Καλησπέρα σας.
Αυτό που θα σας πω δεν είναι μια ακόμη ιστορία τρόμου. Είναι κάτι άλλο. Κάτι που δεν ξέρω πώς να το ονομάσω, γιατί κάθε φορά που προσπαθώ να το εξηγήσω, νιώθω πως το μικραίνω.
Συνέβη πριν από πολλά χρόνια, στο χωριό της μητέρας μου, ανήμερα Δεκαπενταύγουστο.
Εκείνο το καλοκαίρι δεν ήθελα να πάω πουθενά.
Ήμουν σε πολύ άσχημη κατάσταση. Είχα προβλήματα με τη δουλειά, με την οικογένειά μου, με την υγεία μου. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες. Αρκεί να σας πω ότι ένιωθα πως όλα μέσα μου είχαν μπερδευτεί. Δεν κοιμόμουν καλά. Δεν έτρωγα καλά. Είχα χάσει την υπομονή μου με όλους και κυρίως με τον εαυτό μου.
Η μητέρα μου επέμενε να πάμε στο χωριό για τον Δεκαπενταύγουστο.
«Θα σου κάνει καλό», μου έλεγε.
Εγώ δεν ήθελα. Δεν είχα διάθεση για συγγενείς, για πανηγύρια, για λειτουργίες, για ερωτήσεις του τύπου “πώς πάει η δουλειά;” και “πότε θα φτιάξεις τη ζωή σου;”. Όλα αυτά τότε μου φαίνονταν βάρος.
Τελικά πήγα, όχι επειδή το ήθελα, αλλά επειδή δεν είχα τη δύναμη να αρνηθώ άλλο.
Φτάσαμε παραμονή, αργά το απόγευμα. Το χωριό ήταν γεμάτο κόσμο. Αυτοκίνητα παντού, παιδιά στην πλατεία, ηλικιωμένες γυναίκες με μαύρα που πήγαιναν προς την εκκλησία, άντρες που έστηναν τραπέζια για το πανηγύρι. Από τα σπίτια έβγαιναν μυρωδιές από φαγητά, βασιλικό, κερί και καλοκαιρινή σκόνη.
Θυμάμαι ότι όλα αυτά με εκνεύριζαν.
Δεν ήθελα να βρίσκομαι εκεί.
Το βράδυ πήγαμε στην εκκλησία. Η μητέρα μου ήθελε να είμαστε στη λειτουργία και μετά στη λιτανεία. Εγώ στεκόμουν δίπλα της, σχεδόν αγανακτισμένος. Η εκκλησία ήταν γεμάτη, είχε ζέστη, τα κεριά έλιωναν γρήγορα, ο κόσμος στριμωχνόταν. Άκουγα τις ψαλμωδίες, αλλά το μυαλό μου ήταν αλλού.
Σκεφτόμουν όλα όσα δεν πήγαιναν καλά.
Σκεφτόμουν ότι είχα κουραστεί.
Σκεφτόμουν ότι δεν άντεχα άλλο να προσποιούμαι πως είμαι εντάξει.
Μετά ξεκίνησε η λιτανεία.
Βγήκαμε έξω, πίσω από την εικόνα. Οι καμπάνες χτυπούσαν αργά, ο κόσμος ακολουθούσε σιωπηλά, και ο δρόμος γύρω από την εκκλησία είχε γεμίσει πρόσωπα φωτισμένα από κεριά και μικρά φώτα.
Εγώ περπατούσα λίγο πιο πίσω από τη μητέρα μου, όταν κάτι τράβηξε το βλέμμα μου:
Μια γυναίκα ντυμένη στα μαύρα.
Στην αρχή δεν μου έκανε εντύπωση. Στο χωριό, ειδικά τέτοιες μέρες, πολλές γυναίκες φορούσαν μαύρα. Όμως εκείνη ήταν διαφορετική.
Δεν ήταν ακριβώς μέσα στο πλήθος. Περπατούσε λίγο πιο άκρη, σαν να ακολουθούσε τη λιτανεία αλλά ταυτόχρονα να μην ανήκε σε αυτή. Το πρόσωπό της ήταν μισοκρυμμένο από ένα μαύρο μαντήλι. Δεν ήταν καμπουριασμένη, δεν έμοιαζε αδύναμη, δεν έμοιαζε χαμένη. Στεκόταν και περπατούσε με έναν τρόπο ήρεμο, σχεδόν απόλυτο.
Σαν να ήξερε ακριβώς γιατί βρισκόταν εκεί.
Αυτό που με αναστάτωσε δεν ήταν η ίδια.
Ήταν οι άλλοι.
Κανείς δεν της έδινε σημασία.
Όχι απλώς δεν την κοιτούσαν. Ήταν σαν να μην την έβλεπαν. Πέρασε δίπλα από ανθρώπους και κανείς δεν γύρισε το κεφάλι. Ένα παιδί παραλίγο να πέσει πάνω της, αλλά η μητέρα του το τράβηξε χωρίς να κοιτάξει προς το μέρος της. Ένας ηλικιωμένος έκανε τον σταυρό του, αλλά τα μάτια του έμειναν καρφωμένα μπροστά.
Έσκυψα προς τη μητέρα μου.
«Ποια είναι αυτή;» τη ρώτησα.
«Ποια;»
«Η γυναίκα εκεί. Με τα μαύρα.»
Η μητέρα μου γύρισε, κοίταξε πρόχειρα προς τα πίσω και ξαναγύρισε μπροστά.
«Ποια καλέ; Όλες μαύρα φοράνε εδώ.»
Δεν επέμεινα.
Η λιτανεία τελείωσε στην εκκλησία. Ο κόσμος μπήκε ξανά μέσα, γιατί η λειτουργία συνεχιζόταν. Εγώ άντεξα λίγα λεπτά ακόμη. Ένιωθα πνιγμένος. Από τη ζέστη, από τον κόσμο, από τις σκέψεις μου. Είπα στη μητέρα μου ότι θα πάω λίγο μέχρι το σπίτι.
Δεν μου έδωσε πολλή σημασία. Ήταν απορροφημένη στη λειτουργία.
Βγήκα έξω.
Η πλατεία ήταν πιο σκοτεινή απ’ όσο τη θυμόμουν. Τα φώτα του πανηγυριού δεν είχαν ανάψει ακόμη όλα. Από την εκκλησία ακούγονταν οι ψαλμωδίες, αλλά όσο απομακρυνόμουν, γίνονταν πιο χαμηλές, σαν να έρχονταν από πολύ μακριά.
Πέρασα μπροστά από ένα παλιό παγκάκι στην άκρη της πλατείας.
Και εκεί την είδα ξανά.
Τη μαυροφορεμένη γυναίκα.
Καθόταν μόνη της στο σκοτάδι.
Δεν ξέρω γιατί σταμάτησα. Δεν είχα κανέναν λόγο. Θα μπορούσα απλά να συνεχίσω προς το σπίτι. Όμως κάτι με κράτησε εκεί. Δεν ήταν ακριβώς περιέργεια. Ήταν σαν να με είχε δει πριν την δω εγώ.
Πλησίασα αργά.
Εκείνη δεν σήκωσε το κεφάλι.
Στάθηκα μπροστά της και για λίγα δευτερόλεπτα δεν ήξερα τι να πω. Ένιωθα αμήχανα, σαν να πλησίαζα έναν άνθρωπο που πενθούσε.
«Θέλετε βοήθεια;» τη ρώτησα τελικά.
Η γυναίκα σήκωσε αργά το πρόσωπό της.
Δεν ήταν τόσο ηλικιωμένη όσο νόμιζα. Ή μπορεί να ήταν. Δεν μπορούσα να καταλάβω. Το πρόσωπό της έμοιαζε κουρασμένο, αλλά όχι άρρωστο. Τα μάτια της ήταν σκοτεινά, ήρεμα, και είχαν κάτι που με έκανε να θέλω να χαμηλώσω το βλέμμα.
Με κοίταξε σαν να με ήξερε.
Σαν να με περίμενε.
«Εσύ χρειάζεσαι βοήθεια από μένα», είπε.
Η φωνή της δεν ήταν δυνατή. Όμως την άκουσα καθαρά, παρόλο που από την εκκλησία συνέχιζαν να ακούγονται ψαλμωδίες.
Δεν απάντησα.
Ήθελα να πω κάτι ειρωνικό. Κάτι για να σπάσω την αμηχανία. Ήμουν τέτοιος τότε. Όταν κάτι με φόβιζε ή με άγγιζε, το κορόιδευα.
Αλλά δεν μπόρεσα.
Η γυναίκα έκανε λίγο στην άκρη, σαν να μου άφηνε χώρο στο παγκάκι.
Δεν ξέρω γιατί κάθισα.
Ακόμη και σήμερα, τόσα χρόνια μετά, δεν μπορώ να το εξηγήσω. Δεν σκέφτηκα «θα καθίσω». Δεν το αποφάσισα. Απλώς το σώμα μου υπάκουσε πριν προλάβει το μυαλό μου να αντιδράσει.
Κάθισα δίπλα της.
Για λίγη ώρα δεν μιλήσαμε.
Η πλατεία ήταν άδεια. Η εκκλησία ακουγόταν μακριά. Ένα σκυλί γάβγισε κάπου σε ένα στενό και μετά σώπασε. Ένιωθα τον αέρα ζεστό και βαρύ πάνω στο πρόσωπό μου.
Τότε η γυναίκα άπλωσε το χέρι της και έπιασε το δικό μου.
Το πρώτο που ένιωσα ήταν πόσο κρύο ήταν. Κρύο σαν νερό από πηγή, σαν πέτρα σε σκιά, σαν κάτι που δεν το είχε αγγίξει ο ήλιος για πολύ καιρό.
Και μετά άρχισα να κλαίω.
Όχι λίγο.
Όχι συγκινημένα.
Άρχισα να κλαίω όπως δεν είχα κλάψει ποτέ στη ζωή μου. Με λυγμούς που έβγαιναν από μέσα μου χωρίς να τους ελέγχω. Έβαλα το άλλο μου χέρι στο πρόσωπό μου, ντράπηκα, προσπάθησα να σταματήσω, αλλά δεν μπορούσα.
Έκλαιγα για όλα όσα κρατούσα μήνες μέσα μου. Για την κούραση. Για τον φόβο. Για την αρρώστια που φοβόμουν να ονομάσω. Για τη δουλειά που με έπνιγε. Για την οικογένεια που δεν ήξερα πώς να αγαπήσω χωρίς να θυμώνω. Για τις νύχτες που έμενα ξύπνιος και σκεφτόμουν ότι είχα χαθεί από τον ίδιο μου τον εαυτό.
Η γυναίκα δεν είπε τίποτα.
Μόνο κρατούσε το χέρι μου.
Και όσο έκλαιγα, ένιωθα κάτι παράξενο. Σαν ο πόνος να μην έφευγε ακριβώς από μέσα μου, αλλά να άλλαζε βάρος. Σαν να τον κρατούσα τόσα χρόνια σφιγμένο πάνω μου και κάποιος να μου άνοιγε ένα ένα τα δάχτυλα.
Κάποια στιγμή έβγαλε από την τσέπη της ένα λευκό μαντήλι.
Ήταν καθαρό. Πολύ καθαρό. Παράξενα καθαρό για κάτι που βγήκε από μαύρα ρούχα μέσα στη νύχτα.
Μου το έδωσε.
«Έλα», είπε ήρεμα. «Ησύχασε τώρα. Τελείωσε. Δεν μπορεί να μείνει δίπλα σου όταν είμαι εγώ κοντά σου».
Πήρα το μαντήλι με χέρια που έτρεμαν και σκούπισα τα μάτια μου.
Μύριζε βασιλικό.
Κατέβασα το κεφάλι και έκλαψα ξανά, πιο ήσυχα αυτή τη φορά. Όταν κατάφερα να αναπνεύσω κανονικά, έσφιγγα ακόμη το μαντήλι στα χέρια μου.
«Ποια είστε;» τη ρώτησα.
Δεν απάντησε.
Σκούπισα άλλη μια φορά τα μάτια μου.
Και όταν γύρισα προς το μέρος της, δεν ήταν εκεί.
Το παγκάκι δίπλα μου ήταν άδειο.
Δεν άκουσα βήματα. Δεν την είδα να σηκώνεται. Δεν υπήρχε κανένας δρόμος που θα μπορούσε να την έχει πάρει τόσο γρήγορα χωρίς να την δω.
Απλώς δεν ήταν εκεί.
Έμεινα ακίνητος, με το λευκό μαντήλι στα χέρια.
Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε.
Με βρήκε η γιαγιά μου.
Ερχόταν από το στενό κρατώντας μια ζακέτα στους ώμους της.
«Τι κάνεις εδώ μόνος σου;» μου είπε. «Στα σκοτάδια κάθεσαι;»
Δεν μπορούσα να απαντήσω.
«Με ποιον ήμουν;» τη ρώτησα.
Η γιαγιά μου κοίταξε γύρω της.
«Με ποιον να είσαι; Μόνος σου κάθεσαι τόση ώρα. Πάμε σπίτι», είπε.
Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα για πρώτη φορά μετά από μήνες χωρίς να ξυπνήσω πανικόβλητος.
Δεν θα σας πω ότι την επόμενη μέρα λύθηκαν όλα. Δεν έγινε θαύμα με τον τρόπο που τα φανταζόμαστε. Δεν εξαφανίστηκαν μαγικά τα προβλήματα της δουλειάς, ούτε οι δυσκολίες με την οικογένεια, ούτε οι εξετάσεις που είχα να κάνω.
Αλλά κάτι άλλαξε.
Πρώτα άλλαξε μέσα μου.
Τις επόμενες εβδομάδες άρχισα να κοιμάμαι καλύτερα. Μετά βρήκα τη δύναμη να πάω στους γιατρούς που ανέβαλλα. Έκοψα ανθρώπους και συνήθειες που με τραβούσαν κάτω. Ζήτησα συγγνώμη εκεί που έπρεπε. Άρχισα να μιλάω πιο καθαρά, να θυμώνω λιγότερο, να φοβάμαι χωρίς να αφήνω τον φόβο να με κυβερνά.
Και, σιγά σιγά, άρχισα να πηγαίνω στην εκκλησία.
Στην αρχή από ανάγκη. Μετά από ευγνωμοσύνη. Και αργότερα από κάτι που δεν ξέρω αν μπορώ να το περιγράψω αλλιώς παρά μόνο ως πίστη.
Δεν έγινα άγιος άνθρωπος. Δεν θα προσποιηθώ κάτι τέτοιο. Έχω κάνει λάθη από τότε, πολλά. Έχω θυμώσει, έχω χαθεί, έχω αμφιβάλει. Όμως από εκείνη τη νύχτα προσπαθώ να κρατάω την καρδιά μου όσο πιο καθαρή μπορώ.
Όχι επειδή φοβάμαι την τιμωρία.
Επειδή φοβάμαι να ξανακαλέσω κοντά μου εκείνο που, όπως μου είπε η γυναίκα, δεν μπορούσε να μείνει δίπλα μου όσο ήταν εκείνη.
Το μαντήλι το έχω ακόμη.
Δεν το έπλυνα ποτέ. Δεν τόλμησα. Το έχω φυλαγμένο σε ένα μικρό ξύλινο κουτί, μαζί με ένα κομποσκοίνι και μια παλιά εικόνα που μου έδωσε αργότερα η γιαγιά μου.
Ακόμη μυρίζει βασιλικό.
Έχουν περάσει πολλά χρόνια και δεν έχω ξαναδεί τη μαυροφορεμένη γυναίκα.
Η μητέρα μου επιμένει ότι δεν είδε τίποτα στη λιτανεία. Ούτε στην πλατεία. Ούτε στο παγκάκι. Κανείς δεν είδε τίποτα. Κανείς εκτός από εμένα.
Για χρόνια αναρωτιόμουν ποια ήταν.
Μια γυναίκα του χωριού; Μια ψυχή; Ένα σημάδι; Μια παραίσθηση ενός ανθρώπου που είχε φτάσει στα όριά του;
Δεν μπορώ να το αποδείξω.
Δεν θέλω πια να το αποδείξω.
Ξέρω μόνο τι ένιωσα όταν μου κράτησε το χέρι. Ξέρω τι άφησε πίσω της. Ξέρω πώς άλλαξε η ζωή μου από εκείνη τη νύχτα και μετά.
Ξέρω ότι έχω ακόμη μαζί μου το λευκό της μαντήλι.
Κάτι σε οδήγησε σε αυτή την ιστορία για κάποιο λόγο:
Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Κυριάκο για την ιστορία που μας έστειλε.
Αν σου άρεσε η ιστορία τότε πρέπει να διαβάσει κι αυτό:
Διαβάστε επίσης:

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου