0

Ο εκτός όροφος




Καλησπέρα.

Σου στέλνω αυτή την ιστορία γιατί δεν μπορώ πια να μπω σε ασανσέρ. Ούτε για έναν όροφο. Ούτε μέρα. Ούτε με κόσμο μέσα.

Ξέρω ότι ακούγεται υπερβολικό. Αλλά υπάρχει ένα πράγμα που δεν μπορώ να εξηγήσω. Ένα πράγμα που δεν θα έπρεπε να υπάρχει.

Η πολυκατοικία μας έχει πέντε ορόφους.

Το ασανσέρ, όμως, εκείνο το βράδυ σταμάτησε στον έκτο.

Ο Έκτος Όροφος

Μένω στα Πατήσια, σε μια παλιά πολυκατοικία της δεκαετίας του ’70, από εκείνες με μωσαϊκό στην είσοδο, βαριά τζαμένια πόρτα και γραμματοκιβώτια γεμάτα λογαριασμούς από ανθρώπους που έχουν πεθάνει ή έχουν μετακομίσει εδώ και χρόνια.

Δεν είναι κακή πολυκατοικία. Απλώς είναι κουρασμένη. Οι τοίχοι κρατούν μυρωδιές από φαγητά, υγρασία και παλιό καπνό. Οι σωληνώσεις κάνουν θορύβους τη νύχτα. Το φως στο κλιμακοστάσιο αναβοσβήνει κάποιες φορές πριν ανάψει κανονικά, σαν να σκέφτεται αν αξίζει τον κόπο.

Το ασανσέρ ήταν πάντα το πιο προβληματικό κομμάτι της πολυκατοικίας. Μικρό, στενό, με μεταλλική πόρτα που έτριζε και έναν καθρέφτη στο πίσω μέρος, τόσο παλιό που το είδωλό σου έμοιαζε λίγο πιο θαμπό, λίγο πιο κουρασμένο απ’ όσο ήσουν στην πραγματικότητα.

Στο πίνακα είχε κουμπιά από το ισόγειο μέχρι το πέντε.

Ισόγειο.
1.
2.
3.
4.
5.

Τίποτα άλλο.

Εγώ μένω στον τέταρτο.

Το βράδυ που συνέβη ήταν Τρίτη. Γύριζα από τη δουλειά λίγο μετά τις έντεκα. Είχε βρέξει νωρίτερα και η είσοδος της πολυκατοικίας μύριζε βρεγμένο τσιμέντο. Η πόρτα έκλεισε πίσω μου με εκείνον τον βαρύ, γνώριμο ήχο και για λίγα δευτερόλεπτα έμεινα στο ημίφως της εισόδου, ψάχνοντας τα κλειδιά μου στην τσάντα.

Το φως του κλιμακοστασίου δεν άναψε αμέσως. Πάτησα το κουμπί δύο φορές.

Τίποτα.

Πριν προλάβω να εκνευριστώ, άκουσα το ασανσέρ να κατεβαίνει.

Ήταν περίεργο, γιατί δεν είχα πατήσει ακόμα το κουμπί. Η καμπίνα έφτασε στο ισόγειο με ένα βαθύ μεταλλικό τρίξιμο. Η πόρτα άνοιξε μόνη της.

Μπήκα.

Το φως μέσα στην καμπίνα ήταν κίτρινο και αδύναμο. Ο καθρέφτης απέναντί μου είχε μια μακρόστενη ρωγμή στην κάτω δεξιά γωνία που δεν θυμόμουν να υπήρχε. Πάτησα το 4.

Η πόρτα έκλεισε.

Το ασανσέρ ξεκίνησε.

Στην αρχή όλα ήταν φυσιολογικά. Εκείνη η μικρή δόνηση στο πάτωμα, ο ήχος των συρματόσχοινων, το χαμηλό βουητό της μηχανής. Το κόκκινο φωτάκι πάνω από την πόρτα έδειξε 1. Μετά 2. Μετά 3.

Στάθηκα μπροστά στον καθρέφτη και κοίταξα το πρόσωπό μου. Ήμουν χλωμή από την κούραση. Τα μάτια μου είχαν μαύρους κύκλους. Χαμογέλασα ειρωνικά στον εαυτό μου.

Τότε το ασανσέρ πέρασε τον τέταρτο χωρίς να σταματήσει.

Σήκωσα το βλέμμα απότομα.

Το κόκκινο φωτάκι έδειξε 5.

«Έλα τώρα», είπα μόνη μου.

Πάτησα ξανά το 4. Το κουμπί δεν άναψε. Το ασανσέρ συνέχισε να ανεβαίνει.

Δεν υπήρχε έκτος όροφος στην πολυκατοικία μας. Πάνω από τον πέμπτο υπήρχε ταράτσα. Και για την ταράτσα δεν υπήρχε στάση. Έπρεπε να βγεις στον πέμπτο και να ανέβεις με τις σκάλες από μια μεταλλική πόρτα που πάντα ήταν κλειδωμένη.

Το ασανσέρ, όμως, συνέχισε.

Για δύο, τρία, τέσσερα δευτερόλεπτα ακόμα.

Ύστερα σταμάτησε.

Το κόκκινο φωτάκι πάνω από την πόρτα τρεμόπαιξε.

Δεν έγραφε αριθμό.

Έγραφε κάτι σαν παύλα.

Μια οριζόντια κόκκινη γραμμή.

Η πόρτα άνοιξε.

Μπροστά μου δεν υπήρχε ταράτσα.

Υπήρχε διάδρομος.

Ένας μακρύς, στενός διάδρομος πολυκατοικίας, φωτισμένος από παλιές λάμπες φθορίου που έκαναν έναν άρρωστο, γαλαζωπό ήχο. Το πάτωμα ήταν μωσαϊκό, όπως στην είσοδο, αλλά πιο παλιό, πιο φθαρμένο. Οι τοίχοι είχαν ξεφλουδισμένο χρώμα. Δεξιά κι αριστερά υπήρχαν πόρτες διαμερισμάτων.

Πολλές πόρτες.

Πολύ περισσότερες απ’ όσες χωρούσαν σε έναν όροφο.

Στην αρχή δεν βγήκα. Έμεινα μέσα στην καμπίνα, κρατώντας την τσάντα μου με τα δύο χέρια, προσπαθώντας να καταλάβω τι έβλεπα. Η λογική μου έψαχνε απεγνωσμένα εξήγηση. Ίσως κάποιο μηχανοστάσιο. Ίσως κάποιος ενδιάμεσος χώρος που δεν ήξερα. Ίσως η πολυκατοικία να είχε παλιά διαμερίσματα στην ταράτσα.

Αλλά ήξερα ότι δεν ήταν έτσι.

Ήξερα την πολυκατοικία. Ήξερα το ύψος της. Ήξερα τους ενοίκους. Ήξερα ότι πάνω από τον πέμπτο υπήρχε μόνο τσιμέντο, κεραίες και ηλιακοί.

Η πόρτα του ασανσέρ έμεινε ανοιχτή.

Περίμενα να κλείσει μόνη της.

Δεν έκλεισε.

Τότε άκουσα κάτι από τον διάδρομο.

Έναν ήχο κλειδιών.

Κάποιος γύριζε αργά ένα κλειδί σε μια κλειδαριά.

Το αίμα μου πάγωσε. Πάτησα το κουμπί του ισογείου. Μετά το 4. Μετά όλα τα κουμπιά μαζί.

Τίποτα.

Το ασανσέρ δεν αντιδρούσε.

Ο ήχος σταμάτησε.

Μια πόρτα άνοιξε λίγο πιο κάτω, στα αριστερά.

Δεν άνοιξε πολύ. Μόνο όσο χρειαζόταν για να φανεί μια λεπτή μαύρη χαραμάδα. Από μέσα δεν βγήκε φως. Δεν βγήκε άνθρωπος.

Βγήκε μια φωνή.

«Ανέβηκες επιτέλους».

Ήταν γυναικεία. Ήρεμη. Σχεδόν τρυφερή.

Δεν απάντησα.

Η φωνή ξανακούστηκε.

«Σε περιμέναμε καιρό».

Τότε η πόρτα του ασανσέρ άρχισε να κλείνει.

Πήρα ανάσα με ανακούφιση. Αλλά πριν κλείσει εντελώς, άρχισα να ακούω βήματα να πλησιάζουν προς το μέρος μου.

Γρήγορα βήματα.

Αποφασιστικά.

Δε μπορούσα να δω κάποιον ή κάτι να έρχεται. Άκουγα όμως τα βήματα να πλησιάζουν απειλητικά. 

Η πόρτα του ασανσέρ έκλεισε.

Η καμπίνα βυθίστηκε για ένα δευτερόλεπτο στο σκοτάδι.

Μετά το φως άναψε ξανά.

Το ασανσέρ άρχισε να κατεβαίνει.

Δεν θυμάμαι αν φώναξα. Θυμάμαι μόνο ότι όταν σταμάτησε στον τέταρτο, όρμησα έξω και έτρεξα μέχρι την πόρτα του διαμερίσματός μου. Τα χέρια μου έτρεμαν τόσο πολύ που δεν μπορούσα να βάλω το κλειδί στην κλειδαριά.

Μπήκα μέσα, κλείδωσα δύο φορές και έμεινα πίσω από την πόρτα, ακούγοντας.

Στο κλιμακοστάσιο δεν ακουγόταν τίποτα.

Ούτε βήματα.
Ούτε ασανσέρ.
Ούτε φωνές.

Την επόμενη μέρα είπα στον διαχειριστή ότι το ασανσέρ είχε πρόβλημα. Του είπα πως ανέβηκε πάνω από τον πέμπτο. Γέλασε.

«Πού να πάει; Στον ουρανό;»

Του εξήγησα ότι σταμάτησε κάπου. Ότι άνοιξε η πόρτα. Ότι είδα διάδρομο.

Τότε σταμάτησε να γελάει.

Όχι επειδή με πίστεψε.

Επειδή φοβήθηκε ότι θα του ζητούσα να πληρώσουμε τεχνικό.

Το ίδιο απόγευμα ήρθε ο συντηρητής. Τον πέτυχα στην είσοδο, να κοιτάζει τον πίνακα του ασανσέρ με έναν φακό στο στόμα.

«Όλα εντάξει», μου είπε. «Λίγο παλιό είναι, αλλά δεν έχει κάτι».

«Μπορεί να ανέβει πάνω από τον πέμπτο;» τον ρώτησα.

Με κοίταξε σαν να του έκανα αστείο.

«Δεν υπάρχει πάνω από τον πέμπτο. Η τροχαλία σταματάει εκεί. Μετά είναι μηχανοστάσιο. Και ούτε πόρτα έχει για να ανοίξει».

«Άρα αποκλείεται;»

«Αποκλείεται».

Αυτή η λέξη θα έπρεπε να με καθησυχάσει.

Δεν με καθησύχασε.

Για δύο εβδομάδες ανέβαινα με τις σκάλες. Τέσσερις όροφοι κάθε μέρα. Με σακούλες, με τσάντες, με κούραση. Δεν με ένοιαζε. Κάθε φορά που περνούσα από την είσοδο και έβλεπα το ασανσέρ, ένιωθα ότι η μεταλλική του πόρτα με παρακολουθούσε.

Κάποιες νύχτες, ενώ ήμουν στο κρεβάτι, άκουγα την καμπίνα να ανεβοκατεβαίνει.

Στην αρχή έλεγα ότι κάποιος ένοικος γύριζε αργά. Μετά άρχισα να προσέχω τις ώρες.

03:11.

03:11 σχεδόν κάθε νύχτα.

Το ασανσέρ ανέβαινε αργά, σταματούσε κάπου  και μετά κατέβαινε ξανά στο ισόγειο.

Χωρίς να ανοίγει καμία πόρτα στους ενδιάμεσους ορόφους.

Μια νύχτα δεν άντεξα. Άνοιξα την πόρτα του διαμερίσματός μου και βγήκα στο κλιμακοστάσιο. Το φως άναψε με καθυστέρηση. Το ασανσέρ περνούσε εκείνη τη στιγμή από τον τέταρτο ανεβαίνοντας.

Το άκουγα μέσα στον τοίχο.

Σταμάτησε πιο πάνω.

Σιωπή.

Έπειτα ακούστηκε η πόρτα του.

Άνοιξε.

Όχι στον πέμπτο.

Πιο πάνω.

Και τότε, μέσα από το κλιμακοστάσιο, από εκεί που δεν υπήρχε όροφος, άκουσα πολλούς ανθρώπους να ψιθυρίζουν μαζί.

Δεν καταλάβαινα λέξεις. Μόνο έναν ψίθυρο σαν πλήθος πίσω από τοίχο.

Μετά ακούστηκε πάλι εκείνη η γυναικεία φωνή.

«Δεν ήταν η ώρα της».

Η πόρτα του ασανσέρ έκλεισε.

Το ασανσέρ κατέβηκε.

Κι εγώ έμεινα ακίνητη έξω από το διαμέρισμά μου, με το χέρι ακόμα στο πόμολο, μέχρι που το φως του κλιμακοστασίου έσβησε και βυθίστηκα στο σκοτάδι.

Τότε κάτι χτύπησε από μέσα την πόρτα του ασανσέρ.

Μία φορά.

Με δύναμη.

Σαν κάποιος να βρισκόταν μέσα στην καμπίνα και να ήθελε να βγει.

Την επόμενη μέρα αποφάσισα να ψάξω. Δεν ήθελα πια να νιώθω τρελή. Έπρεπε να βρω κάτι, οτιδήποτε, που να εξηγεί αυτό που συνέβαινε.

Ρώτησα τη γειτόνισσα του πέμπτου, την κυρία Λένα. Ζει στην πολυκατοικία από τότε που χτίστηκε. Είναι από εκείνες τις γυναίκες που ξέρουν ποιος μπήκε, ποιος βγήκε, ποιος χώρισε, ποιος χρωστάει κοινόχρηστα και ποιος πέθανε χωρίς να το μάθει κανείς για δύο μέρες.

Τη ρώτησα αν υπήρξε ποτέ διαμέρισμα στην ταράτσα.

Με κοίταξε περίεργα.

«Όχι», είπε. «Γιατί;»

Δεν ήθελα να της πω την αλήθεια. Της είπα ότι άκουσα θόρυβο από πάνω.

Έμεινε σιωπηλή λίγο παραπάνω απ’ όσο έπρεπε.

«Από πάνω δεν έχει τίποτα», είπε τελικά. «Μόνο το παλιό μηχανοστάσιο».

«Παλιό;»

Έσφιξε τα χείλη της.

«Πριν βάλουν το καινούριο μοτέρ. Παλιά το ασανσέρ ήταν άλλο. Ξύλινη καμπίνα, συρόμενη πόρτα. Πολύ επικίνδυνο».

«Έγινε κάποιο ατύχημα;»

Η κυρία Λένα κοίταξε προς τις σκάλες.

«Αυτά είναι παλιά πράγματα».

«Τι παλιά πράγματα;»

Άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματός της λίγο περισσότερο, αλλά δεν με κάλεσε μέσα.

«Το ’83 χάθηκε ένα παιδί».

Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.

«Τι σημαίνει χάθηκε;»

«Αυτό που σημαίνει. Μια μικρή. Επτά χρονών. Έμενε στον τρίτο. Η μητέρα της την έστειλε να κατεβάσει σκουπίδια. Μπήκε στο ασανσέρ και δεν βγήκε ποτέ».

«Πώς γίνεται αυτό;»

«Δεν γίνεται», είπε ξερά. «Γι’ αυτό και δεν το συζητάμε».

Μου είπε ότι η αστυνομία έψαξε παντού. Στο φρεάτιο, στο μηχανοστάσιο, στην ταράτσα, στα υπόγεια, στα διαμερίσματα. Τίποτα. Η καμπίνα είχε σταματήσει στο ισόγειο άδεια. Τα σκουπίδια ήταν ακόμα μέσα. Το παιδί όχι.

Η μητέρα της ορκιζόταν ότι, λίγη ώρα μετά την εξαφάνιση, άκουσε την κόρη της να φωνάζει από το ασανσέρ.

Όταν άνοιξαν την πόρτα, η καμπίνα ήταν εκεί.

Άδεια.

Η ιστορία θάφτηκε. Η οικογένεια έφυγε. Το ασανσέρ άλλαξε λίγα χρόνια μετά. Η πολυκατοικία συνέχισε σαν να μην έγινε τίποτα.

Αλλά η κυρία Λένα, πριν κλείσει την πόρτα, μου είπε κάτι που δεν θα ξεχάσω.

«Καμιά φορά, όταν το ασανσέρ ανεβαίνει μόνο του τη νύχτα, μην πατήσεις ποτέ το κουμπί να το καλέσεις. Ό,τι κι αν ακούσεις».

«Γιατί;»

Το πρόσωπό της είχε ασπρίσει.

«Γιατί μπορεί να κατέβει γεμάτο».

Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα με όλα τα φώτα αναμμένα.

Στις 03:11 ξύπνησα.

Όχι από το ασανσέρ.

Από παιδικό τραγούδι.

Ερχόταν από το κλιμακοστάσιο.

Μια λεπτή φωνούλα τραγουδούσε κάτι παλιό, ένα από εκείνα τα παιδικά τραγούδια που δεν ακούγονται πια, με μελωδία αργή και παράφωνη. Στην αρχή νόμισα ότι ήταν όνειρο. Μετά το άκουσα καθαρά.

Ήταν έξω από την πόρτα μου.

Σηκώθηκα χωρίς να το θέλω. Περπάτησα μέχρι την είσοδο του διαμερίσματος. Δεν άνοιξα. Κοίταξα από το ματάκι.

Το κλιμακοστάσιο ήταν άδειο.

Το φως ήταν σβηστό.

Μόνο η πόρτα του ασανσέρ φαινόταν στο βάθος.

Κλειστή.

Το τραγούδι σταμάτησε.

Μετά ακούστηκε ένα μικρό γέλιο.

Έπεσα πίσω, παραλίγο να σκοντάψω στο χαλάκι. Το στόμα μου είχε στεγνώσει. Το σώμα μου δεν υπάκουε. Ήθελα να τρέξω στο δωμάτιο, αλλά έμεινα εκεί, κοιτάζοντας την πόρτα.

Τότε κάποιος χτύπησε.

Όχι δυνατά.

Τρεις μικροί χτύποι.

Χτυπ.

Χτυπ.

Χτυπ.

«Μπορείς να μου ανοίξεις;» είπε η φωνούλα. «Έχει σκοτάδι εδώ».

Δεν άνοιξα.

Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε. Μπορεί λεπτά. Μπορεί ώρες. Το παιδικό τραγούδι ξανάρχισε, αυτή τη φορά πιο μακριά. Σαν να κατέβαινε τις σκάλες.

Το πρωί βρήκα κάτι στο πάτωμα, έξω από την πόρτα μου.

Κάτι σημάδια σα πατημασιές μικρού παιδιού από λάσπη. 

Δεν πήγα στη δουλειά. Δεν απάντησα σε τηλέφωνα. Κάλεσα τεχνικό, όχι τον συντηρητή της πολυκατοικίας, άλλον. Του είπα ότι ήθελα να ελέγξει το ασανσέρ. Όταν ήρθε, φαινόταν εκνευρισμένος που τον φώναξα για «θόρυβο».

Τον ακολούθησα μέχρι την είσοδο.

Άνοιξε τον πίνακα, κοίταξε τα καλώδια, έκανε μετρήσεις. Όλα φυσιολογικά. Μετά ανέβηκε στην ταράτσα για το μηχανοστάσιο. Περίμενα στο κλιμακοστάσιο του πέμπτου, χωρίς να πλησιάζω το ασανσέρ.

Όταν κατέβηκε, είχε αλλάξει ύφος.

«Πόσο καιρό είπατε ότι ακούτε θορύβους;» με ρώτησε.

«Δύο εβδομάδες».

Δεν είπε τίποτα.

«Βρήκατε κάτι;»

Σκούπισε τα χέρια του στο παντελόνι.

«Όχι ακριβώς».

«Τι σημαίνει όχι ακριβώς;»

Με κοίταξε για πρώτη φορά σοβαρά.

«Στο πάνω μέρος του φρεατίου υπάρχουν σημάδια».

«Τι σημάδια;»

«Σαν κάποιος να χτυπάει από μέσα. Παλιά. Πολλά. Σε ύψος που δεν μπορεί να φτάσει άνθρωπος από την καμπίνα».

«Και αυτό τι σημαίνει;»

Δεν απάντησε αμέσως.

«Σημαίνει ότι καλό θα ήταν να μη χρησιμοποιείτε το ασανσέρ μέχρι να αλλάξει όλο το σύστημα».

Κατέβηκε βιαστικά, πήρε τα εργαλεία του και έφυγε. Δεν μου έδωσε απόδειξη. Δεν ζήτησε λεφτά. Δεν γύρισε να κοιτάξει πίσω.

Εκείνο το βράδυ πήρα την απόφαση να φύγω από το διαμέρισμα για λίγες μέρες. Έβαλα μερικά ρούχα σε μια τσάντα και περίμενα να ξημερώσει. Δεν ήθελα να βγω νύχτα στο κλιμακοστάσιο.

Από τη στιγμή που γύρισα πίσω και μετά όλα φαίνονται φυσιολογικά. Δεν είχα ξανά κάποια περίεργη εμπειρία. 

Μετά από κάποιο καιρό που βρήκα το θάρρος να ψάξω ξανά το παρελθόν της πολυκατοικίας ανέβηκα στον 5ο να ρωτήσω την κυρία Λένα περισσότερα στοιχεία. 

Χτύπησα την πόρτα της. 

Καμία απάντηση. 

Χτύπησα το κουδούνι. 

Τίποτα. 

Ξαναχτύπησα την πόρτα, όταν ο γείτονας που μένει στο απέναντι διαμέρισμα άνοιξε την πόρτα του. 

"Την κυρία Λένα ψάχνεις;" 

"Ναι" απάντησα εγώ. 

"Εχω μέρες να τη δω" μου είπε. "Θα πήγε στη κόρη της στη Θεσσαλονίκη".

Δε μπόρεσα μέχρι στιγμής να μάθω περισσότερα στοιχεία. Αλλά το θετικό είναι ότι όλα μοιάζουν και πάλι φυσιολογικά. 

Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τη φίλη μας Έλλη για την ιστορία που μας έστειλε 


Απαραίτητο επιλογή για καλοκαιρινό τρόμο:



Διαβάστε επίσης:







Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com  ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.







1

Το σπίτι των Σκιών

 



Καλησπέρα.

Σου γράφω από το πατρικό του πατέρα μου, στο χωριό Παλαιοχώρι, λίγο έξω από τη Δημητσάνα, στην ορεινή Αρκαδία. Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να σου στείλω αυτό το μήνυμα. Το laptop έχει ακόμα 17% μπαταρία και το σπίτι δεν έχει ρεύμα. Τα παράθυρα είναι κλειστά, το κινητό μου δεν έχει σήμα και το μόνο φως έρχεται από τρία κεριά που έχω ανάψει πάνω στο παλιό τραπέζι της κουζίνας.

Ξέρω πώς ακούγεται αυτό. Σαν άλλη μία ιστορία για ένα παλιό σπίτι, μια οικογένεια με σκοτεινό παρελθόν και έναν άνθρωπο που αφήνει τη λογική του πίσω όσο περνούν οι ώρες.

Μακάρι να ήταν έτσι.

Μακάρι να μπορούσα να πω ότι όλα αυτά είναι αποτέλεσμα θλίψης, κούρασης ή φόβου. Μακάρι να μπορούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι οι σκιές στους τοίχους κινούνται επειδή τρεμοπαίζουν τα κεριά.


Το Σπίτι που Κρατούσε τις Σκιές

Δεν είχα πατήσει στο χωριό από την κηδεία της μητέρας μου, πριν από τέσσερα χρόνια. Το Παλαιοχώρι ήταν πάντα ένα από εκείνα τα μέρη που μοιάζουν όμορφα μόνο όταν τα βλέπεις από μακριά. Πέτρινα σπίτια, στενά καλντερίμια, καρυδιές, βουνό παντού γύρω και μια ησυχία που οι Αθηναίοι αποκαλούν «γαλήνη», μέχρι να καταλάβουν ότι η γαλήνη αυτή δεν είναι απουσία θορύβου.

Είναι αναμονή.

Το σπίτι του πατέρα μου βρισκόταν στην άκρη του χωριού, λίγο πιο πάνω από την παλιά βρύση. Ήταν το σπίτι όπου είχε μεγαλώσει εκείνος. Εκεί είχε ζήσει ο παππούς μου, ο Ανέστης. Εκεί είχε μείνει η γιαγιά μου μέχρι που πέθανε. Εκεί πήγαιναν οι γονείς μου κάθε καλοκαίρι όταν ήμουν μικρός, μέχρι τη χρονιά που ο παππούς εξαφανίστηκε.

Δεν θυμάμαι πολλά από εκείνο το καλοκαίρι. Ήμουν έξι χρονών. Θυμάμαι μόνο τη μυρωδιά από υγρασία και στάχτη, το παλιό ξύλινο πάτωμα που έτριζε τη νύχτα και τον παππού μου να κάθεται πάντα στην ίδια πολυθρόνα, δίπλα στο παράθυρο του σαλονιού.

Δεν κοιτούσε ποτέ εμάς.

Κοιτούσε τους τοίχους.

Η μητέρα μου μού έλεγε να μην τον ενοχλώ. Ο πατέρας μου μιλούσε χαμηλόφωνα μαζί του τα βράδια, νομίζοντας ότι κοιμόμουν. Άκουγα λέξεις κομμένες, σαν να φοβούνταν να τις πουν ολόκληρες.

«Δεν γίνεται άλλο, πατέρα».

«Τα βλέπεις κι εσύ;»

«Θα μιλήσω στον γιατρό».

«Δεν είναι μέσα στο μυαλό μου».

Αυτό το τελευταίο το θυμάμαι καθαρά. Η φωνή του παππού μου ήταν σπασμένη, αλλά όχι αδύναμη. Είχε κάτι μέσα της που τότε δεν μπορούσα να καταλάβω. Τώρα το καταλαβαίνω.

Ήταν τρόμος ανθρώπου που ξέρει ότι δεν θα τον πιστέψει κανείς.

Οι ιστορίες στο χωριό έλεγαν ότι ο παππούς μου είχε αρχίσει να χάνει τα λογικά του μετά τον θάνατο της γιαγιάς. Ότι μιλούσε μόνος του. Ότι έκλεινε τα παντζούρια μέρα μεσημέρι. Ότι δεν άφηνε κανέναν να ανάψει περισσότερα από ένα φως μέσα στο σπίτι. Όταν τον ρωτούσαν γιατί, απαντούσε πάντα το ίδιο:

«Όσο πιο πολλά φώτα ανάβεις, τόσο πιο πολλές σκιές φτιάχνεις».

Οι μεγάλοι έλεγαν πως ήταν γεροντική άνοια. Πως η μοναξιά τον είχε φάει. Πως έβλεπε πράγματα επειδή δεν άντεχε να δεχτεί ότι η γυναίκα του είχε φύγει.

Θυμάμαι ένα συγκεκριμένο βράδυ εκεί.

Εκείνο το βράδυ, ξύπνησα από έναν θόρυβο στο διάδρομο. Το σπίτι ήταν σκοτεινό, εκτός από ένα αχνό φως που έβγαινε από το σαλόνι. Σηκώθηκα από το κρεβάτι και πλησίασα ξυπόλυτος την πόρτα.

Ο παππούς στεκόταν μπροστά στον τοίχο, φορώντας το παλιό του μάλλινο γιλέκο. Κρατούσε ένα κερί στο χέρι του και το πρόσωπό του έτρεμε από τη φλόγα.

Στον τοίχο απέναντί του υπήρχε η σκιά του.

Κάθισα και τον κοίταξα χωρίς να μπορώ να βγάλω μιλιά.

Ο παππούς μου με κατάλαβε, γύρισε απότομα και με άρπαξε από τους ώμους.

«Μη στέκεσαι ποτέ πίσω από φως», μου ψιθύρισε. «Τους δείχνεις πού είσαι».

Την επόμενη μέρα η μητέρα μου μού είπε να μη παρεξηγώ όσα λέει ο παππούς γιατί είναι άρρωστος και πρέπει να δείχνουμε κατανόηση. Ο πατέρας μου δεν είπε τίποτα. Ούτε τότε, ούτε μετά.

Δύο εβδομάδες αργότερα, ο παππούς εξαφανίστηκε.

Δεν έφυγε απλά από το σπίτι. Δεν πήρε ρούχα, δεν πήρε λεφτά, δεν πήρε παπούτσια. Τα παπούτσια του ήταν ακόμα δίπλα στην πόρτα. Το κρεβάτι του ήταν άστρωτο. Στο τραπέζι υπήρχε ένα πιάτο με φαγητό που δεν είχε αγγίξει.

Η αστυνομία έψαξε το βουνό για μέρες. Οι χωριανοί χτένισαν ρέματα, στάνες, μονοπάτια. Κανείς δεν βρήκε τίποτα. Ούτε ίχνος, ούτε ρούχο, ούτε αίμα.

Μόνο ένα πράγμα φάνηκε παράξενο, αλλά κανείς δεν το θεώρησε σημαντικό τότε.

Στο σαλόνι, στον τοίχο απέναντι από την πολυθρόνα του, είχε μείνει ένα μακρόστενο σκοτεινό σημάδι. Σαν υγρασία. Σαν καπνιά. Σαν το αποτύπωμα ενός ανθρώπου που είχε σταθεί εκεί για πάρα πολύ καιρό.

Ο πατέρας μου το έβαψε τρεις φορές.

Το σημάδι πάντα ξαναφαινόταν.

Μετά την εξαφάνιση του παππού, σταματήσαμε να πηγαίνουμε στο χωριό. Η μητέρα μου δεν το ήθελε. Έλεγε ότι το σπίτι είχε πολλή λύπη. Ο πατέρας μου, κάθε φορά που το άκουγε, κατέβαζε το βλέμμα. Δεν απαντούσε ποτέ.

Τα χρόνια πέρασαν. Μεγάλωσα. Έφυγα από το σπίτι. Ο παππούς έγινε μια οικογενειακή ιστορία που κανείς δεν ανέφερε. Μια παλιά ντροπή. Ένας τρελός γέρος που χάθηκε στο βουνό.

Και μετά πέθανε η μητέρα μου.

Ο καρκίνος την πήρε γρήγορα. Μέσα σε επτά μήνες ο πατέρας μου έμεινε μόνος. Στην αρχή νόμιζα ότι θα καταρρεύσει. Ύστερα έκανε κάτι που δεν περίμενα.

Γύρισε στο Παλαιοχώρι.

«Θέλω να φτιάξω το σπίτι», μου είπε. «Να το ανοίξω λίγο. Να μη σαπίσει τελείως».

Δεν τον πίστεψα. Δεν ήταν άνθρωπος που νοιαζόταν για σπίτια, σοβάδες και κεραμίδια. Αλλά δεν τον πίεσα. Η θλίψη κάνει τους ανθρώπους να πιαστούν από κάπου, οτιδήποτε, για να μη βουλιάξουν.

Τους πρώτους μήνες μου τηλεφωνούσε σχεδόν κάθε μέρα. Μιλούσαμε για χαζά πράγματα. Τον καιρό. Τα ψώνια. Τον φούρνο του χωριού. Μου έλεγε ότι έβαλε καινούρια κλειδαριά, ότι καθάρισε την αυλή, ότι πέταξε παλιά έπιπλα.

Μετά, οι κλήσεις άρχισαν να αραιώνουν.

Και όταν μιλούσαμε, είχε κάτι διαφορετικό στη φωνή του. Σαν να πρόσεχε τι έλεγε. Σαν να μην ήταν μόνος στο δωμάτιο.

Μια νύχτα, περίπου έναν χρόνο μετά τον θάνατο της μητέρας μου, με πήρε στις τρεις τα ξημερώματα.

«Τη βλέπω», μου είπε.

Ήταν η πρώτη φορά που τρόμαξα πραγματικά.

«Ποια βλέπεις;»

Άκουσα την ανάσα του στην άλλη άκρη της γραμμής. Βαριά. Κοντινή. Σαν να κρατούσε το κινητό πολύ κοντά στο στόμα του.

«Τη μάνα σου».

Δεν ήξερα τι να πω.

«Μπαμπά…»

«Δεν μιλάει ακόμα. Απλώς στέκεται στο διάδρομο. Εκεί όπου πέφτει η σκιά της πόρτας».

Προσπάθησα να του μιλήσω λογικά. Του είπα ότι πενθεί. Ότι το μυαλό παίζει παιχνίδια. Ότι πρέπει να έρθει Αθήνα, να μείνει λίγο μαζί μου. Εκείνος με άκουγε σιωπηλός.

Πριν κλείσει, ψιθύρισε:

«Αν ήταν μόνο το μυαλό μου, γιατί την είδε και ο σκύλος;»

Δεν είχε σκύλο.

Την επόμενη εβδομάδα πήγα στο χωριό. Τον βρήκα αδυνατισμένο, αξύριστο, με μάτια κόκκινα από την αϋπνία. Το σπίτι μύριζε κερί, κλεισούρα.

Είχε καλύψει όλους τους καθρέφτες με σεντόνια.

«Δεν είναι αυτή», μου είπε μόλις μπήκα.

«Ποια;»

Δεν απάντησε αμέσως. Με κοίταξε σαν να προσπαθούσε να αποφασίσει αν ήμουν αρκετά μεγάλος για να ακούσω την αλήθεια.

«Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν η μητέρα σου. Έβλεπα κάτι στην άκρη του ματιού μου. Μια φιγούρα στην κουζίνα. Μια σκιά πίσω από την κουρτίνα. Μια κίνηση στο τζάμι, ενώ ήμουν μόνος μου. Ήθελα να είναι εκείνη. Καταλαβαίνεις; Ήθελα τόσο πολύ να είναι εκείνη, που για λίγο δεν με ένοιαζε αν ήταν αληθινό».

«Και μετά;»

Ο πατέρας μου έτριψε το πρόσωπό του με τα χέρια.

«Μετά άρχισε να στέκεται λάθος».

«Τι σημαίνει λάθος;»

«Οι σκιές έχουν κανόνες», είπε. «Πέφτουν εκεί που πρέπει να πέσουν. Ακολουθούν το φως. Ακολουθούν το σώμα. Αυτή όχι. Αυτή στεκόταν εκεί που ήθελε. Και μια νύχτα…»

Σταμάτησε.

«Μια νύχτα τι;»

Κοίταξε προς τον διάδρομο. Ο ήλιος έμπαινε από το παράθυρο, αλλά το εσωτερικό του σπιτιού ήταν παράξενα σκοτεινό. Σαν οι γωνίες να κρατούσαν λίγο παραπάνω σκοτάδι απ’ όσο έπρεπε.

«Μια νύχτα με φώναξε με τη φωνή της μητέρας σου από την αποθήκη. Αλλά η φωνή ερχόταν από τη σκιά κάτω από την πόρτα».

Εκείνο το απόγευμα προσπάθησα να τον πείσω να φύγουμε μαζί. Αρνήθηκε. Όταν επέμεινα, θύμωσε.

«Αν φύγω, θα έρθει μαζί μου».

«Τι πράγμα;»

Τότε μου είπε κάτι που δεν ξέχασα ποτέ.

«Νομίζεις ότι ο παππούς σου χάθηκε επειδή τρελάθηκε. Δεν χάθηκε. Προσπαθούσε να κρατήσει κάτι εδώ μέσα. Και όταν δεν άντεξε άλλο, τον πήρε αυτό».

Έφυγα την επόμενη μέρα. Ντρέπομαι που το λέω, αλλά έφυγα. Του υποσχέθηκα ότι θα ξαναγυρίσω σύντομα, ότι θα μιλήσουμε με γιατρό, ότι θα τα κανονίσουμε όλα.

Δεν ξαναγύρισα.

Μέχρι πριν από τρεις μέρες.

Ο πατέρας μου εξαφανίστηκε ακριβώς όπως ο παππούς.

Η γειτόνισσα, η κυρά-Αργυρώ, ήταν εκείνη που με πήρε τηλέφωνο. Είχε να τον δει δύο μέρες και ανησύχησε. Η πόρτα ήταν κλειδωμένη από μέσα. Τα παράθυρα επίσης. Κάλεσαν την αστυνομία και μπήκαν από ένα μικρό παράθυρο της αποθήκης.

Δεν υπήρχε κανείς.

Το φαγητό ήταν πάνω στο τραπέζι. Το κινητό του στην κουζίνα. Τα παπούτσια του στην είσοδο. Το κρεβάτι άθικτο.

Και στο σαλόνι, στον ίδιο τοίχο όπου είχε μείνει κάποτε το σημάδι του παππού μου, υπήρχε τώρα ένα δεύτερο.

Ψηλότερο. Πιο φρέσκο. Πιο καθαρό.

Σαν ένας άντρας να είχε καεί όρθιος πάνω στον σοβά.

Ήρθα χθες το πρωί για να μαζέψω πράγματα, να μιλήσω με την αστυνομία και να δω αν υπήρχε κάτι που θα εξηγούσε την εξαφάνισή του. Δεν πίστευα πια στις ιστορίες του παππού. Ούτε σε σκιές που μιλούν. Ούτε σε σπίτια που κρατούν ανθρώπους.

Ή έτσι νόμιζα.

Το ρεύμα ήταν κομμένο. Η ΔΕΗ είχε διακόψει την παροχή γιατί ο πατέρας μου είχε μήνες να πληρώσει. Δεν ήθελα να μείνω εδώ τη νύχτα, αλλά το τελευταίο λεωφορείο για Τρίπολη είχε φύγει, το αυτοκίνητό μου δεν έπαιρνε μπροστά και η μπαταρία του κινητού μου ήταν σχεδόν άδεια.

Άναψα τρία κεριά στην κουζίνα.

Έβαλα το laptop στο τραπέζι.

Και άρχισα να ψάχνω τα συρτάρια.

Βρήκα τα τετράδια του πατέρα μου λίγο πριν σκοτεινιάσει. Ήταν κρυμμένα κάτω από το στρώμα, δεμένα με έναν σπάγκο. Στην αρχή οι σημειώσεις του έμοιαζαν με ημερολόγιο πένθους. Έγραφε για τη μητέρα μου. Για το πόσο του έλειπε. Για τις νύχτες που ξυπνούσε και νόμιζε ότι την άκουγε να περπατάει στην κουζίνα.

Μετά οι σελίδες άλλαζαν.

Οι προτάσεις γίνονταν μικρότερες. Κοφτές. Τα γράμματα πιο άγρια.

«Δεν είναι η Μαρία».

«Η σκιά της πόρτας μένει εκεί ακόμα και το μεσημέρι».

«Αν ανάψω φως, αλλάζει θέση».

«Με παρακολουθεί όταν κάνω ότι κοιμάμαι».

«Ο πατέρας μου είχε δίκιο».

Στην τελευταία σελίδα υπήρχε μόνο μία φράση, γραμμένη πολλές φορές, η μία πάνω στην άλλη:

«Δεν θέλει να με σκοτώσει. Θέλει να φορέσει το σχήμα μου».

Από τότε που διάβασα αυτή τη φράση, δεν έχω καταφέρει να ηρεμήσω.

Δεν ξέρω τι ώρα είναι τώρα. Το ρολόι του laptop δείχνει 02:17, αλλά είμαι σίγουρος ότι έδειχνε 02:17 και πριν από μισή ώρα. Τα κεριά έχουν κοντύνει. Η φλόγα τους δεν τρεμοπαίζει πια. Στέκεται ακίνητη, σαν να κρατάει κάποιος την ανάσα του μέσα στο δωμάτιο.

Και οι σκιές στους τοίχους δεν μοιάζουν πια με απλές σκιές.

Πριν από λίγο ένιωσα  κάτι να περνά από πίσω μου. Δεν το είδα κανονικά. Το είδα στην οθόνη του laptop. Μια μαύρη φιγούρα, σαν άνθρωπος χωρίς λεπτομέρειες, να γλιστράει από την πόρτα της κουζίνας προς τον διάδρομο.

Γύρισα αμέσως.

Τίποτα.

Μόνο ο διάδρομος, στενός και σκοτεινός, με τις πόρτες των δωματίων ανοιχτές σαν στόματα.

Πριν από δέκα λεπτά νόμισα ότι άκουσα τη φωνή του πατέρα μου από το σαλόνι.

«Έλα να με βοηθήσεις».

Δεν πήγα.

Η φωνή ξανακούστηκε μέσα στο μυαλό μου, αυτή τη φορά πιο κοντά.

«Παιδί μου, κρυώνω».

Δεν ήταν ο πατέρας μου.

Ο πατέρας μου δεν με φώναζε ποτέ «παιδί μου».

Έσπρωξα την καρέκλα μου πίσω και τότε νομίζω ότι είδα για ελάχιστα δευτερόλεπτα κάτι πολύ περίεργο: Στον τοίχο απέναντι από το τραπέζι, ανάμεσα στη σκιά της καρέκλας και τη σκιά του σώματός μου, υπήρχε μια τρίτη σκιά.

Στεκόταν ακίνητη.

Δεν υπήρχε τίποτα μπροστά από τα κεριά που να τη δημιουργεί.

Ήταν λεπτή, γερτή, με σκυμμένους ώμους. Ξαφνικά η σκιά τεντώθηκε, ψήλωσε, άλλαξε σχήμα και εξαφανίστηκε. 


Ήταν πράγματι κάτι εκεί ή το μυαλό μου άρχισε να παίζει διάφορα παιχνίδια; Δεν μπορώ να απαντήσω αντικειμενικά.  Ξέρω μόνο ότι τώρα νιώθω πως οι σκιές έχουν μαζευτεί γύρω μου.

Πως κάτι με περιμένει.

Κάθε φορά που πληκτρολογώ, τα χέρια μου τρέμουν τόσο πολύ που κάνω λάθη. Κάθε φορά που σταματάω, ακούω κάτι σαν ψίθυρο μέσα από τους τοίχους. Δεν είναι λέξεις. Είναι σαν πολλοί άνθρωποι να προσπαθούν να μιλήσουν χωρίς στόμα.

Το χειρότερο δεν είναι ότι φοβάμαι πως θα πεθάνω.

Το χειρότερο είναι ότι φοβάμαι πως δεν θα πεθάνω.

Φοβάμαι ότι θα σταματήσω να είμαι εγώ, αλλά το σώμα μου θα σηκωθεί, θα περπατήσει ως την πόρτα, θα βγει στο χωριό πριν ξημερώσει και όλοι θα πουν ότι γύρισα σώος.

Φοβάμαι ότι κάτι θα μάθει να φοράει τη φωνή μου.

Το laptop έχει 6%.

Ένα από τα κεριά έσβησε μόνο του πριν από λίγο.

Δεν φυσάει.

Δεν κουνήθηκε τίποτα.

Απλώς η φλόγα λύγισε προς τον τοίχο, σαν να την ρούφηξε κάτι από μέσα, και χάθηκε.

Τώρα οι σκιές είναι πιο κοντά.

Η σκιά του πατέρα μου στέκεται ακριβώς πίσω από τη δική μου. Η σκιά του παππού μου είναι στην πόρτα. Ή τουλάχιστον κάτι που θέλει να πιστέψω ότι είναι εκείνος.

Και η δική μου σκιά…

Αν λάβεις αυτό το μήνυμα, μην έρθεις εδώ.

Μη ζητήσεις να μάθεις περισσότερα.

Μην ψάξεις το σπίτι στο Παλαιοχώρι.

Και κυρίως, αν κάποια νύχτα δεις τη σκιά σου να αργεί ένα κλάσμα του δευτερολέπτου να σε ακολουθήσει, μην κάνεις το λάθος που έκαναν ο παππούς μου, ο πατέρας μου κι εγώ.

Μην την κοιτάξεις αρκετά ώστε να καταλάβει ότι την είδες.

Το δεύτερο κερί μόλις έσβησε.

Κάτι στέκεται πίσω από την οθόνη.

Δεν έχει σώμα.

Μοιάζει με τη σκιά μου.


Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΜΑΓΕΙΑΣ


ΥΣ: Ευτυχώς ξημέρωσε.

Έμεινα ξάγρυπνος όλο το βράδυ ελπίζοντας το τελευταίο κερί να μη σβήσει. Ο φόβος, τελικά, κάνει περίεργα πράγματα στο μυαλό. Σε κάνει να βλέπεις κινήσεις εκεί που υπάρχουν μόνο φλόγες που τρεμοπαίζουν. Σε κάνει να ακούς φωνές μέσα σε παλιά σπίτια που τρίζουν. Σε κάνει να πιστεύεις ότι οι σκιές σε κοιτάζουν, ενώ στην πραγματικότητα είσαι απλώς μόνος, κουρασμένος και γεμάτος αναμνήσεις.

Το πρωί, όταν μπήκε το φως από τα παντζούρια, όλα έμοιαζαν σχεδόν γελοία. Οι τοίχοι ήταν απλώς τοίχοι. Οι λεκέδες από την υγρασία δεν είχαν κανένα ανθρώπινο σχήμα. Ακόμα και το σημάδι στο σαλόνι, που χθες βράδυ μου φαινόταν σαν καμένη ανθρώπινη σιλουέτα, σήμερα μοιάζει απλώς με παλιά υγρασία.

Οπότε ναι. Μάλλον όλα ήταν στο μυαλό μου.

Θα φύγω σε λίγο. Θα πάρω το πρώτο λεωφορείο για Τρίπολη και μετά θα γυρίσω Αθήνα.

Πρέπει επιτέλους να αφήσω το παρελθόν πίσω. Να σταματήσω να σκαλίζω παλιές ιστορίες, παλιές εξαφανίσεις, παλιούς φόβους. Το σπίτι δεν φταίει σε τίποτα. Είναι απλώς ένα παλιό, όμορφο σπίτι σε ένα ήσυχο χωριό, με πέτρα, ξύλο, βουνό και απόλυτη ησυχία.

Σκέφτομαι μάλιστα να το φτιάξω λίγο και να το βάλω στο Airbnb. Να έρχεται κόσμος τα Σαββατοκύριακα. Ζευγάρια, οικογένειες, άνθρωποι κουρασμένοι από την πόλη, που θα θέλουν να απολαύσουν τη φύση, τη σιωπή και την αυθεντική γαλήνη του χωριού.

Ναι. Αυτό θα κάνω.

Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, χαμογέλασα.

Όλα μπροστά μου μοιάζουν νέα ξανά.

Θα συνηθίσω.



Our Horror Story: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Πέτρο για την ιστορία που μας έστειλε.


Για τους λάτρεις του gothic / spooky αισθητικού:


Διαβάστε επίσης:

Διαβάστε επίσης:





Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com  ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.

0

Το Κορίτσι του Διπλανού Σπιτιού



Γεια σας, 

​Σας στέλνω αυτή την ιστορία γιατί νιώθω ότι μόνο εδώ μπορεί να βρει τη θέση που της αξίζει. Για χρόνια την κρατούσα μέσα μου, προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου ότι ήταν απλά ένα παιχνίδι του μυαλού μου. Όμως, όσο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο καταλαβαίνω ότι η αλήθεια ήταν πολύ πιο σκοτεινή.

​Όταν ήμουν μικρός, τα καλοκαίρια μου ήταν συνδεδεμένα με το χωριό. Ανυπομονούσα να κλείσουν τα σχολεία για να βρεθώ στην τεράστια, παλιά αυλή του παππού μου. Εκεί περνούσα ώρες ολόκληρες παίζοντας. Δεν ήμουν όμως μόνος. Από το διπλανό σπίτι, ερχόταν πάντα η Άννα.

​Η Άννα είχε περίπου την ηλικία μου. Με τα χρόνια γίναμε αχώριστοι φίλοι. Παίζαμε κρυφτό, τρέχαμε ανάμεσα στις ελιές, λέγαμε μυστικά και γελούσαμε με τις ώρες. Θυμάμαι ακόμα τον ήχο του γέλιου της. Ήμασταν απλά  παιδιά που είχαμε βρει την καλύτερη συντροφιά.

​Όσο όμως εγώ ήμουν ευτυχισμένος, οι γονείς μου έδειχναν όλο και πιο χαμένοι. Τους έβλεπα να με κοιτάζουν από το παράθυρο της κουζίνας με μάτια γεμάτα ανησυχία και μια βαθιά, ανεξήγητη στεναχώρια. Συχνά, όταν έμπαινα στο σπίτι ιδρωμένος από το παιχνίδι, με έπιαναν από τους ώμους, με κοιτούσαν επίμονα στα μάτια και με ρωτούσαν: «Είσαι καλά; Σίγουρα είσαι καλά;». Εγώ απαντούσα πάντα ναι, απορώντας με την υπερβολική τους ανησυχία.

​Μετά, άρχισαν οι αλλαγές. Οι επισκέψεις μας στο χωριό άρχισαν να αραιώνουν. Από εκεί που μέναμε τρεις μήνες, καταλήξαμε να πηγαίνουμε μόνο για λίγες μέρες. Στεναχωριόμουν απίστευτα, γιατί έβλεπα όλο και λιγότερο την Άννα. Κάθε φορά που φεύγαμε, την έβλεπα να στέκεται στην άκρη της αυλής της, ακίνητη, να με κοιτάζει χωρίς να κυλάει ούτε ένα δάκρυ από τα μεγάλα, σκούρα μάτια της.

​Ώσπου, κάποια στιγμή, σταμάτησαν να με πηγαίνουν εντελώς. Οι γονείς μου έβρισκαν πάντα δικαιολογίες. Η δουλειά, τα μαθήματα, οι υποχρεώσεις. Το χωριό έγινε μια μακρινή, θολή ανάμνηση.

​Όλα άλλαξαν όταν έγινα 16 χρονών. Ο παππούς μου έφυγε από τη ζωή και έπρεπε να επιστρέψουμε για την κηδεία. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, γεμάτη θλίψη. 

​Μετά την τελετή, καθώς ο κόσμος άρχισε να σκορπίζει στο νεκροταφείο, περπάτησα ανάμεσα στους διαδρόμους με τους μνημεία. Ήθελα να μείνω λίγο μόνος. Καθώς κοιτούσα αφηρημένα τα ονόματα στις πλάκες, το βλέμμα μου πάγωσε.

​Σε έναν μικρό, παλιό τάφο, μισοπνιγμένο από τα αγριόχορτα, υπήρχε μια φωτογραφία. Ήταν η Άννα. Το ίδιο πρόσωπο, το ίδιο βλέμμα.

​Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει τρελά. Ένιωσα το αίμα μου να παγώνει. Εκείνη τη στιγμή με πλησίασε ο πατέρας μου, βάζοντας το χέρι του στον ώμο μου.

​«Πέθανε η Άννα;» ρώτησα με τη φωνή μου να τρέμει, γεμάτος απορία και μια ξαφνική, αβάσταχτη στεναχώρια. «Πότε έγινε αυτό; Γιατί δεν μου το είπατε;»

​Ο πατέρας μου με κοίταξε, και το πρόσωπό του έχασε κάθε ίχνος χρώματος. Τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν καθώς με τράβηξε μακριά από τον τάφο. Με κοίταξε με έναν τρόμο που δεν είχα ξαναδεί ποτέ σε μάτια ενήλικα.

​«Πού την ξέρεις εσύ την Άννα;» με ρώτησε με ψίθυρο που έκοβε την ανάσα. «Η Άννα... το κοριτσάκι των γειτόνων... πέθανε από μια ξαφνική αρρώστια όταν ήταν πολύ μικρή. Πολλά χρόνια προτού γεννηθείς εσύ...»

​Από εκείνη τη μέρα, δεν ξανακοιμήθηκα ποτέ ήσυχος. Γιατί τώρα ξέρω τι έβλεπαν οι γονείς μου από το παράθυρο της κουζίνας. Και ξέρω, με απόλυτη βεβαιότητα, ότι τις ώρες που έπαιζα και γέλαγα στην αυλή... δεν έπαιζα μόνος μου.


Δείξε την αγάπη σου για τις ταινίες τρόμου:



Our Horror Story: Ευχαριστούμε τον αφίλο μας Λευτέρη για την ιστορία που μας έστειλε.


Για τους λάτρεις του gothic / spooky αισθητικού:



Διαβάστε επίσης:







Ακολουθήστε μας στη σελίδα μας στο Facebook 



 Ένα LIKE, SHARE και σχόλιο θα βοηθήσει να συνεχίσουμε το έργο μας!
ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ!




Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.

0

Το Λευκό Μάρμαρο του Χαλεπά

 



Καλησπέρα. Εργάζομαι ως νυχτοφύλακας σε ιδιωτική εταιρεία ασφαλείας και για ένα φεγγάρι η βάρδιά μου κάλυπτε την εξωτερική περίμετρο και τα γραφεία κοντά στο Α' Νεκροταφείο. Παραιτήθηκα πριν από δύο εβδομάδες. Οι φίλοι και οι συνάδελφοι μου δεν μπορούν να καταλάβουν το λόγο. Όμως, αν πάτε μια βόλτα εκεί το μεσημέρι, και κοιτάξετε προσεκτικά τα χέρια των μαρμάρινων αγαλμάτων, θα δείτε κάτι που δεν υπάρχει σε κανένα βιβλίο γλυπτικής. Και τότε θα καταλάβετε.

Το Λευκό Μάρμαρο του Χαλεπά

Όταν δουλεύεις νύχτα δίπλα σε ένα νεκροταφείο, μαθαίνεις να αγνοείς τους θορύβους. Το τρίξιμο των κλαδιών, το πέταγμα των κουκουβαγιών, ακόμα και τους ψίθυρους του ανέμου ανάμεσα στους τάφους. Το μυαλό σου αναπτύσσει μια άμυνα για να μην τρελαθείς.

Όλα ξεκίνησαν στις αρχές του Μαΐου. Η βάρδιά μου ήταν 22:00 με 06:00. Περίπου στις τρεις το βράδυ, συνήθιζα να κάνω έναν έλεγχο στην πίσω μάντρα, εκεί που το νεκροταφείο συνορεύει με τα στενά του Μετς. Είναι το πιο σκοτεινό σημείο, γεμάτο με παλιά, οικογενειακά μνήματα και γλυπτά του 19ου αιώνα.

Εκείνο το βράδυ, η πανσέληνος έλουζε τον χώρο με ένα εκτυφλωτικό, καθαρό φως, κάνοντας τα μαρμάρινα αγάλματα να μοιάζουν με ζωντανούς ανθρώπους παγωμένους στον χρόνο.

Καθώς περπατούσα κατά μήκος της περίφραξης, το μάτι μου έπεσε σε ένα από τα πιο γνωστά γλυπτά της πίσω πτέρυγας – μια θλιμμένη γυναίκα από λευκό μάρμαρο, που καθόταν πάνω σε έναν τάφο με το κεφάλι γερμένο προς τα κάτω και τα χέρια σταυρωμένα στα γόνατά της.

Σταμάτησα. Κάτι στην κλίση του σώματός της μου φάνηκε διαφορετικό.

Είχα περάσει από μπροστά της εκατοντάδες φορές. Ήξερα ότι το κεφάλι της ήταν στραμμένο προς τα αριστερά. Όμως, κάτω από το φως του φεγγαριού, το μαρμάρινο κεφάλι της έδειχνε στραμμένο ελαφρώς προς τα δεξιά. Προς το μέρος μου.

«Είναι η γωνία του φωτός», σκέφτηκα. Πλησίασα τη μάντρα, έβγαλα τον φακό μου και σημάδεψα το άγαλμα. Το λευκό μάρμαρο άστραψε. Το κεφάλι ήταν κανονικά στραμμένο αριστερά. Γέλασα με την ανοησία μου, έσβησα τον φακό και συνέχισα την περιπολία.

Όμως, τη στιγμή που γύρισα την πλάτη μου και έκανα το πρώτο βήμα, άκουσα έναν ήχο.

Ήταν ένας ξερός, βαρύς ήχος τριβής. Σαν δύο μεγάλες πέτρες να σύρονται η μία πάνω στην άλλη με δύναμη. Κραρρρκ.

Γύρισα ακαριαία, ανάβοντας πάλι τον φακό. Το άγαλμα ήταν ακριβώς όπως πριν. Αλλά στο λευκό μάρμαρο του λαιμού της, εκεί που το κεφάλι ενώνονταν με τους ώμους, υπήρχε τώρα μια λεπτή, φρέσκια γραμμή από λευκή σκόνη μαρμάρου. Σαν το γλυπτό να είχε μόλις στρίψει με βία και η τριβή να είχε ξύσει την πέτρα.

Τις επόμενες νύχτες, η παράνοια με κυρίευσε. Άρχισα να παρατηρώ και τα υπόλοιπα αγάλματα της πίσω πτέρυγας. Τους μαρμάρινους αγγέλους με τα σπασμένα φτερά, τις κοιμώμενες κοπέλες, τους θλιμμένους συγγενείς σκαλισμένους στην πέτρα.

Δεν κινούνταν ποτέ όταν τα κοιτούσα. Αλλά κάθε πρωί, όταν ο ήλιος άρχιζε να ανατέλλει, έβρισκα μικρά, ανεπαίσθητα σημάδια. Ένας άγγελος που το βράδυ είχε το χέρι του υψωμένο προς τον ουρανό, το πρωί έδειχνε να το έχει χαμηλώσει κατά μερικά εκατοστά. Μια μαρμάρινη μορφή είχε λευκή σκόνη στα πόδια της, σαν να είχε σύρει το πέλμα της πάνω στην πέτρινη βάση.

Το αποκορύφωμα ήρθε την τελευταία μου νύχτα στη δουλειά.

Ήταν μια βραδιά με έντονη υγρασία και χαμηλή ομίχλη. Γύρω στις τέσσερις το πρωί, στάθηκα κοντά στην πίσω πύλη. Η ησυχία ήταν απόλυτη, σχεδόν αποπνικτική. Ξαφνικά, ο αέρας μεταφέρθηκε στα αυτιά μου κουβαλώντας έναν ήχο που με έκανε να μαρμαρώσω.

Ήταν το ίδιο κραρρρκ... αλλά αυτή τη φορά δεν ήταν μόνο ένα.

Ήταν δεκάδες. Ήχοι από βαριές, μαρμάρινες πέτρες που σέρνονταν, που έστριβαν, που άλλαζαν θέση ταυτόχρονα μέσα στο σκοτάδι του νεκροταφείου. Ένας υπόκωφος, πέτρινος χορός που αντηχούσε σε όλο τον λόφο.

Έστρεψα τον φακό μου προς το εσωτερικό των τάφων. Μέσα από την ομίχλη, είδα τις σιλουέτες των αγαλμάτων. Δεν περπατούσαν. Δεν έτρεχαν. Αλλά άλλαζαν στάσεις. Οι άγγελοι είχαν γυρίσει τα πρόσωπά τους προς τη μάντρα. Οι καθιστές μορφές είχαν σηκώσει τα κεφάλια τους. Όλα τα μαρμάρινα μάτια του νεκροταφείου, εκατοντάδες τυφλά, σκαλισμένα βλέμματα, ήταν στραμμένα στο ίδιο ακριβώς σημείο: πάνω μου.

Παράτησα τον φακό, έτρεξα στο φυλάκιο, μάζεψα τα πράγματά μου και έφυγα χωρίς να κοιτάξω πίσω.

Την επόμενη μέρα το μεσημέρι, επέστρεψα ως απλός επισκέπτης. Ήθελα να δω αν το μυαλό μου με είχε προδώσει. Περπάτησα μέχρι την πίσω πτέρυγα, κάτω από το λαμπερό φως του αθηναϊκού ήλιου.

Τα αγάλματα ήταν πάλι στις γνωστές, κλασικές τους στάσεις, έτσι όπως τα είχαν σκαλίσει οι μεγάλοι γλύπτες πριν από έναν αιώνα. Όλα έδειχναν φυσιολογικά.

Μέχρι που πλησίασα τη θλιμμένη γυναίκα στον τάφο.

Κοίταξα τα μαρμάρινα χέρια της, που ήταν σταυρωμένα στα γόνατά της. Ανάμεσα στα λευκά, πέτρινα δάχτυλά της, υπήρχε σφιχτά παγιδευμένο κάτι που δεν ήταν εκεί την προηγούμενη ημέρα.

Ήταν ένα μικρό, πλαστικό κομμάτι από τον μαύρο φακό που είχα πετάξει μέσα στον πανικό μου το προηγούμενο βράδυ. Το μάρμαρο είχε κλείσει γύρω του, εγκλωβίζοντάς το, πριν προλάβει να παγώσει ξανά στην κανονική του στάση για τη μέρα.

Our Horror Story: Ευχαριστούμε τον ανώνυμο φίλο μας για την ιστορία που μας έστειλε.


Διαβάστε επίσης:







Ακολουθήστε μας στη σελίδα μας στο Facebook 



 Ένα LIKE, SHARE και σχόλιο θα βοηθήσει να συνεχίσουμε το έργο μας!
ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ!




Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.