Δεν είμαι από τους ανθρώπους που πιστεύουν εύκολα σε τέτοια πράγματα.
Το λέω από την αρχή, γιατί ξέρω πώς θα ακουστεί αυτό που θα σας περιγράψω. Αν μου το έλεγε κάποιος άλλος, μάλλον θα του έλεγα ότι κουράστηκε, ότι μπερδεύτηκε, ότι το μυαλό του έπαιξε παιχνίδια.
Και ίσως αυτό ακριβώς να έγινε.
Ήμουν άυπνος σχεδόν δύο μέρες. Είχα πάει για δουλειά στην Καλαμάτα και έπρεπε να γυρίσω Αθήνα την ίδια νύχτα, γιατί το επόμενο πρωί είχα ραντεβού που δεν μπορούσα να αναβάλω. Ξεκίνησα αργά, γύρω στις έντεκα και μισή. Είχα πιει δύο καφέδες, είχα φάει πρόχειρα από ένα βενζινάδικο και οδηγούσα με εκείνη την περίεργη μηχανική συγκέντρωση που έχεις όταν είσαι κουρασμένος αλλά δεν θέλεις να το παραδεχτείς.
Κάπου μετά την Τρίπολη, το GPS άρχισε να κάνει τα δικά του.
Δεν μιλάω για κάτι εντυπωσιακό. Απλώς έχασε για λίγο το σήμα, κόλλησε, ξαναβρήκε διαδρομή και μου έδειξε μια παράκαμψη. Έγραφε ότι θα γλίτωνα δεκαεπτά λεπτά.
Δεκαεπτά λεπτά στις δύο τα ξημερώματα μοιάζουν με δώρο.
Χωρίς να το πολυσκεφτώ, βγήκα από τον κεντρικό δρόμο και ακολούθησα την οδηγία.
Ο δρόμος στην αρχή ήταν κανονικός. Στενός, αλλά ασφαλτοστρωμένος. Μετά άρχισε να ανεβαίνει λίγο, να στρίβει ανάμεσα σε χαμηλά δέντρα και κάτι ξερολιθιές. Δεν υπήρχαν φώτα. Μόνο οι προβολείς του αυτοκινήτου και το μπλε φως της οθόνης του GPS.
Κοίταξα την ώρα.
02:13.
Θυμάμαι πολύ καθαρά αυτή την ώρα, γιατί τότε ήταν που το ραδιόφωνο σταμάτησε.
Όχι απότομα. Δεν έκλεισε. Απλώς γέμισε παράσιτα. Ένας ήχος χαμηλός, σαν φύσημα. Γύρισα τον διακόπτη, άλλαξα σταθμούς, τίποτα. Μόνο στατικό.
Το έκλεισα.
Και τότε είδα τις πρώτες λάμπες.
Μπροστά μου, λίγο πιο κάτω από τον δρόμο, υπήρχε ένα χωριό.
Μικρό. Δέκα, δεκαπέντε σπίτια το πολύ. Πέτρινα τα περισσότερα, με κεραμίδια και στενά μπαλκόνια. Στην αρχή ανακουφίστηκα. Σκέφτηκα ότι, αν μη τι άλλο, δεν είχα χαθεί τελείως. Το GPS έδειχνε ότι έπρεπε να περάσω μέσα από το χωριό και να συνεχίσω από την άλλη πλευρά.
Μπήκα αργά.
Το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση ήταν η ησυχία.
Ξέρω ότι τα χωριά τη νύχτα είναι ήσυχα. Αλλά αυτό δεν ήταν απλώς ησυχία. Ήταν σαν να είχε κοπεί ο ήχος από παντού. Ούτε σκύλος. Ούτε έντομο. Ούτε αέρας. Ακόμα και ο κινητήρας του αυτοκινήτου μου ακουγόταν πιο πνιχτός, σαν να οδηγούσα μέσα σε χοντρό ύφασμα.
Τα σπίτια είχαν μερικά φώτα αναμμένα. Όχι πολλά. Ένα παράθυρο εδώ, ένα άλλο πιο πέρα. Κίτρινο φως πίσω από κουρτίνες. Αλλά δεν είδα άνθρωπο. Καμία κίνηση. Καμία σκιά να περνάει.
Στην άκρη του δρόμου υπήρχε μια πινακίδα με το όνομα του χωριού.
Ήταν παλιά, σκουριασμένη, και το όνομα φαινόταν μισοσβησμένο.
Νομίζω έγραφε Άγιος Θεόκλητος.
Δεν είμαι σίγουρος. Το λέω με επιφύλαξη, γιατί ήμουν κουρασμένος και το είδα μόνο για λίγα δευτερόλεπτα.
Συνέχισα μέχρι την πλατεία.
Εκεί υπήρχε μια μικρή εκκλησία, ένα πέτρινο πηγάδι κλεισμένο με κάγκελα και ένα καφενείο στη γωνία. Το καφενείο ήταν ανοιχτό.
Αυτό ήταν το δεύτερο πράγμα που με χτύπησε άσχημα.
Όχι επειδή ήταν ανοιχτό. Υπάρχουν χωριά που τα καφενεία κρατάνε μέχρι αργά. Αλλά εδώ δεν υπήρχε κανείς. Ούτε τραπέζια έξω γεμάτα, ούτε φωνές, ούτε τηλεόραση, ούτε καρέκλες τραβηγμένες. Μόνο μια λάμπα πάνω από την πόρτα και μέσα, πίσω από το τζάμι, ένας ηλικιωμένος άντρας καθισμένος σε ένα τραπέζι.
Δεν ξέρω γιατί σταμάτησα.
Ίσως επειδή το GPS εκείνη τη στιγμή ξανακόλλησε. Ίσως επειδή ήθελα να ρωτήσω αν ο δρόμος μπροστά έβγαινε κάπου. Ίσως επειδή, όσο περίεργο κι αν ακούγεται, ένιωσα ότι ο άντρας με περίμενε.
Πάρκαρα μπροστά στην πλατεία, άφησα τη μηχανή αναμμένη και κατέβηκα.
Ο αέρας ήταν παγωμένος.
Δεν είχε κρύο εκείνη τη μέρα. Θυμάμαι ότι όταν ξεκίνησα από Καλαμάτα, είχε μια γλυκιά νυχτερινή ζέστη. Εκεί όμως, στο χωριό, ήταν σαν να είχε πέσει χειμώνας μόνο στην πλατεία.
Πλησίασα το καφενείο.
Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη.
«Καλησπέρα», είπα.
Ο ηλικιωμένος σήκωσε το κεφάλι.
Ήταν πολύ αδύνατος. Φορούσε σκούρο πουκάμισο και είχε μπροστά του ένα μικρό ποτήρι, άδειο ή σχεδόν άδειο. Δεν μου χαμογέλασε. Δεν φάνηκε καν να ξαφνιάζεται που με έβλεπε.
«Έχασες τον δρόμο;» με ρώτησε.
Η φωνή του ήταν χαμηλή. Όχι βραχνή. Χαμηλή, σαν να ερχόταν από διπλανό δωμάτιο.
«Το GPS με έφερε από εδώ», του είπα. «Βγαίνει αυτός ο δρόμος προς Αθήνα;»
Δεν απάντησε αμέσως.
Κοίταξε πρώτα πίσω μου, προς το αυτοκίνητο. Μετά κοίταξε την εκκλησία.
«Μέχρι την εκκλησία να πας», είπε. «Μετά γύρνα πίσω».
Νόμιζα ότι δεν άκουσα καλά.
«Συγγνώμη;»
«Μη συνεχίσεις μετά την εκκλησία».
Γέλασα αμήχανα.
«Γιατί; Είναι κλειστός ο δρόμος;»
Ο άντρας ακούμπησε τα χέρια του στο τραπέζι.
«Για σένα, ναι».
Εκείνη τη στιγμή ένιωσα πραγματικά άβολα. Όχι τρόμο. Όχι ακόμα. Περισσότερο εκείνη την ενστικτώδη αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά και ότι πρέπει να φύγεις πριν καταλάβεις τι είναι.
«Εντάξει», είπα. «Ευχαριστώ».
Γύρισα προς το αυτοκίνητο.
Πριν μπω, άκουσα την καρέκλα του να τρίβεται στο πάτωμα.
«Ό,τι και να δεις στον καθρέφτη», είπε πίσω μου, «μη σταματήσεις δεύτερη φορά».
Δεν γύρισα να τον κοιτάξω.
Μπήκα στο αυτοκίνητο, κλείδωσα τις πόρτες και ξεκίνησα.
Έπρεπε να κάνω αναστροφή και να φύγω από εκεί που ήρθα. Αυτό θα έκανε ένας λογικός άνθρωπος.
Αλλά το GPS εκείνη τη στιγμή ξεκόλλησε.
Η φωνή είπε καθαρά:
«Συνεχίστε ευθεία για τριακόσια μέτρα».
Και εγώ, σαν ηλίθιος, συνέχισα.
Πέρασα μπροστά από την εκκλησία. Ήταν μικρή, λευκή, με μια χαμηλή καμπάνα. Η πόρτα της ήταν κλειστή. Στα σκαλιά της υπήρχαν κάτι που έμοιαζαν με κεριά, αλλά δεν έκαιγαν. Ήταν απλώς μαύρα, λιωμένα, σαν να τα είχε σβήσει βροχή.
Μετά την εκκλησία, ο δρόμος στένεψε απότομα.
Τα σπίτια σταμάτησαν. Οι λάμπες έμειναν πίσω μου. Μπροστά υπήρχε μόνο σκοτάδι και άσφαλτος που κατέβαινε ανάμεσα σε δέντρα.
Τότε είδα κάτι στον καθρέφτη.
Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν αντανάκλαση από το φως της πλατείας.
Μετά κατάλαβα ότι ήταν άνθρωπος.
Καθόταν στο πίσω κάθισμα.
Πίσω μου.
Δεν είδα πρόσωπο. Μόνο ένα περίγραμμα. Σαν κάποιος να είχε καθίσει στη μέση, σκυφτός, με το κεφάλι γερμένο προς τα κάτω.
Πάτησα φρένο από ένστικτο.
Το αυτοκίνητο επιβράδυνε.
Και τότε θυμήθηκα τι μου είχε πει ο γέρος.
Μη σταματήσεις δεύτερη φορά.
Δεν ξέρω πώς κατάφερα να μην ακινητοποιήσω το αυτοκίνητο. Το πόδι μου έτρεμε τόσο πολύ που χτυπούσε στο πεντάλ. Πάτησα γκάζι. Δυνατά. Το αυτοκίνητο τινάχτηκε μπροστά.
Ξανακοίταξα τον καθρέφτη.
Το πίσω κάθισμα ήταν άδειο.
Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου ότι ήταν η τσάντα μου. Ένα μπουφάν. Μια σκιά. Οτιδήποτε.
Μόνο που η τσάντα μου ήταν στο κάθισμα του συνοδηγού.
Και το μπουφάν μου το φορούσα.
Ο δρόμος δεν τελείωνε.
Αυτό ήταν το χειρότερο.
Το GPS έλεγε ότι σε ενάμιση χιλιόμετρο θα έβγαινα στον κεντρικό. Οδήγησα σίγουρα πάνω από δέκα λεπτά. Με την ταχύτητα που πήγαινα, θα έπρεπε να είχα βγει κάπου. Αντί γι’ αυτό, έβλεπα συνέχεια τις ίδιες στροφές. Το ίδιο χαμηλό τοιχάκι στα δεξιά. Το ίδιο γέρικο δέντρο στην αριστερή πλευρά.
Και κάθε τόσο, στον καθρέφτη, έβλεπα πίσω μου φώτα.
Σαν να με ακολουθούσε άλλο αυτοκίνητο.
Μόνο που όταν κοίταζα καλύτερα, τα φώτα δεν ήταν πίσω στον δρόμο.
Ήταν μέσα στο χωριό.
Μα το χωριό έπρεπε να έχει μείνει χιλιόμετρα πίσω.
Το ραδιόφωνο άνοιξε μόνο του.
Δεν ξέρω αν πάτησα κάτι πάνω στον πανικό μου. Μπορεί. Δεν το αποκλείω. Αλλά ορκίζομαι ότι τα χέρια μου ήταν στο τιμόνι.
Ακούστηκε πάλι το ίδιο στατικό.
Και μέσα από τα παράσιτα, μια φωνή.
Όχι καθαρή. Όχι σαν κανονική εκπομπή.
Σαν κάποιος να μιλούσε από πολύ μακριά.
«Δεν είναι από εδώ».
Μετά μια δεύτερη φωνή, πιο ψιλή.
«Τότε γιατί τον άφησες να περάσει;»
Έκλεισα το ραδιόφωνο με τόση δύναμη που πόνεσε το δάχτυλό μου.
Το GPS ξαφνικά σκοτείνιασε.
Η οθόνη έγινε μαύρη.
Και αμέσως μετά άναψε πάλι, αλλά δεν έδειχνε χάρτη.
Έδειχνε μόνο μια πρόταση:
ΚΑΝΤΕ ΑΝΑΣΤΡΟΦΗ ΟΤΑΝ ΜΠΟΡΕΙΤΕ.
Η φωνή του GPS όμως είπε κάτι άλλο.
«Συνεχίστε ευθεία».
Τότε μπροστά μου είδα πάλι φώτα.
Το χωριό.
Ήμουν πίσω στην είσοδο.
Στην ίδια πινακίδα.
Στον ίδιο δρόμο.
Πάτησα φρένο και σταμάτησα στην άκρη.
Ναι. Σταμάτησα.
Ξέρω τι είπε ο γέρος. Ξέρω ότι δεν έπρεπε. Αλλά εκείνη τη στιγμή το μυαλό μου είχε κολλήσει. Δεν μπορούσα να συνεχίσω. Δεν μπορούσα ούτε να αναπνεύσω καλά.
Άνοιξα το παράθυρο για να πάρω αέρα.
Και τότε άκουσα καρέκλες.
Πολλές καρέκλες.
Να σέρνονται πάνω σε πέτρα.
Κοίταξα προς την πλατεία.
Το καφενείο ήταν γεμάτο.
Όχι έξω. Μέσα.
Πίσω από τα τζάμια, καθόντουσαν άνθρωποι σε όλα τα τραπέζια. Ακίνητοι. Γυρισμένοι προς εμένα. Δεν έβλεπα χαρακτηριστικά. Μόνο σκοτεινά πρόσωπα και λευκές αντανακλάσεις εκεί που θα έπρεπε να είναι τα μάτια.
Στο τραπέζι δίπλα στο παράθυρο καθόταν ο ηλικιωμένος.
Και απέναντί του υπήρχε μια άδεια καρέκλα.
Την κοιτούσε.
Μετά σήκωσε το χέρι και μου έκανε νόημα.
Όχι να φύγω.
Να μπω.
Αξίζει να δεις και αυτό:
Έκλεισα το παράθυρο, έβαλα πρώτη και έκανα αναστροφή τόσο άτσαλα που ανέβηκα σχεδόν πάνω στο πεζούλι. Το αυτοκίνητο χτύπησε από κάτω, κάτι ακούστηκε να γρατζουνάει, αλλά δεν με ένοιαξε.
Έφυγα από τον δρόμο από όπου είχα έρθει.
Αυτή τη φορά δεν άκουσα το GPS. Δεν κοίταξα καθρέφτη. Δεν άνοιξα ραδιόφωνο. Οδήγησα μέχρι που είδα φώτα από βενζινάδικο στον κεντρικό δρόμο.
Όταν σταμάτησα εκεί, η ώρα ήταν 02:13.
Η ίδια ώρα.
Το κινητό μου έδειχνε ότι δεν είχε περάσει ούτε λεπτό από τη στιγμή που είχα μπει στην παράκαμψη.
Κάθισα στο αυτοκίνητο αρκετή ώρα. Ένας υπάλληλος του βενζινάδικου ήρθε και με ρώτησε αν είμαι καλά. Του είπα ότι απλώς ζαλίστηκα. Δεν ήξερα τι άλλο να πω.
Το πρωί, όταν έφτασα Αθήνα, κοιμήθηκα σχεδόν δεκατέσσερις ώρες.
Όταν ξύπνησα, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να ψάξω το χωριό.
Άγιος Θεόκλητος.
Τίποτα.
Ούτε στους χάρτες, ούτε σε παλιές λίστες κοινοτήτων, ούτε σε φόρουμ με εγκαταλελειμμένα χωριά. Υπάρχουν Άγιοι με παρόμοια ονόματα, υπάρχουν χωριά με ονόματα που μοιάζουν, αλλά εκείνο το συγκεκριμένο όχι.
Σκέφτηκα ότι μπορεί να διάβασα λάθος την πινακίδα.
Άνοιξα το ιστορικό τοποθεσίας στο κινητό.
Δεν υπήρχε παράκαμψη.
Η διαδρομή έδειχνε ότι είχα μείνει στον κεντρικό δρόμο όλη την ώρα.
Αυτό κάπως με ηρέμησε. Για λίγα λεπτά.
Μέχρι που είδα τη φωτογραφία.
Δεν θυμάμαι να τράβηξα φωτογραφία. Δεν θυμάμαι να άνοιξα καν την κάμερα. Αλλά στο κινητό μου, στις 02:13, υπήρχε μία εικόνα.
Ήταν η πλατεία.
Η μικρή εκκλησία στα αριστερά. Το πηγάδι στη μέση. Το καφενείο στη γωνία, με το φως αναμμένο.
Η φωτογραφία ήταν σκοτεινή και θολή, σαν να τραβήχτηκε μέσα από τζάμι.
Ζούμαρα στο καφενείο.
Στο παράθυρο φαινόταν ο ηλικιωμένος.
Καθόταν στο ίδιο τραπέζι.
Και απέναντί του, στην άδεια καρέκλα, καθόταν κάποιος άλλος.
Εγώ.
Φορούσε το μπουφάν μου. Είχε το κεφάλι σκυμμένο. Τα χέρια ακουμπισμένα στο τραπέζι. Μπροστά του υπήρχε ένα μικρό ποτήρι.
Δεν φαινόταν καθαρά το πρόσωπο.
Αλλά ήμουν εγώ.
Έσβησα τη φωτογραφία την ίδια στιγμή.
Μετά την ξαναβρήκα στα διαγραμμένα και την έσβησα και από εκεί.
Δεν ξέρω αν έκανα καλά. Κάποιες φορές μετανιώνω που δεν την κράτησα. Άλλες φορές σκέφτομαι ότι, αν την κρατούσα, ίσως να έβρισκα κι άλλα πράγματα μέσα της.
Και αυτό με τρομάζει περισσότερο.
Έχουν περάσει οκτώ μήνες από τότε.
Το επόμενο σκοτεινό εύρημα σε περιμένει εδώ:
Δεν έχω ξαναοδηγήσει νύχτα μόνος μου σε επαρχιακό δρόμο. Όταν το GPS προτείνει παράκαμψη, την αγνοώ. Ακόμα κι αν μου λέει ότι θα γλιτώσω μισή ώρα.
Μερικές φορές, όταν είμαι πολύ κουρασμένος, ακούω στατικό από το ραδιόφωνο ενώ είναι κλειστό.
Και πριν λίγες μέρες, καθώς καθάριζα το αυτοκίνητο, βρήκα κάτι κάτω από το κάθισμα του συνοδηγού.
Ένα μικρό γυάλινο ποτήρι.
Σαν αυτά που έχουν στα παλιά καφενεία για το τσίπουρο.
Ήταν άδειο.
Σχεδόν.
Στον πάτο του είχε μείνει μια σταγόνα.
Μαύρη σαν λάδι.
Κι αν δεν θέλεις να τελειώσει εδώ η ανατριχίλα:
Διαβάστε επίσης:

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου