Αυτό συνέβη πριν από μερικά χρόνια, όταν πήγα να μείνω για λίγες μέρες με τη γιαγιά μου στο χωριό.
Δεν θα πω ποιο χωριό είναι. Όχι επειδή υπάρχει κάποιο μεγάλο μυστικό. Απλώς η γιαγιά μου ζει ακόμη εκεί και, αν ποτέ διαβάσει κάποιος από την περιοχή αυτή την ιστορία, προτιμώ να μη μάθει ότι την έγραψα.
Ήμουν τότε είκοσι τεσσάρων.
Είχα τελειώσει τις σπουδές μου, είχα αρκετό ελεύθερο χρόνο και αποφάσισα να πάω να τη δω. Ζούσε μόνη της από τότε που πέθανε ο παππούς μου, σε ένα παλιό πέτρινο σπίτι στην άκρη του χωριού.
Το σπίτι το ήξερα από παιδί. Ξύλινα πατώματα. Χοντροί τοίχοι. Χαμηλά ταβάνια. Μια μεγάλη κουζίνα με ξυλόσομπα και εκείνη τη χαρακτηριστική μυρωδιά από παλιά έπιπλα, καφέ και λιβάνι.
Το δωμάτιο όπου κοιμόμουν ήταν το παλιό δωμάτιο της μητέρας μου. Είχε ένα μονό κρεβάτι, μια ντουλάπα και δίπλα στο παράθυρο μια παλιά ξύλινη καρέκλα.
Το πρώτο βράδυ, λίγο πριν κοιμηθώ, μπήκε η γιαγιά μου στο δωμάτιο. Κοίταξε πρώτα εμένα. Μετά την καρέκλα. Το πρόσωπό της άλλαξε.
«Γιατί την άφησες έτσι;»
Την κοίταξα χωρίς να καταλαβαίνω.
«Πώς;»
Έδειξε την καρέκλα. Ήταν άδεια.
Πήρε μια ζακέτα που είχα αφήσει πάνω στο κρεβάτι και την πέταξε πάνω στην πλάτη και στο κάθισμα της καρέκλας.
«Να έχει κάτι πάνω της.»
«Γιαγιά, τι λες;»
Ίσιωσε λίγο τη ζακέτα.
«Άδεια καρέκλα τη νύχτα είναι πρόσκληση.»
Αυτό με έκανε να γελάσω περισσότερο.
«Πρόσκληση για ποιον;»
Με κοίταξε.
«Για όποιον περνά και ψάχνει να καθίσει.»
Δεν απάντησα. Ήξερα τη γιαγιά μου. Πάντα είχε τέτοιες παλιές δοξασίες. Να μην αφήνεις ψαλίδι ανοιχτό. Να μη σφυρίζεις μέσα στο σπίτι το βράδυ. Να μη γυρνάς όταν ακούσεις κάποιον να σε φωνάζει από πίσω μετά τα μεσάνυχτα. Πράγματα που είχε μάθει από τη δική της μητέρα και εκείνη από τη δική της.
«Καληνύχτα, γιαγιά.»
«Καληνύχτα.»
Πριν φύγει, κοίταξε ξανά την καρέκλα. Έκλεισε την πόρτα.
Το επόμενο βράδυ ξύπνησα γύρω στις δύο. Διψούσα. Βγήκα από το δωμάτιο και περπάτησα προς την κουζίνα.
Ένιωσα ένα περίεργο ρίγος. Δεν ξέρω γιατί.
Γύρισα στην κουζίνα, ήπια νερό και επέστρεψα στο δωμάτιό μου χωρίς να της μιλήσω. Τα έχει χάσει λίγο η γιαγιά, σκέφτηκα. Μεγάλωσε. Μένει μόνη. Όλη μέρα εκκλησία, εικόνες, προσευχές, παλιές δοξασίες.
Πήρα τη ζακέτα και την πέταξα πάνω στη βαλίτσα μου. «Βλακείες», είπα χαμηλόφωνα. Η καρέκλα έμεινε άδεια. Ξάπλωσα.
Τριιικ.
Μετά σιωπή.
Τριιικ.
Σαν κάποιος να περπατούσε στον διάδρομο. Σκέφτηκα ότι ήταν η γιαγιά.
«Γιαγιά;»
Καμία απάντηση. Τα βήματα σταμάτησαν έξω από την πόρτα μου. Περίμενα να ανοίξει. Δεν άνοιξε.
Και τότε άκουσα κάτι μέσα στο δωμάτιο. Ξύλο πάνω σε ξύλο. Γύρισα αργά το κεφάλι. Ήταν η καρέκλα. Στην αρχή νόμιζα ότι έβλεπα λάθος μέσα στο σκοτάδι. Μετά ακούστηκε ξανά.
Κρρρρ…
Η καρέκλα μετακινήθηκε. Λίγα εκατοστά. Μόνη της. Το αίμα μου πάγωσε. Έμεινα ακίνητη.
Και τότε η καρέκλα γύρισε. Όχι πολύ. Μόνο τόσο ώστε το κάθισμά της να μην κοιτάζει πια προς το παράθυρο. Κοιτούσε προς το κρεβάτι μου. Προς εμένα.
Δεν μπορούσα να φωνάξω. Δεν μπορούσα ούτε να σηκωθώ. Και τότε άκουσα τα βήματα ξανά. Μόνο που τώρα δεν βρίσκονταν στον διάδρομο.
Ήταν μέσα στο δωμάτιο.
Ένα βήμα.
Παύση.
Άλλο ένα.
Πιο κοντά.
Το στρώμα δίπλα στα πόδια μου βούλιαξε ελάχιστα. Σαν κάτι να ακούμπησε πάνω του. Ένιωσα τον αέρα στο δωμάτιο να γίνεται ξαφνικά παγωμένος. Και μαζί του ήρθε μια αίσθηση που δεν μπορώ να περιγράψω σωστά.
Δεν έβλεπα τίποτα. Αλλά ήξερα ότι κάτι βρισκόταν εκεί. Κάτι πολύ κοντά μου. Ένιωθα την παρουσία του όπως νιώθεις κάποιον όταν στέκεται πίσω σου χωρίς να τον βλέπεις. Μόνο που αυτό ήταν διαφορετικό. Δεν στεκόταν απλώς δίπλα μου. Ένιωθα σαν να προσπαθούσε να μπει μέσα μου.
Και τότε η πόρτα άνοιξε απότομα. Η γιαγιά μου στεκόταν εκεί. Φορούσε το νυχτικό της. Στο ένα χέρι κρατούσε ένα αναμμένο κερί. Στο άλλο έναν μεγάλο ξύλινο σταυρό.
Δεν κοίταξε εμένα. Κοίταξε την καρέκλα. Και άρχισε να λέει δυνατά τις ίδιες παράξενες λέξεις που την είχα ακούσει να ψιθυρίζει μπροστά στο εικονοστάσι.
Το δωμάτιο πάγωσε ακόμη περισσότερο. Η καρέκλα έτριξε. Μετά μετακινήθηκε απότομα προς τα πίσω. Σαν κάποιος να σηκώθηκε βίαια από πάνω της. Άκουσα έναν δυνατό χτύπο στον τοίχο. Το κερί της γιαγιάς έσβησε. Και όλα σταμάτησαν.
Απόλυτη σιωπή.
Η γιαγιά άναψε το φως και με κοίταξε. Πήγε στη βαλίτσα μου, πήρε τη ζακέτα και την έριξε ξανά πάνω στην καρέκλα. Μετά γύρισε προς εμένα.
«Σου είπα να μην την αφήσεις άδεια.»
Δεν της απάντησα.
Εκείνη τη νύχτα κοιμήθηκα μαζί της στο δωμάτιό της.
Το επόμενο πρωί τη ρώτησα τι ήταν αυτό που είχε μπει στο δωμάτιο. Δεν μου είπε. Συνέχισε να φτιάχνει τον καφέ της σαν να μην είχε ακούσει την ερώτηση.
«Δεν ξέρουμε τι είναι όλα όσα υπάρχουν.»
Η γιαγιά με κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα και απάντησε:
«Γιατί αν θέλει να καθίσει κάπου, καλύτερα να ξέρεις πού κάθεται.»
Δεν την ξαναρώτησα τίποτα. Έφυγα από το χωριό δύο μέρες αργότερα.
Η γιαγιά ζει ακόμη στο ίδιο σπίτι. Πηγαίνω να τη δω όσο πιο συχνά γίνεται. Και η καρέκλα βρίσκεται ακόμα δίπλα στο παράθυρο.
Δεν ξέρω αν πιστεύω όσα πίστευε εκείνη. Δεν ξέρω καν τι συνέβη πραγματικά εκείνο το βράδυ. Ξέρω μόνο ότι, από τότε, όταν κοιμάμαι σε οποιοδήποτε δωμάτιο και υπάρχει μέσα μια άδεια καρέκλα... πάντα αφήνω κάτι πάνω της.








