0

Το χωριό τη τρέλας

 



Καλησπέρα σας.


Δεν ξέρω καν αν είναι ιστορία τρόμου ή κάτι που θα έπρεπε να πω σε γιατρό. Το σκέφτηκα πολλές φορές πριν σας στείλω αυτό το μήνυμα. Το έγραψα, το έσβησα, το ξαναέγραψα.

Αλλά από εκείνη τη μέρα έχω πάψει να εμπιστεύομαι τη μνήμη μου.

Και το χειρότερο είναι ότι, κάθε φορά που χτυπάει το τηλέφωνο και βλέπω το όνομα της γιαγιάς μου στην οθόνη, για μερικά δευτερόλεπτα δεν ξέρω τι θα ακούσω.

Η δική μου γιαγιά μένει σε ένα μικρό ορεινό χωριό των Ιωαννίνων. Δεν θέλω να πω το όνομα. Όχι επειδή φοβάμαι μήπως με αναγνωρίσει κάποιος. Αλλά επειδή, αν το γράψω, θα μοιάζει πιο αληθινό.

Και δεν είμαι σίγουρη ότι αντέχω να είναι αληθινό.

Πήγαινα εκεί από μικρή. Κάθε καλοκαίρι. Κάθε Πάσχα. Κάποιες φορές και Χριστούγεννα, όταν ο δρόμος δεν είχε κλείσει από τα χιόνια. Θυμάμαι τα πάντα. Τη στροφή πριν την πλατεία, την πέτρινη βρύση με το παγωμένο νερό, το μικρό καφενείο με τις πράσινες καρέκλες, το σπίτι της γιαγιάς μου με τα μπλε παντζούρια και την κληματαριά που σκέπαζε σχεδόν όλη την αυλή.

Η γιαγιά μου τα τελευταία χρόνια είχε αρχίσει να ξεχνάει. Στην αρχή μικρά πράγματα. Πού είχε βάλει τα κλειδιά. Αν είχε πάρει το χάπι της. Μετά άρχισε να μπερδεύει πρόσωπα. Μια φορά με φώναξε με το όνομα της μητέρας μου. Μια άλλη με ρώτησε αν είχα γυρίσει από το σχολείο, ενώ ήμουν τριάντα τεσσάρων χρονών.

Πονάει να βλέπεις έναν άνθρωπο που σε μεγάλωσε να χάνεται λίγο λίγο μέσα στο ίδιο του το μυαλό.

Εκείνο το Σάββατο αποφάσισα να πάω να τη δω. Είχα μήνες να ανέβω στο χωριό. Η μητέρα μου μού έλεγε συνέχεια ότι η γιαγιά ρωτούσε για μένα, αν και μετά από δέκα λεπτά το ξεχνούσε.

Ξεκίνησα από τα Γιάννενα λίγο μετά τις τέσσερις το απόγευμα. Ο καιρός ήταν βαρύς, από εκείνους τους ηπειρώτικους ουρανούς που μοιάζουν να κατεβαίνουν χαμηλά, σχεδόν πάνω στα έλατα. Στον δρόμο ψιλόβρεχε. Όχι αρκετά για να βάλω υαλοκαθαριστήρες συνέχεια. Ίσα ίσα για να θολώνει το τζάμι και να κάνει τα φώτα των αυτοκινήτων απέναντι να απλώνονται σαν λεκέδες.

Όσο πλησίαζα στο χωριό, ένιωθα μια περίεργη πίεση στο στήθος. Το απέδωσα στη συγκίνηση. Είχα πάντα ένα σφίξιμο όταν πήγαινα εκεί πια. Κάθε επίσκεψη στη γιαγιά έμοιαζε σαν να προσπαθούσα να κρατήσω κάτι που γλιστρούσε.

Έφτασα λίγο πριν νυχτώσει.

Η πινακίδα του χωριού ήταν εκεί. Ίδια όπως πάντα. Ξεθωριασμένη, με το όνομα γραμμένο με μαύρα γράμματα και μια παλιά τρύπα από σφαίρα ή πέτρα στην αριστερή πλευρά. Ο δρόμος ανέβαινε όπως τον θυμόμουν. Η εκκλησία φαινόταν πάνω από τις στέγες. Η πλατεία ήταν στο ίδιο σημείο.

Και όμως, από την πρώτη στιγμή, κάτι ήταν λάθος.

Δεν ήταν κάτι που μπορούσα να εξηγήσω αμέσως. Ήταν σαν να είχε αντιγράψει κάποιος το χωριό από τη μνήμη μου, αλλά να είχε κάνει μικρά λάθη.

Το καφενείο ήταν εκεί, αλλά η ταμπέλα του ήταν διαφορετική. Η βρύση στην πλατεία δεν είχε πια τη σπασμένη γωνία που θυμόμουν από παιδί. Το σπίτι του κυρίου Λάμπρου, που ήταν πάντα κλειστό από τότε που πέθανε, είχε φως στο παράθυρο. Η παλιά μονοκατοικία της οικογένειας Τσάκαλου, που θυμόμουν εγκαταλελειμμένη, είχε κουρτίνες και γλάστρες στο περβάζι.

Πιο παράξενο απ’ όλα ήταν ότι οι άνθρωποι έμοιαζαν να μένουν σε λάθος σπίτια.

Είδα την κυρία Μαρίκα να βγαίνει από το σπίτι του παπά. Την κυρία Μαρίκα που, από όσο θυμόμουν, έμενε πάντα δύο σοκάκια πιο κάτω, δίπλα στον φούρνο που είχε κλείσει πριν δεκαπέντε χρόνια. Ένας άντρας που μου θύμιζε τον γιο του μπακάλη στεκόταν στην αυλή της θείας Βάσως, αν και η θεία Βάσω είχε πεθάνει όταν ήμουν στο λύκειο και το σπίτι της είχε μείνει άδειο.

Σκέφτηκα ότι ίσως είχαν γίνει πωλήσεις. Μετακομίσεις. Αλλαγές. Δεν πήγαινα τόσο συχνά πια. Τα μέρη αλλάζουν όταν λείπεις. Οι άνθρωποι πεθαίνουν, άλλοι έρχονται, σπίτια ανοίγουν και κλείνουν.

Αλλά δεν ήταν αυτό.

Γιατί τα πρόσωπα ήταν γνώριμα. Απλώς βρίσκονταν σε λάθος θέσεις. Σαν πιόνια που κάποιος τα είχε μετακινήσει πάνω σε ένα ταμπλό και περίμενε να δω αν θα το προσέξω.

Πάρκαρα λίγο πριν το σπίτι της γιαγιάς μου. Η αυλή της φαινόταν από τον δρόμο. Η κληματαριά ήταν εκεί. Τα μπλε παντζούρια επίσης. Και η γιαγιά μου στεκόταν έξω, μπροστά στην πόρτα.

Δεν ήταν μόνη.

Μιλούσε με μια γυναίκα.

Την είδα από μακριά, μέσα από το παρμπρίζ, ενώ το αυτοκίνητο κυλούσε αργά πάνω στις πέτρες. Η γυναίκα είχε σκούρα μαλλιά μέχρι τους ώμους και φορούσε ένα γκρι παλτό. Στεκόταν με την πλάτη γυρισμένη προς εμένα, αλλά στο προφίλ, για μια στιγμή, μου φάνηκε ότι την αναγνώρισα.

Η καρδιά μου σταμάτησε.

Ήταν η Άννα.

Η Άννα ήταν η καλύτερή μου φίλη όταν περνούσα τα καλοκαίρια στο χωριό. Κοιμόμασταν η μία στο σπίτι της άλλης, κάναμε βόλτες μέχρι το ποτάμι, λέγαμε ότι όταν μεγαλώσουμε θα φύγουμε μαζί στην Αθήνα και δεν θα γυρίσουμε ποτέ. Η Άννα πέθανε στα δεκαεννιά της. Τροχαίο, στον δρόμο για τα Γιάννενα. Θυμάμαι την κηδεία. Θυμάμαι τη μητέρα της να ουρλιάζει. Θυμάμαι ότι δεν μπόρεσα να πλησιάσω το φέρετρο.

Η γυναίκα γύρισε λίγο το κεφάλι της προς το μέρος μου.

Δεν την είδα καθαρά. Ήμουν ακόμη μακριά. Το φως έπεφτε άσχημα. Η βροχή είχε γεμίσει το τζάμι μικρές σταγόνες.

Αλλά το σώμα μου την αναγνώρισε πριν προλάβει το μυαλό μου να διαφωνήσει.

Πάτησα φρένο πιο απότομα απ’ όσο έπρεπε.

Η γυναίκα σταμάτησε να μιλάει. Η γιαγιά μου κοίταξε προς το αυτοκίνητο. Η άλλη έσκυψε ελαφρά, σαν να της είπε κάτι γρήγορα, και άρχισε να απομακρύνεται προς το στενό πίσω από το σπίτι.

Βγήκα από το αμάξι.

«Άννα;» φώναξα.

Η γυναίκα δεν γύρισε.

Περπάτησε γρήγορα, αλλά όχι τρέχοντας. Σαν κάποιος που δεν θέλει να δείξει ότι φεύγει. Το γκρι παλτό χάθηκε πίσω από τη μάντρα.

Έμεινα με το χέρι πάνω στην πόρτα του αυτοκινήτου. Η γιαγιά μου με κοιτούσε από την αυλή.

«Γιαγιά;» είπα.

Δεν χαμογέλασε.

Δεν άνοιξε τα χέρια της όπως έκανε παλιά. Δεν είπε το όνομά μου. Δεν έκανε ούτε ένα βήμα προς το μέρος μου.

Με κοίταξε σαν να ήμουν μια άγνωστη που είχε σταματήσει κατά λάθος έξω από το σπίτι της.

«Ποια είσαι εσύ;» με ρώτησε.

Η φωνή της ήταν ήρεμη. Όχι φοβισμένη. Όχι μπερδεμένη. Ήρεμη.

Αυτό με τρόμαξε περισσότερο.

Πλησίασα αργά.

«Εγώ είμαι, γιαγιά. Η Ελένη.»

Τα μάτια της δεν άλλαξαν.

«Δεν ξέρω καμία Ελένη.»

Προσπάθησα να χαμογελάσω, αλλά ένιωσα το πρόσωπό μου να παγώνει.

«Η εγγονή σου είμαι. Της Μαρίας η κόρη.»

Σήκωσε λίγο το κεφάλι της. Με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω. Με εκείνο το βλέμμα των ηλικιωμένων που προσπαθούν να βρουν κάτι οικείο σε ένα πρόσωπο που τους διαφεύγει.

«Η Μαρία δεν έχει κόρη», είπε.

Ήθελα να πιστέψω ότι ήταν το αλτσχάιμερ. Ότι είχε προχωρήσει πολύ. Ότι η μητέρα μου δεν μου είχε πει πόσο άσχημα ήταν. Ότι η γιαγιά είχε πια χάσει κομμάτια ολόκληρα, όχι μόνο ονόματα.

Αλλά κάτι στον τρόπο που το είπε με έκανε να μη θέλω να ρωτήσω τίποτα άλλο.

Μπήκαμε μέσα.

Το σπίτι μύριζε όπως πάντα. Ξύλο, υγρασία, παλιές κουβέρτες, καφές και στάχτη από το τζάκι. Αυτό με ηρέμησε λίγο. Μερικά πράγματα ήταν ίδια. Το τραπεζομάντιλο με τα κεντημένα λουλούδια. Το ρολόι στον τοίχο. Η φωτογραφία του παππού μου πάνω στο σύνθετο.

Μόνο που η φωτογραφία δεν ήταν ίδια.

Ο παππούς μου στεκόταν δίπλα στη γιαγιά μου, όπως στη φωτογραφία που ήξερα. Αλλά ανάμεσά τους υπήρχε ένα κοριτσάκι.

Ένα κοριτσάκι περίπου δέκα χρονών.

Δεν ήμουν εγώ.

Στάθηκα μπροστά στη φωτογραφία και την κοίταξα. Τα μάγουλά μου άρχισαν να καίνε.

«Ποια είναι αυτή;» ρώτησα.

Η γιαγιά μου έριξε μια ματιά στη φωτογραφία.

«Η εγγονή μου.»

Ένιωσα σαν να άνοιξε το πάτωμα κάτω από τα πόδια μου.

«Πώς τη λένε;»

Η γιαγιά έμεινε σιωπηλή για λίγο.

Μετά χαμογέλασε.

«Άννα.»

Δεν θυμάμαι τι της απάντησα. Νομίζω τίποτα.

Κάθισα στο τραπέζι. Εκείνη μου έβαλε νερό χωρίς να με ρωτήσει. Μετά έβαλε φαγητό. Φασολάδα, παρόλο που θυμόμουν ότι η γιαγιά δεν έτρωγε ποτέ φασολάδα βράδυ γιατί της έπεφτε βαριά. Όλα όσα έκανε ήταν σχεδόν σωστά. Σχεδόν όπως τα θυμόμουν. Και αυτό το «σχεδόν» μου έσφιγγε το στομάχι.

Της μίλησα για τη μητέρα μου. Δεν την αναγνώριζε. Της είπα για τον πατέρα μου. Δεν ήξερε ποιος είναι. Της θύμισα το καλοκαίρι που είχα σπάσει το χέρι μου πέφτοντας από τη μουριά. Με κοίταξε ευγενικά, σαν να άκουγε ιστορία από ξένο άνθρωπο.

Κάποια στιγμή είπε:

«Μπορείς να μείνεις απόψε, αν δεν έχεις πού να πας.»

Αν δεν έχεις πού να πας.

Στο σπίτι της γιαγιάς μου.

Ήθελα να φύγω. Αλήθεια ήθελα. Αλλά είχε πια σκοτεινιάσει, έβρεχε περισσότερο, και ο δρόμος στο βουνό τη νύχτα δεν είναι αστείο.

Επίσης, μέσα μου υπήρχε ακόμη η ανόητη ελπίδα ότι το πρωί όλα θα έμοιαζαν πιο λογικά.
Έστειλα μήνυμα στη μητέρα μου, αλλά δεν έφυγε ποτέ. Δεν είχα σήμα. Αυτό δεν ήταν περίεργο. Στο χωριό πάντα το σήμα ερχόταν και έφευγε.

Η γιαγιά μου μού έστρωσε στο μικρό δωμάτιο δίπλα στην κουζίνα. Το δωμάτιο όπου κοιμόμουν μικρή.

Μόνο που δεν ήταν το δωμάτιό μου.

Το κρεβάτι ήταν στην απέναντι πλευρά. Το παράθυρο είχε άλλη κουρτίνα. Στον τοίχο υπήρχαν παιδικές ζωγραφιές καρφιτσωμένες με πινέζες. Ήταν κιτρινισμένες από τον χρόνο.

Πλησίασα μία.

Ήταν ένα παιδικό σχέδιο. Ένα σπίτι με μπλε παντζούρια, μια κληματαριά και τρεις φιγούρες έξω από την πόρτα. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ένα μικρό κορίτσι και μια άλλη γυναίκα με γκρι παλτό.

Στην κάτω γωνία, με παιδικά γράμματα, έγραφε:

Η γιαγιά, εγώ και η Ελένη.

Το όνομά μου.

Έμεινα να κοιτάζω το χαρτί μέχρι που τα γράμματα άρχισαν να θολώνουν. Δεν ήξερα αν ήθελα να κλάψω ή να ουρλιάξω. Έβγαλα το κινητό μου για να το φωτογραφίσω, αλλά η οθόνη δεν άνοιγε. Η μπαταρία είχε πέσει από το 48% στο μηδέν.

Ξάπλωσα χωρίς να βγάλω τα ρούχα μου.

Δεν κοιμήθηκα. Όχι ακριβώς.

Άκουγα τη βροχή στα κεραμίδια, το ρολόι στον τοίχο, το τρίξιμο του ξύλου. Κάπου μέσα στη νύχτα άκουσα και τη γιαγιά μου να μιλάει.

Στην αρχή νόμιζα ότι παραμιλούσε στον ύπνο της. Μετά άκουσα δεύτερη φωνή. Γυναικεία.

Σηκώθηκα αργά. Το σπίτι ήταν σκοτεινό, εκτός από μια λεπτή λωρίδα φωτός κάτω από την πόρτα της κουζίνας. Περπάτησα ξυπόλυτη για να μην ακουστώ. Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που φοβόμουν πως θα με προδώσει.

Στάθηκα έξω από την πόρτα.

Η φωνή της γιαγιάς μου ακουγόταν καθαρά.

«Δεν έπρεπε να έρθει.»

Η άλλη φωνή απάντησε ψιθυριστά.

«Πάντα έρχεται. Απλώς συνήθως δεν μένει.»

Ένιωσα το αίμα μου να παγώνει.

Η γιαγιά είπε:

«Δεν τη θυμάμαι.»

Η άλλη γυναίκα γέλασε σιγανά.

«Δεν χρειάζεται να τη θυμάσαι. Αρκεί να τη θυμηθεί το σπίτι.»

Έκανα ένα βήμα πίσω.

Το πάτωμα έτριξε.

Οι φωνές σταμάτησαν.

Για μερικά δευτερόλεπτα δεν ακούστηκε τίποτα. Ούτε η βροχή. Ούτε το ρολόι. Ούτε η ανάσα μου.

Μετά η γιαγιά μου είπε, δυνατά αυτή τη φορά:

«Ελένη;»

Δεν απάντησα.

Η φωνή ήρθε πιο κοντά στην πόρτα.

«Ελένη, παιδί μου, έλα μέσα. Η Άννα θέλει να σε δει.»

Πριν προλάβω να κινηθώ, η πόρτα της κουζίνας άνοιξε.

Η γιαγιά μου στεκόταν στο άνοιγμα. Πίσω της, στο τραπέζι, υπήρχαν τρία πιάτα. Τρία ποτήρια. Και απέναντι από τη θέση της γιαγιάς, μια καρέκλα τραβηγμένη προς τα πίσω, σαν κάποιος μόλις είχε σηκωθεί.

«Πού είναι;» ψιθύρισα.

Η γιαγιά χαμογέλασε.

Όχι όπως χαμογελούσε η γιαγιά μου.

«Ποια;»

Κοίταξα πίσω της.

Στο παράθυρο της κουζίνας, μέσα στο σκοτάδι και τη βροχή, είδα την αντανάκλαση μιας γυναίκας να στέκεται ακριβώς πίσω μου.

Φορούσε γκρι παλτό.

Γύρισα απότομα.

Δεν υπήρχε κανείς.

Όταν ξανακοίταξα στο τζάμι, η αντανάκλαση ήταν ακόμη εκεί.

Και αυτή τη φορά χαμογελούσε.

Δεν θυμάμαι πώς βγήκα από το σπίτι. Θυμάμαι μόνο ότι άρπαξα τα κλειδιά μου από το τραπέζι στην είσοδο και έτρεξα στην αυλή μέσα στη βροχή. Άκουσα τη γιαγιά μου να με φωνάζει, αλλά η φωνή της άλλαζε καθώς απομακρυνόμουν. Μια στιγμή ήταν γριά, σπασμένη. Την επόμενη ήταν νεανική. Την επόμενη ήταν η φωνή της Άννας.

«Μη φύγεις πάλι.»

Μπήκα στο αμάξι με τα χέρια να τρέμουν. Το κινητό μου, που πριν ήταν νεκρό, άνοιξε μόνο του στη θήκη του συνοδηγού. Η ώρα έγραφε 03:17.

Έβαλα μπροστά. Ο κινητήρας δυσκολεύτηκε, σαν να μην ήθελε να ξυπνήσει. Για μια στιγμή, μέσα από τον καθρέφτη, είδα την αυλή.

Η γιαγιά μου στεκόταν στην πόρτα.

Δίπλα της ήταν η γυναίκα με το γκρι παλτό.

Και ανάμεσά τους στεκόταν ένα κοριτσάκι δέκα χρονών.

Με κοιτούσε.

Είχε το πρόσωπό μου.

Πάτησα γκάζι.

Δεν ξέρω πώς κατέβηκα το βουνό. Δεν θυμάμαι τις στροφές. Δεν θυμάμαι αν πέρασα από την πλατεία. Θυμάμαι μόνο ότι κάποια στιγμή βρέθηκα στον κεντρικό δρόμο προς τα Γιάννενα, με τα ρούχα μου βρεγμένα, τα μαλλιά κολλημένα στο πρόσωπό μου και το στόμα μου γεμάτο γεύση αίματος, γιατί είχα δαγκώσει τα χείλη μου.

Σταμάτησα σε ένα βενζινάδικο λίγο έξω από την πόλη. Ήταν κλειστό, αλλά είχε φώτα. Κάθισα εκεί μέχρι να ξημερώσει.

Το πρωί, γύρω στις οκτώ, χτύπησε το κινητό μου.

Ήταν η γιαγιά μου.

Δεν ήθελα να το σηκώσω. Αλλά το σήκωσα.

«Έλα, γιαγιά», είπα με φωνή που δεν έμοιαζε δική μου.

Από την άλλη άκρη ακούστηκε η γιαγιά μου. Η κανονική. Η δική μου. Κουρασμένη, γλυκιά, λίγο μπερδεμένη.

«Έλα, κορίτσι μου. Τελικά δεν θα έρθεις;»

Δεν μίλησα.

«Σε περίμενα χθες», συνέχισε. «Έκανα και την πίτα που σου αρέσει. Αυτή με το πράσο. Είπα θα έρθει η Ελένη μου, να τη φάμε μαζί.»

Το χέρι μου άρχισε να τρέμει τόσο πολύ που παραλίγο να μου πέσει το κινητό.

«Γιαγιά…» ψιθύρισα. «Ήρθα.»

«Όχι, παιδάκι μου», είπε εκείνη σχεδόν γελώντας. «Πώς ήρθες; Δεν ήρθες. Όλο το βράδυ σε περίμενα. Μέχρι και τη Μαρίκα ρώτησα το πρωί αν είδε κανένα αμάξι να ανεβαίνει.»

Έκλεισα τα μάτια.

«Γιαγιά, η Άννα…»

Στην άλλη άκρη έπεσε σιωπή.

Για πρώτη φορά η γιαγιά μου δεν απάντησε αμέσως.

Μετά είπε πολύ χαμηλά:

«Ποια Άννα;»

Δεν ξέρω γιατί, αλλά δεν μπόρεσα να πω τίποτα άλλο.

Έκλεισα το τηλέφωνο.

Όταν γύρισα στο σπίτι μου, βρήκα λάσπη στα παπούτσια μου. Κανονική κόκκινη λάσπη, από εκείνη που έχει ο δρόμος έξω από το σπίτι της γιαγιάς. Στο κάθισμα του συνοδηγού υπήρχε ένα μικρό κομμάτι από ξερό φύλλο κληματαριάς.

Δεν έχω ξαναπάει στο χωριό από τότε.

Η γιαγιά μου με παίρνει ακόμη τηλέφωνο. Κάποιες μέρες με θυμάται. Κάποιες όχι. Κάποιες με φωνάζει Μαρία. Μία φορά με φώναξε Άννα και μετά έκλαψε χωρίς να ξέρει γιατί.

Η μητέρα μου λέει ότι είμαι υπερβολική. Ότι μάλλον ανέβηκα στο χωριό, τρόμαξα επειδή η γιαγιά δεν με αναγνώρισε, έπαθα κρίση πανικού και τα υπόλοιπα τα μπέρδεψε το μυαλό μου. Μπορεί να έχει δίκιο.

Θέλω να έχει δίκιο.

Δεν ξέρω τι έγινε εκείνο το βράδυ.

Δε ξέρω αν, για λίγες ώρες, μπήκα σε μια ζωή όπου εγώ ήμουν η νεκρή φίλη που κάποια άλλη νόμιζε ότι είχε χάσει.


Κάτι ακόμα για τους φίλους των creepy ιστοριών:


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε την φίλη μας Ελένη για την ιστορία που μας έστειλε.


Ό,τι διάβασες μόλις τώρα ίσως είναι μόνο η αρχή:


Διαβάστε επίσης:








Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com  ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.


0

Βάρος στο Στήθος

 



Καλησπέρα. Σου στέλνω αυτή την ιστορία με αφορμή τις προηγούμενες αναρτήσεις σου. Οι γιατροί το ονομάζουν "υπνική παράλυση" και σου λένε να μην αγχώνεσαι, ότι είναι απλά ένα κόλλημα του εγκεφάλου κατά τη διάρκεια του ύπνου REM. Ήθελα να το πιστέψω. Μέχρι που συνειδητοποίησα ότι η επιστήμη καμιά φορά δίνει ονόματα σε πράγματα που δεν μπορεί να εξηγήσει, απλά για να μην τρελαθούμε από τον φόβο μας. Διάβασε τι μου συνέβη και βγάλτε μόνοι σας τα συμπεράσματά σας...



Το έπαθα για πρώτη φορά στα είκοσι δύο μου. Ξύπνησα μέσα στη νύχτα και συνειδητοποίησα ότι δεν μπορούσα να κουνήσω ούτε το μικρό μου δάχτυλο. Ήμουν απόλυτα ξύπνιος, έβλεπα το δωμάτιό μου, αλλά το σώμα μου ήταν νεκρό. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, ένιωσα μια έντονη πίεση στο στήθος, σαν κάποιος να είχε γονατίσει πάνω μου, κόβοντάς μου την ανάσα.


Όταν το έψαξα, ηρέμησα. Η επιστήμη το εξηγεί ξεκάθαρα: ο εγκέφαλος ξυπνάει, αλλά οι μύες παραμένουν σε κατάσταση ύπνου. Οι παραισθήσεις, η αίσθηση μιας «παρουσίας» στο δωμάτιο και η δύσπνοια είναι κλασικά συμπτώματα του άγχους. Έτσι, έμαθα να μην φοβάμαι. Κάθε φορά που με «κλείδωνε» η παράλυση, έκλεινα τα μάτια, έπαιρνα βαθιές ανάσες (όσο μου επιτρεπόταν) και περίμενα να περάσει.


Μέχρι την περασμένη Τρίτη.


Ήταν γύρω στις τέσσερις τα ξημερώματα όταν άνοιξα τα μάτια μου. Η γνωστή, γνώριμη παγωμάρα. Ήμουν ξανά παράλυτος, ξαπλωμένος ανάσκελα. «Εντάξει, πάλι τα ίδια», σκέφτηκα, προσπαθώντας να μείνω ψύχραιμος.


Όμως αυτή τη φορά η ατμόσφαιρα ήταν διαφορετική. Το δωμάτιο ήταν υπερβολικά κρύο, σε σημείο που η ανάσα μου έβγαινε σαν αχνός στο σκοτάδι. Και τότε, άκουσα τον ήχο. Ένα αργό, συρτό βήμα στο χαλί, δίπλα από το κρεβάτι μου. Σαν κάποιος να έσερνε βαριά, λασπωμένα ρούχα.


Από την άκρη του ματιού μου, είδα μια φιγούρα να υψώνεται πάνω από το κεφάλι μου. Δεν είχε πρόσωπο. Ήταν μια μάζα από μαύρα, κουρελιασμένα ράσα που έμοιαζαν να στάζουν υγρασία. Η «Μόρα» των παραμυθιών.


Άρχισα να ουρλιάζω από μέσα μου, αλλά από το στόμα μου δεν έβγαινε ούτε ψίθυρος. Η φιγούρα ανέβηκε αργά πάνω στο κρεβάτι. Ένιωσα το στρώμα να βουλιάζει από το βάρος της. Κάθισε πάνω στο στήθος μου. Η πίεση ήταν ασήκωτη, ένιωθα τα πλευρά μου έτοιμα να σπάσουν. Το χειρότερο όμως ήταν η μυρωδιά της. Μύριζε σαν χώμα... σαν φρεσκοσκαμμένος τάφος μετά τη βροχή.


Έσκυψε πάνω από το πρόσωπό μου. Εκεί που έπρεπε να είναι τα μάτια της, υπήρχαν μόνο δύο βαθιές, μαύρες τρύπες. Ένιωσα ένα παγωμένο, σχεδόν ανύπαρκτο άγγιγμα στο λαιμό μου. Η λογική μου πάλευε: «Είναι παραίσθηση. Είναι οξύ σύνδρομο REM. Δεν είναι πραγματικό».


Με μια υπεράνθρωπη προσπάθεια, κατάφερα να κουνήσω τον δείκτη του δεξιού μου χεριού. Το «κλείδωμα» έσπασε ακαριαία.


Τινάχτηκα πάνω στο κρεβάτι, παίρνοντας βαθιές, λαχανιασμένες ανάσες. Το δωμάτιο ήταν άδειο. Το φως του φεγγαριού έπεφτε ήσυχα πάνω στα έπιπλα. Κοίταξα το ρολόι: 04:12.


Έβαλα τα γέλια. Ένα νευρικό, ανακουφισμένο γέλιο. «Θεέ μου, τι παιχνίδια παίζει το μυαλό», ψιθύρισα. Η επιστήμη είχε δίκιο για άλλη μια φορά. Ήταν απλά μια εξαιρετικά ζωντανή παραίσθηση λόγω της κούρασης των ημερών. Η μυρωδιά, ο ήχος, η πίεση... όλα κατασκευάσματα των νευρώνων μου.


Σηκώθηκα να πάω στην τουαλέτα για να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου. Άναψα το φως και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη.


Ήμουν χλωμός, αλλά όλα έδειχναν φυσιολογικά. Γύρισα να πάρω την πετσέτα για να σκουπιστώ.


Και τότε, το μάτι μου έπεσε στο πάτωμα, ακριβώς δίπλα από το κρεβάτι μου, εκεί όπου είχα ακούσει τα βήματα.


Πάνω στο ανοιχτόχρωμο χαλί, υπήρχε μια μικρή, νωπή κηλίδα από μαύρο, λασπωμένο χώμα. Και πάνω στο σεντόνι μου, στο ύψος του στήθους μου, δύο ξερά, καφέ φύλλα δέντρου που δεν υπήρχαν όταν ξάπλωσα.



Όταν ο τρόμος στοιχειώνει τη κούπα σου:

Horror Cup



Από εκείνη τη νύχτα, φοβάμαι να κοιμηθώ. Γιατί ξέρω ότι την επόμενη φορά που θα ξυπνήσω και δεν θα μπορώ να κουνηθώ, δεν θα φταίει ο εγκέφαλός μου. Θα φταίει ότι αυτή... έχει ήδη καθίσει πάνω μου.


Βάλε λίγο τρόμο στο καλοκαίρι σου:

Annabelle Towel



Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τoν ανώνυμο  φίλo μας για την ιστορία που μας έστειλε.




Διαβάστε επίσης:








Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com  ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.



0

Το Τρίτο Κερί

 



Καλησπέρα. Είδα την προηγούμενη ανάρτηση για τον Μπαμπούλα και πήρα το θάρρος να σας στείλω κι εγώ κάτι. Αυτό που θα διαβάσετε μου συνέβη πριν από πέντε χρόνια. Από τότε, δεν έχω ξανακοιτάξει ποτέ καθρέφτη μέσα στο σκοτάδι. Ελπίζω οι αναγνώστες σας να καταλάβουν ότι μερικά πράγματα είναι καλύτερα να μένουν κρυφά...


Πάντα πίστευα ότι η μαντεία είναι μια αθώα απάτη. Τράπουλες Ταρώ αγορασμένες από τουριστικά μαγαζιά, φλιτζάνια του καφέ γεμάτα με αυθαίρετες ερμηνείες και απατεώνες που εκμεταλλεύονται την ανάγκη των ανθρώπων για ελπίδα. Ήμουν ο κλασικός σκεπτικιστής. Μέχρι το βράδυ που βρήκα το ημερολόγιο της προγιαγιάς μου στο υπόγειο.


Ανάμεσα σε κιτρινισμένες συνταγές και ξερά λουλούδια, υπήρχε μια σελίδα γραμμένη με τρεμάμενο γραφικό χαρακτήρα. Περιέγραφε μια παλιά, ξεχασμένη μέθοδο κατοπτρομαντείας που ονομαζόταν «Το Τρίτο Κερί». Οι οδηγίες ήταν απλές: Ένας καθρέφτης, ένα σκοτεινό δωμάτιο, μεσάνυχτα, και τρία μαύρα κεριά αναμμένα σε σειρά. Το ημερολόγιο έγραφε:


«Το πρώτο κερί δείχνει αυτό που πέρασε. Το δεύτερο δείχνει αυτό που ζεις. Το τρίτο... δείχνει αυτό που δεν μπορείς να αποφύγεις. Μην κοιτάξεις το τρίτο κερί για πάνω από τρία δευτερόλεπτα».


Εκείνο το βράδυ, υποκύπτοντας στην περιέργειά μου, αποφάσισα να το δοκιμάσω. Ήμουν μόνος στο σπίτι.


Στις 23:55, έστησα τα κεριά μπροστά από τον μεγάλο, ολόσωμο καθρέφτη του διαδρόμου. Έσβησα τα φώτα. Το σπίτι βυθίστηκε σε μια απόλυτη, σχεδόν αφύσικη σιωπή. Μόλις το ρολόι έδειξε ακριβώς 00:00, άναψα το πρώτο κερί.


Στο τζάμι του καθρέφτη, η αντανάκλασή μου φάνηκε αμυδρά. Καθώς το φως τρεμόπαιζε, πίσω από τον ώμο μου είδα μια φευγαλέα εικόνα: το παλιό μου σχολείο, ένα μέρος που είχα να σκεφτώ χρόνια. Το δέρμα μου άρχισε να μυρμηγκιάζει. «Σύμπτωση, παιχνίδια του μυαλού», ψιθύρισα.


Άναψα το δεύτερο κερί. Η αντανάκλαση έγινε πιο καθαρή. Αυτή τη φορά, είδα τον εαυτό μου να κάθεται ακριβώς όπως ήμουν εκείνη τη στιγμή, κρατώντας τον αναπτήρα. Όμως υπήρχε μια λεπτομέρεια που με πάγωσε. Στον καθρέφτη, η έκφραση του προσώπου μου δεν ήταν η ίδια. Εγώ ήμουν σοκαρισμένος, αλλά η αντανάκλασή μου... χαμογελούσε. Ένα πλατύ, αφύσικο χαμόγελο που έφτανε μέχρι τα αυτιά.


Η λογική μου ούρλιαζε να σταματήσω, να ανάψω τα φώτα και να φύγω. Αλλά η περιέργεια της μαντείας είναι σαν μαγνήτης. Σε παραλύει. Με τρεμάμενο χέρι, πλησίασα τη φλόγα στο τρίτο κερί.


Μόλις άναψε, το φως της αντανάκλασης έγινε κατακόκκινο. Το δωμάτιο στον καθρέφτη άλλαξε. Δεν ήταν πια ο διάδρομός μου. Ήταν ένα στενό, πέτρινο δωμάτιο που έμοιαζε με νεκροτομείο. Και στο κέντρο, πάνω σε ένα μεταλλικό τραπέζι, βρισκόταν ένα σώμα καλυμμένο με ένα λευκό σεντόνι.


Η καρδιά μου σταμάτησε. Θυμήθηκα την προειδοποίηση: Όχι πάνω από τρία δευτερόλεπτα.


Ένα...

Το σεντόνι στον καθρέφτη άρχισε να γλιστράει. Αποκαλύφθηκε το πρόσωπο. Ήμουν εγώ. Νεκρός, με τα μάτια ορθάνοιχτα και θολά.


Δύο...

Το νεκρό σώμα στον καθρέφτη άρχισε να κινείται. Σηκώθηκε από το τραπέζι, γύρισε το κεφάλι του και με κοίταξε κατάματα μέσα από το γυαλί.


Τρία...

Αντί να σβήσω το κερί, από τον απόλυτο τρόμο μου, πάγωσα. Έχασα τον χρόνο.


Το νεκρό μου είδωλο πλησίασε την επιφάνεια του καθρέφτη. Άπλωσε το χέρι του και, αντί να χτυπήσει στο τζάμι, το χέρι του πέρασε μέσα στον δικό μου κόσμο. Ένα παγωμένο, σαπισμένο χέρι με άρπαξε σφιχτά από τον λαιμό. Η μυρωδιά του θανάτου και του φορμαλδεΰδη πλημμύρισε το δωμάτιο.


Δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Με την τελευταία μου δύναμη, έριξα μια κλοτσιά στη βάση του καθρέφτη. Το γυαλί έσπασε σε χίλια κομμάτια. Το χέρι εξαφανίστηκε ακαριαία, αφήνοντας με να πέσω στο πάτωμα, βήχοντας και αναζητώντας αέρα.


Αυτό συνέβη πριν πέντε χρόνια. Γιατί σου τα γράφω όλα αυτά σήμερα;


Επειδή η μαντεία δεν σου δείχνει απλά το μέλλον. Σου το κλειδώνει. Από εκείνο το βράδυ, κάθε φορά που περνάω μπροστά από οποιοδήποτε σπασμένο γυαλί, από οποιαδήποτε γυαλιστερή επιφάνεια στο σκοτάδι, βλέπω τα κομμάτια να ενώνονται για λίγα δευτερόλεπτα.


Και μέσα τους, ο νεκρός εαυτός μου με περιμένει, κρατώντας ένα ρολόι που μετράει αντίστροφα. Απομένουν μόνο λίγες μέρες. Μην παίζετε με το μέλλον. Αυτό ξέρει πάντα πότε θα πεθάνετε... και καμιά φορά, έρχεται νωρίτερα για να σας πάρει.


Για όσους αγαπούν τη σκοτεινή ατμόσφαιρα και πέρα από τις ιστορίες:

rotting christ


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τoν φίλo μας Δήμο για την ιστορία που μας έστειλε.


Η ιστορία τελείωσε — η ατμόσφαιρα όχι. 
Δες αυτό:



Διαβάστε επίσης:









Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com  ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.


0

Το διαμέρισμα στην Κυψέλη

 




Το σκέφτομαι εδώ και μήνες. Από τη μία λέω πως ίσως όλο αυτό να ήταν αποτέλεσμα κούρασης. Εκείνη την περίοδο δούλευα πολλές ώρες, κοιμόμουν λίγο, έπινα καφέδες αντί για νερό και γενικά δεν ήμουν στην καλύτερη φάση μου.

Από την άλλη, υπάρχουν πράγματα που δεν γίνεται να τα εξηγήσεις έτσι απλά.

Όλα ξεκίνησαν όταν μετακόμισα σε ένα παλιό διαμέρισμα στην Κυψέλη. Ήταν από αυτά τα διαμερίσματα της δεκαετίας του ’70, με μωσαϊκό στο πάτωμα, βαριές ξύλινες πόρτες και εκείνη τη μυρωδιά παλιού σπιτιού που δεν φεύγει ποτέ εντελώς, όσο κι αν αερίζεις.

Το νοίκι ήταν χαμηλό για την περιοχή.

Υπερβολικά χαμηλό, τώρα που το σκέφτομαι.

Η ιδιοκτήτρια, μια γυναίκα γύρω στα εξήντα, μου είχε πει από την αρχή:

«Το μικρό δωμάτιο στο τέλος του διαδρόμου καλύτερα να το χρησιμοποιείς σαν αποθήκη. Δεν έχει καλό φως».

Δεν έδωσα σημασία. Το σπίτι είχε δύο υπνοδωμάτια, σαλόνι, κουζίνα και εκείνο το μικρό δωμάτιο. Πράγματι, ήταν σκοτεινό. Είχε ένα στενό παράθυρο που έβλεπε σε φωταγωγό και μέσα έκανε πάντα λίγο περισσότερη ψύχρα απ’ ό,τι στο υπόλοιπο σπίτι.

Την πρώτη εβδομάδα δεν έγινε τίποτα.

Τη δεύτερη άρχισα να παρατηρώ ότι η πόρτα του μικρού δωματίου ήταν συχνά μισάνοιχτη.

Στην αρχή το απέδωσα στον αέρα. Τα παλιά σπίτια έχουν ρεύματα. Έκλεινα την πόρτα, πήγαινα στη δουλειά, γύριζα το βράδυ και την έβρισκα πάλι λίγο ανοιχτή. Όχι διάπλατα. Ίσα ίσα. Σαν κάποιος να την είχε σπρώξει προσεκτικά, μόνο όσο χρειαζόταν για να κοιτάξει έξω.

Άρχισα να τη σφηνώνω με ένα παλιό κουτί από παπούτσια.

Το κουτί μετακινούνταν.

Όχι πολύ. Μερικά εκατοστά. Αλλά αρκετά για να μην μπορώ να πω ότι ήταν στη φαντασία μου.

Ένα βράδυ γύρισα αργά, γύρω στις δύο. Είχα βγει με κάτι φίλους, είχα πιει δυο ποτά, όχι κάτι φοβερό. Θυμάμαι όμως ότι ένιωθα ζαλισμένος από την κούραση. Μπήκα στο σπίτι, πέταξα τα κλειδιά στο τραπέζι και πήγα κατευθείαν στο μπάνιο.

Εκεί άκουσα για πρώτη φορά το χτύπημα.

Τρία χτυπήματα.

Αργά.

Από μέσα από το μικρό δωμάτιο.

Στάθηκα ακίνητος με την οδοντόβουρτσα στο χέρι.

Περίμενα.

Τίποτα.

Βγήκα στον διάδρομο. Το σπίτι ήταν ήσυχο. Το κουτί ήταν στη θέση του. Η πόρτα κλειστή.

Γέλασα μόνος μου. Ή τουλάχιστον προσπάθησα.

«Το ψυγείο θα ήταν», είπα δυνατά, λες και έπρεπε να πείσω κάποιον άλλο μέσα στο σπίτι.

Την επόμενη μέρα αποφάσισα να αδειάσω τελείως εκείνο το δωμάτιο. Είχα βάλει μέσα κούτες, παλιά βιβλία, κάτι εργαλεία, άχρηστα πράγματα. Ήθελα να δω αν υπήρχε κάποιος σωλήνας, κάποια χαλαρή τάβλα, κάτι που να κάνει θόρυβο.

Το δωμάτιο ήταν άδειο μέσα σε μισή ώρα.

Και τότε είδα τον τοίχο.

Στη δεξιά πλευρά, πίσω από μια παλιά βιβλιοθήκη που είχα ακουμπήσει προσωρινά εκεί, υπήρχαν μικρές γρατζουνιές. Πολλές. Κάθετες. Σαν νυχιές.

Δεν ήταν βαθιές, αλλά ήταν πολλές. Πάρα πολλές.

Και όλες βρίσκονταν στο ίδιο ύψος.

Στο ύψος ενός παιδιού.

Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα κάτι που μου είχε πει η ιδιοκτήτρια όταν υπογράφαμε το συμβόλαιο. Ότι το σπίτι ήταν χρόνια κλειστό. Ότι «δεν έτυχε» να το νοικιάσουν. Ότι οι προηγούμενοι έφυγαν βιαστικά.

Τότε μου είχε φανεί απλώς κουτσομπολιό πολυκατοικίας.

Το ίδιο βράδυ δεν κοιμήθηκα καλά.

Δεν είδα εφιάλτη ακριβώς. Ήταν περισσότερο σαν να ξυπνούσα συνέχεια με την αίσθηση ότι κάποιος στεκόταν στον διάδρομο. Άνοιγα τα μάτια μου και κοιτούσα προς την πόρτα του υπνοδωματίου. Δεν έβλεπα τίποτα. Μόνο σκοτάδι.

Γύρω στις τέσσερις, άκουσα κάτι να σέρνεται.

Όχι βήματα.

Σύρσιμο.

Σαν ύφασμα πάνω στο μωσαϊκό.

Σηκώθηκα απότομα. Άναψα το φως. Ο διάδρομος ήταν άδειος.

Η πόρτα του μικρού δωματίου ήταν ανοιχτή.

Το κουτί από τα παπούτσια βρισκόταν στη μέση του διαδρόμου.

Εκεί έκανα το πρώτο μεγάλο λάθος.

Πήγα και κοίταξα μέσα.

Το δωμάτιο ήταν άδειο. Το παράθυρο κλειστό. Καμία κουρτίνα, κανένα έπιπλο, τίποτα που να μπορεί να έχει κινηθεί.

Μόνο που στον τοίχο, πάνω από τις γρατζουνιές, υπήρχε κάτι που δεν είχα δει πριν.

Μια λέξη.

Όχι γραμμένη με μαρκαδόρο. Ούτε με μολύβι.
 Ήταν χαραγμένη.

ΜΑΜΑ

Έφυγα από το δωμάτιο και έκλεισα την πόρτα πίσω μου.

Δεν ξέρω γιατί δεν έφυγα από το σπίτι εκείνο το βράδυ. Ίσως επειδή ήταν χαράματα. Ίσως επειδή προσπαθούσα ακόμα να το εκλογικεύσω. Ίσως επειδή κανείς δεν θέλει να παραδεχτεί ότι φοβάται ένα άδειο δωμάτιο.

Τις επόμενες μέρες άρχισα να ψάχνω.

Ρώτησα διακριτικά μια ηλικιωμένη κυρία στον δεύτερο όροφο αν ήξερε κάτι για το διαμέρισμα. Στην αρχή έκανε πως δεν καταλάβαινε. Μετά, όταν της είπα ότι άκουγα θορύβους, χαμήλωσε τη φωνή της.

«Εκεί μέσα έμενε μια οικογένεια παλιά», μου είπε. «Πριν πολλά χρόνια. Είχαν ένα κοριτσάκι. Ήσυχο παιδί. Πολύ ήσυχο».

Δεν συνέχισε.

Τη ρώτησα τι έγινε.

Με κοίταξε σαν να μετάνιωσε που μίλησε.

«Μη ρωτάς καλύτερα. Άμα μπορείς, φύγε».

Φυσικά δεν έφυγα αμέσως. Έπρεπε να βρω άλλο σπίτι, να μαζέψω πράγματα, να τα κανονίσω όλα. Και, όσο γελοίο κι αν ακούγεται, ένα κομμάτι μου θύμωνε. Έλεγα ότι δεν γίνεται να με διώξει κάτι που δεν βλέπω.

Το τελευταίο βράδυ στο διαμέρισμα ήταν Παρασκευή.

Είχα ήδη βρει άλλο σπίτι και την επόμενη μέρα θα ερχόταν ένας φίλος με φορτηγάκι να με βοηθήσει. Είχα αφήσει μόνο τα βασικά. Ένα στρώμα στο πάτωμα, λίγες κούτες, φορτιστή, ρούχα.

Κατά τις τρεις το πρωί ξύπνησα από παιδικό γέλιο.

Όχι δυνατό. Όχι σαν παιδί που παίζει.

Πιο πολύ σαν κάποιος να προσπαθούσε να μη γελάσει.

Ήταν έξω από την πόρτα μου.

Δεν κουνήθηκα.

Το γέλιο σταμάτησε.

Μετά άκουσα τρία χτυπήματα στην πόρτα του υπνοδωματίου.

Αργά.

Το στόμα μου είχε στεγνώσει. Κρατούσα την αναπνοή μου και κοιτούσα το πόμολο.

Γύρισε λίγο.

Μόνο λίγο.

Σαν κάποιος από την άλλη πλευρά να δοκίμαζε αν ήταν κλειδωμένα.

Δεν ήταν.

Εγώ δεν κλείδωνα ποτέ την πόρτα του υπνοδωματίου.

Το πόμολο γύρισε κι άλλο.

Και τότε ακούστηκε μια φωνή.

Παιδική.

Σχεδόν κολλημένη στην πόρτα.

«Δεν είσαι η μαμά μου».

Δεν θυμάμαι να σηκώθηκα. Θυμάμαι μόνο ότι βρέθηκα όρθιος, με την πλάτη στον τοίχο, να κοιτάζω την πόρτα που άνοιγε αργά.



Απαραίτητο επιλογή για καλοκαιρινό τρόμο:



Το άνοιγμα ήταν ελάχιστο.

Μα αρκετό για να δω κάτι στο σκοτάδι του διαδρόμου.

Όχι πρόσωπο.

Όχι σώμα.

Μόνο ένα μικρό χέρι στο ύψος του πόμολου.

Πολύ λευκό.

Με μακριά, σπασμένα νύχια.

Έφυγα από το σπίτι ξυπόλυτος. Πήρα μόνο κινητό και κλειδιά. Κοιμήθηκα στο αυτοκίνητο μέχρι να ξημερώσει.

Το πρωί γύρισα με τον φίλο μου. Δεν του είπα τίποτα στην αρχή. Μπήκαμε μαζί. Το σπίτι ήταν όπως το είχα αφήσει.

Εκτός από το μικρό δωμάτιο.

Η πόρτα ήταν κλειστή.

Το κουτί από τα παπούτσια ήταν πάλι μπροστά της.

Και πάνω στο κουτί υπήρχαν τρεις μικρές γρατζουνιές.

Σαν κάποιος να το είχε χαϊδέψει με νύχια.

Δεν ξαναπάτησα εκεί μόνος μου. Μάζεψα τα πράγματά μου όσο πιο γρήγορα γινόταν και έφυγα.

Μερικές φορές σκέφτομαι ότι ίσως τα μεγαλοποίησα όλα. Ότι ήμουν εξαντλημένος, αγχωμένος, μόνος σε ένα παλιό σπίτι. Ότι η φωνή μπορεί να ήταν από τον φωταγωγό. Ότι το χέρι μπορεί να ήταν σκιά.

Αλλά υπάρχει κάτι που δεν μπορώ να εξηγήσω.

Δύο εβδομάδες αφού έφυγα, η ιδιοκτήτρια με πήρε τηλέφωνο. Ήθελε να με ρωτήσει αν είχα αφήσει τίποτα πίσω.

Της είπα όχι.

Έκανε μια παύση.

Μετά μου είπε:

«Βρήκαμε κάτι γραμμένο στον τοίχο του μικρού δωματίου».

Δεν ρώτησα τι.

Μου το είπε μόνη της.

«Έγραφε:

ΤΩΡΑ ΞΕΡΕΙ».

Και από τότε, κάθε φορά που περνάω έξω από παλιές πολυκατοικίες, κοιτάζω τα σκοτεινά παράθυρα στους φωταγωγούς.

Όχι γιατί πιστεύω απαραίτητα σε φαντάσματα.
Αλλά γιατί ξέρω πως κάποια δωμάτια δεν μένουν ποτέ άδεια.



Σχετική σκοτεινή πρόταση:



Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τoν φίλo μας Λευτέρη για την ιστορία που μας έστειλε.



Απαραίτητο επιλογή για καλοκαιρινό τρόμο:



Διαβάστε επίσης:







Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com  ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.