Καλησπέρα.
Πριν από περίπου έναν μήνα πέθανε η γιαγιά μου.
Ήταν ενενήντα δύο χρονών, οπότε δεν μπορώ να πω ότι ο θάνατός της ήταν ξαφνικός. Παρ' όλα αυτά, όσο κι αν περιμένεις κάτι τέτοιο, όταν έρχεται αφήνει ένα κενό που δεν ξέρεις τι να το κάνεις.
Το σπίτι της ήταν παλιό. Ένα διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας όπου είχε ζήσει σχεδόν εξήντα χρόνια. Μετά την κηδεία αρχίσαμε με τη μητέρα μου να ξεκαθαρίζουμε τα πράγματά της. Ρούχα. Πιάτα. Παλιές αποδείξεις.
Κουτιά γεμάτα πράγματα που κανείς δεν είχε ανοίξει εδώ και δεκαετίες.
Σε ένα συρτάρι της κρεβατοκάμαρας βρήκα έναν μεγάλο φάκελο με φωτογραφίες.
Ασπρόμαυρες οι περισσότερες. Μερικές είχαν ημερομηνίες γραμμένες πίσω με μολύβι.
1958.
1959.
1960.
Υπήρχαν φωτογραφίες της γιαγιάς μου μικρής, των γονιών της, ανθρώπων που δεν γνώριζα. Γάμοι, βαφτίσεις, γιορτές, εκδρομές. Κάθισα στο πάτωμα και άρχισα να τις κοιτάζω μία μία.
Σε μια φωτογραφία από τον γάμο της γιαγιάς μου, το 1956, πρόσεξα μια γυναίκα στο βάθος, γύρω στα τριάντα. Λεπτή, με σκούρα μαλλιά μέχρι τους ώμους. Κοιτούσε προς τον φωτογράφο χωρίς να χαμογελά. Δεν την αναγνώρισα. Άφησα τη φωτογραφία στην άκρη και συνέχισα.
Λίγο αργότερα βρήκα μία από τα γενέθλια της μητέρας μου.
1972.
Η ίδια γυναίκα ήταν εκεί. Στο βάθος. Δίπλα στην πόρτα του σαλονιού. Το ίδιο πρόσωπο. Τα ίδια μαλλιά. Περίπου η ίδια ηλικία. Σκέφτηκα ότι μάλλον ήταν κάποια συγγενής που δεν γνώριζα. Έτσι ρώτησα τη μητέρα μου.
Πήρε τη φωτογραφία στα χέρια της. «Δεν ξέρω ποια είναι», είπε. Της έδειξα και τη φωτογραφία του γάμου. Τότε συνοφρυώθηκε. «Μπορεί να είναι φίλη της γιαγιάς σου».
Δεν ασχοληθήκαμε περισσότερο. Μέχρι που την ξαναβρήκα.
1983.
Οικογενειακή φωτογραφία σε μια ταβέρνα. Η μητέρα μου νέα. Ο πατέρας μου. Η γιαγιά. Ο παππούς. Και πίσω, σε ένα άλλο τραπέζι, η γυναίκα. Δεν είχε αλλάξει καθόλου.
Το ίδιο απόγευμα σταματήσαμε το ξεκαθάρισμα. Πήρα τις φωτογραφίες μαζί μου στο σπίτι. Τις έβαλα πάνω στο τραπέζι με σειρά.
1956.
1957.
1958.
1959.
1960.
Σε πέντε διαφορετικές φωτογραφίες, τραβηγμένες σε διαφορετικά μέρη, υπήρχε η ίδια γυναίκα. Πάντα στο βάθος. Πάντα να κοιτάζει προς τον φακό. Πάντα περίπου τριάντα χρονών.
Η μητέρα μου άρχισε να ενοχλείται όταν της το είπα. «Πέταξέ τες», μου είπε.
Εγώ όμως την επόμενη ημέρα πήγα τις φωτογραφίες σε ένα παλιό φωτογραφείο της γειτονιάς για να τις σκανάρουν σε υψηλή ανάλυση.
Ο ιδιοκτήτης ήταν ηλικιωμένος. Πρέπει να ήταν πάνω από εβδομήντα. Τις κοιτούσε μία μία όσο τις περνούσε στον υπολογιστή. Όταν έφτασε στη φωτογραφία του 1956, σταμάτησε. Έσκυψε πιο κοντά στην οθόνη. Μετά κοίταξε εμένα.
«Αυτές πού τις βρήκες;» Του είπα αλλά δεν απάντησε. Πήρε τη δεύτερη φωτογραφία. Μετά την τρίτη. Όταν τελείωσε, με ρώτησε το όνομα της γιαγιάς μου. Του το είπα. Για λίγα δευτερόλεπτα έμοιαζε σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί κάτι.
Μετά είπε: «Τη θυμάμαι».
«Ερχόταν εδώ;», ρώτησα. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Όχι η γιαγιά σου». Κοίταξε στην οθόνη τη γυναίκα. «Αυτή».
Μου είπε ότι το φωτογραφείο ανήκε παλιά στον πατέρα του. Όταν ήταν παιδί, βοηθούσε μερικές φορές στην εμφάνιση των φωτογραφιών. Θυμόταν αυτή τη γυναίκα. Όχι ποια ήταν. Αλλά θυμόταν ότι εμφανιζόταν συχνά σε φωτογραφίες ανθρώπων που δεν είχαν καμία σχέση μεταξύ τους.
Το βράδυ άνοιξα τις ψηφιοποιημένες φωτογραφίες στον υπολογιστή. Σε μεγαλύτερη ανάλυση φαινόταν καλύτερα το πρόσωπό της. Ήταν όμορφη. Συνηθισμένη. Δεν είχε τίποτα που να εξηγεί γιατί την πρόσεχες. Κι όμως, όταν την έβλεπες μία φορά, δεν μπορούσες πια να κοιτάξεις κανέναν άλλο στη φωτογραφία.
Άνοιξα την τελευταία φωτογραφία. Χριστούγεννα του 1998. Ήμουν κι εγώ μέσα. Επτά χρονών. Καθόμουν μπροστά στο χριστουγεννιάτικο δέντρο με ένα παιχνίδι στα χέρια. Οι γονείς μου πίσω. Η γιαγιά μου δίπλα μου. Και η γυναίκα στεκόταν στην πόρτα του διαδρόμου.
Έκλεισα τον υπολογιστή. Δεν ξέρω γιατί με αναστάτωσε τόσο πολύ. Ίσως επειδή μέχρι τότε ήταν απλώς ένα παράξενο πρόσωπο σε παλιές φωτογραφίες. Ξαφνικά είχε σχέση μαζί μου.
Έτρεξα κατευθείαν στη κρεβατοκάμαρα και πήρα παλιά μου άλμπουμ με φωτογραφίες μου που είχα από το παρελθόν. Άρχισα να κοιτάω μία μία τις φωτογραφίες, να ψάχνω να βρω μήπως υπάρχει σε κάποια από αυτές, αυτή η γυναίκα.
Στις παλιότερες δε βρήκα κάτι. Μέχρι που έφτασα σε φωτογραφίες από μια εκδρομή που είχαμε πάει το 2006. Σε μια φωτογραφία ήμουν εγώ με τη παρέα μου μπροστά από μια εκκλησία. Και στην άλλη πλευρά του δρόμου στεκόταν η γυναίκα. Ακριβώς ίδια. Το ίδιο πρόσωπο. Τα ίδια μαλλιά. Το ίδιο βλέμμα.
Άρχισα να ψάχνω και σε νεότερες που είχα βγάλει με το κινητό. Σε κάποιες από αυτές, πίσω από εμένα στα βάθος υπήρχε αυτή η γυναίκα.
Έχω τρομοκρατηθεί. Ξέρει κάποιος τι μπορεί να συμβαίνει; Ποια είναι αυτή η γυναίκα; Έχετε ακούσει παρόμοια ιστορία; Σας ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σας. Θα εκτιμούσα κάποια απάντηση.
Πριν φύγεις, έχουμε άλλη μία πρόταση για σένα:
Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τη φίλη μας Χρυσάνθη για την ιστορία που μας έστειλε.
Αν η ιστορία αυτή σου άφησε κάτι, ίσως αξίζει να δεις και αυτό:
Διαβάστε επίσης:

1 σχόλια:
Ο φωτογράφος δεν σου είπε περισσότερα? Αν άκουσε κι απο άλλους να ρωτάνε γι αυτή τη γυναίκα? Πολύ περίεργο. Περα απ τις φωτογραφίες υπάρχουν γεγονότα που να σε κανουν να σκεφτείς οτι ισως να συνδέονται με αυτή την γυναίκα?
Δημοσίευση σχολίου