0

​Το Αντίτιμο της Λαμπρής



Τοποθεσία: Πύργος, Τήνος

Ημερομηνία: Πάσχα, 2019

​Στο σπίτι μας στον Πύργο, η μυρωδιά του ασβέστη και του λιβανιού ήταν πάντα συνώνυμη με τον θάνατο. Ο αδερφός μου ο Μάνος έσβηνε. Ένας επιθετικός καρκίνος τον είχε μετατρέψει σε μια σκιά που μόλις ανέπνεε στο πίσω δωμάτιο.

​Η γιαγιά μου, η κυρα-Ρήνη, είχε γονατίσει μπροστά στην εικόνα της Μεγαλόχαρης. Τα γόνατά της είχαν ματώσει πάνω στο μάρμαρο. Προσευχόταν 24 ώρες το εικοσιτετράωρο, ψιθυρίζοντας ακατάληπτα λόγια, τάματα και παλιούς όρκους.


​«Γιαγιά, σταμάτα να αυτοεξευτελίζεσαι», της έλεγα με θυμό. «Η επιστήμη σήκωσε τα χέρια ψηλά. Νομίζεις ότι ο Θεός θα κάνει εξαίρεση για εμάς επειδή καις μερικά κεριά; Είναι απλώς η φύση που κάνει τον κύκλο της».

​Εκείνη δεν με κοίταξε καν. Μόνο είπε: «Ο Θεός δεν κάνει εξαιρέσεις, παιδί μου. Κάνει συμφωνίες. Αλλά το τίμημα είναι πάντα βαρύ για όποιον δεν ξέρει να το διαβάσει».

​Το βράδυ της Ανάστασης, αρνήθηκα να πάω στην εκκλησία. Έμεινα μόνος στο σπίτι, ακούγοντας τις καμπάνες από μακριά. Κατά τα μεσάνυχτα, με πήρε ένας ύπνος βαρύς, αρρωστημένος.

​Είδα ότι βρισκόμουν μέσα στην Παναγία της Τήνου, αλλά ο ναός ήταν φτιαγμένος από οστά και μάρμαρο που έσταζε αίμα. Στο κέντρο, δεν υπήρχε η εικόνα, αλλά ένα τεράστιο, πέτρινο χέρι που κρατούσε μια ζυγαριά. Στη μία πλευρά ήταν ο Μάνος, υγιής και ροδαλός. Στην άλλη πλευρά, υπήρχε μια χούφτα από μαύρα, σιδερένια καρφιά.

​Μια φωνή, που ακουγόταν σαν χιλιάδες ψαλμωδίες μαζί, δόνησε τα σωθικά μου:

​«Ζήτησες ζωή; Πάρε τη ζωή. Αλλά το κενό που θα αφήσει η μοίρα, πρέπει να γεμίσει από κάτι άλλο».

​Ξύπνησα κάθιδρος την ώρα που ο ήλιος του Πάσχα έμπαινε από το παράθυρο. Έτρεξα στο δωμάτιο του Μάνου. Ήταν καθισμένος στο κρεβάτι, έπινε νερό και το πρόσωπό του είχε ξαναβρεί το χρώμα του. Οι εξετάσεις που κάναμε την επόμενη εβδομάδα άφησαν τους γιατρούς άφωνους. Οι όγκοι είχαν εξαφανιστεί.

​Όμως, το σπίτι είχε αλλάξει.

​Η γιαγιά μου δεν σηκώθηκε ποτέ από το μάρμαρο. Τη βρήκαμε το πρωί της Ανάστασης, παγωμένη στην ίδια στάση προσευχής. Αλλά δεν ήταν αυτό το τρομακτικό. Όταν ο νεκροτόμος την εξέτασε, μας κάλεσε έντρομος.

​Η γιαγιά δεν είχε πεθάνει από φυσικά αίτια. Το σώμα της ήταν εντελώς κενό. Μέσα της δεν υπήρχαν όργανα, ούτε αίμα, ούτε οστά. Μόνο μαύρα, σιδερένια καρφιά, ίδια με αυτά που είδα στον ύπνο μου.

​Ο Μάνος ζει και βασιλεύει, αλλά από εκείνη τη μέρα, δεν μπορεί να μπει σε εκκλησία. Κάθε φορά που πλησιάζει σε ιερό χώρο, το δέρμα του αρχίζει να βγάζει σκουριά και οι πληγές του μυρίζουν παλιό σίδερο. Η γιαγιά είχε δίκιο. Ο Θεός –ή ό,τι ήταν αυτό που την άκουσε– δεν κάνει δώρα. Κάνει ανταλλαγές.

​Πιστεύεις στα θαύματα ή φοβάσαι το αντίτιμο που μπορεί να κρύβουν; Μοιράσου μαζί μας τη δική σου ιστορία στο Our Horror Stories.


🎧 Αν σου αρέσουν οι ιστορίες μας, άκου και τη μουσική μας 

👉 Bad Mood Bad Luck 



Σου άρεσε η ιστορία; Έχεις ζήσει κάτι παρόμοιο σε κάποιο χωριό της Ελλάδας; Στείλε μας τη δική σου εμπειρία!



Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Ανέστη για την ιστορία που μας έστειλε.


Διαβάστε επίσης :

Όλες τις ιστορίες που σχετίζονται με τη θρησκεία 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου