0

Η Νυχτερινή Βάρδια

 


Όταν ήμουν φοιτητής στη Σκωτία, έκανα για μία μόνο νύχτα την καλύτερα αμειβόμενη δουλειά που είχα βρει ποτέ.  Νυχτερινός φύλακας σε νεκροτομείο. Το επόμενο πρωί παραιτήθηκα.

Ήμουν τότε είκοσι δύο χρονών και σπούδαζα στη Γλασκώβη. Τα χρήματα ήταν πάντα λίγα. Το νοίκι, οι λογαριασμοί, τα βιβλία, τα εισιτήρια. Έκανα περιστασιακές δουλειές όπου μπορούσα, αλλά ήθελα κάτι που να μη με αναγκάζει να χάνω μαθήματα.

Ένα απόγευμα βρήκα μια αγγελία.

Night Security Guard – Evening/Night Shift.

Η αμοιβή ήταν σχεδόν διπλάσια από ό,τι έδιναν οι περισσότερες αντίστοιχες δουλειές. Η μόνη λεπτομέρεια που με έκανε να σταματήσω ήταν ο χώρος εργασίας. Νεκροτομείο.

Έμεινα για λίγο να κοιτάζω την οθόνη. Δεν μου άρεσε η ιδέα, φυσικά. Αλλά σκέφτηκα ότι στην πραγματικότητα θα καθόμουν σε ένα γραφείο και θα κοιτούσα κάμερες. Τι θα μπορούσε να συμβεί; Οι νεκροί, τουλάχιστον, δεν δημιουργούν προβλήματα.

Έστειλα το βιογραφικό. Περίμενα να με καλέσουν για συνέντευξη κάποια στιγμή μέσα στην εβδομάδα. Μου απάντησαν μέσα σε είκοσι λεπτά. Το μήνυμα ήταν σύντομο. Ρωτούσαν αν μπορούσα να ξεκινήσω την ίδια νύχτα.

Αυτό έπρεπε ίσως να μου φανεί περίεργο. Αλλά τότε το μόνο που σκέφτηκα ήταν τα χρήματα.

Λίγο πριν τις έντεκα έφτασα στο κτίριο. Ήταν παλιό, χαμηλό, από σκούρα πέτρα. Βρισκόταν πίσω από ένα μεγαλύτερο νοσοκομειακό συγκρότημα, σε έναν δρόμο που εκείνη την ώρα ήταν σχεδόν άδειος. Χτύπησα το κουδούνι.

Μετά από λίγο μου άνοιξε ένας άντρας περίπου πενήντα χρονών. Ήταν ο απογευματινός φύλακας. Δεν θυμάμαι το όνομά του. Θυμάμαι όμως ότι έδειχνε πολύ χαρούμενος που με είδε. Όχι επειδή ήταν ευγενικός. Περισσότερο σαν άνθρωπος που περίμενε κάποιον για να μπορέσει επιτέλους να φύγει.

Μου έδειξε βιαστικά το γραφείο ασφαλείας. Ένα μικρό δωμάτιο με τέσσερις οθόνες, ένα τηλέφωνο, έναν βραστήρα και ένα μεγάλο μπρελόκ με κλειδιά.

Στις οθόνες φαίνονταν οι είσοδοι, οι διάδρομοι και μερικά από τα εσωτερικά δωμάτια.

Μου εξήγησε ότι οι εξωτερικές πόρτες κλείδωναν μετά τα μεσάνυχτα και ότι αν εμφανιζόταν οποιοσδήποτε, έπρεπε να καλέσω πρώτα στο τηλέφωνο που υπήρχε κολλημένο δίπλα στην οθόνη.

Μετά πήρε το παλτό του. Στην πόρτα γύρισε προς το μέρος μου.
«Ένα πράγμα μόνο», είπε.
«Τι;»
«Πρόσεχε να μη μπει κανείς μέσα.»
Χαμογέλασα.
«Εντάξει.»
Έβαλε το χέρι στο πόμολο.
Μετά πρόσθεσε:
«Και να μη βγει κανείς.»

Τον κοίταξα περίεργα. Άνοιξε την πόρτα και έφυγε.

Για τα πρώτα είκοσι λεπτά όλα ήταν φυσιολογικά. Έφτιαξα καφέ, κοίταξα λίγο τις κάμερες και προσπάθησα να συνηθίσω τη σιωπή του κτιρίου.

Κάποια στιγμή αποφάσισα να κάνω έναν γύρο.
Ήθελα να ξέρω τουλάχιστον πού βρίσκονταν οι πόρτες που έβλεπα στις οθόνες.

Ο κεντρικός διάδρομος ήταν μακρύς και φωτιζόταν από ψυχρά φώτα οροφής. Οι περισσότερες πόρτες ήταν κλειστές.

Καθώς περπατούσα, είδα έναν άντρα στο βάθος. Φορούσε λευκή ιατρική ρόμπα. Τρόμαξα λίγο, επειδή ήμουν βέβαιος ότι ο φύλακας μου είχε πει πως μετά τις έντεκα δεν θα υπήρχε άλλος στο κτίριο.

«Excuse me», του φώναξα.

Ο άντρας συνέχισε να περπατά.

«Hello?»

Τίποτα. Δεν γύρισε καν. Έστριψε σε έναν διάδρομο και χάθηκε. Υπέθεσα ότι ήταν γιατρός που είχε αργήσει. Δεν ήθελα να φανώ χαζός από την πρώτη μου κιόλας νύχτα. Συνέχισα τον γύρο.

Λίγο αργότερα έφτασα στον χώρο όπου βρίσκονταν τα σώματα. Δεν είχα σκοπό να μπω. Αλλά η πόρτα ήταν μισάνοιχτη.  Έσπρωξα λίγο. Μέσα υπήρχαν δύο φορεία. Πάνω τους βρίσκονταν δύο σώματα, καλυμμένα μέχρι πάνω με λευκά σεντόνια.

Στον απέναντι τοίχο υπήρχαν οι μεταλλικές πόρτες των ψυγείων.  Όλες κλειστές.  Στα δεξιά και στα αριστερά του χώρου υπήρχαν άλλες δύο πόρτες. Κλειστές κι αυτές.

Δεν έμεινα πολύ. Γύρισα στο γραφείο.  Πρέπει να πέρασε περίπου μισή ώρα. Καθόμουν κοιτάζοντας το κινητό μου όταν άκουσα έναν ήχο. Ένα χτύπημα.

Σήκωσα το κεφάλι. Περίμενα. Τίποτα. Μετά ξανά.  Πάλι ένα χτύπημα. Δεν ήταν στην εξώπορτα. Ακουγόταν από μέσα στο κτίριο.

Πήρα τον φακό και βγήκα στον διάδρομο. Δεν ξέρω γιατί πήγα κατευθείαν προς τον χώρο με τα σώματα. Ίσως επειδή ήξερα ήδη ότι δεν ήθελα να πάω εκεί.

Η πόρτα ήταν ανοιχτή. Μπήκα μέσα. Και σταμάτησα. Τα δύο φορεία ήταν άδεια. Τα σεντόνια βρίσκονταν ακόμη πάνω τους. Τσαλακωμένα. Αλλά τα σώματα δεν ήταν εκεί. Κοίταξα τα ψυγεία. Όλα κλειστά.

Και τότε είδα τις δύο πλαϊνές πόρτες. Ήταν και οι δύο ανοιχτές.  Δεν πλησίασα. Δεν προσπάθησα να δω τι υπήρχε πίσω τους.

Γύρισα και έτρεξα στο γραφείο ασφαλείας. Μπήκα μέσα και κλείδωσα. Το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να κοιτάξω τις κάμερες. Και εκεί άρχισα πραγματικά να φοβάμαι.

Στην κάμερα που έδειχνε τον χώρο του νεκροτομείου, τα δύο σώματα βρίσκονταν κανονικά πάνω στα φορεία. Τα σεντόνια ίσια.  Οι δύο πλαϊνές πόρτες κλειστές.

Κοίταξα τις υπόλοιπες οθόνες. Οι διάδρομοι ήταν άδειοι. Η είσοδος άδεια. Δεν υπήρχε κανείς πουθενά. Έμεινα να κοιτάζω τις οθόνες για πολλή ώρα. Δεν ήξερα ποιο από τα δύο έπρεπε να πιστέψω. Αυτό που είχα δει με τα μάτια μου;  Ή αυτό που έβλεπα τώρα στις κάμερες;

Τότε ακούστηκε χτύπημα στην πόρτα του γραφείου. Πάγωσα. Τρία ήρεμα χτυπήματα. Τοκ. Τοκ. Τοκ.

Δεν μίλησα. Μετά άκουσα μια αντρική φωνή. «Άνοιξε, σε παρακαλώ.» Ήταν ήρεμη.  Κανονική. «Έχω ξεχάσει τα κλειδιά της εξόδου μέσα.»

Δεν πλησίασα την πόρτα. «Ποιος είναι;» ρώτησα. Ακολούθησε μια μικρή παύση. «Ο γιατρός» μου απάντησε.

Σκέφτηκα αμέσως τον άντρα με τη λευκή ρόμπα και πήγα να ανοίξω αμέσως την πόρτα. Κάτι όμως μέσα μου, μου έλεγε να μη το κάνω.
Πήγα προς την οθόνη που έδειχνε τον διάδρομο ακριβώς έξω από το γραφείο. Ο διάδρομος ήταν άδειος. Δεν υπήρχε κανείς μπροστά στην πόρτα. Κοίταξα ξανά. Τίποτα.

Και τότε:
Τοκ. Τοκ. Τοκ.
Ακούστηκε το χτύπημα στην πόρτα.
«Άνοιξε, σε παρακαλώ.»

Δεν απάντησα. Στην κάμερα δεν υπήρχε κανείς. Η φωνή ξαναμίλησε. Ίδια ένταση. Ίδιος τόνος. «Έχω ξεχάσει τα κλειδιά.» Έμεινα ακίνητος.

Δεν ξέρω πόση ώρα στεκόμουν κοιτάζοντας πότε την πόρτα και πότε την οθόνη.  Δεν άνοιξα. Λίγα λεπτά αργότερα ακούστηκαν πάλι τρία χτυπήματα.  Μετά τίποτα.

Κάποια στιγμή άκουσα βήματα στον διάδρομο. Στην κάμερα ο διάδρομος παρέμενε άδειος. Αργότερα άκουσα κάτι να σέρνεται. Δεν βγήκα να δω.

Μία φορά νόμιζα ότι κάποιος δοκίμασε απαλά το πόμολο. Δεν είμαι βέβαιος. Μπορεί να ήταν η ιδέα μου. Έμεινα κλειδωμένος εκεί μέχρι να αρχίσει να ξημερώνει.

Λίγο μετά τις επτά ήρθε ο πρωινός φύλακας. Τον είδα πρώτα στην κάμερα. Περίμενα μέχρι να τον δω να ανοίγει την εξωτερική πόρτα.

Μόνο τότε ξεκλείδωσα. Με ρώτησε αν όλα πήγαν καλά.  Του είπα ότι παραιτούμαι. Γέλασε, νομίζοντας ότι κάνω πλάκα. Άφησα τα κλειδιά πάνω στο γραφείο και έφυγα.

Δεν ρώτησα ποτέ για τον γιατρό. Δεν ρώτησα ποτέ για τα δύο σώματα. Δεν ρώτησα γιατί οι κάμερες έδειχναν διαφορετικά πράγματα από αυτά που είδα. Και κυρίως δεν ρώτησα τι εννοούσε πραγματικά ο προηγούμενος φύλακας όταν μου είπε:

«Να μη βγει κανείς.»

Μερικές φορές σκέφτομαι ότι έπρεπε να είχα ζητήσει μια εξήγηση. Μετά θυμάμαι εκείνη τη νύχτα. Την άδεια οθόνη. Τα τρία χτυπήματα. Και μια φωνή ακριβώς πίσω από την πόρτα να μου λέει:

«Άνοιξε, σε παρακαλώ.»

Και χαίρομαι που δεν έμαθα ποτέ.

Πριν φύγεις πρέπει να διαβάσεις κι αυτό:

Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Αντώνη για την ιστορία που μας έστειλε.

Αν σου άρεσε η παραπάνω ιστορία τότε πρέπει να διαβάσεις κι αυτό:


Διαβάστε επίσης: 






To Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com για να την δημοσιεύσουμε.













0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου