Τοποθεσία: Άνω Ποταμιά, Ευρυτανία
Ημερομηνία: Μεγάλο Σάββατο, 2014
Πάντα ένιωθα ότι το Πάσχα στο χωριό της γιαγιάς μου, στην Άνω Ποταμιά, είχε κάτι το ασφυκτικό. Δεν ήταν η θρησκευτική ευλάβεια, αλλά εκείνη η απόλυτη, νεκρική σιωπή που έπεφτε στα βουνά μόλις έδυε ο ήλιος.
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΤΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΜΑΣ ΤΑΞΙΔΙ
ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΕ ΤΗΝ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΜΑΣ ΔΩΡΕΑΝ ΜΕ ΈΝΑ ΚΛΙΚ ΕΔΩ
Εκείνο το Μεγάλο Σάββατο, η ατμόσφαιρα ήταν πιο βαριά από το συνηθισμένο. Η υγρασία από το ποτάμι είχε ανέβει μέχρι τα σπίτια, σχηματίζοντας μια ομίχλη που έπνιγε τα πάντα. Στην εκκλησία, κατά τη διάρκεια του «Δεύτε λάβετε φως», παρατήρησα κάτι που μου πάγωσε το αίμα. Στην άκρη του προαυλίου, μακριά από τους υπόλοιπους χωριανούς, στεκόταν ένας άντρας. Φορούσε ένα παλιό, λασπωμένο σακάκι και κρατούσε μια λαμπάδα που δεν έμοιαζε με τις δικές μας. Ήταν μαύρη, σαν φτιαγμένη από καμένο λίπος, και η φλόγα της είχε ένα αρρωστημένο, πράσινο χρώμα.
Όταν ψάλαμε το «Χριστός Ανέστη», όλοι άρχισαν να τσουγκρίζουν αυγά και να αγκαλιάζονται. Ο άντρας αυτός απλώς με κοίταξε. Το πρόσωπό του ήταν σκαμμένο, λες και το δέρμα του είχε στεγνώσει πάνω στα κόκαλα, και τα μάτια του... δεν είχαν κόρες. Ήταν δύο άσπρες τρύπες που αντανακλούσαν το φως των βεγγαλικών.
Γύρισα σπίτι τρέχοντας. Η γιαγιά είχε ήδη στρώσει το τραπέζι για τη μαγειρίτσα.
«Γιαγιά, είδες εκείνον τον ξένο στην εκκλησία;» ρώτησα λαχανιασμένος.
Η γιαγιά σταμάτησε να σερβίρει. Το χέρι της που κρατούσε την κουτάλα άρχισε να τρέμει. «Στην Ποταμιά δεν έρχονται ξένοι το Πάσχα, παιδί μου. Μόνο αυτοί που ανήκουν εδώ επιστρέφουν.»
Πριν προλάβω να ρωτήσω τι εννοούσε, ακούσαμε τρία αργά, βαριά χτυπήματα στην ξύλινη εξώπορτα. Τάπα. Τάπα. Τάπα.
Κανείς δεν περίμενε επισκέψεις τέτοια ώρα. Η γιαγιά άσπρισε. Σηκώθηκε αργά, πήρε το μπουκάλι με το αγιασμένο νερό από το εικονοστάσι και μου έγνεψε να μείνω πίσω. Κοίταξα από το παράθυρο που έβλεπε στην αυλή.
Εκεί, κάτω από το φως του φεγγαριού, στεκόταν ο άντρας με τη μαύρη λαμπάδα. Αλλά δεν ήταν μόνος. Πίσω του, στην άκρη του δρόμου, είδα άλλες πέντε-έξι φιγούρες. Όλοι τους φορούσαν τα «καλά» τους ρούχα, αλλά ήταν σκισμένα, γεμάτα χώμα και υγρασία. Μύριζε έντονα λιβάνι ανακατεμένο με κάτι που θύμιζε σάπιο κρέας.
Ο άντρας σήκωσε τη μαύρη λαμπάδα και την ακούμπησε πάνω στο τζάμι. Το κρύσταλλο άρχισε να ραγίζει από τη θερμότητα, παρόλο που η φλόγα δεν έβγαζε καπνό. Τότε τον άκουσα. Δεν ήταν φωνή, ήταν σαν το τρίξιμο των δέντρων στο δάσος:
«Φέτος, το δικό μας τραπέζι είναι άδειο. Ανοίξτε να δειπνήσουμε.»
Η γιαγιά άρχισε να ψέλνει ψιθυριστά, σχεδόν ουρλιάζοντας από μέσα της, και άδειασε όλο τον αγιασμό στο κατώφλι. Οι φιγούρες έξω έβγαλαν έναν πνιχτό ήχο, σαν συλλογικό παράπονο, και υποχώρησαν μέσα στην ομίχλη προς το παλιό νεκροταφείο που βρισκόταν στην όχθη του ποταμού.
Το επόμενο πρωί, βρήκαμε στην πόρτα μας τρία τσουγκρισμένα αυγά. Το τσόφλι τους ήταν μαύρο και μέσα δεν είχαν ασπράδι ή κρόκο, αλλά υγρό χώμα και μικρά, λευκά σκουλήκια.
Από τότε, δεν ξαναπήγα στην Άνω Ποταμιά για Πάσχα. Γιατί ξέρω ότι κάθε χρόνο, όταν οι καμπάνες χτυπούν την Ανάσταση, κάποιοι δεν ξυπνούν για να γιορτάσουν τη ζωή, αλλά για να ζητήσουν το μερίδιό τους από τους ζωντανούς.
Σου άρεσε η ιστορία; Έχεις ζήσει κάτι παρόμοιο σε κάποιο χωριό της Ελλάδας; Στείλε μας τη δική σου εμπειρία!
Our Horror Stories : Ευχαριστούμε τον φίλο μας Λευτέρη για την ιστορία που μας έστειλε.


.png)




































