0

Το Πάσχα που δεν τελείωσε ποτέ


Δεν ξέρω αν πρέπει να το γράψω αυτό.

Αλλά κάθε Πάσχα… συμβαίνει πάλι.

Ήταν Μεγάλη Εβδομάδα του 2018. Είχα πάει στο χωριό της γιαγιάς μου, έξω από τη Νάουσα Ημαθίας, ένα μικρό μέρος χαμένο μέσα σε δάση. Από αυτά που το βράδυ δεν ακούς τίποτα… εκτός από τα δέντρα.

Τη Μεγάλη Παρασκευή πήγαμε στην περιφορά του Επιταφίου. Όλα φυσιολογικά. Κεριά, ψαλμοί, κόσμος σιωπηλός.

Κάποια στιγμή όμως, καθώς περνούσαμε από ένα παλιό, εγκαταλελειμμένο σπίτι στην άκρη του χωριού… άκουσα κάτι.

Ένα ψίθυρο.

Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν κάποιος πίσω μου. Γύρισα. Κανείς.

Μετά το ξανάκουσα.

«Μη… φύγεις…»

Το περίεργο; Δεν ερχόταν από τον δρόμο. Ερχόταν από μέσα από το σπίτι.



Ρώτησα τη γιαγιά μου τι είναι αυτό το σπίτι. Πάγωσε.

Μου είπε μόνο:

«Μην κοιτάς εκεί. Προχώρα.»

Δεν ξαναμίλησε.

Το βράδυ της Ανάστασης, όλα έμοιαζαν φυσιολογικά. Εκκλησία, “Χριστός Ανέστη”, φαγητό. Γέλια.

Μόνο που εγώ δεν μπορούσα να βγάλω από το μυαλό μου εκείνο το σπίτι.

Γύρω στις 2 το βράδυ, ενώ όλοι κοιμόντουσαν, αποφάσισα να πάω να το δω από κοντά. Δεν ξέρω γιατί. Σαν κάτι να με τραβούσε.

Ο δρόμος ήταν άδειος. Το φως από το κερί που είχα κρατήσει από την Ανάσταση είχε σχεδόν σβήσει.

Όταν έφτασα… η πόρτα του σπιτιού ήταν ανοιχτή.

Και τότε το άκουσα ξανά.

Αυτή τη φορά πιο καθαρά.

«Ήρθες…»

Δεν έπρεπε να μπω.

Αλλά μπήκα.

Μέσα μύριζε υγρασία και κάτι… παλιό. Σαν κλειστός τάφος.

Οι τοίχοι είχαν εικόνες. Όχι θρησκευτικές. Παλιές φωτογραφίες.

Και όλες… είχαν το ίδιο πρόσωπο.

Μια γυναίκα.

Σε όλες.

Σε διαφορετικές ηλικίες.

Σε διαφορετικά χρόνια.

Σαν να μην πέθαινε ποτέ.

Και τότε είδα τον καθρέφτη.

Ήταν στο τέλος του διαδρόμου.

Πλησίασα.

Και εκεί… σταμάτησε η καρδιά μου.

Γιατί μέσα στον καθρέφτη… δεν ήμουν μόνος.

Πίσω μου στεκόταν εκείνη.

Η γυναίκα από τις φωτογραφίες.

Χλωμή. Με μαύρα μάτια. Και ένα χαμόγελο που δεν έπρεπε να υπάρχει.

Γύρισα απότομα.

Κανείς.

Ξανακοίταξα τον καθρέφτη.

Ήταν ακόμα εκεί.

Πιο κοντά.

Τότε μίλησε.

Χωρίς να ανοίξει το στόμα της.

«Κάθε Πάσχα… κάποιος πρέπει να μείνει.»

Έτρεξα. Δεν θυμάμαι πώς βγήκα από το σπίτι. Δεν θυμάμαι πώς γύρισα πίσω.

Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι όταν ξύπνησα το πρωί… η γιαγιά μου με κοιτούσε περίεργα.

Και μου είπε:

«Δεν έπρεπε να πας.»

Τη ρώτησα τι είναι αυτό το σπίτι.

Και τότε μου είπε την αλήθεια.

Παλιά, πριν δεκαετίες, ζούσε εκεί μια γυναίκα που έχασε το παιδί της τη Μεγάλη Παρασκευή. Από τότε, λένε, δεν έφυγε ποτέ από το σπίτι.

Κάθε Πάσχα… κάποιος την ακούει.

Κάποιος την ακολουθεί.

Και κάποιος… δεν επιστρέφει ποτέ.

Δεν ξαναπήγα στο χωριό.

Αλλά κάθε χρόνο… τη νύχτα της Ανάστασης…

ακούω τον ίδιο ψίθυρο.

Ακόμα κι εδώ, στο διαμέρισμά μου στη Θεσσαλονίκη.

«Ήρθες…»

Και χθες… για πρώτη φορά…

την είδα.

Στον καθρέφτη.

Πίσω μου.

Δεν νομίζω ότι θα είμαι εδώ το επόμενο Πάσχα.



🎧 Αν σου αρέσουν οι ιστορίες μας, άκου και τη μουσική μας 

👉 Bad Mood Bad Luck 


Σου άρεσε η ιστορία; Έχεις ζήσει κάτι παρόμοιο σε κάποιο χωριό της Ελλάδας; Στείλε μας τη δική σου εμπειρία!


Our Horror Stories : Ευχαριστούμε τον φίλο μας Λευτέρη για την ιστορία που μας έστειλε. 



0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου