Καλησπέρα σας.
Δεν ξέρω αν αυτό που θα σας γράψω είναι αρκετά τρομακτικό για τη σελίδα σας. Δεν έχει φωνές μέσα στη νύχτα, ούτε μορφές να στέκονται πάνω από το κρεβάτι μου. Τουλάχιστον όχι κάτι που είδα.
Ίσως γι’ αυτό με τρόμαξε περισσότερο.
Γιατί όλα ξεκίνησαν τόσο απλά, που για αρκετή ώρα προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν συνέβαινε τίποτα.
Πριν από δύο μήνες χρειάστηκε να ταξιδέψω στην Αθήνα για ένα τριήμερο σεμινάριο. Δεν ήθελα να μείνω σε ξενοδοχείο, γιατί οι τιμές ήταν αρκετά υψηλές, οπότε έκλεισα ένα μικρό διαμέρισμα μέσω Airbnb. Ήταν σε μια παλιά πολυκατοικία, όχι ιδιαίτερα όμορφη, αλλά σε καλή περιοχή και κοντά στο μετρό.
Οι φωτογραφίες έδειχναν ένα καθαρό, απλό σπίτι. Ένα υπνοδωμάτιο, μικρό σαλόνι, κουζίνα και μπάνιο. Τίποτα ιδιαίτερο. Η οικοδέσποινα είχε πολλές καλές κριτικές και μου έστειλε όλες τις οδηγίες για self check-in.
Έφτασα Παρασκευή απόγευμα.
Η πολυκατοικία ήταν από εκείνες τις παλιές αθηναϊκές, με στενή είσοδο, μωσαϊκό στο πάτωμα και έναν ανελκυστήρα που έκλεινε με διπλή πόρτα. Στην είσοδο μύριζε λίγο υγρασία και λίγο παλιό ξύλο. Δεν μου έκανε εντύπωση. Πολλές παλιές πολυκατοικίες μυρίζουν έτσι.
Το διαμέρισμα ήταν στον τρίτο.
Μπήκα μέσα, άφησα τη βαλίτσα μου στο σαλόνι και άναψα τα φώτα. Ήταν ακριβώς όπως στις φωτογραφίες. Μικρό, τακτοποιημένο, λίγο άψυχο όπως είναι συνήθως τα σπίτια που νοικιάζονται για λίγες μέρες. Έπιπλα χωρίς προσωπικότητα, κάδρα από πολυκατάστημα, καθαρές πετσέτες διπλωμένες πάνω στο κρεβάτι.
Το πρώτο περίεργο πράγμα το παρατήρησα όταν πήγα να βάλω τα ρούχα μου στην ντουλάπα.
Άνοιξα το δεξί φύλλο και είδα μέσα ένα παιδικό παλτό.
Ήταν κρεμασμένο μόνο του, σε μια μικρή ξύλινη κρεμάστρα. Ένα παλιό μπλε παλτό, μάλλον για κοριτσάκι πέντε ή έξι χρονών. Είχε στρογγυλό γιακά, μεγάλα κουμπιά και λίγο ξεθωριασμένο ύφασμα στα μανίκια.
Στην αρχή χαμογέλασα.
Σκέφτηκα ότι θα το είχε ξεχάσει κάποιος προηγούμενος επισκέπτης. Ή ίσως ήταν διακοσμητικό, αν και μου φάνηκε παράξενο διακοσμητικό για Airbnb. Το κοίταξα για λίγα δευτερόλεπτα και μετά απλώς το έβγαλα από την κρεμάστρα.
Δεν ήθελα να το πετάξω. Δεν ήταν δικό μου. Ούτε ήθελα να ενοχλήσω την οικοδέσποινα για κάτι τόσο μικρό.
Άνοιξα το κάτω συρτάρι της ντουλάπας, το δίπλωσα όσο καλύτερα μπορούσα και το έβαλα μέσα, για να έχω χώρο να κρεμάσω τα δικά μου ρούχα.
Αυτό ήταν όλο.
Έκανα μπάνιο, παρήγγειλα κάτι να φάω και το βράδυ κοιμήθηκα νωρίς, γιατί την επόμενη μέρα έπρεπε να ξυπνήσω από τις επτά.
Το επόμενο πρωί, καθώς ντυνόμουν, άνοιξα ξανά την ντουλάπα.
Το παλτό ήταν εκεί.
Κρεμασμένο στην ίδια θέση.
Στην ίδια μικρή ξύλινη κρεμάστρα.
Για μερικά δευτερόλεπτα δεν σκέφτηκα τίποτα. Το κοιτούσα απλώς. Μετά γέλασα μόνη μου, αλλά όχι επειδή το βρήκα αστείο. Γέλασα από αμηχανία.
«Δεν το έβαλα στο συρτάρι;» είπα δυνατά.
Το είπα για να ακούσω τη φωνή μου μέσα στο σπίτι.
Άνοιξα το κάτω συρτάρι.
Ήταν άδειο.
Τότε προσπάθησα να βρω λογική εξήγηση. Ίσως το είχα σκεφτεί και τελικά δεν το είχα κάνει. Ίσως ήμουν κουρασμένη από το ταξίδι. Ίσως το είχα βγάλει από την κρεμάστρα, το είχα κρατήσει για λίγο, και μετά το είχα ξανακρεμάσει χωρίς να το θυμάμαι.
Ακούγεται χαζό, το ξέρω. Αλλά όταν κάτι δεν βγάζει νόημα, το μυαλό σου προτιμά να κατηγορήσει εσένα παρά να δεχτεί ότι κάτι άλλο συμβαίνει.
Το ξαναπήρα.
Αυτή τη φορά θυμάμαι πολύ καθαρά τι έκανα.
Το δίπλωσα αργά. Το έβαλα στο κάτω συρτάρι. Έσπρωξα το συρτάρι μέχρι μέσα. Έμεινα μάλιστα για λίγα δευτερόλεπτα με το χέρι πάνω του, σαν να ήθελα να βεβαιωθώ ότι δεν θα ανοίξει μόνο του.
Μετά έκλεισα την ντουλάπα και έφυγα για το σεμινάριο.
Όλη μέρα, όσο κι αν προσπαθούσα να συγκεντρωθώ, σκεφτόμουν το παλτό. Δεν ήταν φόβος ακριβώς. Ήταν εκείνη η μικρή ενόχληση στο πίσω μέρος του μυαλού, όταν κάτι δεν κάθεται σωστά.
Γύρισα στο διαμέρισμα γύρω στις εννιά το βράδυ.
Η πολυκατοικία ήταν ήσυχη. Πιο ήσυχη απ’ όσο μου άρεσε. Δεν ακουγόταν τηλεόραση από κανένα διαμέρισμα, ούτε βήματα, ούτε ασανσέρ. Μόνο ένας σωλήνας κάπου μέσα στον τοίχο που έκανε έναν μεταλλικό ήχο κάθε τόσο.
Άνοιξα την πόρτα, μπήκα μέσα και αμέσως ένιωσα ότι κάτι είχε αλλάξει.
Δεν μπορώ να σας το εξηγήσω καλύτερα. Το σπίτι δεν ήταν ανακατεμένο. Δεν έλειπε τίποτα. Η βαλίτσα μου ήταν εκεί που την είχα αφήσει. Τα παπούτσια μου δίπλα στον καναπέ. Η τσάντα μου πάνω στην καρέκλα.
Αλλά η ατμόσφαιρα ήταν άλλη.
Σαν να είχε μείνει κάποιος μέσα όσο έλειπα.
Πήγα κατευθείαν στο υπνοδωμάτιο.
Δεν ξέρω γιατί. Νομίζω ότι ήδη ήξερα.
Άνοιξα την ντουλάπα.
Το παιδικό παλτό ήταν πάλι κρεμασμένο.
Αυτή τη φορά δεν γέλασα.
Στάθηκα ακίνητη και το κοίταζα. Ήταν στην ίδια ακριβώς θέση, αλλά τώρα το ένα μανίκι κρεμόταν λίγο πιο μπροστά, σαν να είχε μόλις ακουμπήσει κάποιος το ύφασμα. Η μικρή ξύλινη κρεμάστρα έτριξε ελάχιστα, αν και δεν υπήρχε αέρας στο δωμάτιο.
Έκανα ένα βήμα πίσω.
Τότε είδα κάτι που δεν είχα προσέξει πριν.
Στο εσωτερικό του γιακά υπήρχε μια μικρή ετικέτα, ραμμένη στο χέρι. Πλησίασα όσο άντεχα και διάβασα ένα όνομα.
Μαρίνα.
Δεν ξέρω γιατί αυτό με τρόμαξε τόσο. Ίσως επειδή μέχρι εκείνη τη στιγμή το παλτό ήταν απλώς ένα αντικείμενο. Ένα ξεχασμένο ρούχο. Με το όνομα, έγινε κάποιου.
Και αυτός ο κάποιος ήταν παιδί.
Έκλεισα απότομα την ντουλάπα.
Πήρα το κινητό και έστειλα μήνυμα στην οικοδέσποινα.
Της έγραψα όσο πιο ψύχραιμα μπορούσα:
«Καλησπέρα σας. Ήθελα να σας ρωτήσω αν γνωρίζετε κάτι για ένα παιδικό παλτό που υπάρχει στην ντουλάπα του υπνοδωματίου. Το βρήκα μέσα όταν έφτασα.»
Δεν ήθελα να γράψω ότι μετακινήθηκε μόνο του. Δεν ήθελα να φανώ τρελή.
Η απάντηση ήρθε μετά από δέκα λεπτά.
«Παιδικό παλτό; Δεν υπάρχει κάτι τέτοιο στο διαμέρισμα. Μήπως το άφησε κάποιος προηγούμενος επισκέπτης;»
Της έγραψα ότι μπορεί.
Μετά κάθισα στο σαλόνι με όλα τα φώτα ανοιχτά.
Δεν ξαναμπήκα στο υπνοδωμάτιο για αρκετή ώρα. Σκεφτόμουν να φύγω αμέσως, αλλά ήταν αργά, έβρεχε, και ντρεπόμουν με τον εαυτό μου. Προσπαθούσα να βρω μια εξήγηση.
Μήπως είχε μπει η καθαρίστρια όσο έλειπα; Μήπως η οικοδέσποινα είχε κάποιον άλλο με κλειδί; Μήπως κάποιος έκανε κακόγουστη φάρσα;
Αλλά γιατί να κάνει κάποιος κάτι τέτοιο;
Και πώς ήξερε ότι είχα βάλει το παλτό στο συρτάρι;
Περίπου στις έντεκα, αποφάσισα ότι δεν θα κοιμόμουν εκεί. Θα μάζευα τα πράγματά μου και θα έφευγα. Θα έβρισκα ξενοδοχείο, φίλη, οτιδήποτε. Αρκεί να έβγαινα από εκείνο το σπίτι.
Μπήκα στο υπνοδωμάτιο μόνο για να πάρω τη βαλίτσα και τα ρούχα μου.
Η ντουλάπα ήταν κλειστή.
Άρπαξα τη βαλίτσα χωρίς να μαζέψω σωστά τα πράγματα. Έριξα μέσα ό,τι βρήκα μπροστά μου. Φορτιστή, ρούχα, νεσεσέρ, παπούτσια. Τα περισσότερα τα πέταξα όπως ήταν. Πήγα στο σαλόνι να μαζέψω τα πράγματα που είχα εκεί.
Τότε άκουσα τον πρώτο ήχο.
Βήματα.
Όχι από πάνω. Όχι από τον διάδρομο της πολυκατοικίας.
Από το υπνοδωμάτιο.
Σταμάτησα στη μέση του σαλονιού.
Ήταν μικρά βήματα. Αργά. Σαν παιδί που περπατάει ξυπόλυτο στο πάτωμα.
Ένα.
Δύο.
Τρία.
Μετά σιωπή.
Κρατούσα το χερούλι της βαλίτσας τόσο δυνατά που τα δάχτυλά μου είχαν ασπρίσει.
Το υπνοδωμάτιο ήταν πίσω μου.
Δεν γύρισα.
Δεν ξέρω πώς βρήκα τη δύναμη να περπατήσω προς την πόρτα. Κάθε βήμα μου φαινόταν αργό, σαν να προχωρούσα μέσα σε νερό. Περίμενα ότι από στιγμή σε στιγμή θα ένιωθα κάτι να με τραβάει από το μπουφάν.
Έφτασα στην είσοδο.
Έβαλα το χέρι μου στο πόμολο.
Άκουσα κι άλλα βήματα. Αυτή τη φορά πιο κοντά.
Άνοιξα την πόρτα, βγήκα στον διάδρομο και έτρεξα προς το ασανσέρ. Μετάνιωσα αμέσως και πήρα τις σκάλες. Δεν ήθελα να κλειστώ σε εκείνο το μικρό κουτί, όχι εκείνη τη στιγμή.
Κατέβηκα τρέχοντας τρεις ορόφους με τη βαλίτσα να χτυπάει στα σκαλιά. Στην είσοδο της πολυκατοικίας, γύρισα μόνο μία φορά προς τα πάνω.
Στον τρίτο όροφο, από το κάγκελο της σκάλας, μου φάνηκε ότι είδα κάτι μπλε.
Ένα μανίκι.
Ίσως ήταν σκιά. Ίσως ήταν το φως.
Δεν έμεινα να μάθω.
Βγήκα στον δρόμο και πήγα σε ένα ξενοδοχείο που βρήκα με το κινητό. Πλήρωσα πολύ περισσότερα απ’ όσα είχα υπολογίσει, αλλά δεν με ένοιαζε. Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα με την τηλεόραση ανοιχτή και το φως του μπάνιου αναμμένο.
Την επόμενη μέρα έστειλα μήνυμα στην οικοδέσποινα ότι έφυγα για προσωπικούς λόγους. Δεν της ζήτησα επιστροφή χρημάτων. Δεν ήθελα καμία συζήτηση.
Το μόνο που της έγραψα ήταν:
«Ίσως καλό θα ήταν να ελέγξετε την ντουλάπα στο υπνοδωμάτιο.»
Δεν απάντησε αμέσως.
Το απόγευμα μού έστειλε:
«Πήγε η καθαρίστρια. Δεν βρήκε τίποτα στην ντουλάπα.»
Έκλεισα το κινητό και προσπάθησα να το ξεχάσω.
Μόνο που δεν τελείωσε εκεί.
Όταν γύρισα σπίτι μου, άνοιξα τη βαλίτσα για να βγάλω τα ρούχα.
Στην αρχή δεν κατάλαβα τι έβλεπα.
Κάτω από τα δικά μου πράγματα, διπλωμένο προσεκτικά, υπήρχε ένα μικρό μπλε παιδικό παλτό.
Πριν φύγεις τσέκαρε την τρομακτική προσφορά:
Our Horror Story: Ευχαριστούμε την φίλη μας Ιωάννα για την ιστορία που μας έστειλε.
Και κάτι που δε πρέπει να χάσεις με τίποτα:



