0

Η Σπηλιά του Δεκαπενταύγουστου

 



Καλησπέρα σας.


Σας διαβάζω αρκετό καιρό, αλλά δεν είχα σκεφτεί ποτέ να σας στείλω τη δική μου ιστορία. Κυρίως γιατί δεν είμαι σίγουρος ότι είναι ιστορία τρόμου. Δεν είδα κάποιο φάντασμα. Δεν με κυνήγησε κάτι. Δεν είχα ποτέ αποδείξεις για όσα συνέβησαν.


Κι όμως, έχουν περάσει σχεδόν είκοσι χρόνια και ακόμη, κάθε Δεκαπενταύγουστο, όταν ακούω καμπάνες ή όταν μπαίνω σε εκκλησία και μυρίζω λιβάνι, θυμάμαι εκείνη τη νύχτα.


Και νιώθω ξανά το ίδιο πράγμα.


Ότι κάτι από κάτω μάς άκουγε.


Ήμουν είκοσι τεσσάρων τότε. Φοιτητής ακόμη, με μια παλιά φωτογραφική μηχανή, μια μικρή κάμερα που έγραφε σε κασέτα και την ψευδαίσθηση ότι τίποτα δεν μπορούσε πραγματικά να με τρομάξει. Μου άρεσε να ταξιδεύω μόνος, να ψάχνω μέρη με ιστορία, εγκαταλελειμμένα κτίρια, παλιά μοναστήρια, σπηλιές, οτιδήποτε είχε γύρω του φήμες.


Εκείνο το καλοκαίρι βρέθηκα σε ένα νησί που δεν θα κατονομάσω. Όχι επειδή θέλω να το παίξω μυστηριώδης. Αλλά επειδή το νησί είναι ακόμη γνωστό προσκύνημα. Πηγαίνει κόσμος, οικογένειες, ηλικιωμένοι, άνθρωποι που έχουν ανάγκη να πιστέψουν σε κάτι. Δεν θέλω να συνδέσω το όνομά του με αυτά που θα σας πω.


Ήταν λίγες μέρες πριν τον Δεκαπενταύγουστο.


Το νησί ήταν γεμάτο προσκυνητές. Γυναίκες με τάματα στα χέρια, άντρες που άναβαν λαμπάδες σχεδόν στο ύψος τους, παιδιά που έτρεχαν στις αυλές των ξενώνων, καμπάνες που χτυπούσαν από το πρωί μέχρι το απόγευμα. Παντού εικόνες, σταυροί, μυρωδιά από κερί και θυμίαμα. Ακόμη κι εγώ, που τότε ήμουν μάλλον αδιάφορος προς τη θρησκεία, ένιωθα ότι ο αέρας είχε μια σοβαρότητα. Μια σιωπή κάτω από τη φασαρία.


Έμενα σε ένα μικρό δωμάτιο κοντά στο λιμάνι. Το πρώτο βράδυ, σε ένα καφενείο, άκουσα δύο ντόπιους να μιλάνε για μια σπηλιά στη βόρεια πλευρά του νησιού. Δεν προσπαθούσαν να ακουστούν. Ίσα ίσα, όταν κατάλαβαν ότι γύρισα το κεφάλι, σώπασαν.


Αυτό φυσικά μου κίνησε την περιέργεια.


Την επόμενη μέρα ρώτησα τον ιδιοκτήτη του δωματίου αν υπάρχει καμιά σπηλιά που αξίζει να φωτογραφίσω. Με κοίταξε για λίγο πριν απαντήσει.


«Υπάρχουν πολλές σπηλιές», είπε.


«Κάποια που να έχει ιστορία;» ρώτησα.


Σκούπισε τα χέρια του σε μια πετσέτα, αν και δεν ήταν βρεγμένα.


«Τη μέρα να πηγαίνεις όπου θέλεις», είπε. «Τη νύχτα να κάθεσαι στο δωμάτιό σου.»


Το είπε ήρεμα. Όχι σαν απειλή. Περισσότερο σαν συμβουλή που την είχε δώσει πολλές φορές.


Αυτό ήταν αρκετό για να πάω.


Ρώτησα κι αλλού. Άλλοι έκαναν πως δεν ήξεραν. Άλλοι μου έδειχναν λάθος κατεύθυνση. Ένας ηλικιωμένος στο καφενείο, όμως, αφού πρώτα με κοίταξε σαν να ζύγιζε αν έπρεπε να μου μιλήσει, μου είπε περίπου πού ήταν.


«Δεν έχει κάτι να δεις», πρόσθεσε. «Πέτρες και υγρασία.»


«Τότε γιατί να μην πάω βράδυ;»


Χαμογέλασε χωρίς χαρά.


«Γιατί τη νύχτα δεν είναι άδεια.»


Δεν τον πίστεψα. Ή μάλλον, δεν ήθελα να τον πιστέψω. Εκείνη την ηλικία τέτοιες κουβέντες δεν τις ακούς σαν προειδοποίηση. Τις ακούς σαν πρόσκληση.


Το απόγευμα πήρα τη φωτογραφική, την κάμερα, έναν φακό, δύο μπαταρίες, ένα μπουκάλι νερό και ξεκίνησα. Δεν είπα σε κανέναν πού πήγαινα.


Η διαδρομή ήταν πιο δύσκολη απ’ όσο περίμενα. Άφησα τον κεντρικό δρόμο και ακολούθησα ένα μονοπάτι που ανέβαινε ανάμεσα σε χαμηλούς θάμνους και ξερολιθιές. Ο ήλιος έπεφτε πίσω από τους λόφους και η θάλασσα κάτω έπαιρνε εκείνο το σκούρο μπλε χρώμα που έχει λίγο πριν χαθεί τελείως το φως.


Η σπηλιά δεν φαινόταν από μακριά. Ήταν σαν σκισμή στον βράχο, μισοκρυμμένη πίσω από αγριόχορτα. Μπροστά της υπήρχε ένα μικρό άνοιγμα, αρκετό για να σταθεί άνθρωπος. Δεν είχε τίποτα εντυπωσιακό. Αν περνούσες χωρίς να ξέρεις, μπορεί να μην την πρόσεχες καν.


Και όμως, με το που πλησίασα, ένιωσα τη θερμοκρασία να αλλάζει.


Όχι πολύ. Ίσα ίσα αρκετά για να ανατριχιάσω.


Στάθηκα στην είσοδο και άναψα τον φακό. Η σπηλιά δεν ήταν βαθιά, τουλάχιστον όχι στο κομμάτι που φαινόταν. Ο βράχος ήταν μαύρος από υγρασία. Στα τοιχώματα υπήρχαν σημάδια καπνιάς. Στο πάτωμα, κοντά σε μια πέτρα που έμοιαζε με φυσικό πεζούλι, υπήρχαν υπολείμματα από κεριά.


Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που με ενόχλησε.


Δεν ήταν απλώς δύο-τρία κεράκια από κάποιον που προσευχήθηκε. Ήταν πολλά. Λιωμένα, κολλημένα πάνω στην πέτρα, με το κερί να έχει τρέξει σαν σταγόνες που πάγωσαν. Κάποια ήταν άσπρα, κάποια κόκκινα, κάποια μαύρα. Θυμάμαι πολύ καθαρά τα μαύρα, γιατί τότε δεν είχα ξαναδεί τέτοια κεριά από κοντά.


Σήκωσα τη φωτογραφική και τράβηξα μερικές λήψεις.


Μετά είδα τα σύμβολα.


Ήταν χαραγμένα χαμηλά, στο αριστερό τοίχωμα. Μερικά έμοιαζαν με γράμματα που δεν αναγνώριζα. Άλλα με κύκλους, γραμμές και τρίγωνα. Ένα από αυτά έμοιαζε με πεντάλφα, αλλά δεν ήταν καθαρή. Μπορεί κάποιος να την είχε χαράξει πρόχειρα. Μπορεί και εγώ να έβλεπα αυτό που περίμενα να δω.


Υπήρχε και ένα μικρό εικόνισμα πιο μέσα.


Αυτό ήταν το πιο παράξενο απ’ όλα.


Δεν ήταν σπασμένο. Δεν ήταν πεταμένο. Ήταν ακουμπισμένο σε μια εσοχή του βράχου, αλλά γυρισμένο ανάποδα. Η μορφή δεν φαινόταν. Μόνο το ξύλο από πίσω, σκοτεινό από την υγρασία.


Δεν το άγγιξα.


Έστησα την κάμερα έξω από τη σπηλιά, σε ένα μικρό τρίποδο, έτσι ώστε να γράφει την είσοδο και λίγο από το εσωτερικό. Σκέφτηκα ότι θα έμενα μέχρι να πέσει τελείως η νύχτα, θα έπαιρνα μερικά πλάνα και θα έφευγα. Δεν είχα σκοπό να κάνω τον ήρωα. Τουλάχιστον αυτό έλεγα στον εαυτό μου.


Όσο περίμενα να βραδιάσει, άρχισαν οι φωνές.


Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν κατσίκια. Στα νησιά ακούς συνέχεια ζώα από μακριά. Κάτι σαν βέλασμα, κάτι σαν βραχνή κραυγή. Δεν μου φάνηκε παράξενο.


Μόνο που ο ήχος δεν ερχόταν από το βουνό.


Ούτε από τους θάμνους.


Ερχόταν από κάτω.


Έβαλα το αυτί μου σχεδόν κοντά στο χώμα. Ο ήχος σταμάτησε αμέσως.


Σηκώθηκα απότομα και γέλασα μόνος μου. Αυτό το θυμάμαι. Γέλασα επειδή φοβήθηκα και ντράπηκα γι’ αυτό. Είπα δυνατά:


«Ωραία, άρχισαν οι βλακείες.»


Η φωνή μου ακούστηκε περίεργα εκεί πάνω. Σαν να την πήρε ο βράχος και να την έσπασε σε μικρότερα κομμάτια.


Λίγο αργότερα ο ήχος ξανάρχισε.


Αυτή τη φορά ήταν πιο χαμηλός. Όχι κραυγή. Περισσότερο σαν γρύλισμα. Σαν πολλά ζώα μαζί, μακριά, κλεισμένα κάπου. Ένιωθα τη δόνηση στις σόλες των παπουτσιών μου. Δεν ήταν δυνατή, αλλά ήταν εκεί.


Το έδαφος έτρεμε ελάχιστα.


Μπήκα στη σπηλιά με τον φακό.


Δεν ξέρω γιατί. Ίσως ήθελα να πείσω τον εαυτό μου ότι υπήρχε κάποια τρύπα, κάποιο πέρασμα, κάτι που εξηγούσε τον ήχο. Έριξα το φως στο πάτωμα, στα τοιχώματα, στην πέτρα με τα κεριά.


Τότε είδα ότι ένα από τα κεριά ήταν αναμμένο.


Δεν ήταν πριν.


Είμαι βέβαιος.


Ήταν ένα μικρό λευκό κερί, λιωμένο σχεδόν μέχρι τη μέση, με μια φλόγα πολύ λεπτή, σχεδόν ακίνητη. Δεν τρεμόπαιζε, παρόλο που από την είσοδο έμπαινε αέρας.


Πλησίασα δύο βήματα.


Από κάπου μέσα στη σπηλιά, αν και δεν υπήρχε βάθος αρκετό για να κρυφτεί άνθρωπος, ακούστηκε ένας ψίθυρος.


Δεν κατάλαβα λέξεις. Ήταν σαν κάποιος να μιλούσε μέσα από νερό.


Έφυγα προς τα έξω σχεδόν σκοντάφτοντας.


Η νύχτα είχε πέσει για τα καλά.


Το νησί φαινόταν στο βάθος με λίγα φώτα. Πιο χαμηλά, προς την πλευρά της θάλασσας, διέκρινα κάτι που στην αρχή πέρασα για βάρκες. Μικρές φωτεινές κουκκίδες που κινούνταν αργά.


Μετά κατάλαβα ότι δεν ήταν στη θάλασσα.


Ήταν στην πλαγιά απέναντι.


Τρία φώτα. Μετά τέσσερα. Μετά έξι.


Κινούνταν χωρίς να φωτίζουν γύρω τους. Όπως όταν κρατάει κάποιος κερί, αλλά ο αέρας δεν αφήνει τη φλόγα να απλωθεί. Πλησίαζαν, αλλά όχι από το μονοπάτι που είχα ανέβει. Έρχονταν από σημεία όπου δεν υπήρχε δρόμος.


Έσβησα τον φακό μου.


Δεν ξέρω γιατί. Ίσως επειδή ένιωσα ξαφνικά ότι δεν ήθελα να με δουν.


Τότε άκουσα βήματα πίσω μου.


Μέσα στη σπηλιά.


Όχι πολλά. Ένα μόνο ζευγάρι.


Αργά.


Ξεκάθαρα.


Σαν κάποιος να περπατούσε ξυπόλυτος πάνω στην πέτρα.


Γύρισα με τόσο απότομη κίνηση που παραλίγο να ρίξω την κάμερα.


Η είσοδος της σπηλιάς ήταν μαύρη. Απόλυτα μαύρη. Πιο μαύρη απ’ ό,τι θα έπρεπε. Δεν φαινόταν καν η πέτρα με τα κεριά.


Και από μέσα ακούστηκε πάλι εκείνο το γρύλισμα.


Μόνο που τώρα δεν έμοιαζε με ζώο.


Έμοιαζε με άνθρωπο που προσπαθούσε να μιμηθεί ζώο.


Ή με ζώο που προσπαθούσε να μιμηθεί άνθρωπο.


Άρπαξα την κάμερα από το τρίποδο. Η κόκκινη ένδειξη έγραφε ακόμη. REC. Αυτό, παράλογα, μου έδωσε μια μικρή αίσθηση ασφάλειας. Σαν να σκεφτόμουν ότι, ό,τι κι αν συνέβαινε, τουλάχιστον θα το είχα καταγράψει.


Έκανα να φύγω.


Τότε άκουσα φωνή.


«Εσύ.»


Πάγωσα.


Δεν ερχόταν από τη σπηλιά. Ερχόταν από το μονοπάτι.


Γύρισα και είδα δύο ρασοφόρους να ανεβαίνουν προς το μέρος μου.


Δεν κρατούσαν φακούς. Δεν ξέρω πώς έβλεπαν. Το μόνο φως ήταν από τις μακρινές κουκκίδες στην πλαγιά και από το φεγγάρι που είχε αρχίσει να βγαίνει πίσω από τα σύννεφα.


Ήταν δύο παπάδες. Ή τουλάχιστον έτσι έμοιαζαν. Φορούσαν μαύρα ράσα, είχαν γένια και περπατούσαν αργά, χωρίς να λαχανιάζουν, παρόλο που η ανηφόρα ήταν δύσκολη.


Ο μεγαλύτερος στάθηκε λίγα μέτρα μακριά μου.


«Τι κάνεις εδώ;» με ρώτησε.


Δεν ήταν θυμωμένος. Αυτό με τρόμαξε περισσότερο. Ήταν σαν να ήξερε ήδη την απάντηση.


«Φωτογραφίζω», είπα. Η φωνή μου βγήκε γελοία λεπτή.


Κοίταξε την κάμερα στο χέρι μου.


«Δεν είναι όλα για τους τουρίστες.»


Δεν απάντησα.


Ο δεύτερος, πιο νέος, κοίταζε συνέχεια την είσοδο της σπηλιάς. Όχι εμένα. Τη σπηλιά. Σαν να περίμενε κάτι να βγει.


Από κάτω από το έδαφος ακούστηκε ξανά εκείνο το χαμηλό γρύλισμα.


Ο μεγαλύτερος έκανε τον σταυρό του. Όχι βιαστικά. Όχι μηχανικά. Αργά, με σοβαρότητα.


Μετά μου είπε ήρεμα:


«Φύγε τώρα.»


«Τι είναι εδώ;» ρώτησα.


Με κοίταξε για πρώτη φορά κατευθείαν στα μάτια.


«Ένα μέρος που δεν σε αφορά.»


«Ποιος ανάβει τα κεριά;»


Δεν απάντησε.


Ο νεότερος γύρισε απότομα προς το μέρος μου. Πήγε να πει κάτι. Ο μεγαλύτερος σήκωσε το χέρι του και τον σταμάτησε.


Μετά πλησίασε μισό βήμα.


«Άκουσέ με καλά», είπε. «Κάποια πράγματα δεν τα αντιμετωπίζεις με φακούς και μηχανές. Ούτε με περιέργεια. Θέλουν πίστη. Κι όταν δεν την έχεις, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να φύγεις.»


Από τη σπηλιά ακούστηκε ένα χτύπημα.


Σαν κάτι βαρύ να έπεσε μέσα στο σκοτάδι.


Ο νεότερος ψιθύρισε κάτι που δεν κατάλαβα. Νομίζω ήταν προσευχή. Νομίζω.


Ο μεγαλύτερος δεν πήρε τα μάτια του από πάνω μου.


«Τώρα», είπε.


Δεν χρειάστηκε να μου το πει δεύτερη φορά.


Μάζεψα όπως όπως το τρίποδο, έβαλα την κάμερα στην τσάντα και άρχισα να κατεβαίνω το μονοπάτι. Δεν έτρεξα στην αρχή, γιατί φοβόμουν ότι θα γλιστρήσω. Μετά, όταν άκουσα πίσω μου φωνές — όχι των παπάδων, άλλες φωνές, βαθύτερες, σαν να έρχονταν μέσα από πέτρα — άρχισα να τρέχω.


Δεν γύρισα ούτε μία φορά.


Έφτασα στο δωμάτιο ιδρωμένος, με γδαρμένα χέρια και χώμα στα παπούτσια. Κλείδωσα την πόρτα, έβαλα μια καρέκλα μπροστά της σαν ηλίθιος και κάθισα στο κρεβάτι με την κάμερα στα χέρια.


Ήθελα να δω τι είχε γράψει.


Η κασέτα είχε σχεδόν μισή ώρα υλικό.


Στην αρχή φαινόταν κανονικά η σπηλιά. Η είσοδος, ο βράχος, το φως που έπεφτε, εγώ να περνάω μπροστά από τον φακό. Μετά, περίπου στο σημείο που θυμάμαι ότι άρχισαν οι πρώτοι ήχοι, η εικόνα χάλασε.


Παράσιτα.


Όχι απλώς κακή εικόνα. Παράσιτα κανονικά, σαν παλιά τηλεόραση χωρίς σήμα. Μαύρες και άσπρες γραμμές, στιγμές σκοταδιού, απότομες παραμορφώσεις στον ήχο.


Προχώρησα την κασέτα λίγο πιο μπροστά.


Τίποτα.


Μόνο παράσιτα.


Κι όμως, κάτω από τα παράσιτα, ακουγόταν κάτι.


Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν ο αέρας. Μετά δυνάμωσα την ένταση.


Ήταν σαν φωνές.


Όχι καθαρές. Όχι λέξεις. Πολλά στόματα μαζί, πολύ μακριά ή πολύ βαθιά, να μουρμουρίζουν. Κάποια στιγμή ακούστηκε καθαρά το δικό μου βήμα, μετά η ανάσα μου, μετά η φωνή του παπά που έλεγε «Φύγε».


Και αμέσως μετά, για λιγότερο από δύο δευτερόλεπτα, ακούστηκε μια άλλη φωνή.

Δεν κατάλαβα τι είπε ή ποιος ή τι το είπε.

Πάγωσα.

Γύρισα την κασέτα πίσω για να το ξανακούσω.

Δεν υπήρχε πια.

Στο ίδιο σημείο ακουγόταν μόνο θόρυβος.


Το πρωί πήγα στο καφενείο. Ήμουν αποφασισμένος να ρωτήσω ευθέως. Δεν ξέρω τι περίμενα. Να μου πουν ότι όλα ήταν μια παλιά ιστορία; Ότι κάποιοι κάνουν τελετές; Ότι οι παπάδες φυλάνε τη σπηλιά; Ότι είδα κάτι που δεν έπρεπε;


Ο ηλικιωμένος που μου είχε δώσει την κατεύθυνση ήταν εκεί.


Μόλις με είδε, κατέβασε το βλέμμα.


Κάθισα απέναντί του.


«Πήγα», του είπα.


Δεν απάντησε.


«Ήρθαν δύο παπάδες και με έδιωξαν.»


Σήκωσε αργά το κεφάλι του.


«Ποιοι παπάδες;»


Ghost


«Δεν ξέρω. Δύο. Ένας μεγαλύτερος κι ένας πιο νέος.»


Το πρόσωπό του άλλαξε. Όχι πολύ. Αλλά αρκετά.


«Δεν έχει παπάδες εκεί πάνω», είπε.


«Τι εννοείτε;»


«Κανείς δεν ανεβαίνει εκεί νύχτα.»


«Αυτοί ανέβηκαν.»


Ο ηλικιωμένος κοίταξε προς την πόρτα του καφενείου, σαν να φοβόταν ότι κάποιος μας άκουγε.


Μετά είπε μόνο:


«Μη ξαναπάς.»


Προσπάθησα να ρωτήσω και άλλους. Τον ιδιοκτήτη του δωματίου. Μια γυναίκα στο μαγαζί με τα είδη λατρείας. Έναν ταξιτζή. Όλοι αντέδρασαν με τον ίδιο τρόπο. Στην αρχή έκαναν πως δεν καταλάβαιναν. Μετά άλλαζαν κουβέντα. 


Έφυγα από το νησί μετά από μερικές μέρες. Όλα έδειχναν φυσιολογικά όσο έμεινα εκεί. Σαν να μην είχα ζήσει αυτό το περίεργο βράδυ στη σπηλιά.


Την κασέτα την κράτησα για χρόνια. Την είχα σε ένα κουτί μαζί με παλιές φωτογραφίες. Κάποια στιγμή, όταν προσπάθησα να την ψηφιοποιήσω, δεν έπαιζε πια καθόλου. Ο τεχνικός μού είπε ότι η ταινία είχε καταστραφεί από υγρασία ή μαγνητισμό. Δεν επέμεινα. Ίσως καλύτερα.


Τις φωτογραφίες τις εμφάνισα λίγες μέρες μετά το ταξίδι.


Diamond Shot Glasses


Οι περισσότερες ήταν κανονικές. Το μονοπάτι.  Όμως όσες τράβηξα κοντά και μέσα στη σπηλιά ήταν θολές, κατεστραμμένες, δεν ξεχώριζες τίποτα.

 

Ξαναπήγα σε εκείνο το νησί μερικά χρόνια αργότερα. Δεν έψαξα όμως ξανά τη σπηλιά. Δεν προσπάθησα να βρω τους δύο ρασοφόρους. Μεγαλώνοντας, έμαθα να αφήνω ορισμένα πράγματα ήσυχα. Όχι επειδή βρήκα πίστη όπως μου είπε εκείνος ο παπάς. Ίσως επειδή βρήκα φόβο. Και κάποιες φορές ο φόβος σε προστατεύει καλύτερα από την περιέργεια.


Ίσως ο φόβος να προστατεύει εμένα από αυτό που κρύβεται κάτω από τη σπηλιά, που παραμονεύει ίσως να βρει την ευκαιρία να έρθει ξανά στην επιφάνεια.


Our Horror Story: Ευχαριστούμε τον φίλο μας  Αντώνη για την ιστορία που μας έστειλε.


Πριν φύγεις έχουμε μια ερώτηση για σένα:

Μήπως η Εύα είναι αθώα;



Διαβάστε επίσης:






Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.





0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου