Καλησπέρα σας.
Δεν ξέρω καν αν είναι ιστορία τρόμου ή κάτι που θα έπρεπε να πω σε γιατρό. Το σκέφτηκα πολλές φορές πριν σας στείλω αυτό το μήνυμα. Το έγραψα, το έσβησα, το ξαναέγραψα.
Αλλά από εκείνη τη μέρα έχω πάψει να εμπιστεύομαι τη μνήμη μου.
Και το χειρότερο είναι ότι, κάθε φορά που χτυπάει το τηλέφωνο και βλέπω το όνομα της γιαγιάς μου στην οθόνη, για μερικά δευτερόλεπτα δεν ξέρω τι θα ακούσω.
Η δική μου γιαγιά μένει σε ένα μικρό ορεινό χωριό των Ιωαννίνων. Δεν θέλω να πω το όνομα. Όχι επειδή φοβάμαι μήπως με αναγνωρίσει κάποιος. Αλλά επειδή, αν το γράψω, θα μοιάζει πιο αληθινό.
Και δεν είμαι σίγουρη ότι αντέχω να είναι αληθινό.
Πήγαινα εκεί από μικρή. Κάθε καλοκαίρι. Κάθε Πάσχα. Κάποιες φορές και Χριστούγεννα, όταν ο δρόμος δεν είχε κλείσει από τα χιόνια. Θυμάμαι τα πάντα. Τη στροφή πριν την πλατεία, την πέτρινη βρύση με το παγωμένο νερό, το μικρό καφενείο με τις πράσινες καρέκλες, το σπίτι της γιαγιάς μου με τα μπλε παντζούρια και την κληματαριά που σκέπαζε σχεδόν όλη την αυλή.
Η γιαγιά μου τα τελευταία χρόνια είχε αρχίσει να ξεχνάει. Στην αρχή μικρά πράγματα. Πού είχε βάλει τα κλειδιά. Αν είχε πάρει το χάπι της. Μετά άρχισε να μπερδεύει πρόσωπα. Μια φορά με φώναξε με το όνομα της μητέρας μου. Μια άλλη με ρώτησε αν είχα γυρίσει από το σχολείο, ενώ ήμουν τριάντα τεσσάρων χρονών.
Πονάει να βλέπεις έναν άνθρωπο που σε μεγάλωσε να χάνεται λίγο λίγο μέσα στο ίδιο του το μυαλό.
Εκείνο το Σάββατο αποφάσισα να πάω να τη δω. Είχα μήνες να ανέβω στο χωριό. Η μητέρα μου μού έλεγε συνέχεια ότι η γιαγιά ρωτούσε για μένα, αν και μετά από δέκα λεπτά το ξεχνούσε.
Ξεκίνησα από τα Γιάννενα λίγο μετά τις τέσσερις το απόγευμα. Ο καιρός ήταν βαρύς, από εκείνους τους ηπειρώτικους ουρανούς που μοιάζουν να κατεβαίνουν χαμηλά, σχεδόν πάνω στα έλατα. Στον δρόμο ψιλόβρεχε. Όχι αρκετά για να βάλω υαλοκαθαριστήρες συνέχεια. Ίσα ίσα για να θολώνει το τζάμι και να κάνει τα φώτα των αυτοκινήτων απέναντι να απλώνονται σαν λεκέδες.
Όσο πλησίαζα στο χωριό, ένιωθα μια περίεργη πίεση στο στήθος. Το απέδωσα στη συγκίνηση. Είχα πάντα ένα σφίξιμο όταν πήγαινα εκεί πια. Κάθε επίσκεψη στη γιαγιά έμοιαζε σαν να προσπαθούσα να κρατήσω κάτι που γλιστρούσε.
Έφτασα λίγο πριν νυχτώσει.
Η πινακίδα του χωριού ήταν εκεί. Ίδια όπως πάντα. Ξεθωριασμένη, με το όνομα γραμμένο με μαύρα γράμματα και μια παλιά τρύπα από σφαίρα ή πέτρα στην αριστερή πλευρά. Ο δρόμος ανέβαινε όπως τον θυμόμουν. Η εκκλησία φαινόταν πάνω από τις στέγες. Η πλατεία ήταν στο ίδιο σημείο.
Και όμως, από την πρώτη στιγμή, κάτι ήταν λάθος.
Δεν ήταν κάτι που μπορούσα να εξηγήσω αμέσως. Ήταν σαν να είχε αντιγράψει κάποιος το χωριό από τη μνήμη μου, αλλά να είχε κάνει μικρά λάθη.
Το καφενείο ήταν εκεί, αλλά η ταμπέλα του ήταν διαφορετική. Η βρύση στην πλατεία δεν είχε πια τη σπασμένη γωνία που θυμόμουν από παιδί. Το σπίτι του κυρίου Λάμπρου, που ήταν πάντα κλειστό από τότε που πέθανε, είχε φως στο παράθυρο. Η παλιά μονοκατοικία της οικογένειας Τσάκαλου, που θυμόμουν εγκαταλελειμμένη, είχε κουρτίνες και γλάστρες στο περβάζι.
Πιο παράξενο απ’ όλα ήταν ότι οι άνθρωποι έμοιαζαν να μένουν σε λάθος σπίτια.
Είδα την κυρία Μαρίκα να βγαίνει από το σπίτι του παπά. Την κυρία Μαρίκα που, από όσο θυμόμουν, έμενε πάντα δύο σοκάκια πιο κάτω, δίπλα στον φούρνο που είχε κλείσει πριν δεκαπέντε χρόνια. Ένας άντρας που μου θύμιζε τον γιο του μπακάλη στεκόταν στην αυλή της θείας Βάσως, αν και η θεία Βάσω είχε πεθάνει όταν ήμουν στο λύκειο και το σπίτι της είχε μείνει άδειο.
Σκέφτηκα ότι ίσως είχαν γίνει πωλήσεις. Μετακομίσεις. Αλλαγές. Δεν πήγαινα τόσο συχνά πια. Τα μέρη αλλάζουν όταν λείπεις. Οι άνθρωποι πεθαίνουν, άλλοι έρχονται, σπίτια ανοίγουν και κλείνουν.
Αλλά δεν ήταν αυτό.
Γιατί τα πρόσωπα ήταν γνώριμα. Απλώς βρίσκονταν σε λάθος θέσεις. Σαν πιόνια που κάποιος τα είχε μετακινήσει πάνω σε ένα ταμπλό και περίμενε να δω αν θα το προσέξω.
Πάρκαρα λίγο πριν το σπίτι της γιαγιάς μου. Η αυλή της φαινόταν από τον δρόμο. Η κληματαριά ήταν εκεί. Τα μπλε παντζούρια επίσης. Και η γιαγιά μου στεκόταν έξω, μπροστά στην πόρτα.
Δεν ήταν μόνη.
Μιλούσε με μια γυναίκα.
Την είδα από μακριά, μέσα από το παρμπρίζ, ενώ το αυτοκίνητο κυλούσε αργά πάνω στις πέτρες. Η γυναίκα είχε σκούρα μαλλιά μέχρι τους ώμους και φορούσε ένα γκρι παλτό. Στεκόταν με την πλάτη γυρισμένη προς εμένα, αλλά στο προφίλ, για μια στιγμή, μου φάνηκε ότι την αναγνώρισα.
Η καρδιά μου σταμάτησε.
Ήταν η Άννα.
Η Άννα ήταν η καλύτερή μου φίλη όταν περνούσα τα καλοκαίρια στο χωριό. Κοιμόμασταν η μία στο σπίτι της άλλης, κάναμε βόλτες μέχρι το ποτάμι, λέγαμε ότι όταν μεγαλώσουμε θα φύγουμε μαζί στην Αθήνα και δεν θα γυρίσουμε ποτέ. Η Άννα πέθανε στα δεκαεννιά της. Τροχαίο, στον δρόμο για τα Γιάννενα. Θυμάμαι την κηδεία. Θυμάμαι τη μητέρα της να ουρλιάζει. Θυμάμαι ότι δεν μπόρεσα να πλησιάσω το φέρετρο.
Η γυναίκα γύρισε λίγο το κεφάλι της προς το μέρος μου.
Δεν την είδα καθαρά. Ήμουν ακόμη μακριά. Το φως έπεφτε άσχημα. Η βροχή είχε γεμίσει το τζάμι μικρές σταγόνες.
Αλλά το σώμα μου την αναγνώρισε πριν προλάβει το μυαλό μου να διαφωνήσει.
Πάτησα φρένο πιο απότομα απ’ όσο έπρεπε.
Η γυναίκα σταμάτησε να μιλάει. Η γιαγιά μου κοίταξε προς το αυτοκίνητο. Η άλλη έσκυψε ελαφρά, σαν να της είπε κάτι γρήγορα, και άρχισε να απομακρύνεται προς το στενό πίσω από το σπίτι.
Βγήκα από το αμάξι.
«Άννα;» φώναξα.
Η γυναίκα δεν γύρισε.
Περπάτησε γρήγορα, αλλά όχι τρέχοντας. Σαν κάποιος που δεν θέλει να δείξει ότι φεύγει. Το γκρι παλτό χάθηκε πίσω από τη μάντρα.
Έμεινα με το χέρι πάνω στην πόρτα του αυτοκινήτου. Η γιαγιά μου με κοιτούσε από την αυλή.
«Γιαγιά;» είπα.
Δεν χαμογέλασε.
Δεν άνοιξε τα χέρια της όπως έκανε παλιά. Δεν είπε το όνομά μου. Δεν έκανε ούτε ένα βήμα προς το μέρος μου.
Με κοίταξε σαν να ήμουν μια άγνωστη που είχε σταματήσει κατά λάθος έξω από το σπίτι της.
«Ποια είσαι εσύ;» με ρώτησε.
Η φωνή της ήταν ήρεμη. Όχι φοβισμένη. Όχι μπερδεμένη. Ήρεμη.
Αυτό με τρόμαξε περισσότερο.
Πλησίασα αργά.
«Εγώ είμαι, γιαγιά. Η Ελένη.»
Τα μάτια της δεν άλλαξαν.
«Δεν ξέρω καμία Ελένη.»
Προσπάθησα να χαμογελάσω, αλλά ένιωσα το πρόσωπό μου να παγώνει.
«Η εγγονή σου είμαι. Της Μαρίας η κόρη.»
Σήκωσε λίγο το κεφάλι της. Με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω. Με εκείνο το βλέμμα των ηλικιωμένων που προσπαθούν να βρουν κάτι οικείο σε ένα πρόσωπο που τους διαφεύγει.
«Η Μαρία δεν έχει κόρη», είπε.
Ήθελα να πιστέψω ότι ήταν το αλτσχάιμερ. Ότι είχε προχωρήσει πολύ. Ότι η μητέρα μου δεν μου είχε πει πόσο άσχημα ήταν. Ότι η γιαγιά είχε πια χάσει κομμάτια ολόκληρα, όχι μόνο ονόματα.
Αλλά κάτι στον τρόπο που το είπε με έκανε να μη θέλω να ρωτήσω τίποτα άλλο.
Μπήκαμε μέσα.
Το σπίτι μύριζε όπως πάντα. Ξύλο, υγρασία, παλιές κουβέρτες, καφές και στάχτη από το τζάκι. Αυτό με ηρέμησε λίγο. Μερικά πράγματα ήταν ίδια. Το τραπεζομάντιλο με τα κεντημένα λουλούδια. Το ρολόι στον τοίχο. Η φωτογραφία του παππού μου πάνω στο σύνθετο.
Μόνο που η φωτογραφία δεν ήταν ίδια.
Ο παππούς μου στεκόταν δίπλα στη γιαγιά μου, όπως στη φωτογραφία που ήξερα. Αλλά ανάμεσά τους υπήρχε ένα κοριτσάκι.
Ένα κοριτσάκι περίπου δέκα χρονών.
Δεν ήμουν εγώ.
Στάθηκα μπροστά στη φωτογραφία και την κοίταξα. Τα μάγουλά μου άρχισαν να καίνε.
«Ποια είναι αυτή;» ρώτησα.
Η γιαγιά μου έριξε μια ματιά στη φωτογραφία.
«Η εγγονή μου.»
Ένιωσα σαν να άνοιξε το πάτωμα κάτω από τα πόδια μου.
«Πώς τη λένε;»
Η γιαγιά έμεινε σιωπηλή για λίγο.
Μετά χαμογέλασε.
«Άννα.»
Δεν θυμάμαι τι της απάντησα. Νομίζω τίποτα.
Κάθισα στο τραπέζι. Εκείνη μου έβαλε νερό χωρίς να με ρωτήσει. Μετά έβαλε φαγητό. Φασολάδα, παρόλο που θυμόμουν ότι η γιαγιά δεν έτρωγε ποτέ φασολάδα βράδυ γιατί της έπεφτε βαριά. Όλα όσα έκανε ήταν σχεδόν σωστά. Σχεδόν όπως τα θυμόμουν. Και αυτό το «σχεδόν» μου έσφιγγε το στομάχι.
Της μίλησα για τη μητέρα μου. Δεν την αναγνώριζε. Της είπα για τον πατέρα μου. Δεν ήξερε ποιος είναι. Της θύμισα το καλοκαίρι που είχα σπάσει το χέρι μου πέφτοντας από τη μουριά. Με κοίταξε ευγενικά, σαν να άκουγε ιστορία από ξένο άνθρωπο.
Κάποια στιγμή είπε:
«Μπορείς να μείνεις απόψε, αν δεν έχεις πού να πας.»
Αν δεν έχεις πού να πας.
Στο σπίτι της γιαγιάς μου.
Ήθελα να φύγω. Αλήθεια ήθελα. Αλλά είχε πια σκοτεινιάσει, έβρεχε περισσότερο, και ο δρόμος στο βουνό τη νύχτα δεν είναι αστείο.
Επίσης, μέσα μου υπήρχε ακόμη η ανόητη ελπίδα ότι το πρωί όλα θα έμοιαζαν πιο λογικά.
Έστειλα μήνυμα στη μητέρα μου, αλλά δεν έφυγε ποτέ. Δεν είχα σήμα. Αυτό δεν ήταν περίεργο. Στο χωριό πάντα το σήμα ερχόταν και έφευγε.
Έστειλα μήνυμα στη μητέρα μου, αλλά δεν έφυγε ποτέ. Δεν είχα σήμα. Αυτό δεν ήταν περίεργο. Στο χωριό πάντα το σήμα ερχόταν και έφευγε.
Η γιαγιά μου μού έστρωσε στο μικρό δωμάτιο δίπλα στην κουζίνα. Το δωμάτιο όπου κοιμόμουν μικρή.
Μόνο που δεν ήταν το δωμάτιό μου.
Το κρεβάτι ήταν στην απέναντι πλευρά. Το παράθυρο είχε άλλη κουρτίνα. Στον τοίχο υπήρχαν παιδικές ζωγραφιές καρφιτσωμένες με πινέζες. Ήταν κιτρινισμένες από τον χρόνο.
Πλησίασα μία.
Ήταν ένα παιδικό σχέδιο. Ένα σπίτι με μπλε παντζούρια, μια κληματαριά και τρεις φιγούρες έξω από την πόρτα. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ένα μικρό κορίτσι και μια άλλη γυναίκα με γκρι παλτό.
Στην κάτω γωνία, με παιδικά γράμματα, έγραφε:
Η γιαγιά, εγώ και η Ελένη.
Το όνομά μου.
Έμεινα να κοιτάζω το χαρτί μέχρι που τα γράμματα άρχισαν να θολώνουν. Δεν ήξερα αν ήθελα να κλάψω ή να ουρλιάξω. Έβγαλα το κινητό μου για να το φωτογραφίσω, αλλά η οθόνη δεν άνοιγε. Η μπαταρία είχε πέσει από το 48% στο μηδέν.
Ξάπλωσα χωρίς να βγάλω τα ρούχα μου.
Δεν κοιμήθηκα. Όχι ακριβώς.
Άκουγα τη βροχή στα κεραμίδια, το ρολόι στον τοίχο, το τρίξιμο του ξύλου. Κάπου μέσα στη νύχτα άκουσα και τη γιαγιά μου να μιλάει.
Στην αρχή νόμιζα ότι παραμιλούσε στον ύπνο της. Μετά άκουσα δεύτερη φωνή. Γυναικεία.
Σηκώθηκα αργά. Το σπίτι ήταν σκοτεινό, εκτός από μια λεπτή λωρίδα φωτός κάτω από την πόρτα της κουζίνας. Περπάτησα ξυπόλυτη για να μην ακουστώ. Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που φοβόμουν πως θα με προδώσει.
Στάθηκα έξω από την πόρτα.
Η φωνή της γιαγιάς μου ακουγόταν καθαρά.
«Δεν έπρεπε να έρθει.»
Η άλλη φωνή απάντησε ψιθυριστά.
«Πάντα έρχεται. Απλώς συνήθως δεν μένει.»
Ένιωσα το αίμα μου να παγώνει.
Η γιαγιά είπε:
«Δεν τη θυμάμαι.»
Η άλλη γυναίκα γέλασε σιγανά.
«Δεν χρειάζεται να τη θυμάσαι. Αρκεί να τη θυμηθεί το σπίτι.»
Έκανα ένα βήμα πίσω.
Το πάτωμα έτριξε.
Οι φωνές σταμάτησαν.
Για μερικά δευτερόλεπτα δεν ακούστηκε τίποτα. Ούτε η βροχή. Ούτε το ρολόι. Ούτε η ανάσα μου.
Μετά η γιαγιά μου είπε, δυνατά αυτή τη φορά:
«Ελένη;»
Δεν απάντησα.
Η φωνή ήρθε πιο κοντά στην πόρτα.
«Ελένη, παιδί μου, έλα μέσα. Η Άννα θέλει να σε δει.»
Πριν προλάβω να κινηθώ, η πόρτα της κουζίνας άνοιξε.
Η γιαγιά μου στεκόταν στο άνοιγμα. Πίσω της, στο τραπέζι, υπήρχαν τρία πιάτα. Τρία ποτήρια. Και απέναντι από τη θέση της γιαγιάς, μια καρέκλα τραβηγμένη προς τα πίσω, σαν κάποιος μόλις είχε σηκωθεί.
«Πού είναι;» ψιθύρισα.
Η γιαγιά χαμογέλασε.
Όχι όπως χαμογελούσε η γιαγιά μου.
«Ποια;»
Κοίταξα πίσω της.
Στο παράθυρο της κουζίνας, μέσα στο σκοτάδι και τη βροχή, είδα την αντανάκλαση μιας γυναίκας να στέκεται ακριβώς πίσω μου.
Φορούσε γκρι παλτό.
Γύρισα απότομα.
Δεν υπήρχε κανείς.
Όταν ξανακοίταξα στο τζάμι, η αντανάκλαση ήταν ακόμη εκεί.
Και αυτή τη φορά χαμογελούσε.
Δεν θυμάμαι πώς βγήκα από το σπίτι. Θυμάμαι μόνο ότι άρπαξα τα κλειδιά μου από το τραπέζι στην είσοδο και έτρεξα στην αυλή μέσα στη βροχή. Άκουσα τη γιαγιά μου να με φωνάζει, αλλά η φωνή της άλλαζε καθώς απομακρυνόμουν. Μια στιγμή ήταν γριά, σπασμένη. Την επόμενη ήταν νεανική. Την επόμενη ήταν η φωνή της Άννας.
«Μη φύγεις πάλι.»
Μπήκα στο αμάξι με τα χέρια να τρέμουν. Το κινητό μου, που πριν ήταν νεκρό, άνοιξε μόνο του στη θήκη του συνοδηγού. Η ώρα έγραφε 03:17.
Έβαλα μπροστά. Ο κινητήρας δυσκολεύτηκε, σαν να μην ήθελε να ξυπνήσει. Για μια στιγμή, μέσα από τον καθρέφτη, είδα την αυλή.
Η γιαγιά μου στεκόταν στην πόρτα.
Δίπλα της ήταν η γυναίκα με το γκρι παλτό.
Και ανάμεσά τους στεκόταν ένα κοριτσάκι δέκα χρονών.
Με κοιτούσε.
Είχε το πρόσωπό μου.
Πάτησα γκάζι.
Δεν ξέρω πώς κατέβηκα το βουνό. Δεν θυμάμαι τις στροφές. Δεν θυμάμαι αν πέρασα από την πλατεία. Θυμάμαι μόνο ότι κάποια στιγμή βρέθηκα στον κεντρικό δρόμο προς τα Γιάννενα, με τα ρούχα μου βρεγμένα, τα μαλλιά κολλημένα στο πρόσωπό μου και το στόμα μου γεμάτο γεύση αίματος, γιατί είχα δαγκώσει τα χείλη μου.
Σταμάτησα σε ένα βενζινάδικο λίγο έξω από την πόλη. Ήταν κλειστό, αλλά είχε φώτα. Κάθισα εκεί μέχρι να ξημερώσει.
Το πρωί, γύρω στις οκτώ, χτύπησε το κινητό μου.
Ήταν η γιαγιά μου.
Δεν ήθελα να το σηκώσω. Αλλά το σήκωσα.
«Έλα, γιαγιά», είπα με φωνή που δεν έμοιαζε δική μου.
Από την άλλη άκρη ακούστηκε η γιαγιά μου. Η κανονική. Η δική μου. Κουρασμένη, γλυκιά, λίγο μπερδεμένη.
«Έλα, κορίτσι μου. Τελικά δεν θα έρθεις;»
Δεν μίλησα.
«Σε περίμενα χθες», συνέχισε. «Έκανα και την πίτα που σου αρέσει. Αυτή με το πράσο. Είπα θα έρθει η Ελένη μου, να τη φάμε μαζί.»
Το χέρι μου άρχισε να τρέμει τόσο πολύ που παραλίγο να μου πέσει το κινητό.
«Γιαγιά…» ψιθύρισα. «Ήρθα.»
«Όχι, παιδάκι μου», είπε εκείνη σχεδόν γελώντας. «Πώς ήρθες; Δεν ήρθες. Όλο το βράδυ σε περίμενα. Μέχρι και τη Μαρίκα ρώτησα το πρωί αν είδε κανένα αμάξι να ανεβαίνει.»
Έκλεισα τα μάτια.
«Γιαγιά, η Άννα…»
Στην άλλη άκρη έπεσε σιωπή.
Για πρώτη φορά η γιαγιά μου δεν απάντησε αμέσως.
Μετά είπε πολύ χαμηλά:
«Ποια Άννα;»
Δεν ξέρω γιατί, αλλά δεν μπόρεσα να πω τίποτα άλλο.
Έκλεισα το τηλέφωνο.
Όταν γύρισα στο σπίτι μου, βρήκα λάσπη στα παπούτσια μου. Κανονική κόκκινη λάσπη, από εκείνη που έχει ο δρόμος έξω από το σπίτι της γιαγιάς. Στο κάθισμα του συνοδηγού υπήρχε ένα μικρό κομμάτι από ξερό φύλλο κληματαριάς.
Δεν έχω ξαναπάει στο χωριό από τότε.
Η γιαγιά μου με παίρνει ακόμη τηλέφωνο. Κάποιες μέρες με θυμάται. Κάποιες όχι. Κάποιες με φωνάζει Μαρία. Μία φορά με φώναξε Άννα και μετά έκλαψε χωρίς να ξέρει γιατί.
Η μητέρα μου λέει ότι είμαι υπερβολική. Ότι μάλλον ανέβηκα στο χωριό, τρόμαξα επειδή η γιαγιά δεν με αναγνώρισε, έπαθα κρίση πανικού και τα υπόλοιπα τα μπέρδεψε το μυαλό μου. Μπορεί να έχει δίκιο.
Θέλω να έχει δίκιο.
Δεν ξέρω τι έγινε εκείνο το βράδυ.
Δε ξέρω αν, για λίγες ώρες, μπήκα σε μια ζωή όπου εγώ ήμουν η νεκρή φίλη που κάποια άλλη νόμιζε ότι είχε χάσει.
Κάτι ακόμα για τους φίλους των creepy ιστοριών:
Our Horror Stories: Ευχαριστούμε την φίλη μας Ελένη για την ιστορία που μας έστειλε.
Ό,τι διάβασες μόλις τώρα ίσως είναι μόνο η αρχή:
Διαβάστε επίσης:
Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου