0

Η παράκαμψη

 



Δεν είμαι από τους ανθρώπους που πιστεύουν εύκολα σε τέτοια πράγματα.


Το λέω από την αρχή, γιατί ξέρω πώς θα ακουστεί αυτό που θα σας περιγράψω. Αν μου το έλεγε κάποιος άλλος, μάλλον θα του έλεγα ότι κουράστηκε, ότι μπερδεύτηκε, ότι το μυαλό του έπαιξε παιχνίδια.


Και ίσως αυτό ακριβώς να έγινε.


Ήμουν άυπνος σχεδόν δύο μέρες. Είχα πάει για δουλειά στην Καλαμάτα και έπρεπε να γυρίσω Αθήνα την ίδια νύχτα, γιατί το επόμενο πρωί είχα ραντεβού που δεν μπορούσα να αναβάλω. Ξεκίνησα αργά, γύρω στις έντεκα και μισή. Είχα πιει δύο καφέδες, είχα φάει πρόχειρα από ένα βενζινάδικο και οδηγούσα με εκείνη την περίεργη μηχανική συγκέντρωση που έχεις όταν είσαι κουρασμένος αλλά δεν θέλεις να το παραδεχτείς.


Κάπου μετά την Τρίπολη, το GPS άρχισε να κάνει τα δικά του.


Δεν μιλάω για κάτι εντυπωσιακό. Απλώς έχασε για λίγο το σήμα, κόλλησε, ξαναβρήκε διαδρομή και μου έδειξε μια παράκαμψη. Έγραφε ότι θα γλίτωνα δεκαεπτά λεπτά.


Δεκαεπτά λεπτά στις δύο τα ξημερώματα μοιάζουν με δώρο.


Χωρίς να το πολυσκεφτώ, βγήκα από τον κεντρικό δρόμο και ακολούθησα την οδηγία.


Ο δρόμος στην αρχή ήταν κανονικός. Στενός, αλλά ασφαλτοστρωμένος. Μετά άρχισε να ανεβαίνει λίγο, να στρίβει ανάμεσα σε χαμηλά δέντρα και κάτι ξερολιθιές. Δεν υπήρχαν φώτα. Μόνο οι προβολείς του αυτοκινήτου και το μπλε φως της οθόνης του GPS.


Κοίταξα την ώρα.


02:13.


Θυμάμαι πολύ καθαρά αυτή την ώρα, γιατί τότε ήταν που το ραδιόφωνο σταμάτησε.


Όχι απότομα. Δεν έκλεισε. Απλώς γέμισε παράσιτα. Ένας ήχος χαμηλός, σαν φύσημα. Γύρισα τον διακόπτη, άλλαξα σταθμούς, τίποτα. Μόνο στατικό.


Το έκλεισα.


Και τότε είδα τις πρώτες λάμπες.


Μπροστά μου, λίγο πιο κάτω από τον δρόμο, υπήρχε ένα χωριό.


Μικρό. Δέκα, δεκαπέντε σπίτια το πολύ. Πέτρινα τα περισσότερα, με κεραμίδια και στενά μπαλκόνια. Στην αρχή ανακουφίστηκα. Σκέφτηκα ότι, αν μη τι άλλο, δεν είχα χαθεί τελείως. Το GPS έδειχνε ότι έπρεπε να περάσω μέσα από το χωριό και να συνεχίσω από την άλλη πλευρά.


Μπήκα αργά.


Το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση ήταν η ησυχία.


Ξέρω ότι τα χωριά τη νύχτα είναι ήσυχα. Αλλά αυτό δεν ήταν απλώς ησυχία. Ήταν σαν να είχε κοπεί ο ήχος από παντού. Ούτε σκύλος. Ούτε έντομο. Ούτε αέρας. Ακόμα και ο κινητήρας του αυτοκινήτου μου ακουγόταν πιο πνιχτός, σαν να οδηγούσα μέσα σε χοντρό ύφασμα.


Τα σπίτια είχαν μερικά φώτα αναμμένα. Όχι πολλά. Ένα παράθυρο εδώ, ένα άλλο πιο πέρα. Κίτρινο φως πίσω από κουρτίνες. Αλλά δεν είδα άνθρωπο. Καμία κίνηση. Καμία σκιά να περνάει.


Στην άκρη του δρόμου υπήρχε μια πινακίδα με το όνομα του χωριού.


Ήταν παλιά, σκουριασμένη, και το όνομα φαινόταν μισοσβησμένο.


Νομίζω έγραφε Άγιος Θεόκλητος.


Δεν είμαι σίγουρος. Το λέω με επιφύλαξη, γιατί ήμουν κουρασμένος και το είδα μόνο για λίγα δευτερόλεπτα.


Συνέχισα μέχρι την πλατεία.


Εκεί υπήρχε μια μικρή εκκλησία, ένα πέτρινο πηγάδι κλεισμένο με κάγκελα και ένα καφενείο στη γωνία. Το καφενείο ήταν ανοιχτό.


Αυτό ήταν το δεύτερο πράγμα που με χτύπησε άσχημα.


Όχι επειδή ήταν ανοιχτό. Υπάρχουν χωριά που τα καφενεία κρατάνε μέχρι αργά. Αλλά εδώ δεν υπήρχε κανείς. Ούτε τραπέζια έξω γεμάτα, ούτε φωνές, ούτε τηλεόραση, ούτε καρέκλες τραβηγμένες. Μόνο μια λάμπα πάνω από την πόρτα και μέσα, πίσω από το τζάμι, ένας ηλικιωμένος άντρας καθισμένος σε ένα τραπέζι.


Δεν ξέρω γιατί σταμάτησα.


Ίσως επειδή το GPS εκείνη τη στιγμή ξανακόλλησε. Ίσως επειδή ήθελα να ρωτήσω αν ο δρόμος μπροστά έβγαινε κάπου. Ίσως επειδή, όσο περίεργο κι αν ακούγεται, ένιωσα ότι ο άντρας με περίμενε.


Πάρκαρα μπροστά στην πλατεία, άφησα τη μηχανή αναμμένη και κατέβηκα.


Ο αέρας ήταν παγωμένος.


Δεν είχε κρύο εκείνη τη μέρα. Θυμάμαι ότι όταν ξεκίνησα από Καλαμάτα, είχε μια γλυκιά νυχτερινή ζέστη. Εκεί όμως, στο χωριό, ήταν σαν να είχε πέσει χειμώνας μόνο στην πλατεία.


Πλησίασα το καφενείο.


Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη.


«Καλησπέρα», είπα.


Ο ηλικιωμένος σήκωσε το κεφάλι.


Ήταν πολύ αδύνατος. Φορούσε σκούρο πουκάμισο και είχε μπροστά του ένα μικρό ποτήρι, άδειο ή σχεδόν άδειο. Δεν μου χαμογέλασε. Δεν φάνηκε καν να ξαφνιάζεται που με έβλεπε.


«Έχασες τον δρόμο;» με ρώτησε.


Η φωνή του ήταν χαμηλή. Όχι βραχνή. Χαμηλή, σαν να ερχόταν από διπλανό δωμάτιο.


«Το GPS με έφερε από εδώ», του είπα. «Βγαίνει αυτός ο δρόμος προς Αθήνα;»


Δεν απάντησε αμέσως.


Κοίταξε πρώτα πίσω μου, προς το αυτοκίνητο. Μετά κοίταξε την εκκλησία.


«Μέχρι την εκκλησία να πας», είπε. «Μετά γύρνα πίσω».


Νόμιζα ότι δεν άκουσα καλά.


«Συγγνώμη;»


«Μη συνεχίσεις μετά την εκκλησία».


Γέλασα αμήχανα.


«Γιατί; Είναι κλειστός ο δρόμος;»


Ο άντρας ακούμπησε τα χέρια του στο τραπέζι.


«Για σένα, ναι».


Εκείνη τη στιγμή ένιωσα πραγματικά άβολα. Όχι τρόμο. Όχι ακόμα. Περισσότερο εκείνη την ενστικτώδη αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά και ότι πρέπει να φύγεις πριν καταλάβεις τι είναι.


«Εντάξει», είπα. «Ευχαριστώ».


Γύρισα προς το αυτοκίνητο.


Πριν μπω, άκουσα την καρέκλα του να τρίβεται στο πάτωμα.


«Ό,τι και να δεις στον καθρέφτη», είπε πίσω μου, «μη σταματήσεις δεύτερη φορά».


Δεν γύρισα να τον κοιτάξω.


Μπήκα στο αυτοκίνητο, κλείδωσα τις πόρτες και ξεκίνησα.


Έπρεπε να κάνω αναστροφή και να φύγω από εκεί που ήρθα. Αυτό θα έκανε ένας λογικός άνθρωπος.


Αλλά το GPS εκείνη τη στιγμή ξεκόλλησε.


Η φωνή είπε καθαρά:


«Συνεχίστε ευθεία για τριακόσια μέτρα».


Και εγώ, σαν ηλίθιος, συνέχισα.


Πέρασα μπροστά από την εκκλησία. Ήταν μικρή, λευκή, με μια χαμηλή καμπάνα. Η πόρτα της ήταν κλειστή. Στα σκαλιά της υπήρχαν κάτι που έμοιαζαν με κεριά, αλλά δεν έκαιγαν. Ήταν απλώς μαύρα, λιωμένα, σαν να τα είχε σβήσει βροχή.


Μετά την εκκλησία, ο δρόμος στένεψε απότομα.


Τα σπίτια σταμάτησαν. Οι λάμπες έμειναν πίσω μου. Μπροστά υπήρχε μόνο σκοτάδι και άσφαλτος που κατέβαινε ανάμεσα σε δέντρα.


Τότε είδα κάτι στον καθρέφτη.


Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν αντανάκλαση από το φως της πλατείας.


Μετά κατάλαβα ότι ήταν άνθρωπος.


Καθόταν στο πίσω κάθισμα.


Πίσω μου.


Δεν είδα πρόσωπο. Μόνο ένα περίγραμμα. Σαν κάποιος να είχε καθίσει στη μέση, σκυφτός, με το κεφάλι γερμένο προς τα κάτω.


Πάτησα φρένο από ένστικτο.


Το αυτοκίνητο επιβράδυνε.


Και τότε θυμήθηκα τι μου είχε πει ο γέρος.


Μη σταματήσεις δεύτερη φορά.


Δεν ξέρω πώς κατάφερα να μην ακινητοποιήσω το αυτοκίνητο. Το πόδι μου έτρεμε τόσο πολύ που χτυπούσε στο πεντάλ. Πάτησα γκάζι. Δυνατά. Το αυτοκίνητο τινάχτηκε μπροστά.


Ξανακοίταξα τον καθρέφτη.


Το πίσω κάθισμα ήταν άδειο.


Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου ότι ήταν η τσάντα μου. Ένα μπουφάν. Μια σκιά. Οτιδήποτε.


Μόνο που η τσάντα μου ήταν στο κάθισμα του συνοδηγού.


Και το μπουφάν μου το φορούσα.


Ο δρόμος δεν τελείωνε.


Αυτό ήταν το χειρότερο.


Το GPS έλεγε ότι σε ενάμιση χιλιόμετρο θα έβγαινα στον κεντρικό. Οδήγησα σίγουρα πάνω από δέκα λεπτά. Με την ταχύτητα που πήγαινα, θα έπρεπε να είχα βγει κάπου. Αντί γι’ αυτό, έβλεπα συνέχεια τις ίδιες στροφές. Το ίδιο χαμηλό τοιχάκι στα δεξιά. Το ίδιο γέρικο δέντρο στην αριστερή πλευρά.


Και κάθε τόσο, στον καθρέφτη, έβλεπα πίσω μου φώτα.


Σαν να με ακολουθούσε άλλο αυτοκίνητο.


Μόνο που όταν κοίταζα καλύτερα, τα φώτα δεν ήταν πίσω στον δρόμο.


Ήταν μέσα στο χωριό.


Μα το χωριό έπρεπε να έχει μείνει χιλιόμετρα πίσω.


Το ραδιόφωνο άνοιξε μόνο του.


Δεν ξέρω αν πάτησα κάτι πάνω στον πανικό μου. Μπορεί. Δεν το αποκλείω. Αλλά ορκίζομαι ότι τα χέρια μου ήταν στο τιμόνι.


Ακούστηκε πάλι το ίδιο στατικό.


Και μέσα από τα παράσιτα, μια φωνή.


Όχι καθαρή. Όχι σαν κανονική εκπομπή.


Σαν κάποιος να μιλούσε από πολύ μακριά.


«Δεν είναι από εδώ».


Μετά μια δεύτερη φωνή, πιο ψιλή.


«Τότε γιατί τον άφησες να περάσει;»


Έκλεισα το ραδιόφωνο με τόση δύναμη που πόνεσε το δάχτυλό μου.


Το GPS ξαφνικά σκοτείνιασε.


Η οθόνη έγινε μαύρη.


Και αμέσως μετά άναψε πάλι, αλλά δεν έδειχνε χάρτη.


Έδειχνε μόνο μια πρόταση:


ΚΑΝΤΕ ΑΝΑΣΤΡΟΦΗ ΟΤΑΝ ΜΠΟΡΕΙΤΕ.


Η φωνή του GPS όμως είπε κάτι άλλο.


«Συνεχίστε ευθεία».


Τότε μπροστά μου είδα πάλι φώτα.


Το χωριό.


Ήμουν πίσω στην είσοδο.


Στην ίδια πινακίδα.


Στον ίδιο δρόμο.


Πάτησα φρένο και σταμάτησα στην άκρη.


Ναι. Σταμάτησα.


Ξέρω τι είπε ο γέρος. Ξέρω ότι δεν έπρεπε. Αλλά εκείνη τη στιγμή το μυαλό μου είχε κολλήσει. Δεν μπορούσα να συνεχίσω. Δεν μπορούσα ούτε να αναπνεύσω καλά.


Άνοιξα το παράθυρο για να πάρω αέρα.


Και τότε άκουσα καρέκλες.


Πολλές καρέκλες.


Να σέρνονται πάνω σε πέτρα.


Κοίταξα προς την πλατεία.


Το καφενείο ήταν γεμάτο.


Όχι έξω. Μέσα.


Πίσω από τα τζάμια, καθόντουσαν άνθρωποι σε όλα τα τραπέζια. Ακίνητοι. Γυρισμένοι προς εμένα. Δεν έβλεπα χαρακτηριστικά. Μόνο σκοτεινά πρόσωπα και λευκές αντανακλάσεις εκεί που θα έπρεπε να είναι τα μάτια.


Στο τραπέζι δίπλα στο παράθυρο καθόταν ο ηλικιωμένος.


Και απέναντί του υπήρχε μια άδεια καρέκλα.


Την κοιτούσε.


Μετά σήκωσε το χέρι και μου έκανε νόημα.


Όχι να φύγω.


Να μπω.



Αξίζει να δεις και αυτό:

The case of the Code Breaker



Έκλεισα το παράθυρο, έβαλα πρώτη και έκανα αναστροφή τόσο άτσαλα που ανέβηκα σχεδόν πάνω στο πεζούλι. Το αυτοκίνητο χτύπησε από κάτω, κάτι ακούστηκε να γρατζουνάει, αλλά δεν με ένοιαξε.


Έφυγα από τον δρόμο από όπου είχα έρθει.


Αυτή τη φορά δεν άκουσα το GPS. Δεν κοίταξα καθρέφτη. Δεν άνοιξα ραδιόφωνο. Οδήγησα μέχρι που είδα φώτα από βενζινάδικο στον κεντρικό δρόμο.


Όταν σταμάτησα εκεί, η ώρα ήταν 02:13.


Η ίδια ώρα.


Το κινητό μου έδειχνε ότι δεν είχε περάσει ούτε λεπτό από τη στιγμή που είχα μπει στην παράκαμψη.


Κάθισα στο αυτοκίνητο αρκετή ώρα. Ένας υπάλληλος του βενζινάδικου ήρθε και με ρώτησε αν είμαι καλά. Του είπα ότι απλώς ζαλίστηκα. Δεν ήξερα τι άλλο να πω.


Το πρωί, όταν έφτασα Αθήνα, κοιμήθηκα σχεδόν δεκατέσσερις ώρες.


Όταν ξύπνησα, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να ψάξω το χωριό.


Άγιος Θεόκλητος.


Τίποτα.


Ούτε στους χάρτες, ούτε σε παλιές λίστες κοινοτήτων, ούτε σε φόρουμ με εγκαταλελειμμένα χωριά. Υπάρχουν Άγιοι με παρόμοια ονόματα, υπάρχουν χωριά με ονόματα που μοιάζουν, αλλά εκείνο το συγκεκριμένο όχι.


Σκέφτηκα ότι μπορεί να διάβασα λάθος την πινακίδα.


Άνοιξα το ιστορικό τοποθεσίας στο κινητό.


Δεν υπήρχε παράκαμψη.


Η διαδρομή έδειχνε ότι είχα μείνει στον κεντρικό δρόμο όλη την ώρα.


Αυτό κάπως με ηρέμησε. Για λίγα λεπτά.


Μέχρι που είδα τη φωτογραφία.


Δεν θυμάμαι να τράβηξα φωτογραφία. Δεν θυμάμαι να άνοιξα καν την κάμερα. Αλλά στο κινητό μου, στις 02:13, υπήρχε μία εικόνα.


Ήταν η πλατεία.


Η μικρή εκκλησία στα αριστερά. Το πηγάδι στη μέση. Το καφενείο στη γωνία, με το φως αναμμένο.


Η φωτογραφία ήταν σκοτεινή και θολή, σαν να τραβήχτηκε μέσα από τζάμι.


Ζούμαρα στο καφενείο.


Στο παράθυρο φαινόταν ο ηλικιωμένος.


Καθόταν στο ίδιο τραπέζι.


Και απέναντί του, στην άδεια καρέκλα, καθόταν κάποιος άλλος.


Εγώ.


Φορούσε το μπουφάν μου. Είχε το κεφάλι σκυμμένο. Τα χέρια ακουμπισμένα στο τραπέζι. Μπροστά του υπήρχε ένα μικρό ποτήρι.


Δεν φαινόταν καθαρά το πρόσωπο.


Αλλά ήμουν εγώ.


Έσβησα τη φωτογραφία την ίδια στιγμή.


Μετά την ξαναβρήκα στα διαγραμμένα και την έσβησα και από εκεί.


Δεν ξέρω αν έκανα καλά. Κάποιες φορές μετανιώνω που δεν την κράτησα. Άλλες φορές σκέφτομαι ότι, αν την κρατούσα, ίσως να έβρισκα κι άλλα πράγματα μέσα της.


Και αυτό με τρομάζει περισσότερο.


Έχουν περάσει οκτώ μήνες από τότε.




Το επόμενο σκοτεινό εύρημα σε περιμένει εδώ:

Ραδιενεργό υλικό




Δεν έχω ξαναοδηγήσει νύχτα μόνος μου σε επαρχιακό δρόμο. Όταν το GPS προτείνει παράκαμψη, την αγνοώ. Ακόμα κι αν μου λέει ότι θα γλιτώσω μισή ώρα.


Μερικές φορές, όταν είμαι πολύ κουρασμένος, ακούω στατικό από το ραδιόφωνο ενώ είναι κλειστό.


Και πριν λίγες μέρες, καθώς καθάριζα το αυτοκίνητο, βρήκα κάτι κάτω από το κάθισμα του συνοδηγού.


Ένα μικρό γυάλινο ποτήρι.


Σαν αυτά που έχουν στα παλιά καφενεία για το τσίπουρο.


Ήταν άδειο.


Σχεδόν.


Στον πάτο του είχε μείνει μια σταγόνα.


Μαύρη σαν λάδι.



Κι αν δεν θέλεις να τελειώσει εδώ η ανατριχίλα:

THE EXORCIST 



Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τoν φίλo μας Χρήστο για την ιστορία που μας έστειλε.


Διαβάστε επίσης:





Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com  ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.


1

Μην Γυρίσεις

 


Τοποθεσία: Ορεινή Αρκαδία, Εγκαταλελειμμένο Χωριό «Κερασιά»

Ημερομηνία: 14 Νοεμβρίου, 2023

Ο παππούς μου έλεγε πάντα: «Αν ακούσεις το όνομά σου στο δάσος μετά το ηλιοβασίλεμα, μην γυρίσεις. Δεν είναι άνθρωπος αυτός που σε φωνάζει». Τον θεωρούσα προληπτικό, μέχρι το περσινό φθινόπωρο.

Είχαμε πάει για ορειβασία με τον κολλητό μου, τον Μάνο. Φτάσαμε στην Κερασιά αργά το απόγευμα. Είναι ένα χωριό-φάντασμα, πνιγμένο στις καρυδιές και την υγρασία. Αποφασίσαμε να στήσουμε τη σκηνή μας στην αυλή της παλιάς εκκλησίας, του Αγίου Νικολάου, που είχε καταρρεύσει η σκεπή της.

Καθώς ανάβαμε τη φωτιά, η ομίχλη άρχισε να κατεβαίνει από την κορυφή του βουνού σαν λευκό σεντόνι. Ήταν τόσο πυκνή που δεν έβλεπες τα χέρια σου.

«Θα πάω λίγο προς τις βρύσες να γεμίσω τα παγούρια», είπε ο Μάνος και χάθηκε μέσα στο λευκό τοπίο.


Κάποια ίχνη οδηγούν πάντα πιο βαθιά… 


Πέρασαν δέκα λεπτά. Είκοσι. Τριάντα. Το δάσος ήταν απόλυτα βουβό. Ούτε πουλιά, ούτε τριζόνια. Ξαφνικά, άκουσα τη φωνή του.

«Κώστα... Κώστα, έλα εδώ! Δες τι βρήκα!»

Η φωνή του ακουγόταν παράξενα επίπεδη, σαν να έβγαινε μέσα από πηγάδι. Σηκώθηκα και προχώρησε προς τα δέντρα. «Μάνο, πού είσαι;» φώναξα.

«Εδώ, λίγο πιο κάτω... Κώστα, έλα να δεις», ξανακούστηκε.

Ήμουν έτοιμος να μπω βαθιά στις φυλλωσιές, όταν το κινητό μου δονήθηκε στην τσέπη. Το έβγαλα με τρεμάμενα χέρια. Ήταν ένα μήνυμα από τον Μάνο, σταλμένο πριν από δύο λεπτά:

«Ρε φίλε, χάθηκα στην ομίχλη και κατέβηκα κατά λάθος στον κεντρικό δρόμο. Είμαι 2 χιλιόμετρα μακριά, με μάζεψε ένας χωριανός με αγροτικό. Μην κουνηθείς από τη φωτιά, έρχομαι να σε πάρω».

Πάγωσα. Αν ο Μάνος ήταν δύο χιλιόμετρα μακριά, ποιος με φώναζε από τα δέντρα;

Τότε η φωνή ξανακούστηκε, αλλά αυτή τη φορά ήταν ακριβώς πίσω από το αυτί μου. Δεν ήταν η φωνή του Μάνου. Ήταν η δική μου φωνή.

«Κώστα... έλα να δεις τι βρήκαμε», ψιθύρισε η αντανάκλασή μου στο σκοτάδι.

Γύρισα ενστικτωδώς. Δεν υπήρχε κανείς. Μόνο τα κλαδιά μιας καρυδιάς που κουνιόντουσαν, παρόλο που δεν φυσούσε καθόλου. Στη βάση του κορμού, πάνω στο χώμα, υπήρχαν δύο παγούρια. Ήταν γεμάτα με κάτι που έμοιαζε με νερό, αλλά ανέδυε μια μυρωδιά σάπιου κρέατος.

Από εκείνη τη μέρα, δεν μπορώ να κοιμηθώ σε απόλυτη ησυχία. Γιατί κάθε φορά που επικρατεί σιωπή, ακούω τον εαυτό μου, μέσα από το διπλανό δωμάτιο, να με καλεί να πάω να δω «τι βρήκε».


Επειδή μερικές σκιές οδηγούν σε επόμενες ιστορίες:



Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τoν φίλo μας Κώστα για την ιστορία που μας έστειλε.


Διαβάστε επίσης:





Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com  ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.


0

Τα παράσιτα στην τηλεόραση

 



Πάντα πίστευα ότι το "χιόνι" στις παλιές τηλεοράσεις ήταν απλά τυχαία ηλεκτρομαγνητικά σήματα. Μέχρι που αγόρασα εκείνη την παλιά CRT τηλεόραση από ένα παζάρι στο Μοναστηράκι για το ρετρό σαλόνι μου.

Την πρώτη νύχτα, η τηλεόραση άναψε μόνη της στις 4:00 το πρωί. Δεν έδειχνε κανάλι, μόνο παράσιτα. Αλλά δεν ήταν ο γνωστός λευκός θόρυβος. Τα παράσιτα σχημάτιζαν αργές, κυματιστές κινήσεις, σαν κάτι να κολυμπάει πίσω από το γυαλί.

Πλησίασα να την κλείσω. Καθώς το χέρι μου άγγιξε τον διακόπτη, ο ήχος των παρασίτων σταμάτησε απότομα. Μέσα στην απόλυτη σιωπή, άκουσα μια βαριά ανάσα που δεν ήταν δική μου.

Κοίταξα την οθόνη. Στην αντανάκλαση του μαύρου γυαλιού, είδα τον εαυτό μου να στέκεται στο σκοτεινό σαλόνι. Αλλά πίσω από τον ώμο μου, υπήρχε κάτι άλλο. Μια φιγούρα ψηλή, αδύνατη, που το σώμα της δεν είχε δέρμα, αλλά ήταν φτιαγμένο από τρεμουλιαστά γκρίζα παράσιτα.

Δεν τόλμησα να γυρίσω. Στην οθόνη, είδα το "πλάσμα των παρασίτων" να απλώνει το χέρι του και να αγγίζει το κεφάλι μου. Ένιωσα μια ηλεκτρική εκκένωση να διαπερνά το κρανίο μου, τόσο δυνατή που με έριξε στο πάτωμα.

Όταν συνήλθα, η τηλεόραση ήταν κλειστή. Αλλά από εκείνη τη μέρα, κάτι έχει αλλάξει. Κάθε φορά που περνάω μπροστά από καθρέφτες ή σβηστές οθόνες, η αντανάκλασή μου καθυστερεί ένα κλάσμα του δευτερολέπτου να ακολουθήσει τις κινήσεις μου. Και μερικές φορές, όταν το σπίτι είναι τελείως ήσυχο, ακούω έναν χαμηλό στατικό θόρυβο να βγαίνει... μέσα από τους τοίχους.


Αν έφτασες μέχρι εδώ, μάλλον αγαπάς τις σκοτεινές ιστορίες.
Ίσως σε ενδιαφέρει και αυτή η πρόταση που ταιριάζει με την ατμόσφαιρα του σημερινού post:


Μας παρακολουθούν μέσα από τα κενά σήματα; Κι αν ναι τι είναι; Σας έχει συμβεί κάτι παρόμοιο;

Μην αφήνετε τις οθόνες σας ανοιχτές σε κανάλια που δεν εκπέμπουν. Ίσως Τους δίνετε την πόρτα για να περάσουν στην πλευρά μας.


Για τους/τις λάτρεις του τρόμου και των thrillers:


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Αλέξανδρο για την ιστορία που μας έστειλε.

Διαβάστε επίσης:







Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com  ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.


2

Ο Ψηλός Κύριος

 



Τοποθεσία: Βουνά Cascade, ΗΠΑ.


Ημερομηνία: 2012.

Υπάρχουν αναφορές που η υπηρεσία δασών τις θάβει σε φακέλους με την ένδειξη "Ανεξήγητο". Μετά από 15 χρόνια στα βουνά, παραιτήθηκα και επέστρεψα στην Ελλάδα, στη πόλη των γονιών μου, γιατί δεν άντεχα άλλο να βλέπω τη λογική να καταρρέει μπροστά στα μάτια μου.

Στην Αμερική το φαινόμενο ονομάζεται "Missing 411". Άνθρωποι εξαφανίζονται από το πλευρό των δικών τους μέσα σε δευτερόλεπτα, λες και η γη ανοίγει και τους καταπίνει. Η περίπτωση του μικρού Sam το 2012, όμως, ήταν αυτή που με έκανε να μην ξαναπατήσω στο δάσος.

Ο Sam, μόλις 6 ετών, έπαιζε τρία μέτρα πίσω από τον πατέρα του σε ένα ανοιχτό, επίπεδο μονοπάτι στα βουνά Cascade. Ο πατέρας του γύρισε για μια στιγμή να πιάσει το παγούρι του. Όταν ξανακοίταξε, το μονοπάτι ήταν άδειο. Ο Sam είχε χαθεί. Χωρίς ούτε έναν ήχο, χωρίς μια κραυγή.

Τα λαγωνικά που φέραμε αρνήθηκαν να δουλέψουν. Μόλις έφτασαν στο σημείο της εξαφάνισης, άρχισαν να τρέμουν και να κοιτούν τον ουρανό βγάζοντας έναν απόκοσμο θρήνο. Η μυρωδιά του παιδιού είχε απλά σβηστεί από τον χάρτη.

Τον βρήκαμε δύο μέρες μετά, στην κορυφή μιας απόκρημνης πλαγιάς, 12 χιλιόμετρα μακριά από το σημείο που χάθηκε. Ένας ενήλικας ορειβάτης θα χρειαζόταν 10 ώρες εξαντλητικής αναρρίχησης για να φτάσει εκεί. Ο Sam καθόταν πάνω σε έναν βράχο, στεγνός, παρόλο που η περιοχή είχε χτυπηθεί από καταρρακτώδεις βροχές όλη τη νύχτα.

Το πιο αδιανόητο; Τα παπούτσια του έλειπαν, αλλά οι κάλτσες του ήταν πεντακάθαρες. Ούτε ένα λεκέ από λάσπη, ούτε ένα σκίσιμο από τις πέτρες, ούτε ένα αγκάθι. Ήταν σαν να είχε τοποθετηθεί εκεί από ψηλά, χωρίς τα πόδια του να αγγίξουν ποτέ το έδαφος στη διαδρομή.

Όταν τον ρωτήσαμε πώς βρέθηκε εκεί, μας κοίταξε με ένα βλέμμα που δεν ανήκε σε παιδί.

Είπε μόνο:

"Ο ψηλός κύριος με το πρόσωπο από φως με σήκωσε. Δεν περπατούσαμε. Το δάσος γινόταν μικρό κάτω από τα πόδια μου."

Τα παπούτσια του βρέθηκαν αργότερα, τρία χιλιόμετρα μακριά, δεμένα με τα κορδόνια τους και κρεμασμένα σε ένα κλαδί δέντρου, σε ύψος τεσσάρων μέτρων.

Μην πιστεύετε τις επίσημες ανακοινώσεις. Τα εθνικά πάρκα κρύβουν κάτι που δεν έχει όνομα. Αν ποτέ περπατάτε στο δάσος και νιώσετε μια ξαφνική, απόλυτη σιωπή, σαν να σταμάτησε ο χρόνος... μην γυρίσετε να κοιτάξετε πίσω. Τρέξτε.

Mike R., πρώην δασοφύλακας (Oregon, USA)


Αν σου αρέσουν ιστορίες με ανατριχιαστική ατμόσφαιρα, ίσως θέλεις να ρίξεις μια ματιά και εδώ:



Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Mike R. για την ιστορία που μας έστειλε.

Διαβάστε επίσης:


Κρυμμένες ζωγραφιές (Ένα άκρως επινοητικό υπερφυσικό θρίλερ, για τους φαν του Stranger Things και του Riley Sager – όπου μια γυναίκα εργάζεται ως νταντά ενός παιδιού με παράξενα και ανατριχιαστικά μυστικά)







Ακολουθήστε μας στη σελίδα μας στο Facebook 



 Ένα LIKE, SHARE και σχόλιο θα βοηθήσει να συνεχίσουμε το έργο μας!
ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ!




Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.



0

Η τραγουδίστρια της ακτής


Τοποθεσία: Κέρκυρα 

Ημερομηνία: Ιούλιος 2014

Δεν ξέρω αν πρέπει να το γράψω αυτό.

Αλλά αν κάποιος έχει ακούσει κάτι παρόμοιο… θέλω να μου πει ότι δεν είμαι τρελή.

Ήρθα στην Κέρκυρα με το αγόρι μου τον Βασίλη για σεζόν. Δουλεύαμε σε ένα μικρό boutique ξενοδοχείο, λίγο έξω από την πόλη. Ήσυχο μέρος, λίγα δωμάτια, κυρίως ζευγάρια.

Τις πρώτες μέρες όλα ήταν φυσιολογικά.

Μέχρι που άκουσα το τραγούδι.

Δεν ήταν κάτι ξεκάθαρο.

Όχι μουσική όπως την ξέρουμε.

Ήταν… μια φωνή.

Μια γυναικεία φωνή που τραγουδούσε κάτι αργό, μονότονο.

Χωρίς λόγια που μπορούσα να καταλάβω.



Πριν συνεχίσεις…

Κάποιες ιστορίες δεν τελειώνουν στην τελευταία τους γραμμή. Αν αγαπάς το σκοτεινό μυστήριο, δες και αυτό:

Η Πρόσκληση της Ιρενέ Άντλερ



Στην αρχή νόμιζα ότι κάποιος έβαζε μουσική από δίπλα.

Αλλά το περίεργο ήταν ότι το άκουγα μόνο τη νύχτα.

Και ποτέ από το ίδιο σημείο.

Το αγόρι μου ο Βασίλης δεν άκουγε τίποτα, αλλά η αλήθεια είναι πως πάντα κοιμόταν πολύ βαριά. 

Ένα βράδυ, κατέβηκα στη ρεσεψιόν να δω αν κάποιος πελάτης είχε παράπονα.

“Ακούσατε κι εσείς κάτι;” ρώτησα.

Η ιδιοκτήτρια με κοίταξε για λίγο.

Και μετά χαμογέλασε… περίεργα.

“Αν το ακούς… μην το ακολουθήσεις.”

Γέλασα.

Νόμιζα ότι μου κάνει πλάκα.

Δεν ήταν πλάκα.

Το επόμενο βράδυ, το τραγούδι ήταν πιο κοντά.

Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω.

Δεν ήταν πιο δυνατά.

Ήταν πιο… μέσα μου.

Σαν να μην ερχόταν από έξω, αλλά από κάπου πίσω από το κεφάλι μου.

Άρχισα να ψάχνω.

Στο ίντερνετ, σε παλιά forums, σε ιστορίες του νησιού.

Και τότε το βρήκα.

“Η Τραγουδίστρια της Ακτής.”

Ένας παλιός αστικός θρύλος της Κέρκυρα.

Λένε ότι παλιά, μια γυναίκα πνίγηκε κοντά στα βράχια, περιμένοντας κάποιον που δεν γύρισε ποτέ.

Και από τότε…

τραγουδάει.

Όποιος την ακούσει, λένε, αρχίζει να την ακούει όλο και πιο καθαρά.

Μέχρι που μια νύχτα… βγαίνει να τη βρει.

Και δεν επιστρέφει.

Σταμάτησα να το διαβάζω εκεί.

Γιατί εκείνη τη στιγμή…

άκουσα το τραγούδι μέσα στο δωμάτιο.

Γύρισα απότομα.

Δεν υπήρχε κανείς. Ο Βασίλης κοιμόταν ατάραχος. 

Αλλά η φωνή ήταν δίπλα μου.

Σχεδόν στο αυτί μου.

Δεν είχε μελωδία πια.

Ήταν πιο… προσωπικό.

Σαν να μου μιλούσε.

Την επόμενη μέρα είπα στον Βασίλη ότι θα φύγω. Δεν με ενδιέφερε η δουλειά. Δεν με ενδιέφερε τίποτα.

Η ιδιοκτήτρια με κοίταξε.

“Άργησες,” είπε.

Δεν κατάλαβα τι εννοούσε. Μέχρι το βράδυ.

Δεν θυμάμαι πώς βγήκα από το δωμάτιο. Δεν θυμάμαι να άνοιξα πόρτα. Δεν θυμάμαι να περπάτησα. Θυμάμαι μόνο ότι…

ήμουν ήδη στην παραλία.

Και το τραγούδι…

δεν ήταν πια μέσα στο κεφάλι μου.

Ήταν μπροστά μου.

Την είδα.

Δεν ήταν όπως στις ιστορίες. Δεν είχε πρόσωπο που να ξεχωρίζει. Ήταν σαν να την έβλεπες μέσα από νερό. Σαν να μην είχε σταθερή μορφή.

Αλλά ήξερα.

Ήξερα ότι ήταν αυτή.

Στεκόταν εκεί.

Και τραγουδούσε.

Και τότε…

σταμάτησε.

Και γύρισε προς εμένα.

Δεν είχε μάτια.

Αλλά ήξερα ότι με κοιτάζει.

Και τότε έκανε κάτι που δεν περίμενα.

Σταμάτησε να τραγουδάει.

Και άκουσα τη φωνή…

μέσα στο κεφάλι μου.

“Άργησες.”

Δεν ήταν η πρώτη φορά που το άκουγα.

Και τότε κατάλαβα κάτι που με τρόμαξε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.

Δεν με καλούσε.

Με περίμενε.

Σαν να είχα ήδη έρθει… πριν.

Ξαφνικά ένιωσα κάτι να με αρπάζει από τον ώμο και να με τραβάει. Να με τραβάει με δύναμη.

Δεν μπορούσα να αντισταθώ. Δεν είχα τη δύναμη να αντιδράσω. Είχα παραδοθεί. Δε μπορούσα να προβάλω καμία αντίδραση.

Άνοιξα μόνο τα μάτια. Είδα το Βασίλη να με τραβάει από τους ώμους έξω από τη θάλασσα. Προσπαθούσε να με βγάλει έξω από το νερό καθώς τα κύματα προσπαθούσαν να με ξαναπάρουν μέσα στο βυθό τους. 

Δε θυμάμαι πως μπήκα μέσα στη θάλασσα. Δε θυμάμαι πως με κατάπιαν τα κύματα. 

Ευτυχώς ο Βασίλης κατάλαβε ότι λείπω από το δωμάτιο και έψαξε να με βρει. 

Αν δεν είχε προλάβει να με σώσει, η τραγουδίστρια της ακτής θα με είχε πάρει μαζί της. 


Γνωρίζετε εσείς αυτό το θρύλο της Κέρκυρας; Μήπως έχετε ακούσει την τραγουδίστρια της ακτής; Στείλε την ιστορία σου στο Our Horror Stories.


Αν σου άρεσε το vibe αυτής της ιστορίας,

ίσως σου ταιριάξει και αυτό το μουσικό σκοτάδι από τους Bad Mood Bad Luck

Άκουσε στο Spotify

Άκουσε στο Youtube


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε την φίλη μας Γεωργία για την ιστορία που μας έστειλε. 


Αν σου αρέσουν ιστορίες με ανατριχιαστική ατμόσφαιρα, ίσως θέλεις να ρίξεις μια ματιά και εδώ:

Medical Mysteries


Διαβάστε επίσης:






Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com  ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.


0

Μην απαντήσεις

 

Δεν ξέρω αν πρέπει να το γράψω αυτό, γιατί κάθε φορά που το σκέφτομαι, νομίζω ότι το τηλέφωνό μου κάνει έναν περίεργο στατικό θόρυβο. Αλλά πρέπει να σας προειδοποιήσω.

Η αδερφή μου η Ελένη σκοτώθηκε σε τροχαίο πριν από έξι μήνες. Την περασμένη Τρίτη, στις 3:33 τα ξημερώματα, το κινητό μου άρχισε να δονείται πάνω στο κομοδίνο. Στην οθόνη έγραφε: "Κλήση FaceTime: Ελένη".


Το αίμα μου πάγωσε. Το τηλέφωνό της είχε καταστραφεί ολοσχερώς στο ατύχημα. Από ένστικτο, και μέσα στη θολή μου κατάσταση, πάτησα το πράσινο κουμπί.


Πριν συνεχίσεις, νομίζω ότι θα ήθελες πολύ να κάνεις αυτό: 


Η εικόνα ήταν κρυστάλλινη. Ήταν η Ελένη. Καθόταν σε ένα σκοτεινό δωμάτιο που έμοιαζε με το παλιό της υπνοδωμάτιο, αλλά οι τοίχοι έμοιαζαν να "κυλάνε" σαν υγρό μέταλλο. Η εικόνα ήταν υπερβολικά τέλεια. Καμία καθυστέρηση, καμία ατέλεια στα πίξελ. Φορούσε τα ρούχα που την θάψαμε.

"Κώστα, με ακούς;" είπε. Η φωνή της ήταν η δική της, αλλά είχε μια μεταλλική αντήχηση, σαν να μιλούσε μέσα από έναν μακρύ σωλήνα.

"Ελένη; Πώς είναι δυνατόν;" ψιθύρισα τρέμοντας.

Τότε το πρόσωπό της έκανε ένα στιγμιαίο "glitch". Το ένα της μάτι μεγάλωσε αφύσικα για ένα δευτερόλεπτο και το δέρμα της έμοιαζε να τεντώνεται πάνω από το κρανίο της. Δεν ήταν η αδερφή μου. Ήταν κάτι που χρησιμοποιούσε την εικόνα της.

"Μην ακούς τι λένε για το 'μετά', Κώστα" συνέχισε, και το χαμόγελό της άρχισε να μεγαλώνει περισσότερο από όσο επιτρέπει η ανθρώπινη ανατομία. "Δεν υπάρχει φως. Υπάρχει μόνο ο κώδικας. Μας αντιγράφουν. Όλους μας. Κάθε φωτογραφία που ανεβάσατε, κάθε video, κάθε λέξη σας... τους δίνει τροφή για να χτίσουν τη φυλακή μας."

Πλησίασε την κάμερα. Το πρόσωπό της τώρα έπιανε όλη την οθόνη. Τα μάτια της ήταν δύο κενές, μαύρες τρύπες.

"Έρχονται για τους ζωντανούς τώρα. Θα σας καλέσουν με τις φωνές των αγαπημένων σας. Θα σας ζητήσουν να τους 'αφήσετε να μπουν'. Μην ανοίξεις την πόρτα όταν ακούσεις τη φωνή μου έξω από το σπίτι αύριο το βράδυ. Αυτό που θα βλέπεις δεν θα είναι το πρόσωπό μου. Θα είναι το κενό που προσπαθεί να πάρει σχήμα."

Η κλήση έπεσε. Στην οθόνη εμφανίστηκε ένα μήνυμα συστήματος: "Η κλήση τερματίστηκε από τον διακομιστή: NULL_ENTITY".


Αν κατάφερες να διαβάσεις μέχρι εδώ τότε πρέπει να διαβάσεις κι αυτό: 



Χθες το βράδυ, κάποιος χτυπούσε την πόρτα μου για δύο ώρες. Φώναζε το όνομά μου με τη φωνή της Ελένης. Κοίταξα από το ματάκι. Δεν υπήρχε κανείς. Μόνο μια μαύρη, πυκνή σκιά που έμοιαζε να τρεμοπαίζει σαν κακή σύνδεση internet.

Μην ανεβάζετε άλλες φωτογραφίες. Μας μαθαίνουν. Μας αντιγράφουν. Και σύντομα, δεν θα χρειάζονται πια τους πρωτότυπους.


Επειδή κάποιες ιστορίες δε τελειώνουν στην τελευταία πρόταση, δες κι αυτό: 


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Κώστα για την ιστορία που μας έστειλε.

Διαβάστε επίσης:









Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com  ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.