0

Η Άδεια Καρέκλα

 



Καλησπέρα.

Αυτό συνέβη πριν από μερικά χρόνια, όταν πήγα να μείνω για λίγες μέρες με τη γιαγιά μου στο χωριό.

Δεν θα πω ποιο χωριό είναι. Όχι επειδή υπάρχει κάποιο μεγάλο μυστικό. Απλώς η γιαγιά μου ζει ακόμη εκεί και, αν ποτέ διαβάσει κάποιος από την περιοχή αυτή την ιστορία, προτιμώ να μη μάθει ότι την έγραψα.

Ήμουν τότε είκοσι τεσσάρων.

Είχα τελειώσει τις σπουδές μου, είχα αρκετό ελεύθερο χρόνο και αποφάσισα να πάω να τη δω. Ζούσε μόνη της από τότε που πέθανε ο παππούς μου, σε ένα παλιό πέτρινο σπίτι στην άκρη του χωριού.

Το σπίτι το ήξερα από παιδί. Ξύλινα πατώματα. Χοντροί τοίχοι. Χαμηλά ταβάνια. Μια μεγάλη κουζίνα με ξυλόσομπα και εκείνη τη χαρακτηριστική μυρωδιά από παλιά έπιπλα, καφέ και λιβάνι.

Το δωμάτιο όπου κοιμόμουν ήταν το παλιό δωμάτιο της μητέρας μου. Είχε ένα μονό κρεβάτι, μια ντουλάπα και δίπλα στο παράθυρο μια παλιά ξύλινη καρέκλα.

Το πρώτο βράδυ, λίγο πριν κοιμηθώ, μπήκε η γιαγιά μου στο δωμάτιο. Κοίταξε πρώτα εμένα. Μετά την καρέκλα. Το πρόσωπό της άλλαξε.

«Γιατί την άφησες έτσι;»

Την κοίταξα χωρίς να καταλαβαίνω.

«Πώς;»

Έδειξε την καρέκλα. Ήταν άδεια. 

«Δεν αφήνουμε καρέκλα άδεια το βράδυ.»

Γέλασα.

Πήρε μια ζακέτα που είχα αφήσει πάνω στο κρεβάτι και την πέταξε πάνω στην πλάτη και στο κάθισμα της καρέκλας.

«Να έχει κάτι πάνω της.»

«Γιαγιά, τι λες;»

Ίσιωσε λίγο τη ζακέτα.

«Άδεια καρέκλα τη νύχτα είναι πρόσκληση.»

Αυτό με έκανε να γελάσω περισσότερο.

«Πρόσκληση για ποιον;»

Με κοίταξε.

«Για όποιον περνά και ψάχνει να καθίσει.»

Δεν απάντησα. Ήξερα τη γιαγιά μου. Πάντα είχε τέτοιες παλιές δοξασίες. Να μην αφήνεις ψαλίδι ανοιχτό. Να μη σφυρίζεις μέσα στο σπίτι το βράδυ. Να μη γυρνάς όταν ακούσεις κάποιον να σε φωνάζει από πίσω μετά τα μεσάνυχτα. Πράγματα που είχε μάθει από τη δική της μητέρα και εκείνη από τη δική της.

«Καληνύχτα, γιαγιά.»

«Καληνύχτα.»

Πριν φύγει, κοίταξε ξανά την καρέκλα. Έκλεισε την πόρτα.

Το επόμενο βράδυ ξύπνησα γύρω στις δύο. Διψούσα. Βγήκα από το δωμάτιο και περπάτησα προς την κουζίνα.

Καθώς περνούσα από το σαλόνι, είδα φως στο μικρό δωμάτιο όπου η γιαγιά είχε το εικονοστάσι. Σταμάτησα.

Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Μέσα έκαιγαν τρία ή τέσσερα κεριά. Η γιαγιά μου ήταν γονατισμένη μπροστά στις εικόνες. Δεν με είχε ακούσει. Στην αρχή νόμιζα ότι προσευχόταν. 

Μετά άκουσα τα λόγια. Δεν καταλάβαινα τίποτα. Δεν ήταν ελληνικά. Ή τουλάχιστον δεν έμοιαζαν με ελληνικά. Μιλούσε πολύ χαμηλά, σχεδόν ψιθυριστά, επαναλαμβάνοντας τις ίδιες φράσεις ξανά και ξανά. Κάποια στιγμή σταμάτησε και έσκυψε το κεφάλι.

Ένιωσα ένα περίεργο ρίγος. Δεν ξέρω γιατί.

Γύρισα στην κουζίνα, ήπια νερό και επέστρεψα στο δωμάτιό μου χωρίς να της μιλήσω. Τα έχει χάσει λίγο η γιαγιά, σκέφτηκα. Μεγάλωσε. Μένει μόνη. Όλη μέρα εκκλησία, εικόνες, προσευχές, παλιές δοξασίες. 

Μπήκα στο δωμάτιο. Η ζακέτα μου ήταν ακόμα πάνω στην καρέκλα. Την κοίταξα. Και χωρίς ιδιαίτερο λόγο εκνευρίστηκα. Ίσως επειδή όλη αυτή η ιστορία είχε αρχίσει να μου φαίνεται γελοία.

Πήρα τη ζακέτα και την πέταξα πάνω στη βαλίτσα μου. «Βλακείες», είπα χαμηλόφωνα. Η καρέκλα έμεινε άδεια. Ξάπλωσα.

Δεν ξέρω πόση ώρα κοιμόμουν όταν ξύπνησα από έναν θόρυβο. Βήματα. Αργά. Πάνω στο ξύλινο πάτωμα. Άνοιξα τα μάτια. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό. Άκουσα ξανά.

Τριιικ.

Μετά σιωπή.

Τριιικ.

Σαν κάποιος να περπατούσε στον διάδρομο. Σκέφτηκα ότι ήταν η γιαγιά.

«Γιαγιά;»

Καμία απάντηση. Τα βήματα σταμάτησαν έξω από την πόρτα μου. Περίμενα να ανοίξει. Δεν άνοιξε.

Και τότε άκουσα κάτι μέσα στο δωμάτιο. Ξύλο πάνω σε ξύλο. Γύρισα αργά το κεφάλι. Ήταν η καρέκλα. Στην αρχή νόμιζα ότι έβλεπα λάθος μέσα στο σκοτάδι. Μετά ακούστηκε ξανά.

Κρρρρ…

Η καρέκλα μετακινήθηκε. Λίγα εκατοστά.  Μόνη της. Το αίμα μου πάγωσε. Έμεινα ακίνητη.

Και τότε η καρέκλα γύρισε. Όχι πολύ. Μόνο τόσο ώστε το κάθισμά της να μην κοιτάζει πια προς το παράθυρο. Κοιτούσε προς το κρεβάτι μου. Προς εμένα.

Δεν μπορούσα να φωνάξω. Δεν μπορούσα ούτε να σηκωθώ. Και τότε άκουσα τα βήματα ξανά. Μόνο που τώρα δεν βρίσκονταν στον διάδρομο.

Ήταν μέσα στο δωμάτιο.

Ένα βήμα.

Παύση.

Άλλο ένα.

Πιο κοντά.

Το στρώμα δίπλα στα πόδια μου βούλιαξε ελάχιστα. Σαν κάτι να ακούμπησε πάνω του. Ένιωσα τον αέρα στο δωμάτιο να γίνεται ξαφνικά παγωμένος. Και μαζί του ήρθε μια αίσθηση που δεν μπορώ να περιγράψω σωστά.

Δεν έβλεπα τίποτα. Αλλά ήξερα ότι κάτι βρισκόταν εκεί. Κάτι πολύ κοντά μου. Ένιωθα την παρουσία του όπως νιώθεις κάποιον όταν στέκεται πίσω σου χωρίς να τον βλέπεις. Μόνο που αυτό ήταν διαφορετικό. Δεν στεκόταν απλώς δίπλα μου. Ένιωθα σαν να προσπαθούσε να μπει μέσα μου.

Η αναπνοή μου έγινε βαριά. Τα χέρια μου μούδιασαν. Για μερικά δευτερόλεπτα δεν μπορούσα να κουνήσω ούτε τα δάχτυλά μου.

Και τότε η πόρτα άνοιξε απότομα. Η γιαγιά μου στεκόταν εκεί. Φορούσε το νυχτικό της. Στο ένα χέρι κρατούσε ένα αναμμένο κερί. Στο άλλο έναν μεγάλο ξύλινο σταυρό.

Δεν κοίταξε εμένα. Κοίταξε την καρέκλα. Και άρχισε να λέει δυνατά τις ίδιες παράξενες λέξεις που την είχα ακούσει να ψιθυρίζει μπροστά στο εικονοστάσι.

Το δωμάτιο πάγωσε ακόμη περισσότερο. Η καρέκλα έτριξε. Μετά μετακινήθηκε απότομα προς τα πίσω. Σαν κάποιος να σηκώθηκε βίαια από πάνω της. Άκουσα έναν δυνατό χτύπο στον τοίχο. Το κερί της γιαγιάς έσβησε. Και όλα σταμάτησαν.

Απόλυτη σιωπή.

Η γιαγιά άναψε το φως και με κοίταξε. Πήγε στη βαλίτσα μου, πήρε τη ζακέτα και την έριξε ξανά πάνω στην καρέκλα. Μετά γύρισε προς εμένα.

«Σου είπα να μην την αφήσεις άδεια.»

Δεν της απάντησα.

Εκείνη τη νύχτα κοιμήθηκα μαζί της στο δωμάτιό της.


Το επόμενο πρωί τη ρώτησα τι ήταν αυτό που είχε μπει στο δωμάτιο. Δεν μου είπε. Συνέχισε να φτιάχνει τον καφέ της σαν να μην είχε ακούσει την ερώτηση.

Μόνο όταν σηκώθηκα από το τραπέζι είπε:

«Δεν ξέρουμε τι είναι όλα όσα υπάρχουν.»

«Τότε γιατί υπήρχε η καρέκλα μέσα στο δωμάτιο;» ρώτησα γεμάτη αγανακτισμένη περιέργεια. 

Η γιαγιά με κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα και απάντησε:

«Γιατί αν θέλει να καθίσει κάπου, καλύτερα να ξέρεις πού κάθεται.»

Δεν την ξαναρώτησα τίποτα. Έφυγα από το χωριό δύο μέρες αργότερα.

Η γιαγιά ζει ακόμη στο ίδιο σπίτι. Πηγαίνω να τη δω όσο πιο συχνά γίνεται. Και η καρέκλα βρίσκεται ακόμα δίπλα στο παράθυρο.

Δεν ξέρω αν πιστεύω όσα πίστευε εκείνη. Δεν ξέρω καν τι συνέβη πραγματικά εκείνο το βράδυ. Ξέρω μόνο ότι, από τότε, όταν κοιμάμαι σε οποιοδήποτε δωμάτιο και υπάρχει μέσα μια άδεια καρέκλα... πάντα αφήνω κάτι πάνω της.


Αν σου αρέσει η σκοτεινή ατμόσφαιρα τότε δες κι αυτό:


Γιατί δεν έχω κανέναν λόγο να το δοκιμάσω δεύτερη φορά.






Our Horror Sories: Ευχαριστούμε τη φίλη μας Νίκη για την ιστορία που μας έστειλε.



Πριν φύγεις προτείνουμε να διαβάσεις κι αυτό:



Διαβάστε επίσης:





Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com για να την δημοσιεύσουμε.



0

Μην Ανοίξεις στις 00:00

 


Καλησπέρα.

Μένω μόνος μου στον τέταρτο όροφο μιας σχετικά καινούριας πολυκατοικίας.

Το θυροτηλέφωνο έχει μικρή κάμερα στην είσοδο, οπότε όταν χτυπά κάποιος κάτω μπορώ να δω ποιος είναι πριν ανοίξω.

Πριν από λίγες μέρες, γύρω στις έντεκα και μισή το βράδυ, χτύπησε. Δεν περίμενα κανέναν.




Κοίταξα την οθόνη.

Στην αρχή η εικόνα ήταν γεμάτη παράσιτα. Μαύρες και άσπρες γραμμές. Μετά καθάρισε. Και είδα εμένα.

Στεκόμουν έξω από την πολυκατοικία. Φορούσα ακριβώς τα ίδια ρούχα που φορούσα εκείνη τη στιγμή μέσα στο σπίτι.

Για λίγα δευτερόλεπτα νόμιζα ότι είχε κολλήσει κάποια παλιά εικόνα.

Μετά ο άνθρωπος στην οθόνη σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε κατευθείαν την κάμερα. Εμένα. Και άκουσα τη φωνή μου από το θυροτηλέφωνο.

«Μην ανοίξεις την πόρτα στις δώδεκα.»

Έμεινα ακίνητος.

«Τι;»





Η εικόνα άρχισε να χαλάει ξανά. Παράσιτα.

Η φωνή μου επανέλαβε:

«Ό,τι κι αν ακούσεις. Μην ανοίξεις.»

Μετά η οθόνη μαύρισε.

Περίμενα μερικά δευτερόλεπτα. Ξανάνοιξε. Η είσοδος ήταν άδεια. Δεν υπήρχε κανείς.

Κοίταξα το ρολόι.

23:34.

Δε μπορούσα να βρω κάποια λογική εξήγηση. Το άτομο ήταν εγώ! Και η φωνή ήταν δική μου! Όχι παρόμοια. Δική μου.

Πέρασε η ώρα.

23:45.
23:52.
23:58.




Δεν ξέρω γιατί, αλλά όσο πλησίαζαν τα μεσάνυχτα τόσο περισσότερο κοιτούσα την εξώπορτα.

Στις 00:00 ακριβώς χτύπησε το κουδούνι του διαμερίσματος. Όχι το θυροτηλέφωνο. Το κουδούνι έξω από την πόρτα μου.

Πάγωσα.

Κάποιος βρισκόταν στον τέταρτο όροφο.

Πλησίασα αργά. Δεν άνοιξα. Κοίταξα από το ματάκι. Ο διάδρομος ήταν άδειος.

Περίμενα.

Τίποτα.




Μετά το κουδούνι χτύπησε ξανά. Μία φορά. Αργά. Κοίταξα πάλι. Κανείς.

Έμεινα με το μάτι κολλημένο στο ματάκι. Ο διάδρομος παρέμενε άδειος. Δεν άνοιξα. Μετά από λίγο όλα σταμάτησαν.

Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα όρθιος μπροστά στην πόρτα. Το πρωί βγήκα στον διάδρομο. Δεν υπήρχε τίποτα. Καμία ένδειξη ότι είχε σταθεί κάποιος εκεί.

Σήμερα κάθομαι στο καναπέ του σπιτιού μου κι αναρωτιέμαι τι θα κάνω αν χτυπήσει πάλι το κουδούνι; 

Εσείς τι θα κάνατε;

Αν σου αρέσει το HALLOWEEN τότε πρέπει να δεις αυτό:

Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλος μας Χρήστο για την ιστορία που μας έστειλε.

Μόνο για τους λάτρες των τρομακτικών ιστοριών:


Διαβάστε επίσης:







Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com για να την δημοσιεύσουμε.



0

Ο Άντρας στην Αποβάθρα




Καλησπέρα.

Αυτό που θα σας γράψω συνέβη το καλοκαίρι του 2013, όταν δούλευα για λίγους μήνες στη Μαδρίτη.

Ήμουν τότε τριάντα χρονών και είχα πάει στην Ισπανία για ένα επαγγελματικό πρόγραμμα. Έμενα μόνος, δεν γνώριζα πολύ κόσμο και τα Σαββατοκύριακα προσπαθούσα να ταξιδεύω όσο μπορούσα.

Εκείνη την Τετάρτη είχα κανονίσει να πάω στο Santiago de Compostela.

Είχα εισιτήριο για το απογευματινό τρένο από τον σταθμό Chamartín.

Έφτασα αρκετά νωρίς.

Θυμάμαι ότι έκανε ζέστη. Είχα αγοράσει ένα μπουκάλι νερό και καθόμουν περιμένοντας να ανακοινωθεί η επιβίβαση.

Όταν τελικά κατέβηκα στην αποβάθρα, υπήρχε ήδη αρκετός κόσμος.

Οικογένειες.

Ζευγάρια.

Άνθρωποι με βαλίτσες.

Το τρένο βρισκόταν ήδη εκεί.

Καθώς περπατούσα προς το βαγόνι μου, πρόσεξα έναν άντρα στην άλλη άκρη της αποβάθρας.

Δεν ξέρω γιατί μου τράβηξε την προσοχή.

Ήταν αρκετά μακριά.

Φορούσε σκούρο παντελόνι και ένα ανοιχτόχρωμο πουκάμισο. Πρέπει να ήταν γύρω στα πενήντα ή εξήντα.

Δεν είχε αποσκευές.

Δεν κοιτούσε το τρένο.

Κοιτούσε εμένα.

Συνέχισα να περπατάω.

Όταν ξανακοίταξα προς το μέρος του, σήκωσε το χέρι.

Στην αρχή νόμιζα ότι χαιρετούσε κάποιον πίσω μου.

Γύρισα.

Δεν υπήρχε κανείς.

Και τότε τον άκουσα να φωνάζει:

«Νίκο!»

Πάγωσα.

Δεν τον είχα ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου.

Ο άντρας έκανε μια αργή κίνηση με το κεφάλι.

Όχι.

Μετά άρχισε να κινείται προς το μέρος μου.

Δεν έτρεχε.

Περπατούσε αργά, χωρίς να παίρνει τα μάτια του από πάνω μου.

Σήκωσε ξανά το χέρι και έκανε την ίδια κίνηση.

Να μην μπω.

Δεν ξέρω γιατί, αλλά αντί να πάω προς το βαγόνι μου, άρχισα κι εγώ να περπατάω προς το μέρος του.

Ήθελα να τον ρωτήσω ένα μόνο πράγμα:

Πώς ήξερε το όνομά μου;

Όσο πλησίαζα, εκείνος έκανε μερικά βήματα προς τα πίσω.

«Señor;» του φώναξα.

Δεν απάντησε.

Προχώρησα λίγο πιο γρήγορα.

Ο άντρας απομακρύνθηκε προς το τέλος της αποβάθρας, εκεί όπου η οροφή και οι κολόνες δημιουργούσαν μια μεγάλη λωρίδα σκιάς.

Για λίγα δευτερόλεπτα τον έχασα πίσω από μία κολόνα.

Όταν έφτασα εκεί...
δεν υπήρχε κανείς.

Κοίταξα αριστερά. Δεξιά.
Τίποτα.

Δεν υπήρχε κάποια ανοιχτή πόρτα δίπλα του. Δεν υπήρχαν σκάλες. Δεν μπορούσα να καταλάβω πού είχε πάει.

Τότε άκουσα την ανακοίνωση.

Οι πόρτες έκλειναν.

Γύρισα και έτρεξα.

Ήμουν αρκετά μακριά από το βαγόνι μου.

Έφτασα τη στιγμή που οι τελευταίες πόρτες έκλειναν.

Χτύπησα το κουμπί.

Τίποτα.

Ένας υπάλληλος μου έκανε νόημα να απομακρυνθώ.

Το τρένο άρχισε να κινείται.

Έμεινα στην αποβάθρα κοιτάζοντάς το να φεύγει.

Δεν μπορώ να περιγράψω πόσο εκνευρισμένος ήμουν.

Είχα χάσει το τρένο επειδή αποφάσισα να κυνηγήσω έναν άγνωστο που μου έκανε νοήματα.

Πήγα στο εκδοτήριο για να δω αν μπορούσα να αλλάξω το εισιτήριο.

Δεν θυμάμαι πια τι μου είπαν.

Θυμάμαι μόνο ότι τελικά δεν ταξίδεψα εκείνη την ημέρα.

Γύρισα στο διαμέρισμά μου.

Το ίδιο βράδυ καθόμουν μπροστά στην τηλεόραση όταν άρχισαν να εμφανίζονται έκτακτες ειδήσεις.

Στην αρχή δεν έδωσα σημασία.

Μετά άκουσα:
Santiago de Compostela.

Σήκωσα το κεφάλι.

Ένα τρένο είχε εκτροχιαστεί λίγο πριν φτάσει στην πόλη.

Κοίταζα την τηλεόραση χωρίς να καταλαβαίνω.

Μετά εμφανίστηκε στην οθόνη ο αριθμός του δρομολογίου.

Ήταν το τρένο που είχα χάσει.

Το εισιτήριο βρισκόταν ακόμη στην τσέπη μου.

Το έβγαλα και το άφησα πάνω στο τραπέζι.

Για αρκετή ώρα δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω του.
Και τότε θυμήθηκα τον άντρα στην αποβάθρα.

Το βλέμμα του.

Το χέρι του.

Και εκείνη τη μία αργή κίνηση του κεφαλιού.

Όχι.


Αν σου αρέσει το HALLOWEEN τότε έχουμε κάτι ακόμη για εσένα:


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Νίκο για την ιστορία που μας έστειλε.

Πριν φύγεις πρέπει να δεις κι αυτό:


Διαβάστε επίσης:





Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com  ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.


0

Η Επίσκεψη

 



Αυτό που θα σας γράψω συνέβη πριν από μερικά χρόνια στην Καλαμάτα.

Ήταν αργά το βράδυ, λίγο μετά τις έντεκα. Είχα ήδη ετοιμαστεί να κοιμηθώ όταν χτύπησε το κουδούνι. Δεν περίμενα κανέναν.

Πήγα στην πόρτα και κοίταξα από το ματάκι. Ήταν η θεία μου. Έμενε στη Θεσσαλονίκη. Για μερικά δευτερόλεπτα απλώς την κοιτούσα, χωρίς να καταλαβαίνω τι έκανε εκεί.

Άνοιξα.

«Θεία; Τι κάνεις εδώ;»

Μπήκε μέσα χωρίς να πει τίποτα.

Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που μου φάνηκε περίεργο.

Η θεία μου ήταν από τους ανθρώπους που μιλούσαν ασταμάτητα. Θα μπορούσε να σου περιγράψει ολόκληρο ταξίδι πριν προλάβεις να τη ρωτήσεις πώς πέρασε. Εκείνο το βράδυ όμως δεν είπε σχεδόν τίποτα.

Έβγαλε αργά το παλτό της και κάθισε στον καναπέ. Το πρόσωπό της ήταν χλωμό.

«Καλά, πώς κι έτσι;» τη ρώτησα. «Δεν πήρες ούτε ένα τηλέφωνο.»

Με κοίταξε αλλά δεν απάντησε.

Χαμογέλασα αμήχανα.

«Ήρθες με αυτοκίνητο; Με λεωφορείο;»

Πάλι τίποτα.

Για μια στιγμή σκέφτηκα ότι κάτι είχε συμβεί.

Ίσως είχε τσακωθεί με τον θείο μου. Ίσως είχε κάποιο πρόβλημα και δεν ήθελε ακόμα να μιλήσει.

Κάθισα απέναντί της.

«Όλα καλά;»

Έγνεψε αργά με το κεφάλι.

Αλλά δεν είπε λέξη.

Δεν μου άρεσε καθόλου ο τρόπος που με κοιτούσε.

Όχι επειδή ήταν τρομακτικός.

Ήταν περισσότερο σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί το πρόσωπό μου.

Σαν να με έβλεπε μετά από πάρα πολύ καιρό.

«Θες να σου φτιάξω κάτι; Καφέ; Τσάι;»

Τότε μίλησε για πρώτη φορά.

«Νερό.»

Η φωνή της ήταν χαμηλή.

Σχεδόν ψίθυρος.

«Ναι, φυσικά.»

Σηκώθηκα και πήγα στην κουζίνα.

Άνοιξα το ψυγείο, έβγαλα ένα μπουκάλι και γέμισα ένα ποτήρι.

Πρέπει να έλειψα από το σαλόνι λιγότερο από ένα λεπτό.

Όταν επέστρεψα, ο καναπές ήταν άδειος.

«Θεία;»

Άφησα το ποτήρι στο τραπέζι.

Κοίταξα προς το μπάνιο.

Η πόρτα ήταν ανοιχτή.

Κανείς.

Πήγα στον διάδρομο.

Η εξώπορτα ήταν ανοιχτή.

Βγήκα στο κλιμακοστάσιο.

«Θεία;»

Καμία απάντηση.

Κατέβηκα μέχρι την είσοδο της πολυκατοικίας.

Ο δρόμος ήταν άδειος.

Δεν υπήρχε αυτοκίνητο.

Δεν υπήρχε ταξί.

Δεν υπήρχε κανείς να περπατά.

Άρχισα να εκνευρίζομαι.

Για ποιο λόγο να έρθει από τη Θεσσαλονίκη μέχρι την Καλαμάτα, να καθίσει πέντε λεπτά στο σπίτι μου και μετά να φύγει χωρίς να πει ούτε μια κουβέντα;

Τότε συνειδητοποίησα ότι δεν είχα το κινητό της.

Είχα αλλάξει τηλέφωνο λίγους μήνες πριν και δεν είχα περάσει τον αριθμό της.

Γύρισα μέσα και πήρα τηλέφωνο στο σταθερό του σπιτιού της στη Θεσσαλονίκη.

Χτύπησε αρκετές φορές.

Το σήκωσε ο θείος μου.

Η φωνή του ήταν περίεργη.

«Θείε, συγγνώμη που παίρνω τέτοια ώρα. Μπορείς να μου δώσεις το κινητό της θείας;»

Δεν απάντησε.

«Θείε;»

Άκουσα μόνο την αναπνοή του.

«Τι έγινε;» τον ρώτησα.

«Γιατί θέλεις το κινητό της;»

«Γιατί ήρθε πριν λίγο από εδώ και έφυγε ξαφνικά. Δεν ξέρω πού πήγε.»

Σιωπή.

Μεγάλη.

Τόσο μεγάλη που κοίταξα το κινητό για να δω αν είχε κοπεί η γραμμή.

Μετά τον άκουσα να λέει:

«Τι εννοείς ότι ήρθε από εκεί;»

«Ήταν εδώ. Στο σπίτι μου.»

Ακούστηκε σαν να πήρε βαθιά ανάσα.

Και μετά είπε κάτι που μέχρι σήμερα δεν μπορώ να ακούσω μέσα στο κεφάλι μου χωρίς να ανατριχιάσω.

«Η θεία σου πέθανε πριν από περίπου μία ώρα.»

Δεν μίλησα.

Δεν μπορούσα.

Κοίταξα τον καναπέ.

Το σημείο όπου καθόταν πριν από λίγο.

Μετά κοίταξα το τραπεζάκι.

Το ποτήρι με το νερό ήταν ακόμα εκεί.

Ο θείος μου μιλούσε στο τηλέφωνο, αλλά δεν άκουγα τι έλεγε.

Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι πριν φύγω από το σαλόνι για να πάω στην κουζίνα, η θεία μου είχε τα χέρια της ενωμένα πάνω στα γόνατά της.

Και λίγο πριν γυρίσω την πλάτη μου, μου φάνηκε ότι χαμογέλασε.

Όχι περίεργα.

Όχι τρομακτικά.

Όπως χαμογελούσε πάντα όταν ετοιμαζόταν να φύγει από το σπίτι μας.

Σαν να είχε έρθει μόνο για να με δει μία τελευταία φορά.


Επειδή ξέρουμε από ΤΡΟΜΟ δες τα καλύτερα για το HALOWEEN ΕΔΩ


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Φώτη για την ιστορία που μας έστειλε.


Φτιάξε την τέλεια ατμόσφαιρα:


Διαβάστε επίσης:

Το ασανσέρ

Η γέννηση

Μακάβριες Ιστορίες (audio book)

Μακάβριες Ιστορίες (βιβλίο)



Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com για να την δημοσιεύσουμε.









0

Η Στάση που Δεν Υπάρχει

 


Γεια σας.

Αυτό που θα σας γράψω συνέβη πριν από περίπου δεκαπέντε χρόνια, όταν έζησα για έναν χρόνο στις Βρυξέλλες.

Ήμουν τότε είκοσι επτά χρονών και δούλευα σε ένα μικρό αρχιτεκτονικό γραφείο σχετικά κοντά στο κέντρο. Έμενα αρκετά πιο έξω, σε μια ήσυχη γειτονιά με παλιές πολυκατοικίες, στενά σπίτια με ψηλά παράθυρα και μικρά καταστήματα που μέχρι να σχολάσω είχαν ήδη κατεβάσει ρολά.

Δεν είχα αυτοκίνητο. Κάθε μέρα πήγαινα κι ερχόμουν με το ίδιο λεωφορείο.

Μετά από μερικούς μήνες ήξερα τη διαδρομή σχεδόν απ' έξω. Ήξερα πού συνήθως ανέβαινε πολύς κόσμος, σε ποιο σημείο άδειαζε το λεωφορείο και πότε έπρεπε να αρχίσω να μαζεύω τα πράγματά μου για να κατέβω.

Ακόμη και χωρίς να κοιτάξω έξω, μπορούσα περίπου να καταλάβω πού βρισκόμασταν από τις στροφές.

Εκείνο το βράδυ ήταν τέλη Νοεμβρίου. Έβρεχε από το απόγευμα και είχε σκοτεινιάσει από πολύ νωρίς. Είχαμε μια προθεσμία στη δουλειά και έφυγα μετά τις έντεκα.

Θυμάμαι ότι όταν μπήκα στο λεωφορείο τα παπούτσια και το παλτό μου ήταν βρεγμένα και το μόνο που ήθελα ήταν να φτάσω σπίτι. Το λεωφορείο ήταν σχεδόν άδειο.

Μπροστά καθόταν ένας ηλικιωμένος άντρας. Πιο πίσω δύο νεαροί μιλούσαν χαμηλόφωνα μεταξύ τους. Και κάπου στις τελευταίες θέσεις θυμάμαι έναν άντρα με σκούρο παλτό. 

Κάθισα δίπλα στο παράθυρο. Οι σταγόνες πάνω στο τζάμι παραμόρφωναν τα φώτα των δρόμων και για αρκετή ώρα χάζευα έξω χωρίς πραγματικά να κοιτάζω.

Η διαδρομή ήταν κανονική. Μέχρι που κάποια στιγμή το λεωφορείο άρχισε να επιβραδύνει. Σήκωσα το κεφάλι. Δεν αναγνώρισα αμέσως το σημείο.

Έξω υπήρχαν χαμηλά παλιά κτίρια, ένας μεγάλος τοίχος και πιο πίσω κάτι που έμοιαζε με εγκαταλειμμένη αποθήκη. Ο δρόμος ήταν σκοτεινότερος από τους προηγούμενους και σχεδόν εντελώς άδειος.

Μετά είδα τη στάση. Ήταν ένα παλιό γυάλινο στέγαστρο στην άκρη του δρόμου. Μία λάμπα από πάνω του τρεμόπαιζε. Δεν περίμενε κανείς.

Το λεωφορείο σταμάτησε. Αυτό μου φάνηκε περίεργο, γιατί κανείς δεν είχε πατήσει το κουμπί. Οι πόρτες άνοιξαν. Για μερικά δευτερόλεπτα κανείς δεν κινήθηκε. Μετά ο άντρας με το σκούρο παλτό σηκώθηκε από το πίσω μέρος. Πέρασε από δίπλα μου.

Ήταν ψηλός και πολύ αδύνατος. Δεν κοίταξε ούτε τον οδηγό ούτε κανέναν από εμάς. Κατέβηκε. Οι πόρτες έκλεισαν. Το λεωφορείο ξεκίνησε ξανά.

Γύρισα και τον κοίταξα από το παράθυρο. Ο άντρας είχε μείνει κάτω από το στέγαστρο. Ακίνητος. Δεν άνοιξε ομπρέλα. Δεν άρχισε να περπατά. Απλώς στεκόταν εκεί ενώ η βροχή έπεφτε γύρω του.

Για κάποιο λόγο κοίταξα τότε την ηλεκτρονική πινακίδα πάνω από τον οδηγό. Κανονικά εμφάνιζε την επόμενη στάση. Ήταν σβηστή. Μαύρη.

Μετά από λίγα δευτερόλεπτα άναψε ξανά και εμφάνισε το όνομα της επόμενης στάσης που γνώριζα. Σκέφτηκα ότι ίσως είχε γίνει κάποια μικρή αλλαγή στη διαδρομή. Ή ότι υπήρχε εκεί κάποια στάση που, για κάποιο λόγο, τόσους μήνες δεν είχα προσέξει. Δεν το σκέφτηκα περισσότερο.

Το επόμενο πρωί όμως, πηγαίνοντας στη δουλειά, κάθισα επίτηδες στην ίδια πλευρά του λεωφορείου.

Περίμενα.

Όταν φτάσαμε περίπου στο ίδιο σημείο, κοίταξα έξω. Δεν υπήρχε στάση. Ούτε γυάλινο στέγαστρο. Ούτε λάμπα. Υπήρχε μόνο ένας παλιός τοίχος, ένας μεταλλικός φράχτης και πίσω του ένα άδειο οικόπεδο.

Σκέφτηκα ότι είχα μπερδέψει το σημείο. Το ίδιο βράδυ κοίταξα ξανά. Τίποτα.  Και την επόμενη ημέρα. Τίποτα.

Μετά από περίπου μία εβδομάδα βρήκα το θάρρος να ρωτήσω έναν οδηγό. Περίμενα μέχρι να αδειάσει σχεδόν το λεωφορείο και του περιέγραψα το σημείο. Συνοφρυώθηκε.

«Δεν υπάρχει στάση εκεί», μου είπε.

Του είπα ότι το λεωφορείο είχε σταματήσει και ότι είχε κατέβει επιβάτης.

«Πότε;»

Του είπα τη μέρα.

Έμεινε λίγο σιωπηλός.

Μετά ανασήκωσε τους ώμους.

«Ίσως ήταν κάποια προσωρινή αλλαγή.»

Αλλά το είπε σαν να μην το πίστευε ούτε ο ίδιος. Δεν ξαναρώτησα.

Πέρασαν μήνες.

Συνέχισα να χρησιμοποιώ την ίδια γραμμή σχεδόν καθημερινά και δεν ξαναείδα τη στάση. Λίγο πριν επιστρέψω οριστικά στην Ελλάδα, βρέθηκα πάλι σε εκείνο το λεωφορείο αργά το βράδυ.

Ήταν Νοέμβριος ξανά. Και έβρεχε.

Όσο πλησιάζαμε στο σημείο, άρχισα χωρίς να το θέλω να κοιτάζω έξω.

Το λεωφορείο επιβράδυνε ελαφρά. Για μια στιγμή ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Αλλά δεν σταμάτησε. Περάσαμε κανονικά. Υπήρχε μόνο ο φράχτης. Καμία στάση.

Χαμογέλασα μόνη μου.

Σκέφτηκα πόσο εύκολα το μυαλό μπορεί να πάρει μια μικρή παράξενη ανάμνηση και να την κάνει μεγαλύτερη με τον καιρό.

Μετά γύρισα και κοίταξα από το πίσω παράθυρο. Ο άντρας στεκόταν εκεί. Στην άκρη του δρόμου. Ακριβώς στο σημείο όπου θυμόμουν τη στάση. Ψηλός. Πολύ αδύνατος. Με το ίδιο σκούρο παλτό.

Δεν μπορούσα να δω καθαρά το πρόσωπό του. Κοιτούσε το λεωφορείο καθώς απομακρυνόμασταν. Και υπήρχε κάτι που με έκανε να συνεχίσω να κοιτάζω μέχρι που χάθηκε από το οπτικό μου πεδίο.

Έβρεχε δυνατά. Το πεζοδρόμιο γυάλιζε. Το νερό έτρεχε πάνω στον φράχτη και στον δρόμο.

Αλλά πάνω στον άντρα... δεν έπεφτε βροχή. Ή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε.

Δεν τον ξαναείδα. Λίγες εβδομάδες αργότερα γύρισα στην Ελλάδα. Πέρασαν περίπου δεκαπέντε χρόνια.

Τώρα θα μου πείτε γιατί σας λέω αυτή την ιστορία...

Πριν από λίγους μήνες χρειάστηκε να ταξιδέψω ξανά στις Βρυξέλλες για δουλειά. Την τελευταία μέρα είχα μερικές ώρες ελεύθερες. Δεν ξέρω γιατί το έκανα. Ίσως επειδή ήθελα επιτέλους να πείσω τον εαυτό μου ότι θυμόμουν λάθος.

Πήρα ξανά τη διαδρομή.  Η πόλη είχε αλλάξει αρκετά. Κάποια μαγαζιά που θυμόμουν δεν υπήρχαν. Κτίρια είχαν ανακαινιστεί. Σε άλλα σημεία είχαν γίνει καινούριες κατασκευές.  Αλλά όταν πλησιάσαμε εκεί, αναγνώρισα το σημείο αμέσως.

Ο παλιός φράχτης είχε φύγει. Στο οικόπεδο είχαν χτιστεί καινούρια κτίρια.  Καμία στάση. Κάθισα και κοίταξα έξω μέχρι που περάσαμε. Τίποτα.

Και τότε η ηλεκτρονική πινακίδα μέσα στο λεωφορείο έσβησε. Για δύο ή τρία δευτερόλεπτα έγινε εντελώς μαύρη. Μετά εμφανίστηκαν γράμματα. Όχι το όνομα της επόμενης στάσης. Μία μόνο λέξη.

TERMINUS

Την κοίταζα χωρίς να αναπνέω. Κανένας από τους άλλους επιβάτες δεν αντέδρασε. Δύο δευτερόλεπτα αργότερα η λέξη εξαφανίστηκε. Η κανονική επόμενη στάση εμφανίστηκε ξανά.

Κοίταξα προς τον οδηγό. Δεν φαινόταν να έχει προσέξει τίποτα. Δεν ρώτησα. Δεν προσπάθησα να καταλάβω. Κατέβηκα λίγες στάσεις αργότερα και πήρα ταξί για το ξενοδοχείο.

Μπορεί η παλιά στάση να υπήρξε πραγματικά και να την έχω μπερδέψει. Μπορεί ο άντρας να ήταν απλώς ένας συνηθισμένος επιβάτης.  Μπορεί η πινακίδα να παρουσίασε κάποιο τεχνικό πρόβλημα. Αυτές είναι οι εξηγήσεις που προτιμώ.


Επειδή ξέρουμε από ΤΡΟΜΟ δες τα καλύτερα για το HALOWEEN ΕΔΩ


Υπάρχει μόνο ένα πράγμα που δεν έχω καταφέρει να εξηγήσω. Εκείνο το πρώτο βράδυ, όταν ο άντρας σηκώθηκε για να κατέβει... δεν θυμάμαι ποτέ να τον είδα να ανεβαίνει στο λεωφορείο.

Αν σου αρέσει το halloween δες κι αυτό:

Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τη φίλη μας Βάλια για την ιστορία που μας έστειλε.

Φτιάξε την τέλεια ατμόσφαιρα:



Διαβάστε επίσης:






Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com για να την δημοσιεύσουμε.