1

Το Φως στη Σκιά του Σταυρού


Τοποθεσία: Ένα χωριό στον Ψηλορείτη, Κρήτη

Ημερομηνία: Μεγάλη Παρασκευή, 2012

​Η Μεγάλη Παρασκευή στον Ψηλορείτη δεν μοιάζει με καμία άλλη. Ο αέρας μυρίζει φασκόμηλο και λιβάνι, και η σιωπή των βουνών είναι βαριά, σαν να πενθεί κι αυτή μαζί με τον κόσμο. Για μένα, όμως, εκείνη η Μεγάλη Παρασκευή ήταν η δική μου Σταύρωση.

​Ο καρκίνος είχε νικήσει.


Ο γιατρός, ένας άνθρωπος με μάτια γεμάτα λύπη, μου είχε πει ότι οι εβδομάδες που μου απέμεναν ήταν μετρημένες. Αλλά δεν φοβόμουν τον θάνατο. Φοβόμουν τη ζωή που θα άφηνα πίσω μου. Φοβόμουν για τον Νίκο, επτά χρονών, και την Ελένη, πέντε. Η μητέρα τους είχε φύγει πριν χρόνια. Μετά από μένα, δεν θα είχαν κανέναν. Κανέναν.

​Το βράδυ, μετά την Αποκαθήλωση, έπεσα στο κρεβάτι εξαντλημένος. Ο πόνος στο σώμα μου ήταν αφόρητος, αλλά ο πόνος στην ψυχή μου ήταν χειρότερος. "Θεέ μου," ψιθύρισα, με δάκρυα που έκαιγαν τα μάτια μου. "Δεν σου ζητάω να με σώσεις. Ξέρω ότι η ώρα μου ήρθε. Αλλά σε παρακαλώ... Σε ικετεύω. Όταν φύγω, πρόσεχε τα παιδιά μου. Μην τα αφήσεις μόνα τους. Γίνε Εσύ ο πατέρας τους. Σε παρακαλώ, Θεέ μου."

​Με πήρε ένας ύπνος ελαφρύς, γεμάτος ανησυχία.

​Και τότε, τον είδα.

​Δεν ήταν όπως στις εικόνες. Δεν είχε φωτοστέφανο, ούτε ακτινοβολούσε εκτυφλωτικό φως. Ήταν ένας άνθρωπος απλός, με φορέματα ταπεινά, λασπωμένα, σαν να είχε περπατήσει ώρες στα βουνά. Το πρόσωπό του ήταν κουρασμένο, αλλά τα μάτια του... τα μάτια του ήταν απύθμενα, γεμάτα με μια αγάπη που δεν μπορεί να χωρέσει ο ανθρώπινος νους.

​Με πλησίασε σιωπηλά. Καθόταν στην άκρη του κρεβατιού μου και με κοίταζε. Δεν είπε λέξη. Αλλά η παρουσία Του και μόνο ήταν σαν ένα βάλσαμο που επούλωνε τον πόνο μου.

​Τότε, η Ελένη και ο Νίκος μπήκαν στο δωμάτιο. Τρέξανε κοντά Του. Κι Εκείνος, με μια κίνηση γεμάτη τρυφερότητα, άπλωσε τα χέρια Του. Αγκάλιασε εμένα και τα δύο μου παιδιά μαζί. Ήταν μια αγάπη τόσο ισχυρή, τόσο ζεστή, που ένιωσα το σώμα μου να λιώνει. Ένιωσα ότι ήμασταν ασφαλείς. Ένιωσα ότι, ό,τι κι αν συνέβαινε, τίποτα δεν θα μπορούσε να μας βλάψει.

​Όταν ξύπνησα το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου, ο πόνος είχε εξαφανιστεί.

​Έτρεξα στο δωμάτιο των παιδιών. Κοιμόντουσαν ήσυχα, με ένα χαμόγελο στα χείλη.

​Πήγα στον γιατρό την επόμενη εβδομάδα. Οι εξετάσεις ήταν καθαρές. "Δεν ξέρω τι να πω," μου είπε, με τα μάτια του γεμάτα απορία. "Είναι ένα θαύμα."

​Δεν ξέρω αν ήταν θαύμα. Δεν ξέρω αν ήταν ο Χριστός. Αλλά ξέρω ότι εκείνη τη Μεγάλη Παρασκευή, είδα την αγάπη του Θεού. Και ξέρω ότι, ό,τι κι αν συμβεί, δεν είμαστε ποτέ μόνοι.



🎧 Αν σου αρέσουν οι ιστορίες μας, άκου και τη μουσική μας 

👉 Bad Mood Bad Luck 


​Σου άρεσε η ιστορία; Έχεις ζήσει κάτι παρόμοιο; Στείλε μας τη δική σου εμπειρία στο Our Horror Stories.


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Νίκο για την ιστορία που μας έστειλε. Ζητάμε συγγνώμη που καθυστερήσαμε πολύ να τη δημοσιεύουμε. Περιμέναμε την κατάλληλη στιγμή.


Διαβάστε επίσης:

Όλες τις ιστορίες μας με θέμα τη μαντεία


3

Το μονοπάτι που σε καλεί


Δεν είχα πάει στο Άγιο Όρος για πίστη.

Είχα πάει για ησυχία.

Ή τουλάχιστον αυτό έλεγα στον εαυτό μου.

Η αλήθεια είναι πως κάτι μέσα μου είχε αρχίσει να “θορυβεί” εδώ και μήνες. Ένα βάρος χωρίς όνομα. Δεν ήμουν θρησκευόμενος. Δεν προσευχόμουν. Αλλά είχα φτάσει σε ένα σημείο που ήθελα απλώς να σωπάσουν όλα.


Δεν άντεχα άλλο να σκέφτομαι.

Η δουλειά, τα λεφτά, οι αποφάσεις… όλα είχαν γίνει ένα κουβάρι στο κεφάλι μου. Και μέσα σε όλα αυτά, είχα δεχτεί μια σωτήρια πρόταση.

Καλή. Πολύ καλή.

«Μπαίνεις τώρα και σε έξι μήνες έχεις βγάλει όσα δεν έβγαλες σε χρόνια», μου είχαν πει.

Δεν είχα απαντήσει ακόμα.

Έφτασα απόγευμα. Ο καιρός βαρύς, σύννεφα χαμηλά, υγρασία που κολλούσε στο δέρμα. Ένας μοναχός με οδήγησε στο κελί μου χωρίς πολλές κουβέντες.

«Το βράδυ μην κατεβείς μόνος σου προς το μονοπάτι», μου είπε φεύγοντας.

«Έχει ομίχλη.»

Δεν έδωσα σημασία.

Το βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ.

Η σιωπή εκεί δεν είναι απουσία ήχου. Είναι κάτι άλλο. Σαν να σε ακούει.

Γύρω στις 03:14 κοίταξα το κινητό. Δεν ξέρω γιατί θυμάμαι την ώρα. Άκουσα έναν ήχο.

Όχι δυνατό. Σαν βήματα… έξω από το κελί.

Σηκώθηκα. Άνοιξα την πόρτα. Κανείς.

Αλλά το μονοπάτι προς τα κάτω — εκεί που μου είχε πει να μην πάω — φαινόταν… φωτισμένο. Όχι με φως κανονικό. Σαν κερί που δεν τρεμοπαίζει. 

Δεν ξέρω γιατί κατέβηκα. Όσο προχωρούσα, η ομίχλη γινόταν πιο πυκνή. Αλλά το φως ήταν πάντα μπροστά μου. Σε σταθερή απόσταση. Σαν να με οδηγούσε.

Δεν άκουγα τίποτα πια. Ούτε φύλλα. Ούτε αέρα. Μόνο… ένα αίσθημα.Ότι δεν ήμουν μόνος.

Και τότε τον είδα. Έναν ηλικιωμένο μοναχό. Στεκόταν στο μονοπάτι, με την πλάτη γυρισμένη. Δεν τον είχα δει στη μονή.

«Πάτερ;» είπα.

Δεν γύρισε.

Σήκωσε απλώς το χέρι του… και έδειξε μπροστά.

Κοίταξα.

Και τότε… όλα άλλαξαν.


Η ομίχλη άνοιξε σαν να σκίστηκε. Και μπροστά μου δεν ήταν πια το μονοπάτι. Ήταν ένα δωμάτιο. Το είχα ξαναδεί. Το γραφείο. Οι οθόνες. Οι υπογραφές. Και αυτοί. Οι δύο άντρες που μου έκαναν την πρόταση. Αλλά τώρα… τους έβλεπα καθαρά.

Τα πρόσωπά τους δεν ήταν ανθρώπινα. Κάτι κινούνταν κάτω από το δέρμα τους. Σαν να γλιστρούσε. Τα μάτια τους… κάθετα. Σαν ερπετού.

«Έλα», είπε ο ένας.

Η φωνή του δεν ακουγόταν από το στόμα του. Σαν να ερχόταν κατευθείαν μέσα στο κεφάλι μου.

«Μια υπογραφή μόνο.»

Ο άλλος χαμογέλασε.


Στο πάτωμα… χρήματα. Στοίβες. Αλλά καθώς τα κοίταζα… άρχισαν να καίγονται. Αργά. Χωρίς φωτιά. Σαν να τα έτρωγε κάτι από μέσα.


Και γύρω τους…σκιές. Όχι σκιές κανονικές. Μορφές. Σαν φτερά. Σαν κάτι να πετούσε. Και κάθε φορά που περνούσαν από πάνω τους… τα πρόσωπα των αντρών άλλαζαν. Για ένα δευτερόλεπτο.Και δεν ήταν άνθρωποι.


Έκανα πίσω.


«Τι είναι αυτό;» είπα γυρνώντας απότομα προς τον μοναχό.


Δεν ήταν εκεί.


Πετάχτηκα από το κρεβάτι.

Ιδρωμένος. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή.


Το πρωί, με βρήκε ένας άλλος μοναχός στην αυλή. Χλωμός, άυπνος.


«Κατέβηκες κάτω, έτσι;» μου είπε.


Δεν απάντησα.

Με κοίταξε για λίγο. Και μετά είπε:


«Δεν ήσουν ο πρώτος.»


Του περιέγραψα τον μοναχό. Δεν φάνηκε έκπληκτος. Με πήγε σε ένα μικρό παρεκκλήσι. Σκοτεινό, με μυρωδιά λιβανιού. Στον τοίχο υπήρχε μια εικόνα. Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Ήταν αυτός. Ίδιο πρόσωπο. Ίδια μάτια.


«Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης.»


Δεν είπα τίποτα. Γιατί δεν είχα τίποτα να πω.


Ο μοναχός άναψε ένα κερί. Η φλόγα τρεμόπαιξε. Και μετά είπε ήρεμα:


«Το μονοπάτι δεν είναι για όλους.»


Σταμάτησε και με κοίταξε.


«Καλεί… μόνο αυτούς που πρέπει να δουν.»


«Τι να δουν;» ρώτησα.


Έσκυψε λίγο προς το μέρος μου. Και ψιθύρισε:


«Αυτό που έρχεται… πριν το κάνουν.»


Ένιωσα κάτι να “κουμπώνει” μέσα μου. Ήταν μια προειδοποίηση για το τι δεν έπρεπε να κάνω. 


Δεν ξέρω αν ήταν όνειρο. Δεν ξέρω αν ήταν κάτι άλλο. Αλλά ξέρω αυτό:

Δεν με πήγε εκεί για να με σώσει. Με πήγε για να δω τι θα συνέβαινε αν δεν πρόσεχα.


Δεν απάντησα ποτέ σε εκείνη την επαγγελματική πρόταση. Δύο εβδομάδες μετά, έπεσα πάνω σε μια είδηση. Μια “εταιρεία” που υποσχόταν γρήγορα κέρδη… κατέρρευσε.

Έρευνα.

Συλλήψεις.

Κατηγορίες για απάτη.

Τα ονόματα… ίδια.

Τα πρόσωπα… όχι ακριβώς όπως τα θυμόμουν.

Αλλά τα μάτια — τα μάτια τα αναγνώρισα.


Δεν ένιωσα ανακούφιση. Μόνο ένα περίεργο βάρος.


Σαν να είχα σταθεί για μια στιγμή… ακριβώς στην άκρη ενός μονοπατιού που δεν ήταν φτιαγμένο για να γυρίσεις πίσω.


🎧 Αν σου αρέσουν οι ιστορίες μας, άκου και τη μουσική μας 

👉 Bad Mood Bad Luck 


Σου άρεσε η ιστορία; Έχεις ζήσει κάτι παρόμοιο; Στείλε μας τη δική σου εμπειρία στο Our Horror Stories.


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Σταύρο για την ιστορία που μας έστειλε



2

​Το Αντίτιμο της Λαμπρής



Τοποθεσία: Πύργος, Τήνος

Ημερομηνία: Πάσχα, 2019

​Στο σπίτι μας στον Πύργο, η μυρωδιά του ασβέστη και του λιβανιού ήταν πάντα συνώνυμη με τον θάνατο. Ο αδερφός μου ο Μάνος έσβηνε. Ένας επιθετικός καρκίνος τον είχε μετατρέψει σε μια σκιά που μόλις ανέπνεε στο πίσω δωμάτιο.

​Η γιαγιά μου, η κυρα-Ρήνη, είχε γονατίσει μπροστά στην εικόνα της Μεγαλόχαρης. Τα γόνατά της είχαν ματώσει πάνω στο μάρμαρο. Προσευχόταν 24 ώρες το εικοσιτετράωρο, ψιθυρίζοντας ακατάληπτα λόγια, τάματα και παλιούς όρκους.


​«Γιαγιά, σταμάτα να αυτοεξευτελίζεσαι», της έλεγα με θυμό. «Η επιστήμη σήκωσε τα χέρια ψηλά. Νομίζεις ότι ο Θεός θα κάνει εξαίρεση για εμάς επειδή καις μερικά κεριά; Είναι απλώς η φύση που κάνει τον κύκλο της».

​Εκείνη δεν με κοίταξε καν. Μόνο είπε: «Ο Θεός δεν κάνει εξαιρέσεις, παιδί μου. Κάνει συμφωνίες. Αλλά το τίμημα είναι πάντα βαρύ για όποιον δεν ξέρει να το διαβάσει».

​Το βράδυ της Ανάστασης, αρνήθηκα να πάω στην εκκλησία. Έμεινα μόνος στο σπίτι, ακούγοντας τις καμπάνες από μακριά. Κατά τα μεσάνυχτα, με πήρε ένας ύπνος βαρύς, αρρωστημένος.

​Είδα ότι βρισκόμουν μέσα στην Παναγία της Τήνου, αλλά ο ναός ήταν φτιαγμένος από οστά και μάρμαρο που έσταζε αίμα. Στο κέντρο, δεν υπήρχε η εικόνα, αλλά ένα τεράστιο, πέτρινο χέρι που κρατούσε μια ζυγαριά. Στη μία πλευρά ήταν ο Μάνος, υγιής και ροδαλός. Στην άλλη πλευρά, υπήρχε μια χούφτα από μαύρα, σιδερένια καρφιά.

​Μια φωνή, που ακουγόταν σαν χιλιάδες ψαλμωδίες μαζί, δόνησε τα σωθικά μου:

​«Ζήτησες ζωή; Πάρε τη ζωή. Αλλά το κενό που θα αφήσει η μοίρα, πρέπει να γεμίσει από κάτι άλλο».

​Ξύπνησα κάθιδρος την ώρα που ο ήλιος του Πάσχα έμπαινε από το παράθυρο. Έτρεξα στο δωμάτιο του Μάνου. Ήταν καθισμένος στο κρεβάτι, έπινε νερό και το πρόσωπό του είχε ξαναβρεί το χρώμα του. Οι εξετάσεις που κάναμε την επόμενη εβδομάδα άφησαν τους γιατρούς άφωνους. Οι όγκοι είχαν εξαφανιστεί.

​Όμως, το σπίτι είχε αλλάξει.

​Η γιαγιά μου δεν σηκώθηκε ποτέ από το μάρμαρο. Τη βρήκαμε το πρωί της Ανάστασης, παγωμένη στην ίδια στάση προσευχής. Αλλά δεν ήταν αυτό το τρομακτικό. Όταν ο νεκροτόμος την εξέτασε, μας κάλεσε έντρομος.

​Η γιαγιά δεν είχε πεθάνει από φυσικά αίτια. Το σώμα της ήταν εντελώς κενό. Μέσα της δεν υπήρχαν όργανα, ούτε αίμα, ούτε οστά. Μόνο μαύρα, σιδερένια καρφιά, ίδια με αυτά που είδα στον ύπνο μου.

​Ο Μάνος ζει και βασιλεύει, αλλά από εκείνη τη μέρα, δεν μπορεί να μπει σε εκκλησία. Κάθε φορά που πλησιάζει σε ιερό χώρο, το δέρμα του αρχίζει να βγάζει σκουριά και οι πληγές του μυρίζουν παλιό σίδερο. Η γιαγιά είχε δίκιο. Ο Θεός –ή ό,τι ήταν αυτό που την άκουσε– δεν κάνει δώρα. Κάνει ανταλλαγές.

​Πιστεύεις στα θαύματα ή φοβάσαι το αντίτιμο που μπορεί να κρύβουν; Μοιράσου μαζί μας τη δική σου ιστορία στο Our Horror Stories.


🎧 Αν σου αρέσουν οι ιστορίες μας, άκου και τη μουσική μας 

👉 Bad Mood Bad Luck 



Σου άρεσε η ιστορία; Έχεις ζήσει κάτι παρόμοιο σε κάποιο χωριό της Ελλάδας; Στείλε μας τη δική σου εμπειρία!



Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Ανέστη για την ιστορία που μας έστειλε.


Διαβάστε επίσης :

Όλες τις ιστορίες που σχετίζονται με τη θρησκεία 

0

Το Πάσχα που δεν τελείωσε ποτέ


Δεν ξέρω αν πρέπει να το γράψω αυτό.

Αλλά κάθε Πάσχα… συμβαίνει πάλι.

Ήταν Μεγάλη Εβδομάδα του 2018. Είχα πάει στο χωριό της γιαγιάς μου, έξω από τη Νάουσα Ημαθίας, ένα μικρό μέρος χαμένο μέσα σε δάση. Από αυτά που το βράδυ δεν ακούς τίποτα… εκτός από τα δέντρα.

Τη Μεγάλη Παρασκευή πήγαμε στην περιφορά του Επιταφίου. Όλα φυσιολογικά. Κεριά, ψαλμοί, κόσμος σιωπηλός.

Κάποια στιγμή όμως, καθώς περνούσαμε από ένα παλιό, εγκαταλελειμμένο σπίτι στην άκρη του χωριού… άκουσα κάτι.

Ένα ψίθυρο.

Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν κάποιος πίσω μου. Γύρισα. Κανείς.

Μετά το ξανάκουσα.

«Μη… φύγεις…»

Το περίεργο; Δεν ερχόταν από τον δρόμο. Ερχόταν από μέσα από το σπίτι.



Ρώτησα τη γιαγιά μου τι είναι αυτό το σπίτι. Πάγωσε.

Μου είπε μόνο:

«Μην κοιτάς εκεί. Προχώρα.»

Δεν ξαναμίλησε.

Το βράδυ της Ανάστασης, όλα έμοιαζαν φυσιολογικά. Εκκλησία, “Χριστός Ανέστη”, φαγητό. Γέλια.

Μόνο που εγώ δεν μπορούσα να βγάλω από το μυαλό μου εκείνο το σπίτι.

Γύρω στις 2 το βράδυ, ενώ όλοι κοιμόντουσαν, αποφάσισα να πάω να το δω από κοντά. Δεν ξέρω γιατί. Σαν κάτι να με τραβούσε.

Ο δρόμος ήταν άδειος. Το φως από το κερί που είχα κρατήσει από την Ανάσταση είχε σχεδόν σβήσει.

Όταν έφτασα… η πόρτα του σπιτιού ήταν ανοιχτή.

Και τότε το άκουσα ξανά.

Αυτή τη φορά πιο καθαρά.

«Ήρθες…»

Δεν έπρεπε να μπω.

Αλλά μπήκα.

Μέσα μύριζε υγρασία και κάτι… παλιό. Σαν κλειστός τάφος.

Οι τοίχοι είχαν εικόνες. Όχι θρησκευτικές. Παλιές φωτογραφίες.

Και όλες… είχαν το ίδιο πρόσωπο.

Μια γυναίκα.

Σε όλες.

Σε διαφορετικές ηλικίες.

Σε διαφορετικά χρόνια.

Σαν να μην πέθαινε ποτέ.

Και τότε είδα τον καθρέφτη.

Ήταν στο τέλος του διαδρόμου.

Πλησίασα.

Και εκεί… σταμάτησε η καρδιά μου.

Γιατί μέσα στον καθρέφτη… δεν ήμουν μόνος.

Πίσω μου στεκόταν εκείνη.

Η γυναίκα από τις φωτογραφίες.

Χλωμή. Με μαύρα μάτια. Και ένα χαμόγελο που δεν έπρεπε να υπάρχει.

Γύρισα απότομα.

Κανείς.

Ξανακοίταξα τον καθρέφτη.

Ήταν ακόμα εκεί.

Πιο κοντά.

Τότε μίλησε.

Χωρίς να ανοίξει το στόμα της.

«Κάθε Πάσχα… κάποιος πρέπει να μείνει.»

Έτρεξα. Δεν θυμάμαι πώς βγήκα από το σπίτι. Δεν θυμάμαι πώς γύρισα πίσω.

Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι όταν ξύπνησα το πρωί… η γιαγιά μου με κοιτούσε περίεργα.

Και μου είπε:

«Δεν έπρεπε να πας.»

Τη ρώτησα τι είναι αυτό το σπίτι.

Και τότε μου είπε την αλήθεια.

Παλιά, πριν δεκαετίες, ζούσε εκεί μια γυναίκα που έχασε το παιδί της τη Μεγάλη Παρασκευή. Από τότε, λένε, δεν έφυγε ποτέ από το σπίτι.

Κάθε Πάσχα… κάποιος την ακούει.

Κάποιος την ακολουθεί.

Και κάποιος… δεν επιστρέφει ποτέ.

Δεν ξαναπήγα στο χωριό.

Αλλά κάθε χρόνο… τη νύχτα της Ανάστασης…

ακούω τον ίδιο ψίθυρο.

Ακόμα κι εδώ, στο διαμέρισμά μου στη Θεσσαλονίκη.

«Ήρθες…»

Και χθες… για πρώτη φορά…

την είδα.

Στον καθρέφτη.

Πίσω μου.

Δεν νομίζω ότι θα είμαι εδώ το επόμενο Πάσχα.



🎧 Αν σου αρέσουν οι ιστορίες μας, άκου και τη μουσική μας 

👉 Bad Mood Bad Luck 


Σου άρεσε η ιστορία; Έχεις ζήσει κάτι παρόμοιο σε κάποιο χωριό της Ελλάδας; Στείλε μας τη δική σου εμπειρία!


Our Horror Stories : Ευχαριστούμε τον φίλο μας Λευτέρη για την ιστορία που μας έστειλε. 



0

Ο «Ξένος» στο Δείπνο της Ανάστασης


Τοποθεσία: Άνω Ποταμιά, Ευρυτανία

Ημερομηνία: Μεγάλο Σάββατο, 2014

​Πάντα ένιωθα ότι το Πάσχα στο χωριό της γιαγιάς μου, στην Άνω Ποταμιά, είχε κάτι το ασφυκτικό. Δεν ήταν η θρησκευτική ευλάβεια, αλλά εκείνη η απόλυτη, νεκρική σιωπή που έπεφτε στα βουνά μόλις έδυε ο ήλιος.

​Εκείνο το Μεγάλο Σάββατο, η ατμόσφαιρα ήταν πιο βαριά από το συνηθισμένο. Η υγρασία από το ποτάμι είχε ανέβει μέχρι τα σπίτια, σχηματίζοντας μια ομίχλη που έπνιγε τα πάντα. Στην εκκλησία, κατά τη διάρκεια του «Δεύτε λάβετε φως», παρατήρησα κάτι που μου πάγωσε το αίμα. Στην άκρη του προαυλίου, μακριά από τους υπόλοιπους χωριανούς, στεκόταν ένας άντρας. Φορούσε ένα παλιό, λασπωμένο σακάκι και κρατούσε μια λαμπάδα που δεν έμοιαζε με τις δικές μας. Ήταν μαύρη, σαν φτιαγμένη από καμένο λίπος, και η φλόγα της είχε ένα αρρωστημένο, πράσινο χρώμα.

​Όταν ψάλαμε το «Χριστός Ανέστη», όλοι άρχισαν να τσουγκρίζουν αυγά και να αγκαλιάζονται. Ο άντρας αυτός απλώς με κοίταξε. Το πρόσωπό του ήταν σκαμμένο, λες και το δέρμα του είχε στεγνώσει πάνω στα κόκαλα, και τα μάτια του... δεν είχαν κόρες. Ήταν δύο άσπρες τρύπες που αντανακλούσαν το φως των βεγγαλικών.

​Γύρισα σπίτι τρέχοντας. Η γιαγιά είχε ήδη στρώσει το τραπέζι για τη μαγειρίτσα.

​«Γιαγιά, είδες εκείνον τον ξένο στην εκκλησία;» ρώτησα λαχανιασμένος.

​Η γιαγιά σταμάτησε να σερβίρει. Το χέρι της που κρατούσε την κουτάλα άρχισε να τρέμει. «Στην Ποταμιά δεν έρχονται ξένοι το Πάσχα, παιδί μου. Μόνο αυτοί που ανήκουν εδώ επιστρέφουν.»

​Πριν προλάβω να ρωτήσω τι εννοούσε, ακούσαμε τρία αργά, βαριά χτυπήματα στην ξύλινη εξώπορτα. Τάπα. Τάπα. Τάπα.

​Κανείς δεν περίμενε επισκέψεις τέτοια ώρα. Η γιαγιά άσπρισε. Σηκώθηκε αργά, πήρε το μπουκάλι με το αγιασμένο νερό από το εικονοστάσι και μου έγνεψε να μείνω πίσω. Κοίταξα από το παράθυρο που έβλεπε στην αυλή.

​Εκεί, κάτω από το φως του φεγγαριού, στεκόταν ο άντρας με τη μαύρη λαμπάδα. Αλλά δεν ήταν μόνος. Πίσω του, στην άκρη του δρόμου, είδα άλλες πέντε-έξι φιγούρες. Όλοι τους φορούσαν τα «καλά» τους ρούχα, αλλά ήταν σκισμένα, γεμάτα χώμα και υγρασία. Μύριζε έντονα λιβάνι ανακατεμένο με κάτι που θύμιζε σάπιο κρέας.

​Ο άντρας σήκωσε τη μαύρη λαμπάδα και την ακούμπησε πάνω στο τζάμι. Το κρύσταλλο άρχισε να ραγίζει από τη θερμότητα, παρόλο που η φλόγα δεν έβγαζε καπνό. Τότε τον άκουσα. Δεν ήταν φωνή, ήταν σαν το τρίξιμο των δέντρων στο δάσος:


​«Φέτος, το δικό μας τραπέζι είναι άδειο. Ανοίξτε να δειπνήσουμε.»


​Η γιαγιά άρχισε να ψέλνει ψιθυριστά, σχεδόν ουρλιάζοντας από μέσα της, και άδειασε όλο τον αγιασμό στο κατώφλι. Οι φιγούρες έξω έβγαλαν έναν πνιχτό ήχο, σαν συλλογικό παράπονο, και υποχώρησαν μέσα στην ομίχλη προς το παλιό νεκροταφείο που βρισκόταν στην όχθη του ποταμού.

​Το επόμενο πρωί, βρήκαμε στην πόρτα μας τρία τσουγκρισμένα αυγά. Το τσόφλι τους ήταν μαύρο και μέσα δεν είχαν ασπράδι ή κρόκο, αλλά υγρό χώμα και μικρά, λευκά σκουλήκια.

​Από τότε, δεν ξαναπήγα στην Άνω Ποταμιά για Πάσχα. Γιατί ξέρω ότι κάθε χρόνο, όταν οι καμπάνες χτυπούν την Ανάσταση, κάποιοι δεν ξυπνούν για να γιορτάσουν τη ζωή, αλλά για να ζητήσουν το μερίδιό τους από τους ζωντανούς.



🎧 Αν σου αρέσουν οι ιστορίες μας, άκου και τη μουσική μας 

👉 Bad Mood Bad Luck 



Σου άρεσε η ιστορία; Έχεις ζήσει κάτι παρόμοιο σε κάποιο χωριό της Ελλάδας; Στείλε μας τη δική σου εμπειρία!

Our Horror Stories : Ευχαριστούμε τον φίλο μας Λευτέρη για την ιστορία που μας έστειλε. 


0

Το Παλιό Κρεβάτι της Γιαγιάς

 


Δεν το έχω πει ποτέ σε κανέναν, φοβόμουν μην με περάσουν για τρελή. Αλλά τώρα, που πέρασαν τόσα χρόνια, ίσως μπορώ να το μοιραστώ.

Όταν πέθανε η γιαγιά μου, κληρονόμησα κάποια έπιπλα. Ανάμεσά τους, το παλιό, σκαλιστό, ξύλινο κρεβάτι της. Ήταν ένα διπλό κρεβάτι με ψηλό κεφαλάρι, βαρύ και επιβλητικό, που είχε μείνει στο σπίτι της για πάνω από εξήντα χρόνια. Εγώ μένω μόνη μου, οπότε το έβαλα στο υπνοδωμάτιό μου, μια καινούργια, μίνιμαλ κρεβατοκάμαρα – το κρεβάτι φαινόταν σαν να μην ανήκει εκεί, σαν ένα παράθυρο σε άλλη εποχή.


Οι πρώτες νύχτες ήταν δύσκολες. Έβλεπα εφιάλτες, περίεργους, ανατριχιαστικούς. Πάντα ξυπνούσα ιδρωμένη, με την καρδιά μου να χτυπά δυνατά, με την αίσθηση ότι κάποιος με παρακολουθεί. Το απέδιδα στο πένθος.

Μια νύχτα όμως, ξύπνησα τελείως ξαφνικά, όχι από εφιάλτη, αλλά από έναν ήχο. Έναν ήχο που ερχόταν από το κεφαλάρι του κρεβατιού. Ήταν σαν γρατζούνισμα. Ήχοι σαν κάτι να ξύνει αργά το παλιό ξύλο, σαν να προσπαθεί να βγει από μέσα του.

Πάγωσα. Άναψα το φως και κοίταξα. Τίποτα. Το ξύλο ήταν άθικτο. Σκέφτηκα ότι ήταν το μυαλό μου. Έσβησα το φως, προσπάθησα να κοιμηθώ.


Μόλις έκλεισα τα μάτια, ο ήχος ξανάρχισε. Αυτή τη φορά πιο δυνατά, πιο έντονα. Ήταν από μέσα από το ξύλο. Και μετά, το γρατζούνισμα έγινε πιο ρυθμικό, σχεδόν σαν… χτύπος. Τρεις χτύποι. Παύση. Τρεις χτύποι.

Κάθισα στο κρεβάτι και κοιτούσα το κεφαλάρι στο σκοτάδι. Ήταν τόσο έντονο που ένιωθα ότι αν έβαζα το χέρι μου, θα έτρωγα την δόνηση.
Τότε άκουσα μια ψιθυριστή φωνή. Πολύ κοντά. Σαν να ήταν δίπλα στο αυτί μου, αλλά και σαν να ερχόταν από το ξύλο.

«Βγάλ’ με…» ψιθύριζε. «Εδώ… είμαι…»

Έμεινα ακίνητη μέχρι το πρωί, δεν έκλεισα μάτι. Μόλις ξημέρωσε, σηκώθηκα και πήρα τηλέφωνο ένα παλαιοπωλείο. Τους έδωσα το κρεβάτι δωρεάν, αρκεί να έρθουν να το πάρουν αμέσως.


Από τότε, κοιμάμαι σε ένα απλό, μοντέρνο κρεβάτι. Δεν ξανάκουσα ποτέ τον ήχο. Αλλά ακόμα και σήμερα, όταν βλέπω ένα παλιό, βαρύ έπιπλο, νιώθω ένα κρύο να με διαπερνά. Δεν μπορώ να ξεχάσω τον ήχο από κάτι που προσπαθούσε να βγει από το ξύλο, και εκείνον τον ψίθυρο. Ήταν η γιαγιά; Κάποιος άλλος; Δεν θέλω να το μάθω ποτέ.


Bad Mood Bad Luck 
 turning chaos into music.
Το ταξίδι μόλις ξεκίνησε.
Ακολούθησέ μας και μπες στο story.



Our Horror Stories: Ευχαριστούμε την φίλη μας Σία για την ιστορία που μας έστειλε.

Διαβάστε επίσης:





Ακολουθήστε μας στη σελίδα μας στο Facebook 



 Ένα LIKE, SHARE και σχόλιο θα βοηθήσει να συνεχίσουμε το έργο μας!
ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ!




Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.








0

Ο Κλόουν

 


Δεν μιλάω εύκολα για αυτό. Έχουν περάσει πάνω από τριάντα χρόνια, κι όμως όταν κλείνω τα μάτια μου τον βλέπω ακόμη — όπως τότε, όταν ήμουν μόλις οκτώ χρονών.

Ο πατέρας μου με είχε πάει στο τσίρκο που είχε έρθει στην άκρη της πόλης. Θυμάμαι ακόμα τη μυρωδιά του πριονιδιού ανακατεμένη με καραμέλα και σκουριά από τα σίδερα. Ήταν όλα λαμπερά, με πολύχρωμες τέντες, μουσική από μισοχαλασμένα μεγάφωνα, ζώα σε κλουβιά. Εκείνος είχε πάει να πληρώσει τα εισιτήρια και μου είπε να μην φύγω από κοντά του. Μα το βλέμμα μου έπεσε σε μια καντίνα με ποπ κορν και γλυκά. Ήταν μόλις λίγα μέτρα πιο πέρα — σκέφτηκα ότι θα προλάβω να πάω μόνος μου.




Δεν πρόλαβα ποτέ να φτάσω στην καντίνα.

Ανάμεσα από δύο σκισμένες κουρτίνες της τέντας στεκόταν ένας κλόουν. Ήταν πολύ ψηλός, αφύσικα λεπτός, με στολή ριγέ, ξεθωριασμένη σαν να είχε βγει από παλιά φωτογραφία. Το πρόσωπό του λευκό, μα όχι βαμμένο· σαν γύψος, με ένα χαμόγελο κολλημένο, ξένο. Τα μάτια του ήταν μικρές μαύρες σχισμές που δεν αντανακλούσαν φως.

«Έλα, μικρέ…» είπε με φωνή που ακουγόταν σαν να έβγαινε από χαλασμένο γραμμόφωνο. «Θες να δεις ένα κόλπο που δεν δείχνω σε κανέναν;»




Δεν ξέρω γιατί τον ακολούθησα. Ίσως γιατί ήταν σαν μαγνήτης, σαν κάτι απαγορευμένο. Περπατήσαμε πίσω από τις τέντες, σε ένα σημείο που δεν υπήρχε κανείς. Εκεί, κάτω από μια λάμπα που τρεμόπαιζε, έβγαλε από την τσέπη του μια μικρή μαύρη κούκλα με κόκκινα νήματα. Τα δάχτυλά του ήταν μακριά, λεπτά, σαν κλαδιά.

«Κοίτα καλά…» μου είπε και το χαμόγελό του άνοιξε λίγο περισσότερο απ’ όσο έπρεπε, σαν να σκίστηκε το πρόσωπο. Άρχισε να ψιθυρίζει λόγια που δεν καταλάβαινα, μια γλώσσα που έμοιαζε με σφύριγμα του ανέμου μέσα σε σπηλιά. Το κεφάλι μου ζαλίστηκε, τα φώτα έσβησαν για μια στιγμή — και μετά άκουσα τον πατέρα μου να φωνάζει το όνομά μου.

Όταν γύρισα, ο κλόουν είχε εξαφανιστεί. Μόνο η κούκλα έμεινε πεσμένη στο χώμα. Την πέταξα έντρομος και έτρεξα στον πατέρα μου, που ορκιζόταν ότι με έψαχνε μόνο λίγα δευτερόλεπτα.



Έκτοτε, κάθε φορά που περνάω μπροστά από τσίρκο, παιδικό πάρτι ή ακόμα και βιτρίνα με αποκριάτικες στολές, τον βλέπω. Στο βάθος, πίσω από το πλήθος. Ίδιος. Δεν γερνάει, δεν αλλάζει. Στέκεται εκεί και με κοιτάει, με εκείνο το χαμόγελο που είναι πολύ μεγάλο για ανθρώπινο πρόσωπο.

Κάποιες φορές, τη νύχτα, νομίζω πως τον ακούω έξω από το σπίτι μου — το τριζόνισμα του γέλιου του πίσω από τον τοίχο. Δεν ξέρω αν με σημάδεψε εκείνη η μέρα ή αν άνοιξε μια πόρτα μέσα μου. Μόνο ένα πράγμα φοβάμαι περισσότερο από το να τον ξαναδώ:

Τη μέρα που θα με πλησιάσει ξανά και θα μου ψιθυρίσει το υπόλοιπο του «κόλπου».


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Γρηγόρη για την ιστορία που μας έστειλε.



Διαβάστε επίσης:





Ακολουθήστε μας στη σελίδα μας στο Facebook 



 Ένα LIKE, SHARE και σχόλιο θα βοηθήσει να συνεχίσουμε το έργο μας!
ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ!




Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.