Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θρησκεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θρησκεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
1

Η Μαυροφορεμένη της Λιτανείας

 



Καλησπέρα σας.

Αυτό που θα σας πω δεν είναι μια ακόμη  ιστορία τρόμου. Είναι κάτι άλλο. Κάτι που δεν ξέρω πώς να το ονομάσω, γιατί κάθε φορά που προσπαθώ να το εξηγήσω, νιώθω πως το μικραίνω.

Συνέβη πριν από πολλά χρόνια, στο χωριό της μητέρας μου, ανήμερα Δεκαπενταύγουστο.

Εκείνο το καλοκαίρι δεν ήθελα να πάω πουθενά.

Ήμουν σε πολύ άσχημη κατάσταση. Είχα προβλήματα με τη δουλειά, με την οικογένειά μου, με την υγεία μου. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες. Αρκεί να σας πω ότι ένιωθα πως όλα μέσα μου είχαν μπερδευτεί. Δεν κοιμόμουν καλά. Δεν έτρωγα καλά. Είχα χάσει την υπομονή μου με όλους και κυρίως με τον εαυτό μου.

Η μητέρα μου επέμενε να πάμε στο χωριό για τον Δεκαπενταύγουστο.

«Θα σου κάνει καλό», μου έλεγε.

Εγώ δεν ήθελα. Δεν είχα διάθεση για συγγενείς, για πανηγύρια, για λειτουργίες, για ερωτήσεις του τύπου “πώς πάει η δουλειά;” και “πότε θα φτιάξεις τη ζωή σου;”. Όλα αυτά τότε μου φαίνονταν βάρος.

Τελικά πήγα, όχι επειδή το ήθελα, αλλά επειδή δεν είχα τη δύναμη να αρνηθώ άλλο.

Φτάσαμε παραμονή, αργά το απόγευμα. Το χωριό ήταν γεμάτο κόσμο. Αυτοκίνητα παντού, παιδιά στην πλατεία, ηλικιωμένες γυναίκες με μαύρα που πήγαιναν προς την εκκλησία, άντρες που έστηναν τραπέζια για το πανηγύρι. Από τα σπίτια έβγαιναν μυρωδιές από φαγητά, βασιλικό, κερί και καλοκαιρινή σκόνη.

Θυμάμαι ότι όλα αυτά με εκνεύριζαν.

Δεν ήθελα να βρίσκομαι εκεί.

Το βράδυ πήγαμε στην εκκλησία. Η μητέρα μου ήθελε να είμαστε στη λειτουργία και μετά στη λιτανεία. Εγώ στεκόμουν δίπλα της, σχεδόν αγανακτισμένος. Η εκκλησία ήταν γεμάτη, είχε ζέστη, τα κεριά έλιωναν γρήγορα, ο κόσμος στριμωχνόταν. Άκουγα τις ψαλμωδίες, αλλά το μυαλό μου ήταν αλλού.

Σκεφτόμουν όλα όσα δεν πήγαιναν καλά.

Σκεφτόμουν ότι είχα κουραστεί.

Σκεφτόμουν ότι δεν άντεχα άλλο να προσποιούμαι πως είμαι εντάξει.

Μετά ξεκίνησε η λιτανεία.

Βγήκαμε έξω, πίσω από την εικόνα. Οι καμπάνες χτυπούσαν αργά, ο κόσμος ακολουθούσε σιωπηλά, και ο δρόμος γύρω από την εκκλησία είχε γεμίσει πρόσωπα φωτισμένα από κεριά και μικρά φώτα.

Εγώ περπατούσα λίγο πιο πίσω από τη μητέρα μου, όταν κάτι τράβηξε το βλέμμα μου:

Μια γυναίκα ντυμένη στα μαύρα.

Στην αρχή δεν μου έκανε εντύπωση. Στο χωριό, ειδικά τέτοιες μέρες, πολλές γυναίκες φορούσαν μαύρα. Όμως εκείνη ήταν διαφορετική.

Δεν ήταν ακριβώς μέσα στο πλήθος. Περπατούσε λίγο πιο άκρη, σαν να ακολουθούσε τη λιτανεία αλλά ταυτόχρονα να μην ανήκε σε αυτή. Το πρόσωπό της ήταν μισοκρυμμένο από ένα μαύρο μαντήλι. Δεν ήταν καμπουριασμένη, δεν έμοιαζε αδύναμη, δεν έμοιαζε χαμένη. Στεκόταν και περπατούσε με έναν τρόπο ήρεμο, σχεδόν απόλυτο.

Σαν να ήξερε ακριβώς γιατί βρισκόταν εκεί.

Αυτό που με αναστάτωσε δεν ήταν η ίδια.

Ήταν οι άλλοι.

Κανείς δεν της έδινε σημασία.

Όχι απλώς δεν την κοιτούσαν. Ήταν σαν να μην την έβλεπαν. Πέρασε δίπλα από ανθρώπους και κανείς δεν γύρισε το κεφάλι. Ένα παιδί παραλίγο να πέσει πάνω της, αλλά η μητέρα του το τράβηξε χωρίς να κοιτάξει προς το μέρος της. Ένας ηλικιωμένος έκανε τον σταυρό του, αλλά τα μάτια του έμειναν καρφωμένα μπροστά.

Έσκυψα προς τη μητέρα μου.

«Ποια είναι αυτή;» τη ρώτησα.

«Ποια;»

«Η γυναίκα εκεί. Με τα μαύρα.»

Η μητέρα μου γύρισε, κοίταξε πρόχειρα προς τα πίσω και ξαναγύρισε μπροστά.

«Ποια καλέ; Όλες μαύρα φοράνε εδώ.»

Δεν επέμεινα.

Η λιτανεία τελείωσε στην εκκλησία. Ο κόσμος μπήκε ξανά μέσα, γιατί η λειτουργία συνεχιζόταν. Εγώ άντεξα λίγα λεπτά ακόμη. Ένιωθα πνιγμένος. Από τη ζέστη, από τον κόσμο, από τις σκέψεις μου. Είπα στη μητέρα μου ότι θα πάω λίγο μέχρι το σπίτι.

Δεν μου έδωσε πολλή σημασία. Ήταν απορροφημένη στη λειτουργία.

Βγήκα έξω.

Η πλατεία ήταν πιο σκοτεινή απ’ όσο τη θυμόμουν. Τα φώτα του πανηγυριού δεν είχαν ανάψει ακόμη όλα. Από την εκκλησία ακούγονταν οι ψαλμωδίες, αλλά όσο απομακρυνόμουν, γίνονταν πιο χαμηλές, σαν να έρχονταν από πολύ μακριά.

Πέρασα μπροστά από ένα παλιό παγκάκι στην άκρη της πλατείας.

Και εκεί την είδα ξανά.

Τη μαυροφορεμένη γυναίκα.

Καθόταν μόνη της στο σκοτάδι.

Δεν ξέρω γιατί σταμάτησα. Δεν είχα κανέναν λόγο. Θα μπορούσα απλά να συνεχίσω προς το σπίτι. Όμως κάτι με κράτησε εκεί. Δεν ήταν ακριβώς περιέργεια. Ήταν σαν να με είχε δει πριν την δω εγώ.

Πλησίασα αργά.

Εκείνη δεν σήκωσε το κεφάλι.

Στάθηκα μπροστά της και για λίγα δευτερόλεπτα δεν ήξερα τι να πω. Ένιωθα αμήχανα, σαν να πλησίαζα έναν άνθρωπο που πενθούσε.

«Θέλετε βοήθεια;» τη ρώτησα τελικά.

Η γυναίκα σήκωσε αργά το πρόσωπό της.

Δεν ήταν τόσο ηλικιωμένη όσο νόμιζα. Ή μπορεί να ήταν. Δεν μπορούσα να καταλάβω. Το πρόσωπό της έμοιαζε κουρασμένο, αλλά όχι άρρωστο. Τα μάτια της ήταν σκοτεινά, ήρεμα, και είχαν κάτι που με έκανε να θέλω να χαμηλώσω το βλέμμα.

Με κοίταξε σαν να με ήξερε.

Σαν να με περίμενε.

«Εσύ χρειάζεσαι βοήθεια από μένα», είπε.

Η φωνή της δεν ήταν δυνατή. Όμως την άκουσα καθαρά, παρόλο που από την εκκλησία συνέχιζαν να ακούγονται ψαλμωδίες.

Δεν απάντησα.

Ήθελα να πω κάτι ειρωνικό. Κάτι για να σπάσω την αμηχανία. Ήμουν τέτοιος τότε. Όταν κάτι με φόβιζε ή με άγγιζε, το κορόιδευα.

Αλλά δεν μπόρεσα.

Η γυναίκα έκανε λίγο στην άκρη, σαν να μου άφηνε χώρο στο παγκάκι.

Δεν ξέρω γιατί κάθισα.

Ακόμη και σήμερα, τόσα χρόνια μετά, δεν μπορώ να το εξηγήσω. Δεν σκέφτηκα «θα καθίσω». Δεν το αποφάσισα. Απλώς το σώμα μου υπάκουσε πριν προλάβει το μυαλό μου να αντιδράσει.

Κάθισα δίπλα της.

Για λίγη ώρα δεν μιλήσαμε.

Η πλατεία ήταν άδεια. Η εκκλησία ακουγόταν μακριά. Ένα σκυλί γάβγισε κάπου σε ένα στενό και μετά σώπασε. Ένιωθα τον αέρα ζεστό και βαρύ πάνω στο πρόσωπό μου.

Τότε η γυναίκα άπλωσε το χέρι της και έπιασε το δικό μου.

Το πρώτο που ένιωσα ήταν πόσο κρύο ήταν. Κρύο σαν νερό από πηγή, σαν πέτρα σε σκιά, σαν κάτι που δεν το είχε αγγίξει ο ήλιος για πολύ καιρό.

Και μετά άρχισα να κλαίω.

Όχι λίγο.

Όχι συγκινημένα.

Άρχισα να κλαίω όπως δεν είχα κλάψει ποτέ στη ζωή μου. Με λυγμούς που έβγαιναν από μέσα μου χωρίς να τους ελέγχω. Έβαλα το άλλο μου χέρι στο πρόσωπό μου, ντράπηκα, προσπάθησα να σταματήσω, αλλά δεν μπορούσα.

Έκλαιγα για όλα όσα κρατούσα μήνες μέσα μου. Για την κούραση. Για τον φόβο. Για την αρρώστια που φοβόμουν να ονομάσω. Για τη δουλειά που με έπνιγε. Για την οικογένεια που δεν ήξερα πώς να αγαπήσω χωρίς να θυμώνω. Για τις νύχτες που έμενα ξύπνιος και σκεφτόμουν ότι είχα χαθεί από τον ίδιο μου τον εαυτό.

Η γυναίκα δεν είπε τίποτα.

Μόνο κρατούσε το χέρι μου.

Και όσο έκλαιγα, ένιωθα κάτι παράξενο. Σαν ο πόνος να μην έφευγε ακριβώς από μέσα μου, αλλά να άλλαζε βάρος. Σαν να τον κρατούσα τόσα χρόνια σφιγμένο πάνω μου και κάποιος να μου άνοιγε ένα ένα τα δάχτυλα.

Κάποια στιγμή έβγαλε από την τσέπη της ένα λευκό μαντήλι.

Ήταν καθαρό. Πολύ καθαρό. Παράξενα καθαρό για κάτι που βγήκε από μαύρα ρούχα μέσα στη νύχτα.

Μου το έδωσε.

«Έλα», είπε ήρεμα. «Ησύχασε τώρα. Τελείωσε. Δεν μπορεί να μείνει δίπλα σου όταν είμαι εγώ κοντά σου».

Πήρα το μαντήλι με χέρια που έτρεμαν και σκούπισα τα μάτια μου.

Μύριζε βασιλικό.

Κατέβασα το κεφάλι και έκλαψα ξανά, πιο ήσυχα αυτή τη φορά. Όταν κατάφερα να αναπνεύσω κανονικά, έσφιγγα ακόμη το μαντήλι στα χέρια μου.

«Ποια είστε;» τη ρώτησα.

Δεν απάντησε.

Σκούπισα άλλη μια φορά τα μάτια μου.

Και όταν γύρισα προς το μέρος της, δεν ήταν εκεί.

Το παγκάκι δίπλα μου ήταν άδειο.

Δεν άκουσα βήματα. Δεν την είδα να σηκώνεται. Δεν υπήρχε κανένας δρόμος που θα μπορούσε να την έχει πάρει τόσο γρήγορα χωρίς να την δω.

Απλώς δεν ήταν εκεί.

Έμεινα ακίνητος, με το λευκό μαντήλι στα χέρια.

Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε.

Με βρήκε η γιαγιά μου.

Ερχόταν από το στενό κρατώντας μια ζακέτα στους ώμους της.

«Τι κάνεις εδώ μόνος σου;» μου είπε. «Στα σκοτάδια κάθεσαι;»

Δεν μπορούσα να απαντήσω.

«Με ποιον ήμουν;» τη ρώτησα.

Η γιαγιά μου κοίταξε γύρω της.

«Με ποιον να είσαι; Μόνος σου κάθεσαι τόση ώρα. Πάμε σπίτι», είπε.

Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα για πρώτη φορά μετά από μήνες χωρίς να ξυπνήσω πανικόβλητος.

Δεν θα σας πω ότι την επόμενη μέρα λύθηκαν όλα. Δεν έγινε θαύμα με τον τρόπο που τα φανταζόμαστε. Δεν εξαφανίστηκαν μαγικά τα προβλήματα της δουλειάς, ούτε οι δυσκολίες με την οικογένεια, ούτε οι εξετάσεις που είχα να κάνω.

Αλλά κάτι άλλαξε.

Πρώτα άλλαξε μέσα μου.

Τις επόμενες εβδομάδες άρχισα να κοιμάμαι καλύτερα. Μετά βρήκα τη δύναμη να πάω στους γιατρούς που ανέβαλλα. Έκοψα ανθρώπους και συνήθειες που με τραβούσαν κάτω. Ζήτησα συγγνώμη εκεί που έπρεπε. Άρχισα να μιλάω πιο καθαρά, να θυμώνω λιγότερο, να φοβάμαι χωρίς να αφήνω τον φόβο να με κυβερνά.

Και, σιγά σιγά, άρχισα να πηγαίνω στην εκκλησία.

Στην αρχή από ανάγκη. Μετά από ευγνωμοσύνη. Και αργότερα από κάτι που δεν ξέρω αν μπορώ να το περιγράψω αλλιώς παρά μόνο ως πίστη.

Δεν έγινα άγιος άνθρωπος. Δεν θα προσποιηθώ κάτι τέτοιο. Έχω κάνει λάθη από τότε, πολλά. Έχω θυμώσει, έχω χαθεί, έχω αμφιβάλει. Όμως από εκείνη τη νύχτα προσπαθώ να κρατάω την καρδιά μου όσο πιο καθαρή μπορώ.

Όχι επειδή φοβάμαι την τιμωρία.

Επειδή φοβάμαι να ξανακαλέσω κοντά μου εκείνο που, όπως μου είπε η γυναίκα, δεν μπορούσε να μείνει δίπλα μου όσο ήταν εκείνη.

Το μαντήλι το έχω ακόμη.

Δεν το έπλυνα ποτέ. Δεν τόλμησα. Το έχω φυλαγμένο σε ένα μικρό ξύλινο κουτί, μαζί με ένα κομποσκοίνι και μια παλιά εικόνα που μου έδωσε αργότερα η γιαγιά μου.

Ακόμη μυρίζει βασιλικό.

Έχουν περάσει πολλά χρόνια και δεν έχω ξαναδεί τη μαυροφορεμένη γυναίκα.

Η μητέρα μου επιμένει ότι δεν είδε τίποτα στη λιτανεία. Ούτε στην πλατεία. Ούτε στο παγκάκι. Κανείς δεν είδε τίποτα. Κανείς εκτός από εμένα.

Για χρόνια αναρωτιόμουν ποια ήταν.

Μια γυναίκα του χωριού; Μια ψυχή; Ένα σημάδι; Μια παραίσθηση ενός ανθρώπου που είχε φτάσει στα όριά του;

Δεν μπορώ να το αποδείξω.

Δεν θέλω πια να το αποδείξω.

Ξέρω μόνο τι ένιωσα όταν μου κράτησε το χέρι. Ξέρω τι άφησε πίσω της. Ξέρω πώς άλλαξε η ζωή μου από εκείνη τη νύχτα και μετά.

Ξέρω ότι έχω ακόμη μαζί μου το λευκό της μαντήλι. 


Κάτι σε οδήγησε σε αυτή την ιστορία για κάποιο λόγο:

Μόνο αν πιστεύεις


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Κυριάκο για την ιστορία που μας έστειλε.


Αν σου άρεσε η ιστορία τότε πρέπει να διαβάσει κι αυτό:

Η Αποκάλυψη του Ιωάννη


Διαβάστε επίσης:

Είσαι το επόμενο όνειρο

Η προφητεία 

Out



Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.




0

Η Σπηλιά του Δεκαπενταύγουστου

 



Καλησπέρα σας.


Σας διαβάζω αρκετό καιρό, αλλά δεν είχα σκεφτεί ποτέ να σας στείλω τη δική μου ιστορία. Κυρίως γιατί δεν είμαι σίγουρος ότι είναι ιστορία τρόμου. Δεν είδα κάποιο φάντασμα. Δεν με κυνήγησε κάτι. Δεν είχα ποτέ αποδείξεις για όσα συνέβησαν.


Κι όμως, έχουν περάσει σχεδόν είκοσι χρόνια και ακόμη, κάθε Δεκαπενταύγουστο, όταν ακούω καμπάνες ή όταν μπαίνω σε εκκλησία και μυρίζω λιβάνι, θυμάμαι εκείνη τη νύχτα.


Και νιώθω ξανά το ίδιο πράγμα.


Ότι κάτι από κάτω μάς άκουγε.


Ήμουν είκοσι τεσσάρων τότε. Φοιτητής ακόμη, με μια παλιά φωτογραφική μηχανή, μια μικρή κάμερα που έγραφε σε κασέτα και την ψευδαίσθηση ότι τίποτα δεν μπορούσε πραγματικά να με τρομάξει. Μου άρεσε να ταξιδεύω μόνος, να ψάχνω μέρη με ιστορία, εγκαταλελειμμένα κτίρια, παλιά μοναστήρια, σπηλιές, οτιδήποτε είχε γύρω του φήμες.


Εκείνο το καλοκαίρι βρέθηκα σε ένα νησί που δεν θα κατονομάσω. Όχι επειδή θέλω να το παίξω μυστηριώδης. Αλλά επειδή το νησί είναι ακόμη γνωστό προσκύνημα. Πηγαίνει κόσμος, οικογένειες, ηλικιωμένοι, άνθρωποι που έχουν ανάγκη να πιστέψουν σε κάτι. Δεν θέλω να συνδέσω το όνομά του με αυτά που θα σας πω.


Ήταν λίγες μέρες πριν τον Δεκαπενταύγουστο.


Το νησί ήταν γεμάτο προσκυνητές. Γυναίκες με τάματα στα χέρια, άντρες που άναβαν λαμπάδες σχεδόν στο ύψος τους, παιδιά που έτρεχαν στις αυλές των ξενώνων, καμπάνες που χτυπούσαν από το πρωί μέχρι το απόγευμα. Παντού εικόνες, σταυροί, μυρωδιά από κερί και θυμίαμα. Ακόμη κι εγώ, που τότε ήμουν μάλλον αδιάφορος προς τη θρησκεία, ένιωθα ότι ο αέρας είχε μια σοβαρότητα. Μια σιωπή κάτω από τη φασαρία.


Έμενα σε ένα μικρό δωμάτιο κοντά στο λιμάνι. Το πρώτο βράδυ, σε ένα καφενείο, άκουσα δύο ντόπιους να μιλάνε για μια σπηλιά στη βόρεια πλευρά του νησιού. Δεν προσπαθούσαν να ακουστούν. Ίσα ίσα, όταν κατάλαβαν ότι γύρισα το κεφάλι, σώπασαν.


Αυτό φυσικά μου κίνησε την περιέργεια.


Την επόμενη μέρα ρώτησα τον ιδιοκτήτη του δωματίου αν υπάρχει καμιά σπηλιά που αξίζει να φωτογραφίσω. Με κοίταξε για λίγο πριν απαντήσει.


«Υπάρχουν πολλές σπηλιές», είπε.


«Κάποια που να έχει ιστορία;» ρώτησα.


Σκούπισε τα χέρια του σε μια πετσέτα, αν και δεν ήταν βρεγμένα.


«Τη μέρα να πηγαίνεις όπου θέλεις», είπε. «Τη νύχτα να κάθεσαι στο δωμάτιό σου.»


Το είπε ήρεμα. Όχι σαν απειλή. Περισσότερο σαν συμβουλή που την είχε δώσει πολλές φορές.


Αυτό ήταν αρκετό για να πάω.


Ρώτησα κι αλλού. Άλλοι έκαναν πως δεν ήξεραν. Άλλοι μου έδειχναν λάθος κατεύθυνση. Ένας ηλικιωμένος στο καφενείο, όμως, αφού πρώτα με κοίταξε σαν να ζύγιζε αν έπρεπε να μου μιλήσει, μου είπε περίπου πού ήταν.


«Δεν έχει κάτι να δεις», πρόσθεσε. «Πέτρες και υγρασία.»


«Τότε γιατί να μην πάω βράδυ;»


Χαμογέλασε χωρίς χαρά.


«Γιατί τη νύχτα δεν είναι άδεια.»


Δεν τον πίστεψα. Ή μάλλον, δεν ήθελα να τον πιστέψω. Εκείνη την ηλικία τέτοιες κουβέντες δεν τις ακούς σαν προειδοποίηση. Τις ακούς σαν πρόσκληση.


Το απόγευμα πήρα τη φωτογραφική, την κάμερα, έναν φακό, δύο μπαταρίες, ένα μπουκάλι νερό και ξεκίνησα. Δεν είπα σε κανέναν πού πήγαινα.


Η διαδρομή ήταν πιο δύσκολη απ’ όσο περίμενα. Άφησα τον κεντρικό δρόμο και ακολούθησα ένα μονοπάτι που ανέβαινε ανάμεσα σε χαμηλούς θάμνους και ξερολιθιές. Ο ήλιος έπεφτε πίσω από τους λόφους και η θάλασσα κάτω έπαιρνε εκείνο το σκούρο μπλε χρώμα που έχει λίγο πριν χαθεί τελείως το φως.


Η σπηλιά δεν φαινόταν από μακριά. Ήταν σαν σκισμή στον βράχο, μισοκρυμμένη πίσω από αγριόχορτα. Μπροστά της υπήρχε ένα μικρό άνοιγμα, αρκετό για να σταθεί άνθρωπος. Δεν είχε τίποτα εντυπωσιακό. Αν περνούσες χωρίς να ξέρεις, μπορεί να μην την πρόσεχες καν.


Και όμως, με το που πλησίασα, ένιωσα τη θερμοκρασία να αλλάζει.


Όχι πολύ. Ίσα ίσα αρκετά για να ανατριχιάσω.


Στάθηκα στην είσοδο και άναψα τον φακό. Η σπηλιά δεν ήταν βαθιά, τουλάχιστον όχι στο κομμάτι που φαινόταν. Ο βράχος ήταν μαύρος από υγρασία. Στα τοιχώματα υπήρχαν σημάδια καπνιάς. Στο πάτωμα, κοντά σε μια πέτρα που έμοιαζε με φυσικό πεζούλι, υπήρχαν υπολείμματα από κεριά.


Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που με ενόχλησε.


Δεν ήταν απλώς δύο-τρία κεράκια από κάποιον που προσευχήθηκε. Ήταν πολλά. Λιωμένα, κολλημένα πάνω στην πέτρα, με το κερί να έχει τρέξει σαν σταγόνες που πάγωσαν. Κάποια ήταν άσπρα, κάποια κόκκινα, κάποια μαύρα. Θυμάμαι πολύ καθαρά τα μαύρα, γιατί τότε δεν είχα ξαναδεί τέτοια κεριά από κοντά.


Σήκωσα τη φωτογραφική και τράβηξα μερικές λήψεις.


Μετά είδα τα σύμβολα.


Ήταν χαραγμένα χαμηλά, στο αριστερό τοίχωμα. Μερικά έμοιαζαν με γράμματα που δεν αναγνώριζα. Άλλα με κύκλους, γραμμές και τρίγωνα. Ένα από αυτά έμοιαζε με πεντάλφα, αλλά δεν ήταν καθαρή. Μπορεί κάποιος να την είχε χαράξει πρόχειρα. Μπορεί και εγώ να έβλεπα αυτό που περίμενα να δω.


Υπήρχε και ένα μικρό εικόνισμα πιο μέσα.


Αυτό ήταν το πιο παράξενο απ’ όλα.


Δεν ήταν σπασμένο. Δεν ήταν πεταμένο. Ήταν ακουμπισμένο σε μια εσοχή του βράχου, αλλά γυρισμένο ανάποδα. Η μορφή δεν φαινόταν. Μόνο το ξύλο από πίσω, σκοτεινό από την υγρασία.


Δεν το άγγιξα.


Έστησα την κάμερα έξω από τη σπηλιά, σε ένα μικρό τρίποδο, έτσι ώστε να γράφει την είσοδο και λίγο από το εσωτερικό. Σκέφτηκα ότι θα έμενα μέχρι να πέσει τελείως η νύχτα, θα έπαιρνα μερικά πλάνα και θα έφευγα. Δεν είχα σκοπό να κάνω τον ήρωα. Τουλάχιστον αυτό έλεγα στον εαυτό μου.


Όσο περίμενα να βραδιάσει, άρχισαν οι φωνές.


Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν κατσίκια. Στα νησιά ακούς συνέχεια ζώα από μακριά. Κάτι σαν βέλασμα, κάτι σαν βραχνή κραυγή. Δεν μου φάνηκε παράξενο.


Μόνο που ο ήχος δεν ερχόταν από το βουνό.


Ούτε από τους θάμνους.


Ερχόταν από κάτω.


Έβαλα το αυτί μου σχεδόν κοντά στο χώμα. Ο ήχος σταμάτησε αμέσως.


Σηκώθηκα απότομα και γέλασα μόνος μου. Αυτό το θυμάμαι. Γέλασα επειδή φοβήθηκα και ντράπηκα γι’ αυτό. Είπα δυνατά:


«Ωραία, άρχισαν οι βλακείες.»


Η φωνή μου ακούστηκε περίεργα εκεί πάνω. Σαν να την πήρε ο βράχος και να την έσπασε σε μικρότερα κομμάτια.


Λίγο αργότερα ο ήχος ξανάρχισε.


Αυτή τη φορά ήταν πιο χαμηλός. Όχι κραυγή. Περισσότερο σαν γρύλισμα. Σαν πολλά ζώα μαζί, μακριά, κλεισμένα κάπου. Ένιωθα τη δόνηση στις σόλες των παπουτσιών μου. Δεν ήταν δυνατή, αλλά ήταν εκεί.


Το έδαφος έτρεμε ελάχιστα.


Μπήκα στη σπηλιά με τον φακό.


Δεν ξέρω γιατί. Ίσως ήθελα να πείσω τον εαυτό μου ότι υπήρχε κάποια τρύπα, κάποιο πέρασμα, κάτι που εξηγούσε τον ήχο. Έριξα το φως στο πάτωμα, στα τοιχώματα, στην πέτρα με τα κεριά.


Τότε είδα ότι ένα από τα κεριά ήταν αναμμένο.


Δεν ήταν πριν.


Είμαι βέβαιος.


Ήταν ένα μικρό λευκό κερί, λιωμένο σχεδόν μέχρι τη μέση, με μια φλόγα πολύ λεπτή, σχεδόν ακίνητη. Δεν τρεμόπαιζε, παρόλο που από την είσοδο έμπαινε αέρας.


Πλησίασα δύο βήματα.


Από κάπου μέσα στη σπηλιά, αν και δεν υπήρχε βάθος αρκετό για να κρυφτεί άνθρωπος, ακούστηκε ένας ψίθυρος.


Δεν κατάλαβα λέξεις. Ήταν σαν κάποιος να μιλούσε μέσα από νερό.


Έφυγα προς τα έξω σχεδόν σκοντάφτοντας.


Η νύχτα είχε πέσει για τα καλά.


Το νησί φαινόταν στο βάθος με λίγα φώτα. Πιο χαμηλά, προς την πλευρά της θάλασσας, διέκρινα κάτι που στην αρχή πέρασα για βάρκες. Μικρές φωτεινές κουκκίδες που κινούνταν αργά.


Μετά κατάλαβα ότι δεν ήταν στη θάλασσα.


Ήταν στην πλαγιά απέναντι.


Τρία φώτα. Μετά τέσσερα. Μετά έξι.


Κινούνταν χωρίς να φωτίζουν γύρω τους. Όπως όταν κρατάει κάποιος κερί, αλλά ο αέρας δεν αφήνει τη φλόγα να απλωθεί. Πλησίαζαν, αλλά όχι από το μονοπάτι που είχα ανέβει. Έρχονταν από σημεία όπου δεν υπήρχε δρόμος.


Έσβησα τον φακό μου.


Δεν ξέρω γιατί. Ίσως επειδή ένιωσα ξαφνικά ότι δεν ήθελα να με δουν.


Τότε άκουσα βήματα πίσω μου.


Μέσα στη σπηλιά.


Όχι πολλά. Ένα μόνο ζευγάρι.


Αργά.


Ξεκάθαρα.


Σαν κάποιος να περπατούσε ξυπόλυτος πάνω στην πέτρα.


Γύρισα με τόσο απότομη κίνηση που παραλίγο να ρίξω την κάμερα.


Η είσοδος της σπηλιάς ήταν μαύρη. Απόλυτα μαύρη. Πιο μαύρη απ’ ό,τι θα έπρεπε. Δεν φαινόταν καν η πέτρα με τα κεριά.


Και από μέσα ακούστηκε πάλι εκείνο το γρύλισμα.


Μόνο που τώρα δεν έμοιαζε με ζώο.


Έμοιαζε με άνθρωπο που προσπαθούσε να μιμηθεί ζώο.


Ή με ζώο που προσπαθούσε να μιμηθεί άνθρωπο.


Άρπαξα την κάμερα από το τρίποδο. Η κόκκινη ένδειξη έγραφε ακόμη. REC. Αυτό, παράλογα, μου έδωσε μια μικρή αίσθηση ασφάλειας. Σαν να σκεφτόμουν ότι, ό,τι κι αν συνέβαινε, τουλάχιστον θα το είχα καταγράψει.


Έκανα να φύγω.


Τότε άκουσα φωνή.


«Εσύ.»


Πάγωσα.


Δεν ερχόταν από τη σπηλιά. Ερχόταν από το μονοπάτι.


Γύρισα και είδα δύο ρασοφόρους να ανεβαίνουν προς το μέρος μου.


Δεν κρατούσαν φακούς. Δεν ξέρω πώς έβλεπαν. Το μόνο φως ήταν από τις μακρινές κουκκίδες στην πλαγιά και από το φεγγάρι που είχε αρχίσει να βγαίνει πίσω από τα σύννεφα.


Ήταν δύο παπάδες. Ή τουλάχιστον έτσι έμοιαζαν. Φορούσαν μαύρα ράσα, είχαν γένια και περπατούσαν αργά, χωρίς να λαχανιάζουν, παρόλο που η ανηφόρα ήταν δύσκολη.


Ο μεγαλύτερος στάθηκε λίγα μέτρα μακριά μου.


«Τι κάνεις εδώ;» με ρώτησε.


Δεν ήταν θυμωμένος. Αυτό με τρόμαξε περισσότερο. Ήταν σαν να ήξερε ήδη την απάντηση.


«Φωτογραφίζω», είπα. Η φωνή μου βγήκε γελοία λεπτή.


Κοίταξε την κάμερα στο χέρι μου.


«Δεν είναι όλα για τους τουρίστες.»


Δεν απάντησα.


Ο δεύτερος, πιο νέος, κοίταζε συνέχεια την είσοδο της σπηλιάς. Όχι εμένα. Τη σπηλιά. Σαν να περίμενε κάτι να βγει.


Από κάτω από το έδαφος ακούστηκε ξανά εκείνο το χαμηλό γρύλισμα.


Ο μεγαλύτερος έκανε τον σταυρό του. Όχι βιαστικά. Όχι μηχανικά. Αργά, με σοβαρότητα.


Μετά μου είπε ήρεμα:


«Φύγε τώρα.»


«Τι είναι εδώ;» ρώτησα.


Με κοίταξε για πρώτη φορά κατευθείαν στα μάτια.


«Ένα μέρος που δεν σε αφορά.»


«Ποιος ανάβει τα κεριά;»


Δεν απάντησε.


Ο νεότερος γύρισε απότομα προς το μέρος μου. Πήγε να πει κάτι. Ο μεγαλύτερος σήκωσε το χέρι του και τον σταμάτησε.


Μετά πλησίασε μισό βήμα.


«Άκουσέ με καλά», είπε. «Κάποια πράγματα δεν τα αντιμετωπίζεις με φακούς και μηχανές. Ούτε με περιέργεια. Θέλουν πίστη. Κι όταν δεν την έχεις, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να φύγεις.»


Από τη σπηλιά ακούστηκε ένα χτύπημα.


Σαν κάτι βαρύ να έπεσε μέσα στο σκοτάδι.


Ο νεότερος ψιθύρισε κάτι που δεν κατάλαβα. Νομίζω ήταν προσευχή. Νομίζω.


Ο μεγαλύτερος δεν πήρε τα μάτια του από πάνω μου.


«Τώρα», είπε.


Δεν χρειάστηκε να μου το πει δεύτερη φορά.


Μάζεψα όπως όπως το τρίποδο, έβαλα την κάμερα στην τσάντα και άρχισα να κατεβαίνω το μονοπάτι. Δεν έτρεξα στην αρχή, γιατί φοβόμουν ότι θα γλιστρήσω. Μετά, όταν άκουσα πίσω μου φωνές — όχι των παπάδων, άλλες φωνές, βαθύτερες, σαν να έρχονταν μέσα από πέτρα — άρχισα να τρέχω.


Δεν γύρισα ούτε μία φορά.


Έφτασα στο δωμάτιο ιδρωμένος, με γδαρμένα χέρια και χώμα στα παπούτσια. Κλείδωσα την πόρτα, έβαλα μια καρέκλα μπροστά της σαν ηλίθιος και κάθισα στο κρεβάτι με την κάμερα στα χέρια.


Ήθελα να δω τι είχε γράψει.


Η κασέτα είχε σχεδόν μισή ώρα υλικό.


Στην αρχή φαινόταν κανονικά η σπηλιά. Η είσοδος, ο βράχος, το φως που έπεφτε, εγώ να περνάω μπροστά από τον φακό. Μετά, περίπου στο σημείο που θυμάμαι ότι άρχισαν οι πρώτοι ήχοι, η εικόνα χάλασε.


Παράσιτα.


Όχι απλώς κακή εικόνα. Παράσιτα κανονικά, σαν παλιά τηλεόραση χωρίς σήμα. Μαύρες και άσπρες γραμμές, στιγμές σκοταδιού, απότομες παραμορφώσεις στον ήχο.


Προχώρησα την κασέτα λίγο πιο μπροστά.


Τίποτα.


Μόνο παράσιτα.


Κι όμως, κάτω από τα παράσιτα, ακουγόταν κάτι.


Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν ο αέρας. Μετά δυνάμωσα την ένταση.


Ήταν σαν φωνές.


Όχι καθαρές. Όχι λέξεις. Πολλά στόματα μαζί, πολύ μακριά ή πολύ βαθιά, να μουρμουρίζουν. Κάποια στιγμή ακούστηκε καθαρά το δικό μου βήμα, μετά η ανάσα μου, μετά η φωνή του παπά που έλεγε «Φύγε».


Και αμέσως μετά, για λιγότερο από δύο δευτερόλεπτα, ακούστηκε μια άλλη φωνή.

Δεν κατάλαβα τι είπε ή ποιος ή τι το είπε.

Πάγωσα.

Γύρισα την κασέτα πίσω για να το ξανακούσω.

Δεν υπήρχε πια.

Στο ίδιο σημείο ακουγόταν μόνο θόρυβος.


Το πρωί πήγα στο καφενείο. Ήμουν αποφασισμένος να ρωτήσω ευθέως. Δεν ξέρω τι περίμενα. Να μου πουν ότι όλα ήταν μια παλιά ιστορία; Ότι κάποιοι κάνουν τελετές; Ότι οι παπάδες φυλάνε τη σπηλιά; Ότι είδα κάτι που δεν έπρεπε;


Ο ηλικιωμένος που μου είχε δώσει την κατεύθυνση ήταν εκεί.


Μόλις με είδε, κατέβασε το βλέμμα.


Κάθισα απέναντί του.


«Πήγα», του είπα.


Δεν απάντησε.


«Ήρθαν δύο παπάδες και με έδιωξαν.»


Σήκωσε αργά το κεφάλι του.


«Ποιοι παπάδες;»


Ghost


«Δεν ξέρω. Δύο. Ένας μεγαλύτερος κι ένας πιο νέος.»


Το πρόσωπό του άλλαξε. Όχι πολύ. Αλλά αρκετά.


«Δεν έχει παπάδες εκεί πάνω», είπε.


«Τι εννοείτε;»


«Κανείς δεν ανεβαίνει εκεί νύχτα.»


«Αυτοί ανέβηκαν.»


Ο ηλικιωμένος κοίταξε προς την πόρτα του καφενείου, σαν να φοβόταν ότι κάποιος μας άκουγε.


Μετά είπε μόνο:


«Μη ξαναπάς.»


Προσπάθησα να ρωτήσω και άλλους. Τον ιδιοκτήτη του δωματίου. Μια γυναίκα στο μαγαζί με τα είδη λατρείας. Έναν ταξιτζή. Όλοι αντέδρασαν με τον ίδιο τρόπο. Στην αρχή έκαναν πως δεν καταλάβαιναν. Μετά άλλαζαν κουβέντα. 


Έφυγα από το νησί μετά από μερικές μέρες. Όλα έδειχναν φυσιολογικά όσο έμεινα εκεί. Σαν να μην είχα ζήσει αυτό το περίεργο βράδυ στη σπηλιά.


Την κασέτα την κράτησα για χρόνια. Την είχα σε ένα κουτί μαζί με παλιές φωτογραφίες. Κάποια στιγμή, όταν προσπάθησα να την ψηφιοποιήσω, δεν έπαιζε πια καθόλου. Ο τεχνικός μού είπε ότι η ταινία είχε καταστραφεί από υγρασία ή μαγνητισμό. Δεν επέμεινα. Ίσως καλύτερα.


Τις φωτογραφίες τις εμφάνισα λίγες μέρες μετά το ταξίδι.


Diamond Shot Glasses


Οι περισσότερες ήταν κανονικές. Το μονοπάτι.  Όμως όσες τράβηξα κοντά και μέσα στη σπηλιά ήταν θολές, κατεστραμμένες, δεν ξεχώριζες τίποτα.

 

Ξαναπήγα σε εκείνο το νησί μερικά χρόνια αργότερα. Δεν έψαξα όμως ξανά τη σπηλιά. Δεν προσπάθησα να βρω τους δύο ρασοφόρους. Μεγαλώνοντας, έμαθα να αφήνω ορισμένα πράγματα ήσυχα. Όχι επειδή βρήκα πίστη όπως μου είπε εκείνος ο παπάς. Ίσως επειδή βρήκα φόβο. Και κάποιες φορές ο φόβος σε προστατεύει καλύτερα από την περιέργεια.


Ίσως ο φόβος να προστατεύει εμένα από αυτό που κρύβεται κάτω από τη σπηλιά, που παραμονεύει ίσως να βρει την ευκαιρία να έρθει ξανά στην επιφάνεια.


Our Horror Story: Ευχαριστούμε τον φίλο μας  Αντώνη για την ιστορία που μας έστειλε.


Πριν φύγεις έχουμε μια ερώτηση για σένα:

Μήπως η Εύα είναι αθώα;



Διαβάστε επίσης:






Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.





5

Το Φως στη Σκιά του Σταυρού


Τοποθεσία: Ένα χωριό στον Ψηλορείτη, Κρήτη

Ημερομηνία: Μεγάλη Παρασκευή, 2012

​Η Μεγάλη Παρασκευή στον Ψηλορείτη δεν μοιάζει με καμία άλλη. Ο αέρας μυρίζει φασκόμηλο και λιβάνι, και η σιωπή των βουνών είναι βαριά, σαν να πενθεί κι αυτή μαζί με τον κόσμο. Για μένα, όμως, εκείνη η Μεγάλη Παρασκευή ήταν η δική μου Σταύρωση.

​Ο καρκίνος είχε νικήσει.


Ο γιατρός, ένας άνθρωπος με μάτια γεμάτα λύπη, μου είχε πει ότι οι εβδομάδες που μου απέμεναν ήταν μετρημένες. Αλλά δεν φοβόμουν τον θάνατο. Φοβόμουν τη ζωή που θα άφηνα πίσω μου. Φοβόμουν για τον Νίκο, επτά χρονών, και την Ελένη, πέντε. Η μητέρα τους είχε φύγει πριν χρόνια. Μετά από μένα, δεν θα είχαν κανέναν. Κανέναν.

​Το βράδυ, μετά την Αποκαθήλωση, έπεσα στο κρεβάτι εξαντλημένος. Ο πόνος στο σώμα μου ήταν αφόρητος, αλλά ο πόνος στην ψυχή μου ήταν χειρότερος. "Θεέ μου," ψιθύρισα, με δάκρυα που έκαιγαν τα μάτια μου. "Δεν σου ζητάω να με σώσεις. Ξέρω ότι η ώρα μου ήρθε. Αλλά σε παρακαλώ... Σε ικετεύω. Όταν φύγω, πρόσεχε τα παιδιά μου. Μην τα αφήσεις μόνα τους. Γίνε Εσύ ο πατέρας τους. Σε παρακαλώ, Θεέ μου."

​Με πήρε ένας ύπνος ελαφρύς, γεμάτος ανησυχία.

​Και τότε, τον είδα.

​Δεν ήταν όπως στις εικόνες. Δεν είχε φωτοστέφανο, ούτε ακτινοβολούσε εκτυφλωτικό φως. Ήταν ένας άνθρωπος απλός, με φορέματα ταπεινά, λασπωμένα, σαν να είχε περπατήσει ώρες στα βουνά. Το πρόσωπό του ήταν κουρασμένο, αλλά τα μάτια του... τα μάτια του ήταν απύθμενα, γεμάτα με μια αγάπη που δεν μπορεί να χωρέσει ο ανθρώπινος νους.

​Με πλησίασε σιωπηλά. Καθόταν στην άκρη του κρεβατιού μου και με κοίταζε. Δεν είπε λέξη. Αλλά η παρουσία Του και μόνο ήταν σαν ένα βάλσαμο που επούλωνε τον πόνο μου.

​Τότε, η Ελένη και ο Νίκος μπήκαν στο δωμάτιο. Τρέξανε κοντά Του. Κι Εκείνος, με μια κίνηση γεμάτη τρυφερότητα, άπλωσε τα χέρια Του. Αγκάλιασε εμένα και τα δύο μου παιδιά μαζί. Ήταν μια αγάπη τόσο ισχυρή, τόσο ζεστή, που ένιωσα το σώμα μου να λιώνει. Ένιωσα ότι ήμασταν ασφαλείς. Ένιωσα ότι, ό,τι κι αν συνέβαινε, τίποτα δεν θα μπορούσε να μας βλάψει.

​Όταν ξύπνησα το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου, ο πόνος είχε εξαφανιστεί.

​Έτρεξα στο δωμάτιο των παιδιών. Κοιμόντουσαν ήσυχα, με ένα χαμόγελο στα χείλη.

​Πήγα στον γιατρό την επόμενη εβδομάδα. Οι εξετάσεις ήταν καθαρές. "Δεν ξέρω τι να πω," μου είπε, με τα μάτια του γεμάτα απορία. "Είναι ένα θαύμα."

​Δεν ξέρω αν ήταν θαύμα. Δεν ξέρω αν ήταν ο Χριστός. Αλλά ξέρω ότι εκείνη τη Μεγάλη Παρασκευή, είδα την αγάπη του Θεού. Και ξέρω ότι, ό,τι κι αν συμβεί, δεν είμαστε ποτέ μόνοι.



🎧 Αν σου αρέσουν οι ιστορίες μας, άκου και τη μουσική μας 

👉 Bad Mood Bad Luck 


​Σου άρεσε η ιστορία; Έχεις ζήσει κάτι παρόμοιο; Στείλε μας τη δική σου εμπειρία στο Our Horror Stories.


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Νίκο για την ιστορία που μας έστειλε. Ζητάμε συγγνώμη που καθυστερήσαμε πολύ να τη δημοσιεύουμε. Περιμέναμε την κατάλληλη στιγμή.


Διαβάστε επίσης:

Όλες τις ιστορίες μας με θέμα τη μαντεία


2

​Το Αντίτιμο της Λαμπρής



Τοποθεσία: Πύργος, Τήνος

Ημερομηνία: Πάσχα, 2019

​Στο σπίτι μας στον Πύργο, η μυρωδιά του ασβέστη και του λιβανιού ήταν πάντα συνώνυμη με τον θάνατο. Ο αδερφός μου ο Μάνος έσβηνε. Ένας επιθετικός καρκίνος τον είχε μετατρέψει σε μια σκιά που μόλις ανέπνεε στο πίσω δωμάτιο.

​Η γιαγιά μου, η κυρα-Ρήνη, είχε γονατίσει μπροστά στην εικόνα της Μεγαλόχαρης. Τα γόνατά της είχαν ματώσει πάνω στο μάρμαρο. Προσευχόταν 24 ώρες το εικοσιτετράωρο, ψιθυρίζοντας ακατάληπτα λόγια, τάματα και παλιούς όρκους.


​«Γιαγιά, σταμάτα να αυτοεξευτελίζεσαι», της έλεγα με θυμό. «Η επιστήμη σήκωσε τα χέρια ψηλά. Νομίζεις ότι ο Θεός θα κάνει εξαίρεση για εμάς επειδή καις μερικά κεριά; Είναι απλώς η φύση που κάνει τον κύκλο της».

​Εκείνη δεν με κοίταξε καν. Μόνο είπε: «Ο Θεός δεν κάνει εξαιρέσεις, παιδί μου. Κάνει συμφωνίες. Αλλά το τίμημα είναι πάντα βαρύ για όποιον δεν ξέρει να το διαβάσει».

​Το βράδυ της Ανάστασης, αρνήθηκα να πάω στην εκκλησία. Έμεινα μόνος στο σπίτι, ακούγοντας τις καμπάνες από μακριά. Κατά τα μεσάνυχτα, με πήρε ένας ύπνος βαρύς, αρρωστημένος.

​Είδα ότι βρισκόμουν μέσα στην Παναγία της Τήνου, αλλά ο ναός ήταν φτιαγμένος από οστά και μάρμαρο που έσταζε αίμα. Στο κέντρο, δεν υπήρχε η εικόνα, αλλά ένα τεράστιο, πέτρινο χέρι που κρατούσε μια ζυγαριά. Στη μία πλευρά ήταν ο Μάνος, υγιής και ροδαλός. Στην άλλη πλευρά, υπήρχε μια χούφτα από μαύρα, σιδερένια καρφιά.

​Μια φωνή, που ακουγόταν σαν χιλιάδες ψαλμωδίες μαζί, δόνησε τα σωθικά μου:

​«Ζήτησες ζωή; Πάρε τη ζωή. Αλλά το κενό που θα αφήσει η μοίρα, πρέπει να γεμίσει από κάτι άλλο».

​Ξύπνησα κάθιδρος την ώρα που ο ήλιος του Πάσχα έμπαινε από το παράθυρο. Έτρεξα στο δωμάτιο του Μάνου. Ήταν καθισμένος στο κρεβάτι, έπινε νερό και το πρόσωπό του είχε ξαναβρεί το χρώμα του. Οι εξετάσεις που κάναμε την επόμενη εβδομάδα άφησαν τους γιατρούς άφωνους. Οι όγκοι είχαν εξαφανιστεί.

​Όμως, το σπίτι είχε αλλάξει.

​Η γιαγιά μου δεν σηκώθηκε ποτέ από το μάρμαρο. Τη βρήκαμε το πρωί της Ανάστασης, παγωμένη στην ίδια στάση προσευχής. Αλλά δεν ήταν αυτό το τρομακτικό. Όταν ο νεκροτόμος την εξέτασε, μας κάλεσε έντρομος.

​Η γιαγιά δεν είχε πεθάνει από φυσικά αίτια. Το σώμα της ήταν εντελώς κενό. Μέσα της δεν υπήρχαν όργανα, ούτε αίμα, ούτε οστά. Μόνο μαύρα, σιδερένια καρφιά, ίδια με αυτά που είδα στον ύπνο μου.

​Ο Μάνος ζει και βασιλεύει, αλλά από εκείνη τη μέρα, δεν μπορεί να μπει σε εκκλησία. Κάθε φορά που πλησιάζει σε ιερό χώρο, το δέρμα του αρχίζει να βγάζει σκουριά και οι πληγές του μυρίζουν παλιό σίδερο. Η γιαγιά είχε δίκιο. Ο Θεός –ή ό,τι ήταν αυτό που την άκουσε– δεν κάνει δώρα. Κάνει ανταλλαγές.

​Πιστεύεις στα θαύματα ή φοβάσαι το αντίτιμο που μπορεί να κρύβουν; Μοιράσου μαζί μας τη δική σου ιστορία στο Our Horror Stories.


🎧 Αν σου αρέσουν οι ιστορίες μας, άκου και τη μουσική μας 

👉 Bad Mood Bad Luck 



Σου άρεσε η ιστορία; Έχεις ζήσει κάτι παρόμοιο σε κάποιο χωριό της Ελλάδας; Στείλε μας τη δική σου εμπειρία!



Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Ανέστη για την ιστορία που μας έστειλε.


Διαβάστε επίσης :

Όλες τις ιστορίες που σχετίζονται με τη θρησκεία 

0

Το Πάσχα που δεν τελείωσε ποτέ


Δεν ξέρω αν πρέπει να το γράψω αυτό.

Αλλά κάθε Πάσχα… συμβαίνει πάλι.

Ήταν Μεγάλη Εβδομάδα του 2018. Είχα πάει στο χωριό της γιαγιάς μου, έξω από τη Νάουσα Ημαθίας, ένα μικρό μέρος χαμένο μέσα σε δάση. Από αυτά που το βράδυ δεν ακούς τίποτα… εκτός από τα δέντρα.

Τη Μεγάλη Παρασκευή πήγαμε στην περιφορά του Επιταφίου. Όλα φυσιολογικά. Κεριά, ψαλμοί, κόσμος σιωπηλός.

Κάποια στιγμή όμως, καθώς περνούσαμε από ένα παλιό, εγκαταλελειμμένο σπίτι στην άκρη του χωριού… άκουσα κάτι.

Ένα ψίθυρο.

Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν κάποιος πίσω μου. Γύρισα. Κανείς.

Μετά το ξανάκουσα.

«Μη… φύγεις…»

Το περίεργο; Δεν ερχόταν από τον δρόμο. Ερχόταν από μέσα από το σπίτι.



Ρώτησα τη γιαγιά μου τι είναι αυτό το σπίτι. Πάγωσε.

Μου είπε μόνο:

«Μην κοιτάς εκεί. Προχώρα.»

Δεν ξαναμίλησε.

Το βράδυ της Ανάστασης, όλα έμοιαζαν φυσιολογικά. Εκκλησία, “Χριστός Ανέστη”, φαγητό. Γέλια.

Μόνο που εγώ δεν μπορούσα να βγάλω από το μυαλό μου εκείνο το σπίτι.

Γύρω στις 2 το βράδυ, ενώ όλοι κοιμόντουσαν, αποφάσισα να πάω να το δω από κοντά. Δεν ξέρω γιατί. Σαν κάτι να με τραβούσε.

Ο δρόμος ήταν άδειος. Το φως από το κερί που είχα κρατήσει από την Ανάσταση είχε σχεδόν σβήσει.

Όταν έφτασα… η πόρτα του σπιτιού ήταν ανοιχτή.

Και τότε το άκουσα ξανά.

Αυτή τη φορά πιο καθαρά.

«Ήρθες…»

Δεν έπρεπε να μπω.

Αλλά μπήκα.

Μέσα μύριζε υγρασία και κάτι… παλιό. Σαν κλειστός τάφος.

Οι τοίχοι είχαν εικόνες. Όχι θρησκευτικές. Παλιές φωτογραφίες.

Και όλες… είχαν το ίδιο πρόσωπο.

Μια γυναίκα.

Σε όλες.

Σε διαφορετικές ηλικίες.

Σε διαφορετικά χρόνια.

Σαν να μην πέθαινε ποτέ.

Και τότε είδα τον καθρέφτη.

Ήταν στο τέλος του διαδρόμου.

Πλησίασα.

Και εκεί… σταμάτησε η καρδιά μου.

Γιατί μέσα στον καθρέφτη… δεν ήμουν μόνος.

Πίσω μου στεκόταν εκείνη.

Η γυναίκα από τις φωτογραφίες.

Χλωμή. Με μαύρα μάτια. Και ένα χαμόγελο που δεν έπρεπε να υπάρχει.

Γύρισα απότομα.

Κανείς.

Ξανακοίταξα τον καθρέφτη.

Ήταν ακόμα εκεί.

Πιο κοντά.

Τότε μίλησε.

Χωρίς να ανοίξει το στόμα της.

«Κάθε Πάσχα… κάποιος πρέπει να μείνει.»

Έτρεξα. Δεν θυμάμαι πώς βγήκα από το σπίτι. Δεν θυμάμαι πώς γύρισα πίσω.

Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι όταν ξύπνησα το πρωί… η γιαγιά μου με κοιτούσε περίεργα.

Και μου είπε:

«Δεν έπρεπε να πας.»

Τη ρώτησα τι είναι αυτό το σπίτι.

Και τότε μου είπε την αλήθεια.

Παλιά, πριν δεκαετίες, ζούσε εκεί μια γυναίκα που έχασε το παιδί της τη Μεγάλη Παρασκευή. Από τότε, λένε, δεν έφυγε ποτέ από το σπίτι.

Κάθε Πάσχα… κάποιος την ακούει.

Κάποιος την ακολουθεί.

Και κάποιος… δεν επιστρέφει ποτέ.

Δεν ξαναπήγα στο χωριό.

Αλλά κάθε χρόνο… τη νύχτα της Ανάστασης…

ακούω τον ίδιο ψίθυρο.

Ακόμα κι εδώ, στο διαμέρισμά μου στη Θεσσαλονίκη.

«Ήρθες…»

Και χθες… για πρώτη φορά…

την είδα.

Στον καθρέφτη.

Πίσω μου.

Δεν νομίζω ότι θα είμαι εδώ το επόμενο Πάσχα.



🎧 Αν σου αρέσουν οι ιστορίες μας, άκου και τη μουσική μας 

👉 Bad Mood Bad Luck 


Σου άρεσε η ιστορία; Έχεις ζήσει κάτι παρόμοιο σε κάποιο χωριό της Ελλάδας; Στείλε μας τη δική σου εμπειρία!


Our Horror Stories : Ευχαριστούμε τον φίλο μας Λευτέρη για την ιστορία που μας έστειλε.