0

Το καταραμένο χωριό




Η ιστορία που θα σας διηγηθώ δεν συνέβη σε μένα.


Την άκουσα από τη γιαγιά μου, όταν ήμουν ακόμη παιδί. Για χρόνια πίστευα ότι ήταν ένα από εκείνα τα παραμύθια που έλεγαν παλιά οι μεγάλοι για να φοβίζουν τα παιδιά και να μην απομακρύνονται από το σπίτι μετά τη δύση του ήλιου.


Μόνο που η γιαγιά μου δεν τη διηγούνταν σαν παραμύθι.


Κάθε φορά που μιλούσε γι’ αυτήν, χαμήλωνε τη φωνή της. Τα χέρια της άρχιζαν να τρέμουν και το βλέμμα της έμενε καρφωμένο σε κάποιο σημείο πίσω μου, σαν να έβλεπε ξανά μπροστά της όσα είχαν συμβεί εκείνο το βράδυ.


Η ίδια έλεγε πως εκείνη ήταν η νύχτα που το χωριό μας το καταράστηκε ο διάβολος. 


Δεν θα σας αποκαλύψω το όνομά του. Υπάρχει ακόμη, αν και σήμερα έχουν απομείνει λιγότεροι από σαράντα μόνιμοι κάτοικοι. Τα περισσότερα σπίτια είναι εγκαταλελειμμένα και οι αυλές τους έχουν πνιγεί από αγριόχορτα. Οι νεότεροι έφυγαν για τις πόλεις και οι ηλικιωμένοι που απέμειναν αποφεύγουν να μιλούν για το παρελθόν.


Στην άκρη του χωριού υπάρχει ένα πέτρινο σπίτι με μισογκρεμισμένη σκεπή και κλειστά παντζούρια. Κανένας δεν το πλησιάζει. Ακόμη και σήμερα, όσοι περνούν από τον δρόμο μπροστά του κάνουν τον σταυρό τους και επιταχύνουν το βήμα τους.


Σε εκείνο το σπίτι έμενε κάποτε μια νεαρή γυναίκα που λεγόταν Ελένη.


Η γιαγιά μου ήταν τότε περίπου εννέα ετών και ζούσε ακριβώς δίπλα, μαζί με τους γονείς και τις δύο μεγαλύτερες αδελφές της.


Η Ελένη ήταν ανύπαντρη και έγκυος.


Σήμερα αυτό μπορεί να μη φαίνεται τόσο τρομερό. Εκείνη την εποχή, όμως, και ειδικά σε ένα μικρό χωριό, ήταν αρκετό για να κάνει τους ανθρώπους να ψιθυρίζουν μόλις την έβλεπαν. Κάποιες γυναίκες την απέφευγαν. Άλλες τη λυπούνταν. Οι περισσότερες, όμως, την κατηγορούσαν, σαν η εγκυμοσύνη της να αποτελούσε προσβολή για ολόκληρο το χωριό.


Ο πατέρας του παιδιού λεγόταν Ανέστης.


Δεν ήταν από εκεί. Είχε εμφανιστεί λίγα χρόνια νωρίτερα, όταν άρχισε να εργάζεται σε κάποια έργα έξω από την κοντινότερη πόλη. Ήταν μεγαλύτερος από την Ελένη, καλοντυμένος και πολύ πιο μορφωμένος από τους περισσότερους άντρες του χωριού.


Της είχε υποσχεθεί ότι θα την παντρευόταν πριν γεννηθεί το παιδί.


Έμενε μαζί της για δύο ή τρεις ημέρες και έπειτα εξαφανιζόταν για ολόκληρη την εβδομάδα, δήθεν λόγω της δουλειάς του. Κάποιοι έλεγαν ότι είχε γυναίκα και παιδιά στην πόλη. Άλλοι ισχυρίζονταν ότι δεν εργαζόταν εκεί όπου έλεγε και ότι κανείς δεν ήξερε από πού ερχόταν πραγματικά.


Η Ελένη δεν άκουγε κανέναν.


Περίμενε το παιδί και ήταν βέβαιη ότι, μόλις το γεννούσε, ο Ανέστης θα τη στεφανωνόταν.


Από τον έβδομο μήνα της εγκυμοσύνης, όμως, άρχισαν τα προβλήματα.


Η κοιλιά της είχε μεγαλώσει αφύσικα. Δεν ήταν στρογγυλή όπως των άλλων εγκύων. Η μια πλευρά της εξείχε περισσότερο και μερικές φορές άλλαζε σχήμα μπροστά στα μάτια όσων βρίσκονταν κοντά της.


Η Ελένη υπέφερε από δυνατούς πόνους. Έλεγε πως το παιδί δεν κλοτσούσε όπως ένα κανονικό μωρό. Ένιωθε κάτι να σέρνεται μέσα της, αργά, από τη μια πλευρά της κοιλιάς στην άλλη. Κάποιες νύχτες ξυπνούσε επειδή αισθανόταν μικρά δάχτυλα να πιέζουν το δέρμα της από μέσα.


Ο γιατρός που ερχόταν στο χωριό μία φορά την εβδομάδα την εξέτασε και είπε ότι το έμβρυο βρισκόταν σε λανθασμένη θέση. Δεν υπήρχαν τότε τα μέσα που υπάρχουν σήμερα. Της συνέστησε ξεκούραση και είπε ότι, όταν θα πλησίαζε η ώρα, έπρεπε να μεταφερθεί στην πόλη.


Η γριά μαία του χωριού είχε διαφορετική γνώμη.


Όταν ακούμπησε τα χέρια της στην κοιλιά της Ελένης, τραβήχτηκε απότομα. Δεν εξήγησε τι αισθάνθηκε. Μάζεψε βιαστικά τα πράγματά της και, προτού φύγει, είπε μόνο:


«Αυτό το παιδί δεν κάθεται λάθος. Δεν θέλει να γεννηθεί».


Αργότερα, όταν η μητέρα της γιαγιάς μου την πίεσε να μιλήσει, η μαία παραδέχτηκε κάτι ακόμη.


Είπε ότι είχε ξεγεννήσει δεκάδες γυναίκες, αλλά αυτό που κινούνταν μέσα στην Ελένη δεν της φάνηκε ανθρώπινο.


Λίγες ημέρες αργότερα άρχισαν οι εφιάλτες.


Η Ελένη έβλεπε μαύρες μορφές να στέκονται γύρω από το κρεβάτι της. Δεν είχαν πρόσωπα, μόνο βαθιές κοιλότητες εκεί όπου θα έπρεπε να βρίσκονται τα μάτια τους. Ψιθύριζαν σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινε και άπλωναν τα χέρια τους προς την κοιλιά της.


Ανάμεσά τους βρισκόταν πάντα μια ψηλότερη μορφή.


Εκείνη δεν πλησίαζε. Στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας και παρακολουθούσε τους άλλους. Η Ελένη δεν μπορούσε να δει καθαρά το πρόσωπό της, αλλά ήταν σίγουρη ότι χαμογελούσε.


Κάθε φορά που ξυπνούσε, η εξώπορτα του σπιτιού ήταν ανοιχτή.


Η Ελένη άρχισε να φοβάται να κοιμηθεί. Περνούσε τις νύχτες καθισμένη στην κουζίνα, με όλα τα λυχνάρια αναμμένα. Μερικές φορές έτρεχε στο διπλανό σπίτι και παρακαλούσε τη μητέρα της γιαγιάς μου να την αφήσει να κοιμηθεί μαζί τους.


Έλεγε ότι κάποιος περπατούσε γύρω από το σπίτι της.


Όχι όμως σαν άνθρωπος.


Άκουγε βήματα να σταματούν κάτω από το παράθυρό της και κάτι αιχμηρό να ξύνει αργά τις πέτρες του τοίχου. Το πρωί έβρισκε χώματα γύρω από το κρεβάτι της και μικρές μαύρες κηλίδες πάνω στα σεντόνια.


Ο Ανέστης έλειπε εκείνες τις ημέρες.


Η Ελένη τον περίμενε να επιστρέψει, αλλά κανείς δεν ήξερε πού βρισκόταν.


Ένα βράδυ, λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, η οικογένεια της γιαγιάς μου ξύπνησε από μια κραυγή.


Δεν έμοιαζε με κραυγή πόνου. Η γιαγιά μου έλεγε πως ήταν η φωνή ενός ανθρώπου που είχε δει κάτι το οποίο δεν θα έπρεπε να υπάρχει.


Ο πατέρας της άρπαξε το λυχνάρι και έτρεξε στο σπίτι της Ελένης. Η γυναίκα του και οι μεγαλύτερες κόρες τον ακολούθησαν. Η γιαγιά μου τούς ακολούθησε κρυφά και στάθηκε στην είσοδο.


Η εξώπορτα ήταν ορθάνοιχτη.


Υπήρχαν αίματα στον διάδρομο, στους τοίχους και μέχρι πάνω στα ξύλα της πόρτας του υπνοδωματίου.


Βρήκαν την Ελένη ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Το νυχτικό της ήταν σκισμένο και το στρώμα από κάτω της είχε ποτίσει στο αίμα. Η κοιλιά της είχε αδειάσει. Όλα έδειχναν ότι είχε γεννήσει.


Το παιδί, όμως, δεν βρισκόταν πουθενά.


Η Ελένη έκλαιγε και φώναζε ξανά και ξανά την ίδια φράση:


«Μου το πήρε. Ο δαίμονας πήρε το παιδί μου».


Η μητέρα της γιαγιάς μου προσπάθησε να την ηρεμήσει και τη ρώτησε ποιος είχε μπει στο σπίτι.


Η Ελένη άρπαξε το χέρι της τόσο δυνατά, ώστε τα νύχια της μπήκαν στο δέρμα.


«Δεν μπήκε», της είπε. «Ήταν ήδη εδώ. Τόσους μήνες ήταν εδώ».


Κανείς δεν κατάλαβε τι εννοούσε.


Έψαξαν όλο το σπίτι. Κοίταξαν κάτω από το κρεβάτι, μέσα στα μπαούλα, στην αποθήκη και στην αυλή. Δεν βρήκαν ούτε το μωρό ούτε κάποιο ίχνος που να δείχνει τι είχε συμβεί.


Τότε, ενώ όλοι βρίσκονταν ακόμη στο υπνοδωμάτιο, ακούστηκε η εξώπορτα.


Ο Ανέστης στεκόταν στο κατώφλι.


Υποτίθεται ότι βρισκόταν σε ταξίδι και κανείς δεν τον είχε δει να μπαίνει στο χωριό. Δεν κρατούσε αποσκευές. Τα παπούτσια και τα ρούχα του ήταν καθαρά, παρά τη λάσπη που υπήρχε στους δρόμους από τη δυνατή βροχή.


Όταν αντίκρισε την Ελένη, δεν έτρεξε κοντά της.


Δεν τη ρώτησε τι είχε συμβεί.


Έμεινε στην άκρη του δωματίου και την κοίταζε σιωπηλός.


Μόλις εκείνη τον είδε, άρχισε να ουρλιάζει ακόμη πιο δυνατά.


Έδειχνε προς το μέρος του και φώναζε:


«Μην τον αφήσετε να με πλησιάσει! Αυτός το έφερε μέσα μου!»


Οι άντρες του χωριού πίστεψαν ότι η Ελένη είχε χάσει τα λογικά της. Κάποιοι υποψιάστηκαν ότι είχε γεννήσει μόνη της και, μέσα στον πανικό της, είχε σκοτώσει ή κρύψει το παιδί.


Το βρέφος δεν βρέθηκε ποτέ.


Η Ελένη μεταφέρθηκε στην πόλη το επόμενο πρωί. Δεν επέστρεψε ξανά στο χωριό. Άλλοι είπαν ότι την έκλεισαν σε ίδρυμα. Άλλοι ότι πέθανε λίγους μήνες αργότερα. Η γιαγιά μου δεν έμαθε ποτέ με βεβαιότητα τι απέγινε.


Ο Ανέστης έμεινε εκείνο το βράδυ στο σπίτι.


Λίγο πριν χαράξει, η γιαγιά μου ξύπνησε από έναν επαναλαμβανόμενο ήχο. Κάποιος χτυπούσε το χώμα με φτυάρι.


Σηκώθηκε χωρίς να ξυπνήσει τους γονείς της και κοίταξε από το παράθυρο. Η βροχή είχε σταματήσει και το φεγγάρι φώτιζε την αυλή του διπλανού σπιτιού.


Ο Ανέστης βρισκόταν κάτω από τη μεγάλη συκιά.


Είχε ανοίξει έναν λάκκο και κρατούσε στην αγκαλιά του κάτι τυλιγμένο με ένα λευκό, ματωμένο πανί.


Η γιαγιά μου ήταν παιδί, αλλά ήξερε πολύ καλά τι έβλεπε.


Το δέμα είχε το μέγεθος ενός νεογέννητου.


Τη στιγμή που ο Ανέστης έσκυψε για να το βάλει στον λάκκο, το πανί άνοιξε. Ένα μικροσκοπικό χέρι φάνηκε για λίγα δευτερόλεπτα.


Δεν έμοιαζε, όμως, με χέρι ανθρώπινου μωρού.


Τα δάχτυλά του ήταν υπερβολικά μακριά και στην άκρη τους υπήρχαν λεπτά, μαύρα νύχια.


Η γιαγιά μου δεν μπόρεσε να συγκρατήσει μια κραυγή.


Ο Ανέστης σήκωσε αμέσως το κεφάλι και κοίταξε προς το παράθυρο.


Το πρόσωπό του βρισκόταν μισό μέσα στο φως και μισό στη σκιά. Η γιαγιά μου έλεγε ότι εκείνη τη στιγμή δεν έμοιαζε πια με τον άντρα που γνώριζαν.


Τα μάτια του ήταν κατάμαυρα και το στόμα του φαινόταν πολύ μεγαλύτερο απ’ όσο θα έπρεπε. Η σκιά πίσω του υψωνόταν πάνω από το σώμα του και σχημάτιζε δύο μυτερές προεξοχές στο κεφάλι.


Της χαμογέλασε.


Έπειτα ακούμπησε το δάχτυλό του στα χείλη, ζητώντας της να μη μιλήσει.


Η γιαγιά μου κρύφτηκε κάτω από τα σκεπάσματα και έμεινε εκεί μέχρι το πρωί. Όταν κατάφερε να πει στους γονείς της τι είχε δει, ο Ανέστης είχε εξαφανιστεί.


Δεν επέστρεψε ποτέ στο χωριό.


Ο πατέρας της πήγε στην αυλή του σπιτιού, αλλά το χώμα κάτω από τη συκιά ήταν λασπωμένο από τη βροχή και δεν φαινόταν να έχει σκαφτεί. Θεώρησε ότι η κόρη του είχε τρομάξει από όσα συνέβησαν και είχε δει εφιάλτη.


Χρόνια αργότερα, η γιαγιά μου έμαθε κάτι που οι μεγάλοι έκρυβαν τότε από τα παιδιά.


Η Ελένη δεν ήταν η πρώτη έγκυος που είχε ζήσει σε εκείνο το σπίτι.


Τρεις γυναίκες πριν από εκείνη είχαν χάσει τα παιδιά τους λίγο πριν γεννήσουν. Η μία είχε βρεθεί νεκρή στο κρεβάτι της. Η δεύτερη ισχυριζόταν ότι το μωρό εξαφανίστηκε μέσα από την κοιλιά της κατά τη διάρκεια της νύχτας. Η τρίτη εγκατέλειψε το χωριό χωρίς να εξηγήσει ποτέ τι της συνέβη.


Και καμία από αυτές τις εγκυμοσύνες δεν είχε αφήσει πίσω της το σώμα ενός παιδιού.


Μετά την Ελένη άρχισαν να συμβαίνουν κι άλλα.


Μέσα στα επόμενα χρόνια, πολλές γυναίκες του χωριού απέβαλαν. Δύο μωρά γεννήθηκαν νεκρά. Μια μητέρα ορκίστηκε ότι, το βράδυ πριν χάσει το παιδί της, είδε έναν ψηλό άντρα να στέκεται δίπλα στην κούνια που είχαν ετοιμάσει.


Οι κάτοικοι άρχισαν να λένε ότι το χωριό ήταν καταραμένο.


Ο ιερέας διάβασε ευχές έξω από το εγκαταλελειμμένο σπίτι, αλλά αρνήθηκε να περάσει το κατώφλι του. Λίγες ημέρες αργότερα η μεγάλη συκιά ξεράθηκε μέσα σε μία νύχτα. Όλα της τα φύλλα μαύρισαν, παρόλο που ήταν κατακαλόκαιρο.


Κανείς δεν έζησε ξανά εκεί.


Η γιαγιά μου πέθανε πριν από έξι μήνες.


Λίγο πριν από το τέλος, όταν πια δυσκολευόταν να θυμηθεί ακόμη και τα ονόματά μας, με έπιασε από το χέρι και μου είπε κάτι που δεν είχε αναφέρει ποτέ μέχρι τότε.


«Δεν ήταν μόνο ένα», ψιθύρισε. «Όταν έσκαβε, είδα κι άλλα πανιά μέσα στο χώμα».


Την περασμένη εβδομάδα επέστρεψα στο χωριό για να τακτοποιήσω κάποια πράγματα στο παλιό της σπίτι. Από το παράθυρο του παιδικού της δωματίου φαίνεται ακόμη καθαρά η αυλή της Ελένης.


Η ξεραμένη συκιά στέκεται στο ίδιο σημείο.


Κάτω από τα κλαδιά της υπάρχουν μικρά βαθουλώματα στο χώμα. Είναι το ένα δίπλα στο άλλο, σχεδόν σε σειρά. Δεν ξέρω αν υπήρχαν πάντα ή αν τώρα απλώς τα πρόσεξα επειδή θυμήθηκα την ιστορία.


Ρώτησα έναν ηλικιωμένο κάτοικο ποιος είναι σήμερα ο ιδιοκτήτης του σπιτιού.


Μόλις κατάλαβε γιατί ρωτούσα, σηκώθηκε και έφυγε χωρίς να μου απαντήσει.


Δεν ξέρω αν η γιαγιά μου είδε πράγματι έναν δαίμονα εκείνο το βράδυ. Δεν ξέρω αν ο Ανέστης ήταν ένας δολοφόνος, ένας απατεώνας ή κάτι που απλώς έμοιαζε με άνθρωπο. Ίσως η Ελένη έχασε το παιδί της και όλοι οι υπόλοιποι δημιούργησαν έναν μύθο για να κρύψουν ένα έγκλημα.


Υπάρχει μόνο ένας τρόπος να μάθω αν έλεγε την αλήθεια.


Σε λίγες ημέρες θα επιστρέψω στο χωριό. Αυτή τη φορά θα πάρω μαζί μου ένα φτυάρι.


Και όταν νυχτώσει, θα μπω στην αυλή του σπιτιού όπου τα παιδιά δεν γεννιούνταν ποτέ.


Κάτι σε οδήγησε σε αυτή την ιστορία για κάποιο λόγο:

Μόνο αν πιστεύεις


Our Horror Stories : Ευχαριστούμε την φίλη μας Κατερίνα για την ιστορία που μας έστειλε.


Αν σου άρεσε η ιστορία τότε πρέπει να διαβάσει κι αυτό:

Η Αποκάλυψη του Ιωάννη


Διαβάστε επίσης:

Γιοβάννη Λάκκος 

Το κουφάρι

Η αόρατη παρουσία 


Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.







0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου