εκείνο το σπίτι.


Τρεις γυναίκες πριν από εκείνη είχαν χάσει τα παιδιά τους λίγο πριν γεννήσουν. Η μία είχε βρεθεί νεκρή στο κρεβάτι της. Η δεύτερη ισχυριζόταν ότι το μωρό εξαφανίστηκε μέσα από την κοιλιά της κατά τη διάρκεια της νύχτας. Η τρίτη εγκατέλειψε το χωριό χωρίς να εξηγήσει ποτέ τι της συνέβη.


Και καμία από αυτές τις εγκυμοσύνες δεν είχε αφήσει πίσω της το σώμα ενός παιδιού.


Μετά την Ελένη άρχισαν να συμβαίνουν κι άλλα.


Μέσα στα επόμενα χρόνια, πολλές γυναίκες του χωριού απέβαλαν. Δύο μωρά γεννήθηκαν νεκρά. Μια μητέρα ορκίστηκε ότι, το βράδυ πριν χάσει το παιδί της, είδε έναν ψηλό άντρα να στέκεται δίπλα στην κούνια που είχαν ετοιμάσει.


Οι κάτοικοι άρχισαν να λένε ότι το χωριό ήταν καταραμένο.


Ο ιερέας διάβασε ευχές έξω από το εγκαταλελειμμένο σπίτι, αλλά αρνήθηκε να περάσει το κατώφλι του. Λίγες ημέρες αργότερα η μεγάλη συκιά ξεράθηκε μέσα σε μία νύχτα. Όλα της τα φύλλα μαύρισαν, παρόλο που ήταν κατακαλόκαιρο.


Κανείς δεν έζησε ξανά εκεί.


Η γιαγιά μου πέθανε πριν από έξι μήνες.


Λίγο πριν από το τέλος, όταν πια δυσκολευόταν να θυμηθεί ακόμη και τα ονόματά μας, με έπιασε από το χέρι και μου είπε κάτι που δεν είχε αναφέρει ποτέ μέχρι τότε.


«Δεν ήταν μόνο ένα», ψιθύρισε. «Όταν έσκαβε, είδα κι άλλα πανιά μέσα στο χώμα».


Την περασμένη εβδομάδα επέστρεψα στο χωριό για να τακτοποιήσω κάποια πράγματα στο παλιό της σπίτι. Από το παράθυρο του παιδικού της δωματίου φαίνεται ακόμη καθαρά η αυλή της Ελένης.


Η ξεραμένη συκιά στέκεται στο ίδιο σημείο.


Κάτω από τα κλαδιά της υπάρχουν μικρά βαθουλώματα στο χώμα. Είναι το ένα δίπλα στο άλλο, σχεδόν σε σειρά. Δεν ξέρω αν υπήρχαν πάντα ή αν τώρα απλώς τα πρόσεξα επειδή θυμήθηκα την ιστορία.


Ρώτησα έναν ηλικιωμένο κάτοικο ποιος είναι σήμερα ο ιδιοκτήτης του σπιτιού.


Μόλις κατάλαβε γιατί ρωτούσα, σηκώθηκε και έφυγε χωρίς να μου απαντήσει.


Δεν ξέρω αν η γιαγιά μου είδε πράγματι έναν δαίμονα εκείνο το βράδυ. Δεν ξέρω αν ο Ανέστης ήταν ένας δολοφόνος, ένας απατεώνας ή κάτι που απλώς έμοιαζε με άνθρωπο. Ίσως η Ελένη έχασε το παιδί της και όλοι οι υπόλοιποι δημιούργησαν έναν μύθο για να κρύψουν ένα έγκλημα.


Υπάρχει μόνο ένας τρόπος να μάθω αν έλεγε την αλήθεια.


Σε λίγες ημέρες θα επιστρέψω στο χωριό. Αυτή τη φορά θα πάρω μαζί μου ένα φτυάρι.


Και όταν νυχτώσει, θα μπω στην αυλή του σπιτιού όπου τα παιδιά δεν γεννιούνταν ποτέ.


Κάτι σε οδήγησε σε αυτή την ιστορία για κάποιο λόγο:

Μόνο αν πιστεύεις


Our Horror Stories : Ευχαριστούμε την φίλη μας Κατερίνα για την ιστορία που μας έστειλε.


Αν σου άρεσε η ιστορία τότε πρέπει να διαβάσει κι αυτό:

Η Αποκάλυψη του Ιωάννη


Διαβάστε επίσης:

Γιοβάννη Λάκκος 

Το κουφάρι

Η αόρατη παρουσία 


Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.







1

Η Μαυροφορεμένη της Λιτανείας

 



Καλησπέρα σας.

Αυτό που θα σας πω δεν είναι μια ακόμη  ιστορία τρόμου. Είναι κάτι άλλο. Κάτι που δεν ξέρω πώς να το ονομάσω, γιατί κάθε φορά που προσπαθώ να το εξηγήσω, νιώθω πως το μικραίνω.

Συνέβη πριν από πολλά χρόνια, στο χωριό της μητέρας μου, ανήμερα Δεκαπενταύγουστο.

Εκείνο το καλοκαίρι δεν ήθελα να πάω πουθενά.

Ήμουν σε πολύ άσχημη κατάσταση. Είχα προβλήματα με τη δουλειά, με την οικογένειά μου, με την υγεία μου. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες. Αρκεί να σας πω ότι ένιωθα πως όλα μέσα μου είχαν μπερδευτεί. Δεν κοιμόμουν καλά. Δεν έτρωγα καλά. Είχα χάσει την υπομονή μου με όλους και κυρίως με τον εαυτό μου.

Η μητέρα μου επέμενε να πάμε στο χωριό για τον Δεκαπενταύγουστο.

«Θα σου κάνει καλό», μου έλεγε.

Εγώ δεν ήθελα. Δεν είχα διάθεση για συγγενείς, για πανηγύρια, για λειτουργίες, για ερωτήσεις του τύπου “πώς πάει η δουλειά;” και “πότε θα φτιάξεις τη ζωή σου;”. Όλα αυτά τότε μου φαίνονταν βάρος.

Τελικά πήγα, όχι επειδή το ήθελα, αλλά επειδή δεν είχα τη δύναμη να αρνηθώ άλλο.

Φτάσαμε παραμονή, αργά το απόγευμα. Το χωριό ήταν γεμάτο κόσμο. Αυτοκίνητα παντού, παιδιά στην πλατεία, ηλικιωμένες γυναίκες με μαύρα που πήγαιναν προς την εκκλησία, άντρες που έστηναν τραπέζια για το πανηγύρι. Από τα σπίτια έβγαιναν μυρωδιές από φαγητά, βασιλικό, κερί και καλοκαιρινή σκόνη.

Θυμάμαι ότι όλα αυτά με εκνεύριζαν.

Δεν ήθελα να βρίσκομαι εκεί.

Το βράδυ πήγαμε στην εκκλησία. Η μητέρα μου ήθελε να είμαστε στη λειτουργία και μετά στη λιτανεία. Εγώ στεκόμουν δίπλα της, σχεδόν αγανακτισμένος. Η εκκλησία ήταν γεμάτη, είχε ζέστη, τα κεριά έλιωναν γρήγορα, ο κόσμος στριμωχνόταν. Άκουγα τις ψαλμωδίες, αλλά το μυαλό μου ήταν αλλού.

Σκεφτόμουν όλα όσα δεν πήγαιναν καλά.

Σκεφτόμουν ότι είχα κουραστεί.

Σκεφτόμουν ότι δεν άντεχα άλλο να προσποιούμαι πως είμαι εντάξει.

Μετά ξεκίνησε η λιτανεία.

Βγήκαμε έξω, πίσω από την εικόνα. Οι καμπάνες χτυπούσαν αργά, ο κόσμος ακολουθούσε σιωπηλά, και ο δρόμος γύρω από την εκκλησία είχε γεμίσει πρόσωπα φωτισμένα από κεριά και μικρά φώτα.

Εγώ περπατούσα λίγο πιο πίσω από τη μητέρα μου, όταν κάτι τράβηξε το βλέμμα μου:

Μια γυναίκα ντυμένη στα μαύρα.

Στην αρχή δεν μου έκανε εντύπωση. Στο χωριό, ειδικά τέτοιες μέρες, πολλές γυναίκες φορούσαν μαύρα. Όμως εκείνη ήταν διαφορετική.

Δεν ήταν ακριβώς μέσα στο πλήθος. Περπατούσε λίγο πιο άκρη, σαν να ακολουθούσε τη λιτανεία αλλά ταυτόχρονα να μην ανήκε σε αυτή. Το πρόσωπό της ήταν μισοκρυμμένο από ένα μαύρο μαντήλι. Δεν ήταν καμπουριασμένη, δεν έμοιαζε αδύναμη, δεν έμοιαζε χαμένη. Στεκόταν και περπατούσε με έναν τρόπο ήρεμο, σχεδόν απόλυτο.

Σαν να ήξερε ακριβώς γιατί βρισκόταν εκεί.

Αυτό που με αναστάτωσε δεν ήταν η ίδια.

Ήταν οι άλλοι.

Κανείς δεν της έδινε σημασία.

Όχι απλώς δεν την κοιτούσαν. Ήταν σαν να μην την έβλεπαν. Πέρασε δίπλα από ανθρώπους και κανείς δεν γύρισε το κεφάλι. Ένα παιδί παραλίγο να πέσει πάνω της, αλλά η μητέρα του το τράβηξε χωρίς να κοιτάξει προς το μέρος της. Ένας ηλικιωμένος έκανε τον σταυρό του, αλλά τα μάτια του έμειναν καρφωμένα μπροστά.

Έσκυψα προς τη μητέρα μου.

«Ποια είναι αυτή;» τη ρώτησα.

«Ποια;»

«Η γυναίκα εκεί. Με τα μαύρα.»

Η μητέρα μου γύρισε, κοίταξε πρόχειρα προς τα πίσω και ξαναγύρισε μπροστά.

«Ποια καλέ; Όλες μαύρα φοράνε εδώ.»

Δεν επέμεινα.

Η λιτανεία τελείωσε στην εκκλησία. Ο κόσμος μπήκε ξανά μέσα, γιατί η λειτουργία συνεχιζόταν. Εγώ άντεξα λίγα λεπτά ακόμη. Ένιωθα πνιγμένος. Από τη ζέστη, από τον κόσμο, από τις σκέψεις μου. Είπα στη μητέρα μου ότι θα πάω λίγο μέχρι το σπίτι.

Δεν μου έδωσε πολλή σημασία. Ήταν απορροφημένη στη λειτουργία.

Βγήκα έξω.

Η πλατεία ήταν πιο σκοτεινή απ’ όσο τη θυμόμουν. Τα φώτα του πανηγυριού δεν είχαν ανάψει ακόμη όλα. Από την εκκλησία ακούγονταν οι ψαλμωδίες, αλλά όσο απομακρυνόμουν, γίνονταν πιο χαμηλές, σαν να έρχονταν από πολύ μακριά.

Πέρασα μπροστά από ένα παλιό παγκάκι στην άκρη της πλατείας.

Και εκεί την είδα ξανά.

Τη μαυροφορεμένη γυναίκα.

Καθόταν μόνη της στο σκοτάδι.

Δεν ξέρω γιατί σταμάτησα. Δεν είχα κανέναν λόγο. Θα μπορούσα απλά να συνεχίσω προς το σπίτι. Όμως κάτι με κράτησε εκεί. Δεν ήταν ακριβώς περιέργεια. Ήταν σαν να με είχε δει πριν την δω εγώ.

Πλησίασα αργά.

Εκείνη δεν σήκωσε το κεφάλι.

Στάθηκα μπροστά της και για λίγα δευτερόλεπτα δεν ήξερα τι να πω. Ένιωθα αμήχανα, σαν να πλησίαζα έναν άνθρωπο που πενθούσε.

«Θέλετε βοήθεια;» τη ρώτησα τελικά.

Η γυναίκα σήκωσε αργά το πρόσωπό της.

Δεν ήταν τόσο ηλικιωμένη όσο νόμιζα. Ή μπορεί να ήταν. Δεν μπορούσα να καταλάβω. Το πρόσωπό της έμοιαζε κουρασμένο, αλλά όχι άρρωστο. Τα μάτια της ήταν σκοτεινά, ήρεμα, και είχαν κάτι που με έκανε να θέλω να χαμηλώσω το βλέμμα.

Με κοίταξε σαν να με ήξερε.

Σαν να με περίμενε.

«Εσύ χρειάζεσαι βοήθεια από μένα», είπε.

Η φωνή της δεν ήταν δυνατή. Όμως την άκουσα καθαρά, παρόλο που από την εκκλησία συνέχιζαν να ακούγονται ψαλμωδίες.

Δεν απάντησα.

Ήθελα να πω κάτι ειρωνικό. Κάτι για να σπάσω την αμηχανία. Ήμουν τέτοιος τότε. Όταν κάτι με φόβιζε ή με άγγιζε, το κορόιδευα.

Αλλά δεν μπόρεσα.

Η γυναίκα έκανε λίγο στην άκρη, σαν να μου άφηνε χώρο στο παγκάκι.

Δεν ξέρω γιατί κάθισα.

Ακόμη και σήμερα, τόσα χρόνια μετά, δεν μπορώ να το εξηγήσω. Δεν σκέφτηκα «θα καθίσω». Δεν το αποφάσισα. Απλώς το σώμα μου υπάκουσε πριν προλάβει το μυαλό μου να αντιδράσει.

Κάθισα δίπλα της.

Για λίγη ώρα δεν μιλήσαμε.

Η πλατεία ήταν άδεια. Η εκκλησία ακουγόταν μακριά. Ένα σκυλί γάβγισε κάπου σε ένα στενό και μετά σώπασε. Ένιωθα τον αέρα ζεστό και βαρύ πάνω στο πρόσωπό μου.

Τότε η γυναίκα άπλωσε το χέρι της και έπιασε το δικό μου.

Το πρώτο που ένιωσα ήταν πόσο κρύο ήταν. Κρύο σαν νερό από πηγή, σαν πέτρα σε σκιά, σαν κάτι που δεν το είχε αγγίξει ο ήλιος για πολύ καιρό.

Και μετά άρχισα να κλαίω.

Όχι λίγο.

Όχι συγκινημένα.

Άρχισα να κλαίω όπως δεν είχα κλάψει ποτέ στη ζωή μου. Με λυγμούς που έβγαιναν από μέσα μου χωρίς να τους ελέγχω. Έβαλα το άλλο μου χέρι στο πρόσωπό μου, ντράπηκα, προσπάθησα να σταματήσω, αλλά δεν μπορούσα.

Έκλαιγα για όλα όσα κρατούσα μήνες μέσα μου. Για την κούραση. Για τον φόβο. Για την αρρώστια που φοβόμουν να ονομάσω. Για τη δουλειά που με έπνιγε. Για την οικογένεια που δεν ήξερα πώς να αγαπήσω χωρίς να θυμώνω. Για τις νύχτες που έμενα ξύπνιος και σκεφτόμουν ότι είχα χαθεί από τον ίδιο μου τον εαυτό.

Η γυναίκα δεν είπε τίποτα.

Μόνο κρατούσε το χέρι μου.

Και όσο έκλαιγα, ένιωθα κάτι παράξενο. Σαν ο πόνος να μην έφευγε ακριβώς από μέσα μου, αλλά να άλλαζε βάρος. Σαν να τον κρατούσα τόσα χρόνια σφιγμένο πάνω μου και κάποιος να μου άνοιγε ένα ένα τα δάχτυλα.

Κάποια στιγμή έβγαλε από την τσέπη της ένα λευκό μαντήλι.

Ήταν καθαρό. Πολύ καθαρό. Παράξενα καθαρό για κάτι που βγήκε από μαύρα ρούχα μέσα στη νύχτα.

Μου το έδωσε.

«Έλα», είπε ήρεμα. «Ησύχασε τώρα. Τελείωσε. Δεν μπορεί να μείνει δίπλα σου όταν είμαι εγώ κοντά σου».

Πήρα το μαντήλι με χέρια που έτρεμαν και σκούπισα τα μάτια μου.

Μύριζε βασιλικό.

Κατέβασα το κεφάλι και έκλαψα ξανά, πιο ήσυχα αυτή τη φορά. Όταν κατάφερα να αναπνεύσω κανονικά, έσφιγγα ακόμη το μαντήλι στα χέρια μου.

«Ποια είστε;» τη ρώτησα.

Δεν απάντησε.

Σκούπισα άλλη μια φορά τα μάτια μου.

Και όταν γύρισα προς το μέρος της, δεν ήταν εκεί.

Το παγκάκι δίπλα μου ήταν άδειο.

Δεν άκουσα βήματα. Δεν την είδα να σηκώνεται. Δεν υπήρχε κανένας δρόμος που θα μπορούσε να την έχει πάρει τόσο γρήγορα χωρίς να την δω.

Απλώς δεν ήταν εκεί.

Έμεινα ακίνητος, με το λευκό μαντήλι στα χέρια.

Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε.

Με βρήκε η γιαγιά μου.

Ερχόταν από το στενό κρατώντας μια ζακέτα στους ώμους της.

«Τι κάνεις εδώ μόνος σου;» μου είπε. «Στα σκοτάδια κάθεσαι;»

Δεν μπορούσα να απαντήσω.

«Με ποιον ήμουν;» τη ρώτησα.

Η γιαγιά μου κοίταξε γύρω της.

«Με ποιον να είσαι; Μόνος σου κάθεσαι τόση ώρα. Πάμε σπίτι», είπε.

Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα για πρώτη φορά μετά από μήνες χωρίς να ξυπνήσω πανικόβλητος.

Δεν θα σας πω ότι την επόμενη μέρα λύθηκαν όλα. Δεν έγινε θαύμα με τον τρόπο που τα φανταζόμαστε. Δεν εξαφανίστηκαν μαγικά τα προβλήματα της δουλειάς, ούτε οι δυσκολίες με την οικογένεια, ούτε οι εξετάσεις που είχα να κάνω.

Αλλά κάτι άλλαξε.

Πρώτα άλλαξε μέσα μου.

Τις επόμενες εβδομάδες άρχισα να κοιμάμαι καλύτερα. Μετά βρήκα τη δύναμη να πάω στους γιατρούς που ανέβαλλα. Έκοψα ανθρώπους και συνήθειες που με τραβούσαν κάτω. Ζήτησα συγγνώμη εκεί που έπρεπε. Άρχισα να μιλάω πιο καθαρά, να θυμώνω λιγότερο, να φοβάμαι χωρίς να αφήνω τον φόβο να με κυβερνά.

Και, σιγά σιγά, άρχισα να πηγαίνω στην εκκλησία.

Στην αρχή από ανάγκη. Μετά από ευγνωμοσύνη. Και αργότερα από κάτι που δεν ξέρω αν μπορώ να το περιγράψω αλλιώς παρά μόνο ως πίστη.

Δεν έγινα άγιος άνθρωπος. Δεν θα προσποιηθώ κάτι τέτοιο. Έχω κάνει λάθη από τότε, πολλά. Έχω θυμώσει, έχω χαθεί, έχω αμφιβάλει. Όμως από εκείνη τη νύχτα προσπαθώ να κρατάω την καρδιά μου όσο πιο καθαρή μπορώ.

Όχι επειδή φοβάμαι την τιμωρία.

Επειδή φοβάμαι να ξανακαλέσω κοντά μου εκείνο που, όπως μου είπε η γυναίκα, δεν μπορούσε να μείνει δίπλα μου όσο ήταν εκείνη.

Το μαντήλι το έχω ακόμη.

Δεν το έπλυνα ποτέ. Δεν τόλμησα. Το έχω φυλαγμένο σε ένα μικρό ξύλινο κουτί, μαζί με ένα κομποσκοίνι και μια παλιά εικόνα που μου έδωσε αργότερα η γιαγιά μου.

Ακόμη μυρίζει βασιλικό.

Έχουν περάσει πολλά χρόνια και δεν έχω ξαναδεί τη μαυροφορεμένη γυναίκα.

Η μητέρα μου επιμένει ότι δεν είδε τίποτα στη λιτανεία. Ούτε στην πλατεία. Ούτε στο παγκάκι. Κανείς δεν είδε τίποτα. Κανείς εκτός από εμένα.

Για χρόνια αναρωτιόμουν ποια ήταν.

Μια γυναίκα του χωριού; Μια ψυχή; Ένα σημάδι; Μια παραίσθηση ενός ανθρώπου που είχε φτάσει στα όριά του;

Δεν μπορώ να το αποδείξω.

Δεν θέλω πια να το αποδείξω.

Ξέρω μόνο τι ένιωσα όταν μου κράτησε το χέρι. Ξέρω τι άφησε πίσω της. Ξέρω πώς άλλαξε η ζωή μου από εκείνη τη νύχτα και μετά.

Ξέρω ότι έχω ακόμη μαζί μου το λευκό της μαντήλι. 


Κάτι σε οδήγησε σε αυτή την ιστορία για κάποιο λόγο:

Μόνο αν πιστεύεις


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Κυριάκο για την ιστορία που μας έστειλε.


Αν σου άρεσε η ιστορία τότε πρέπει να διαβάσει κι αυτό:

Η Αποκάλυψη του Ιωάννη


Διαβάστε επίσης:

Είσαι το επόμενο όνειρο

Η προφητεία 

Out



Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.




0

Η Σπηλιά του Δεκαπενταύγουστου

 



Καλησπέρα σας.


Σας διαβάζω αρκετό καιρό, αλλά δεν είχα σκεφτεί ποτέ να σας στείλω τη δική μου ιστορία. Κυρίως γιατί δεν είμαι σίγουρος ότι είναι ιστορία τρόμου. Δεν είδα κάποιο φάντασμα. Δεν με κυνήγησε κάτι. Δεν είχα ποτέ αποδείξεις για όσα συνέβησαν.


Κι όμως, έχουν περάσει σχεδόν είκοσι χρόνια και ακόμη, κάθε Δεκαπενταύγουστο, όταν ακούω καμπάνες ή όταν μπαίνω σε εκκλησία και μυρίζω λιβάνι, θυμάμαι εκείνη τη νύχτα.


Και νιώθω ξανά το ίδιο πράγμα.


Ότι κάτι από κάτω μάς άκουγε.


Ήμουν είκοσι τεσσάρων τότε. Φοιτητής ακόμη, με μια παλιά φωτογραφική μηχανή, μια μικρή κάμερα που έγραφε σε κασέτα και την ψευδαίσθηση ότι τίποτα δεν μπορούσε πραγματικά να με τρομάξει. Μου άρεσε να ταξιδεύω μόνος, να ψάχνω μέρη με ιστορία, εγκαταλελειμμένα κτίρια, παλιά μοναστήρια, σπηλιές, οτιδήποτε είχε γύρω του φήμες.


Εκείνο το καλοκαίρι βρέθηκα σε ένα νησί που δεν θα κατονομάσω. Όχι επειδή θέλω να το παίξω μυστηριώδης. Αλλά επειδή το νησί είναι ακόμη γνωστό προσκύνημα. Πηγαίνει κόσμος, οικογένειες, ηλικιωμένοι, άνθρωποι που έχουν ανάγκη να πιστέψουν σε κάτι. Δεν θέλω να συνδέσω το όνομά του με αυτά που θα σας πω.


Ήταν λίγες μέρες πριν τον Δεκαπενταύγουστο.


Το νησί ήταν γεμάτο προσκυνητές. Γυναίκες με τάματα στα χέρια, άντρες που άναβαν λαμπάδες σχεδόν στο ύψος τους, παιδιά που έτρεχαν στις αυλές των ξενώνων, καμπάνες που χτυπούσαν από το πρωί μέχρι το απόγευμα. Παντού εικόνες, σταυροί, μυρωδιά από κερί και θυμίαμα. Ακόμη κι εγώ, που τότε ήμουν μάλλον αδιάφορος προς τη θρησκεία, ένιωθα ότι ο αέρας είχε μια σοβαρότητα. Μια σιωπή κάτω από τη φασαρία.


Έμενα σε ένα μικρό δωμάτιο κοντά στο λιμάνι. Το πρώτο βράδυ, σε ένα καφενείο, άκουσα δύο ντόπιους να μιλάνε για μια σπηλιά στη βόρεια πλευρά του νησιού. Δεν προσπαθούσαν να ακουστούν. Ίσα ίσα, όταν κατάλαβαν ότι γύρισα το κεφάλι, σώπασαν.


Αυτό φυσικά μου κίνησε την περιέργεια.


Την επόμενη μέρα ρώτησα τον ιδιοκτήτη του δωματίου αν υπάρχει καμιά σπηλιά που αξίζει να φωτογραφίσω. Με κοίταξε για λίγο πριν απαντήσει.


«Υπάρχουν πολλές σπηλιές», είπε.


«Κάποια που να έχει ιστορία;» ρώτησα.


Σκούπισε τα χέρια του σε μια πετσέτα, αν και δεν ήταν βρεγμένα.


«Τη μέρα να πηγαίνεις όπου θέλεις», είπε. «Τη νύχτα να κάθεσαι στο δωμάτιό σου.»


Το είπε ήρεμα. Όχι σαν απειλή. Περισσότερο σαν συμβουλή που την είχε δώσει πολλές φορές.


Αυτό ήταν αρκετό για να πάω.


Ρώτησα κι αλλού. Άλλοι έκαναν πως δεν ήξεραν. Άλλοι μου έδειχναν λάθος κατεύθυνση. Ένας ηλικιωμένος στο καφενείο, όμως, αφού πρώτα με κοίταξε σαν να ζύγιζε αν έπρεπε να μου μιλήσει, μου είπε περίπου πού ήταν.


«Δεν έχει κάτι να δεις», πρόσθεσε. «Πέτρες και υγρασία.»


«Τότε γιατί να μην πάω βράδυ;»


Χαμογέλασε χωρίς χαρά.


«Γιατί τη νύχτα δεν είναι άδεια.»


Δεν τον πίστεψα. Ή μάλλον, δεν ήθελα να τον πιστέψω. Εκείνη την ηλικία τέτοιες κουβέντες δεν τις ακούς σαν προειδοποίηση. Τις ακούς σαν πρόσκληση.


Το απόγευμα πήρα τη φωτογραφική, την κάμερα, έναν φακό, δύο μπαταρίες, ένα μπουκάλι νερό και ξεκίνησα. Δεν είπα σε κανέναν πού πήγαινα.


Η διαδρομή ήταν πιο δύσκολη απ’ όσο περίμενα. Άφησα τον κεντρικό δρόμο και ακολούθησα ένα μονοπάτι που ανέβαινε ανάμεσα σε χαμηλούς θάμνους και ξερολιθιές. Ο ήλιος έπεφτε πίσω από τους λόφους και η θάλασσα κάτω έπαιρνε εκείνο το σκούρο μπλε χρώμα που έχει λίγο πριν χαθεί τελείως το φως.


Η σπηλιά δεν φαινόταν από μακριά. Ήταν σαν σκισμή στον βράχο, μισοκρυμμένη πίσω από αγριόχορτα. Μπροστά της υπήρχε ένα μικρό άνοιγμα, αρκετό για να σταθεί άνθρωπος. Δεν είχε τίποτα εντυπωσιακό. Αν περνούσες χωρίς να ξέρεις, μπορεί να μην την πρόσεχες καν.


Και όμως, με το που πλησίασα, ένιωσα τη θερμοκρασία να αλλάζει.


Όχι πολύ. Ίσα ίσα αρκετά για να ανατριχιάσω.


Στάθηκα στην είσοδο και άναψα τον φακό. Η σπηλιά δεν ήταν βαθιά, τουλάχιστον όχι στο κομμάτι που φαινόταν. Ο βράχος ήταν μαύρος από υγρασία. Στα τοιχώματα υπήρχαν σημάδια καπνιάς. Στο πάτωμα, κοντά σε μια πέτρα που έμοιαζε με φυσικό πεζούλι, υπήρχαν υπολείμματα από κεριά.


Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που με ενόχλησε.


Δεν ήταν απλώς δύο-τρία κεράκια από κάποιον που προσευχήθηκε. Ήταν πολλά. Λιωμένα, κολλημένα πάνω στην πέτρα, με το κερί να έχει τρέξει σαν σταγόνες που πάγωσαν. Κάποια ήταν άσπρα, κάποια κόκκινα, κάποια μαύρα. Θυμάμαι πολύ καθαρά τα μαύρα, γιατί τότε δεν είχα ξαναδεί τέτοια κεριά από κοντά.


Σήκωσα τη φωτογραφική και τράβηξα μερικές λήψεις.


Μετά είδα τα σύμβολα.


Ήταν χαραγμένα χαμηλά, στο αριστερό τοίχωμα. Μερικά έμοιαζαν με γράμματα που δεν αναγνώριζα. Άλλα με κύκλους, γραμμές και τρίγωνα. Ένα από αυτά έμοιαζε με πεντάλφα, αλλά δεν ήταν καθαρή. Μπορεί κάποιος να την είχε χαράξει πρόχειρα. Μπορεί και εγώ να έβλεπα αυτό που περίμενα να δω.


Υπήρχε και ένα μικρό εικόνισμα πιο μέσα.


Αυτό ήταν το πιο παράξενο απ’ όλα.


Δεν ήταν σπασμένο. Δεν ήταν πεταμένο. Ήταν ακουμπισμένο σε μια εσοχή του βράχου, αλλά γυρισμένο ανάποδα. Η μορφή δεν φαινόταν. Μόνο το ξύλο από πίσω, σκοτεινό από την υγρασία.


Δεν το άγγιξα.


Έστησα την κάμερα έξω από τη σπηλιά, σε ένα μικρό τρίποδο, έτσι ώστε να γράφει την είσοδο και λίγο από το εσωτερικό. Σκέφτηκα ότι θα έμενα μέχρι να πέσει τελείως η νύχτα, θα έπαιρνα μερικά πλάνα και θα έφευγα. Δεν είχα σκοπό να κάνω τον ήρωα. Τουλάχιστον αυτό έλεγα στον εαυτό μου.


Όσο περίμενα να βραδιάσει, άρχισαν οι φωνές.


Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν κατσίκια. Στα νησιά ακούς συνέχεια ζώα από μακριά. Κάτι σαν βέλασμα, κάτι σαν βραχνή κραυγή. Δεν μου φάνηκε παράξενο.


Μόνο που ο ήχος δεν ερχόταν από το βουνό.


Ούτε από τους θάμνους.


Ερχόταν από κάτω.


Έβαλα το αυτί μου σχεδόν κοντά στο χώμα. Ο ήχος σταμάτησε αμέσως.


Σηκώθηκα απότομα και γέλασα μόνος μου. Αυτό το θυμάμαι. Γέλασα επειδή φοβήθηκα και ντράπηκα γι’ αυτό. Είπα δυνατά:


«Ωραία, άρχισαν οι βλακείες.»


Η φωνή μου ακούστηκε περίεργα εκεί πάνω. Σαν να την πήρε ο βράχος και να την έσπασε σε μικρότερα κομμάτια.


Λίγο αργότερα ο ήχος ξανάρχισε.


Αυτή τη φορά ήταν πιο χαμηλός. Όχι κραυγή. Περισσότερο σαν γρύλισμα. Σαν πολλά ζώα μαζί, μακριά, κλεισμένα κάπου. Ένιωθα τη δόνηση στις σόλες των παπουτσιών μου. Δεν ήταν δυνατή, αλλά ήταν εκεί.


Το έδαφος έτρεμε ελάχιστα.


Μπήκα στη σπηλιά με τον φακό.


Δεν ξέρω γιατί. Ίσως ήθελα να πείσω τον εαυτό μου ότι υπήρχε κάποια τρύπα, κάποιο πέρασμα, κάτι που εξηγούσε τον ήχο. Έριξα το φως στο πάτωμα, στα τοιχώματα, στην πέτρα με τα κεριά.


Τότε είδα ότι ένα από τα κεριά ήταν αναμμένο.


Δεν ήταν πριν.


Είμαι βέβαιος.


Ήταν ένα μικρό λευκό κερί, λιωμένο σχεδόν μέχρι τη μέση, με μια φλόγα πολύ λεπτή, σχεδόν ακίνητη. Δεν τρεμόπαιζε, παρόλο που από την είσοδο έμπαινε αέρας.


Πλησίασα δύο βήματα.


Από κάπου μέσα στη σπηλιά, αν και δεν υπήρχε βάθος αρκετό για να κρυφτεί άνθρωπος, ακούστηκε ένας ψίθυρος.


Δεν κατάλαβα λέξεις. Ήταν σαν κάποιος να μιλούσε μέσα από νερό.


Έφυγα προς τα έξω σχεδόν σκοντάφτοντας.


Η νύχτα είχε πέσει για τα καλά.


Το νησί φαινόταν στο βάθος με λίγα φώτα. Πιο χαμηλά, προς την πλευρά της θάλασσας, διέκρινα κάτι που στην αρχή πέρασα για βάρκες. Μικρές φωτεινές κουκκίδες που κινούνταν αργά.


Μετά κατάλαβα ότι δεν ήταν στη θάλασσα.


Ήταν στην πλαγιά απέναντι.


Τρία φώτα. Μετά τέσσερα. Μετά έξι.


Κινούνταν χωρίς να φωτίζουν γύρω τους. Όπως όταν κρατάει κάποιος κερί, αλλά ο αέρας δεν αφήνει τη φλόγα να απλωθεί. Πλησίαζαν, αλλά όχι από το μονοπάτι που είχα ανέβει. Έρχονταν από σημεία όπου δεν υπήρχε δρόμος.


Έσβησα τον φακό μου.


Δεν ξέρω γιατί. Ίσως επειδή ένιωσα ξαφνικά ότι δεν ήθελα να με δουν.


Τότε άκουσα βήματα πίσω μου.


Μέσα στη σπηλιά.


Όχι πολλά. Ένα μόνο ζευγάρι.


Αργά.


Ξεκάθαρα.


Σαν κάποιος να περπατούσε ξυπόλυτος πάνω στην πέτρα.


Γύρισα με τόσο απότομη κίνηση που παραλίγο να ρίξω την κάμερα.


Η είσοδος της σπηλιάς ήταν μαύρη. Απόλυτα μαύρη. Πιο μαύρη απ’ ό,τι θα έπρεπε. Δεν φαινόταν καν η πέτρα με τα κεριά.


Και από μέσα ακούστηκε πάλι εκείνο το γρύλισμα.


Μόνο που τώρα δεν έμοιαζε με ζώο.


Έμοιαζε με άνθρωπο που προσπαθούσε να μιμηθεί ζώο.


Ή με ζώο που προσπαθούσε να μιμηθεί άνθρωπο.


Άρπαξα την κάμερα από το τρίποδο. Η κόκκινη ένδειξη έγραφε ακόμη. REC. Αυτό, παράλογα, μου έδωσε μια μικρή αίσθηση ασφάλειας. Σαν να σκεφτόμουν ότι, ό,τι κι αν συνέβαινε, τουλάχιστον θα το είχα καταγράψει.


Έκανα να φύγω.


Τότε άκουσα φωνή.


«Εσύ.»


Πάγωσα.


Δεν ερχόταν από τη σπηλιά. Ερχόταν από το μονοπάτι.


Γύρισα και είδα δύο ρασοφόρους να ανεβαίνουν προς το μέρος μου.


Δεν κρατούσαν φακούς. Δεν ξέρω πώς έβλεπαν. Το μόνο φως ήταν από τις μακρινές κουκκίδες στην πλαγιά και από το φεγγάρι που είχε αρχίσει να βγαίνει πίσω από τα σύννεφα.


Ήταν δύο παπάδες. Ή τουλάχιστον έτσι έμοιαζαν. Φορούσαν μαύρα ράσα, είχαν γένια και περπατούσαν αργά, χωρίς να λαχανιάζουν, παρόλο που η ανηφόρα ήταν δύσκολη.


Ο μεγαλύτερος στάθηκε λίγα μέτρα μακριά μου.


«Τι κάνεις εδώ;» με ρώτησε.


Δεν ήταν θυμωμένος. Αυτό με τρόμαξε περισσότερο. Ήταν σαν να ήξερε ήδη την απάντηση.


«Φωτογραφίζω», είπα. Η φωνή μου βγήκε γελοία λεπτή.


Κοίταξε την κάμερα στο χέρι μου.


«Δεν είναι όλα για τους τουρίστες.»


Δεν απάντησα.


Ο δεύτερος, πιο νέος, κοίταζε συνέχεια την είσοδο της σπηλιάς. Όχι εμένα. Τη σπηλιά. Σαν να περίμενε κάτι να βγει.


Από κάτω από το έδαφος ακούστηκε ξανά εκείνο το χαμηλό γρύλισμα.


Ο μεγαλύτερος έκανε τον σταυρό του. Όχι βιαστικά. Όχι μηχανικά. Αργά, με σοβαρότητα.


Μετά μου είπε ήρεμα:


«Φύγε τώρα.»


«Τι είναι εδώ;» ρώτησα.


Με κοίταξε για πρώτη φορά κατευθείαν στα μάτια.


«Ένα μέρος που δεν σε αφορά.»


«Ποιος ανάβει τα κεριά;»


Δεν απάντησε.


Ο νεότερος γύρισε απότομα προς το μέρος μου. Πήγε να πει κάτι. Ο μεγαλύτερος σήκωσε το χέρι του και τον σταμάτησε.


Μετά πλησίασε μισό βήμα.


«Άκουσέ με καλά», είπε. «Κάποια πράγματα δεν τα αντιμετωπίζεις με φακούς και μηχανές. Ούτε με περιέργεια. Θέλουν πίστη. Κι όταν δεν την έχεις, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να φύγεις.»


Από τη σπηλιά ακούστηκε ένα χτύπημα.


Σαν κάτι βαρύ να έπεσε μέσα στο σκοτάδι.


Ο νεότερος ψιθύρισε κάτι που δεν κατάλαβα. Νομίζω ήταν προσευχή. Νομίζω.


Ο μεγαλύτερος δεν πήρε τα μάτια του από πάνω μου.


«Τώρα», είπε.


Δεν χρειάστηκε να μου το πει δεύτερη φορά.


Μάζεψα όπως όπως το τρίποδο, έβαλα την κάμερα στην τσάντα και άρχισα να κατεβαίνω το μονοπάτι. Δεν έτρεξα στην αρχή, γιατί φοβόμουν ότι θα γλιστρήσω. Μετά, όταν άκουσα πίσω μου φωνές — όχι των παπάδων, άλλες φωνές, βαθύτερες, σαν να έρχονταν μέσα από πέτρα — άρχισα να τρέχω.


Δεν γύρισα ούτε μία φορά.


Έφτασα στο δωμάτιο ιδρωμένος, με γδαρμένα χέρια και χώμα στα παπούτσια. Κλείδωσα την πόρτα, έβαλα μια καρέκλα μπροστά της σαν ηλίθιος και κάθισα στο κρεβάτι με την κάμερα στα χέρια.


Ήθελα να δω τι είχε γράψει.


Η κασέτα είχε σχεδόν μισή ώρα υλικό.


Στην αρχή φαινόταν κανονικά η σπηλιά. Η είσοδος, ο βράχος, το φως που έπεφτε, εγώ να περνάω μπροστά από τον φακό. Μετά, περίπου στο σημείο που θυμάμαι ότι άρχισαν οι πρώτοι ήχοι, η εικόνα χάλασε.


Παράσιτα.


Όχι απλώς κακή εικόνα. Παράσιτα κανονικά, σαν παλιά τηλεόραση χωρίς σήμα. Μαύρες και άσπρες γραμμές, στιγμές σκοταδιού, απότομες παραμορφώσεις στον ήχο.


Προχώρησα την κασέτα λίγο πιο μπροστά.


Τίποτα.


Μόνο παράσιτα.


Κι όμως, κάτω από τα παράσιτα, ακουγόταν κάτι.


Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν ο αέρας. Μετά δυνάμωσα την ένταση.


Ήταν σαν φωνές.


Όχι καθαρές. Όχι λέξεις. Πολλά στόματα μαζί, πολύ μακριά ή πολύ βαθιά, να μουρμουρίζουν. Κάποια στιγμή ακούστηκε καθαρά το δικό μου βήμα, μετά η ανάσα μου, μετά η φωνή του παπά που έλεγε «Φύγε».


Και αμέσως μετά, για λιγότερο από δύο δευτερόλεπτα, ακούστηκε μια άλλη φωνή.

Δεν κατάλαβα τι είπε ή ποιος ή τι το είπε.

Πάγωσα.

Γύρισα την κασέτα πίσω για να το ξανακούσω.

Δεν υπήρχε πια.

Στο ίδιο σημείο ακουγόταν μόνο θόρυβος.


Το πρωί πήγα στο καφενείο. Ήμουν αποφασισμένος να ρωτήσω ευθέως. Δεν ξέρω τι περίμενα. Να μου πουν ότι όλα ήταν μια παλιά ιστορία; Ότι κάποιοι κάνουν τελετές; Ότι οι παπάδες φυλάνε τη σπηλιά; Ότι είδα κάτι που δεν έπρεπε;


Ο ηλικιωμένος που μου είχε δώσει την κατεύθυνση ήταν εκεί.


Μόλις με είδε, κατέβασε το βλέμμα.


Κάθισα απέναντί του.


«Πήγα», του είπα.


Δεν απάντησε.


«Ήρθαν δύο παπάδες και με έδιωξαν.»


Σήκωσε αργά το κεφάλι του.


«Ποιοι παπάδες;»


Ghost


«Δεν ξέρω. Δύο. Ένας μεγαλύτερος κι ένας πιο νέος.»


Το πρόσωπό του άλλαξε. Όχι πολύ. Αλλά αρκετά.


«Δεν έχει παπάδες εκεί πάνω», είπε.


«Τι εννοείτε;»


«Κανείς δεν ανεβαίνει εκεί νύχτα.»


«Αυτοί ανέβηκαν.»


Ο ηλικιωμένος κοίταξε προς την πόρτα του καφενείου, σαν να φοβόταν ότι κάποιος μας άκουγε.


Μετά είπε μόνο:


«Μη ξαναπάς.»


Προσπάθησα να ρωτήσω και άλλους. Τον ιδιοκτήτη του δωματίου. Μια γυναίκα στο μαγαζί με τα είδη λατρείας. Έναν ταξιτζή. Όλοι αντέδρασαν με τον ίδιο τρόπο. Στην αρχή έκαναν πως δεν καταλάβαιναν. Μετά άλλαζαν κουβέντα. 


Έφυγα από το νησί μετά από μερικές μέρες. Όλα έδειχναν φυσιολογικά όσο έμεινα εκεί. Σαν να μην είχα ζήσει αυτό το περίεργο βράδυ στη σπηλιά.


Την κασέτα την κράτησα για χρόνια. Την είχα σε ένα κουτί μαζί με παλιές φωτογραφίες. Κάποια στιγμή, όταν προσπάθησα να την ψηφιοποιήσω, δεν έπαιζε πια καθόλου. Ο τεχνικός μού είπε ότι η ταινία είχε καταστραφεί από υγρασία ή μαγνητισμό. Δεν επέμεινα. Ίσως καλύτερα.


Τις φωτογραφίες τις εμφάνισα λίγες μέρες μετά το ταξίδι.


Diamond Shot Glasses


Οι περισσότερες ήταν κανονικές. Το μονοπάτι.  Όμως όσες τράβηξα κοντά και μέσα στη σπηλιά ήταν θολές, κατεστραμμένες, δεν ξεχώριζες τίποτα.

 

Ξαναπήγα σε εκείνο το νησί μερικά χρόνια αργότερα. Δεν έψαξα όμως ξανά τη σπηλιά. Δεν προσπάθησα να βρω τους δύο ρασοφόρους. Μεγαλώνοντας, έμαθα να αφήνω ορισμένα πράγματα ήσυχα. Όχι επειδή βρήκα πίστη όπως μου είπε εκείνος ο παπάς. Ίσως επειδή βρήκα φόβο. Και κάποιες φορές ο φόβος σε προστατεύει καλύτερα από την περιέργεια.


Ίσως ο φόβος να προστατεύει εμένα από αυτό που κρύβεται κάτω από τη σπηλιά, που παραμονεύει ίσως να βρει την ευκαιρία να έρθει ξανά στην επιφάνεια.


Our Horror Story: Ευχαριστούμε τον φίλο μας  Αντώνη για την ιστορία που μας έστειλε.


Πριν φύγεις έχουμε μια ερώτηση για σένα:

Μήπως η Εύα είναι αθώα;



Διαβάστε επίσης:






Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.