Δεν είχα πάει στο Άγιο Όρος για πίστη.
Είχα πάει για ησυχία.
Ή τουλάχιστον αυτό έλεγα στον εαυτό μου.
Η αλήθεια είναι πως κάτι μέσα μου είχε αρχίσει να “θορυβεί” εδώ και μήνες. Ένα βάρος χωρίς όνομα. Δεν ήμουν θρησκευόμενος. Δεν προσευχόμουν. Αλλά είχα φτάσει σε ένα σημείο που ήθελα απλώς να σωπάσουν όλα.
Δεν άντεχα άλλο να σκέφτομαι.
Η δουλειά, τα λεφτά, οι αποφάσεις… όλα είχαν γίνει ένα κουβάρι στο κεφάλι μου. Και μέσα σε όλα αυτά, είχα δεχτεί μια σωτήρια πρόταση.
Καλή. Πολύ καλή.
«Μπαίνεις τώρα και σε έξι μήνες έχεις βγάλει όσα δεν έβγαλες σε χρόνια», μου είχαν πει.
Δεν είχα απαντήσει ακόμα.
Έφτασα απόγευμα. Ο καιρός βαρύς, σύννεφα χαμηλά, υγρασία που κολλούσε στο δέρμα. Ένας μοναχός με οδήγησε στο κελί μου χωρίς πολλές κουβέντες.
«Το βράδυ μην κατεβείς μόνος σου προς το μονοπάτι», μου είπε φεύγοντας.
«Έχει ομίχλη.»
Δεν έδωσα σημασία.
Το βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ.
Η σιωπή εκεί δεν είναι απουσία ήχου. Είναι κάτι άλλο. Σαν να σε ακούει.
Γύρω στις 03:14 κοίταξα το κινητό. Δεν ξέρω γιατί θυμάμαι την ώρα. Άκουσα έναν ήχο.
Όχι δυνατό. Σαν βήματα… έξω από το κελί.
Σηκώθηκα. Άνοιξα την πόρτα. Κανείς.
Αλλά το μονοπάτι προς τα κάτω — εκεί που μου είχε πει να μην πάω — φαινόταν… φωτισμένο. Όχι με φως κανονικό. Σαν κερί που δεν τρεμοπαίζει.
Δεν ξέρω γιατί κατέβηκα. Όσο προχωρούσα, η ομίχλη γινόταν πιο πυκνή. Αλλά το φως ήταν πάντα μπροστά μου. Σε σταθερή απόσταση. Σαν να με οδηγούσε.
Δεν άκουγα τίποτα πια. Ούτε φύλλα. Ούτε αέρα. Μόνο… ένα αίσθημα.Ότι δεν ήμουν μόνος.
Και τότε τον είδα. Έναν ηλικιωμένο μοναχό. Στεκόταν στο μονοπάτι, με την πλάτη γυρισμένη. Δεν τον είχα δει στη μονή.
«Πάτερ;» είπα.
Δεν γύρισε.
Σήκωσε απλώς το χέρι του… και έδειξε μπροστά.
Κοίταξα.
Και τότε… όλα άλλαξαν.
Η ομίχλη άνοιξε σαν να σκίστηκε. Και μπροστά μου δεν ήταν πια το μονοπάτι. Ήταν ένα δωμάτιο. Το είχα ξαναδεί. Το γραφείο. Οι οθόνες. Οι υπογραφές. Και αυτοί. Οι δύο άντρες που μου έκαναν την πρόταση. Αλλά τώρα… τους έβλεπα καθαρά.
Τα πρόσωπά τους δεν ήταν ανθρώπινα. Κάτι κινούνταν κάτω από το δέρμα τους. Σαν να γλιστρούσε. Τα μάτια τους… κάθετα. Σαν ερπετού.
«Έλα», είπε ο ένας.
Η φωνή του δεν ακουγόταν από το στόμα του. Σαν να ερχόταν κατευθείαν μέσα στο κεφάλι μου.
«Μια υπογραφή μόνο.»
Ο άλλος χαμογέλασε.
Στο πάτωμα… χρήματα. Στοίβες. Αλλά καθώς τα κοίταζα… άρχισαν να καίγονται. Αργά. Χωρίς φωτιά. Σαν να τα έτρωγε κάτι από μέσα.
Και γύρω τους…σκιές. Όχι σκιές κανονικές. Μορφές. Σαν φτερά. Σαν κάτι να πετούσε. Και κάθε φορά που περνούσαν από πάνω τους… τα πρόσωπα των αντρών άλλαζαν. Για ένα δευτερόλεπτο.Και δεν ήταν άνθρωποι.
Έκανα πίσω.
«Τι είναι αυτό;» είπα γυρνώντας απότομα προς τον μοναχό.
Δεν ήταν εκεί.
Πετάχτηκα από το κρεβάτι.
Ιδρωμένος. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή.
Το πρωί, με βρήκε ένας άλλος μοναχός στην αυλή. Χλωμός, άυπνος.
«Κατέβηκες κάτω, έτσι;» μου είπε.
Δεν απάντησα.
Με κοίταξε για λίγο. Και μετά είπε:
«Δεν ήσουν ο πρώτος.»
Του περιέγραψα τον μοναχό. Δεν φάνηκε έκπληκτος. Με πήγε σε ένα μικρό παρεκκλήσι. Σκοτεινό, με μυρωδιά λιβανιού. Στον τοίχο υπήρχε μια εικόνα. Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Ήταν αυτός. Ίδιο πρόσωπο. Ίδια μάτια.
«Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης.»
Δεν είπα τίποτα. Γιατί δεν είχα τίποτα να πω.
Ο μοναχός άναψε ένα κερί. Η φλόγα τρεμόπαιξε. Και μετά είπε ήρεμα:
«Το μονοπάτι δεν είναι για όλους.»
Σταμάτησε και με κοίταξε.
«Καλεί… μόνο αυτούς που πρέπει να δουν.»
«Τι να δουν;» ρώτησα.
Έσκυψε λίγο προς το μέρος μου. Και ψιθύρισε:
«Αυτό που έρχεται… πριν το κάνουν.»
Ένιωσα κάτι να “κουμπώνει” μέσα μου. Ήταν μια προειδοποίηση για το τι δεν έπρεπε να κάνω.
Δεν ξέρω αν ήταν όνειρο. Δεν ξέρω αν ήταν κάτι άλλο. Αλλά ξέρω αυτό:
Δεν με πήγε εκεί για να με σώσει. Με πήγε για να δω τι θα συνέβαινε αν δεν πρόσεχα.
Δεν απάντησα ποτέ σε εκείνη την επαγγελματική πρόταση. Δύο εβδομάδες μετά, έπεσα πάνω σε μια είδηση. Μια “εταιρεία” που υποσχόταν γρήγορα κέρδη… κατέρρευσε.
Έρευνα.
Συλλήψεις.
Κατηγορίες για απάτη.
Τα ονόματα… ίδια.
Τα πρόσωπα… όχι ακριβώς όπως τα θυμόμουν.
Αλλά τα μάτια — τα μάτια τα αναγνώρισα.
Δεν ένιωσα ανακούφιση. Μόνο ένα περίεργο βάρος.
Σαν να είχα σταθεί για μια στιγμή… ακριβώς στην άκρη ενός μονοπατιού που δεν ήταν φτιαγμένο για να γυρίσεις πίσω.
🎧 Αν σου αρέσουν οι ιστορίες μας, άκου και τη μουσική μας
Σου άρεσε η ιστορία; Έχεις ζήσει κάτι παρόμοιο; Στείλε μας τη δική σου εμπειρία στο Our Horror Stories.
Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Σταύρο για την ιστορία που μας έστειλε

3 σχόλια:
Πολύ καλη
Ο Θεός σε προσεχει
Παραμύθια
Δημοσίευση σχολίου