Ήταν Οκτώβριος του 2022 όταν αποφασίσαμε με την παρέα μου —τον Νίκο, την Ελένη κι εμένα— να δοκιμάσουμε κάτι που βλέπαμε πάντα σε θρίλερ. Είχαμε μαζευτεί στο παλιό σπίτι της γιαγιάς της Ελένης στο χωριό, ένα διώροφο πέτρινο κτίσμα του '60 που έτριζε με το παραμικρό ρεύμα αέρα.
Ακριβώς στις 12:00 το βράδυ, κλείσαμε όλα τα φώτα. Τοποθετήσαμε τρία λευκά κεριά μπροστά από τον μεγάλο, οβάλ καθρέφτη του διαδρόμου —έναν παλιό καθρέφτη με θαμπές γωνίες από την υγρασία. Ανάψαμε τα κεριά, πιαστήκαμε από τα χέρια και ψιθυρίσαμε το γνωστό κάλεσμα τρεις φορές στο γυαλί.
Περιμέναμε για λίγα λεπτά αλλά δεν συνέβη απολύτως τίποτα. Γελάσαμε νευρικά, κοροϊδέψαμε τους εαυτούς μας για τη δεισιδαιμονία μας, σβήσαμε τα κεριά και πέσαμε για ύπνο.
Όταν φύγαμε την επόμενη μέρα από το σπίτι της γιαγιάς, άρχισα να αισθάνομαι πολύ παράξενα. Ένιωθα μια συνεχή αίσθηση παρακολούθησης, αλλά δεν είπα τίποτα στους άλλους — φοβόμουν ότι θα με περνούσαν για υπερβολικό ή παρανοϊκό. Κράτησα τη σιωπή μου για μέρες.
Μέχρι που μια μέρα, η Ελένη μας πήρε τηλέφωνο. Ήταν τρομοκρατημένη και μας ζήτησε επειγόντως να ξαναβρεθούμε.
Όταν συναντηθήκαμε, η φωνή της έτρεμε. Μας περιέγραψε μια ενοχλητική, περίεργη αίσθηση που βίωνε μετά το παιχνίδι με τα κεριά στο καθρέφτη:
Έναν περίεργο ήχο. Όχι φωνές. Σαν μια βραχνή, ρυθμική αναπνοή. Ακούγεται τόσο κοντά, μόλις λίγα εκατοστά πίσω από το αυτί, αλλά μόλις γυρίσεις απότομα, ο χώρος είναι άδειος.
Επίσης κάθε βράδυ, ακριβώς στις 00:00, τα φώτα στο δωμάτιό της τρεμοπαίζουν για δύο δευτερόλεπτα.
Τότε παγώσαμε όλοι. Κοιταχτήκαμε στα μάτια χωρίς να μιλάμε.
Ο Νίκος κι εγώ της εξηγήσαμε, με κομμένη την ανάσα, ότι ακριβώς τα ίδια πράγματα συνέβαιναν και σε εμάς, στα δικά μας σπίτια, από την ημέρα που φύγαμε από το χωριό.
Δεν ξέρουμε αν ανοίξαμε μια πόρτα που δεν έπρεπε ή αν φέραμε κάτι μαζί μας από εκείνον τον καθρέφτη. Το μόνο βέβαιο είναι ότι όλοι λένε πως τα πνεύματα δεν εμφανίζονται πάντα με κραυγές· μερικές φορές, απλά στέκονται πίσω σου και περιμένουν.

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου