Καλησπέρα.
Μένω στη Θεσσαλονίκη σχεδόν όλη μου τη ζωή.
Το αναφέρω γιατί αυτό που μου συνέβη ξεκίνησε σε ένα μέρος από το οποίο έχω περάσει εκατοντάδες φορές.
Ξέρω τα στενά. Ξέρω τις πολυκατοικίες. Ξέρω ποιο περίπτερο κλείνει αργά, πού αφήνουν συνήθως τα μηχανάκια πάνω στο πεζοδρόμιο, ακόμη και ποια φώτα από τα γύρω διαμερίσματα είναι σχεδόν πάντα αναμμένα όταν επιστρέφω σπίτι το βράδυ.
Γι' αυτό κατάλαβα αμέσως ότι κάτι ήταν διαφορετικό.
Ήταν πριν από περίπου έναν μήνα.
Είχα βγει για ένα ποτό με δύο φίλους και λίγο μετά τις έντεκα αποφάσισα να επιστρέψω με τα πόδια. Ο καιρός ήταν καλός και μου αρέσει να περπατάω στη Θεσσαλονίκη τέτοιες ώρες, όταν οι δρόμοι αρχίζουν να αδειάζουν αλλά η πόλη δεν έχει κοιμηθεί ακόμη.
Όταν έφτασα σε ένα συγκεκριμένο στενό, κάτι μου φάνηκε λάθος. Δεν μπορώ να το περιγράψω καλύτερα. Σταμάτησα.
Μπροστά μου βρισκόταν μια παλιά εξαώροφη πολυκατοικία. Την ήξερα. Ή τουλάχιστον ήμουν σίγουρος ότι την ήξερα. Είχα περάσει από μπροστά της δεκάδες φορές.
Κι όμως εκείνο το βράδυ έμοιαζε διαφορετική.
Όχι ανακαινισμένη.
Όχι εγκαταλελειμμένη. Απλώς... λάθος.
Η πρόσοψή της φαινόταν πιο θαμπή από τις υπόλοιπες. Τα μπαλκόνια δεν φωτίζονταν όπως θα έπρεπε από τις λάμπες του δρόμου. Το φως έπεφτε πάνω στο κτίριο, αλλά έμοιαζε να σταματά πριν το αγγίξει πραγματικά.
Ακόμη και το χρώμα της δεν μπορούσα να καταλάβω ποιο ήταν. Γκρι; Πράσινο; Κάτι ανάμεσα.
Θυμάμαι ότι κοίταξα γύρω μου για να δω αν έφταιγε κάποια χαλασμένη λάμπα ή η υγρασία. Όλα τα υπόλοιπα φαίνονταν φυσιολογικά. Μόνο αυτή η πολυκατοικία έμοιαζε σαν να μην ανήκε ακριβώς στον ίδιο δρόμο.
Έβγαλα το κινητό μου. Ήθελα να τη φωτογραφίσω. Ήθελα να δω αν θα φαινόταν το ίδιο περίεργη και στη φωτογραφία.
Τη στιγμή που άνοιξα την κάμερα, η εξώπορτα της πολυκατοικίας άνοιξε. Κατέβασα το κινητό. Μια ηλικιωμένη γυναίκα βγήκε έξω.
Πρέπει να ήταν πάνω από εβδομήντα πέντε. Ήταν κοντή, πολύ αδύνατη και φορούσε μια μακριά σκούρα ζακέτα. Τα μαλλιά της ήταν γκρίζα, τραβηγμένα προς τα πίσω.
Στην αρχή αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν κάτι παράξενο στον τρόπο που κινούνταν. Κατέβηκε το μικρό σκαλοπάτι της εισόδου. Σταμάτησε. Έστριψε το σώμα της. Έκανε δύο βήματα. Όλες οι κινήσεις της ήταν αργές και απόλυτα ξεχωριστές μεταξύ τους. Σαν να μην υπήρχε φυσική συνέχεια από τη μία στην άλλη. Βήμα. Παύση. Στροφή. Παύση. Βήμα.
Σκέφτηκα ότι μπορεί να είχε κάποιο κινητικό πρόβλημα. Ένιωσα μάλιστα άσχημα που την κοιτούσα. Ξανασήκωσα το κινητό προς την πολυκατοικία. Και τότε η γυναίκα σταμάτησε.
Το κεφάλι της γύρισε προς το μέρος μου. Μόνο το κεφάλι. Το σώμα της παρέμεινε στραμμένο προς τον δρόμο. Με κοίταξε. Κατέβασα αμέσως το κινητό. Ένιωσα σαν να με είχε πιάσει να κάνω κάτι που δεν έπρεπε.
Χαμογέλασα αμήχανα. Εκείνη δεν αντέδρασε. Δεν χαμογέλασε. Δεν ρώτησε τι κάνω. Απλώς με κοιτούσε. Υπήρχε κάτι στον τρόπο που το έκανε που με έκανε να νιώσω πολύ άβολα.
Έβαλα το κινητό στην τσέπη και συνέχισα προς το σπίτι. Μετά από καμιά τριανταριά μέτρα κοίταξα πίσω. Η γυναίκα στεκόταν πίσω μου. Στο πεζοδρόμιο. Ακίνητη. Με κοιτούσε.
Υπέθεσα ότι είχε ξεκινήσει κι εκείνη προς την ίδια κατεύθυνση. Συνέχισα. Λίγο πιο γρήγορα αυτή τη φορά. Πέρασα ένα στενό.
Γύρισα ξανά. Ήταν ακόμα εκεί. Ακίνητη. Και πάλι περίπου στην ίδια απόσταση. Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που πραγματικά με φόβισε.
Δεν την είχα ακούσει να περπατά. Και κυρίως, αν είχε ακολουθήσει τον ρυθμό μου, θα έπρεπε κάποια στιγμή είτε να έχει πλησιάσει είτε να έχει μείνει πιο πίσω. Δεν είχε συμβεί τίποτα από τα δύο. Ήταν σαν η απόσταση μεταξύ μας να μην άλλαζε.
Γύρισα μπροστά και επιτάχυνα. Δεν έτρεξα. Δεν ήθελα να φερθώ σαν πανικόβλητος για κάτι που πιθανότατα είχε μια γελοία εξήγηση. Έφτασα στην επόμενη διασταύρωση.
Κοίταξα πίσω.
Εκεί. Ίδια απόσταση. Ακίνητη. Το ίδιο βλέμμα.
Τότε άρχισα να περπατάω πραγματικά γρήγορα. Έστριψα δύο φορές επίτηδες. Δεν ακολουθούσα πλέον την κανονική διαδρομή προς το σπίτι μου.
Στην επόμενη γωνία γύρισα απότομα. Η γυναίκα στεκόταν πίσω μου. Δεν την είδα ποτέ να στρίβει. Δεν την είδα ποτέ να περπατά. Κάθε φορά που κοιτούσα μπροστά, υπήρχε μόνο ο δρόμος. Κάθε φορά που γύριζα πίσω... ήταν εκεί.
Και πάντα στην ίδια απόσταση. Εκεί πανικοβλήθηκα.
Προχώρησα σχεδόν τρέχοντας μέχρι που βρέθηκα μπροστά σε μια εκκλησία. Δεν ξέρω γιατί το έκανα. Δεν είμαι ιδιαίτερα θρήσκος.
Αλλά είδα τα φώτα στο προαύλιο και χωρίς δεύτερη σκέψη πήγα εκεί. Στάθηκα για λίγο κοντά στην είσοδο.
Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που ένιωθα τον παλμό στον λαιμό μου. Περίμενα. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα βγήκα πάλι προς τον δρόμο. Κοίταξα πίσω.
Η γυναίκα δεν ήταν εκεί. Περίμενα λίγο ακόμα.
Τίποτα. Γύρισα σπίτι με ταξί.
Την επόμενη μέρα πέρασα ξανά από το ίδιο σημείο. Μέρα αυτή τη φορά. Η πολυκατοικία ήταν εκεί. Μόνο που δεν έμοιαζε καθόλου όπως το προηγούμενο βράδυ.
Ήταν μια απολύτως συνηθισμένη παλιά πολυκατοικία. Μπεζ πρόσοψη. Τέντες στα μπαλκόνια. Γλάστρες. Κουδούνια δίπλα στην είσοδο. Στάθηκα απέναντι αρκετή ώρα.
Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου ότι το προηγούμενο βράδυ έφταιγε ο φωτισμός. Ίσως και τα δύο ποτά που είχα πιει. Δεν ξαναείδα τη γυναίκα εκεί. Και για μερικές εβδομάδες προσπάθησα να ξεχάσω όλο το περιστατικό.
Μόνο που τελευταία συμβαίνει κάτι. Όχι κάθε μέρα. Και ποτέ όταν υπάρχει κάποιος μαζί μου.
Μόνο όταν είμαι μόνος.
Πριν από περίπου μία εβδομάδα έβγαζα τα σκουπίδια αργά το βράδυ. Για ένα δευτερόλεπτο νόμιζα ότι την είδα στην άλλη άκρη του δρόμου.
Γύρισα αμέσως.
Δεν υπήρχε κανείς.
Προχθές, περίμενα μόνος σε ένα φανάρι και μου φάνηκε πως στεκόταν πίσω από ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο. Ανοιγόκλεισα τα μάτια. Τίποτα.
Χθες το βράδυ ήμουν μόνος στο σπίτι. Πέρασα μπροστά από το παράθυρο του σαλονιού και, μέσα στην αντανάκλαση του τζαμιού, νόμιζα για μια στιγμή ότι την είδα στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Ακίνητη. Να κοιτάζει προς το παράθυρό μου.
Άναψα το φως του μπαλκονιού. Δεν υπήρχε κανείς.
Ξέρω τι θα έλεγα αν μου διηγούνταν κάποιος άλλος αυτή την ιστορία. Ότι φοβήθηκε εκείνο το βράδυ και τώρα το μυαλό του ψάχνει τη γυναίκα παντού.
Ότι ένα πρόσωπο που μας τρόμαξε μπορεί να εμφανίζεται για λίγο μέσα στις σκιές, στις αντανακλάσεις, σε έναν άγνωστο που είδαμε από μακριά.
Και πραγματικά θέλω αυτή να είναι η εξήγηση.
Γιατί υπάρχει μόνο ένα πράγμα που με ενοχλεί.
Κάθε φορά που νομίζω ότι τη βλέπω... δεν είναι ποτέ πιο κοντά. Δεν είναι ποτέ πιο μακριά. Είναι πάντα στην ίδια ακριβώς απόσταση. Όπως εκείνο το βράδυ.
Σαν να μην προσπαθεί να με φτάσει. Σαν να περιμένει απλώς να σταματήσω.
Θα ήθελα πραγματικά να μου πείτε αν γνωρίζεται τι μπορεί να μου συμβαίνει. Με μια αναζήτηση που έκανα στο ίντερνετ δε μπόρεσα να βρω κάτι παρόμοιο.
Γι' αυτό σας στέλνω την ιστορία. Ίσως κάποιος από εσάς έχει ακούσει ή έχει πάθει κάτι παρόμοιο.
Σας ευχαριστώ πολύ.
Για την ασφάλειά σου προτείνουμε να δεις κι αυτό:
Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Λευτέρη για την ιστορία που μας έστειλε.
Δες το αγαπημένο σου θρίλερ καθηλωμένος από την απίστευτη εικόνα:
Διαβάστε επίσης:
To Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com για να την δημοσιεύσουμε.
