0

Το κενό ανάμεσα στις γρίλιες

 



Γεια σου. Παρακολουθώ τη σελίδα σας εδώ και καιρό και εκτιμώ πολύ την κοινότητα που έχετε φτιάξει. Αποφάσισα να σας στείλω κάτι δικό μου, κάτι που δεν έχω πει ποτέ σε κανέναν.


Δεν είναι απλά μια ιστορία μυθοπλασίας. Για μένα, είναι η αλήθεια που με κρατάει ξύπνιο κάθε βράδυ. Αν θες, δημοσίευσέ την. Απλά κράτα την ανωνυμία μου.


Το Κενό Ανάμεσα στις Γρίλιες

Όταν είμαστε παιδιά, οι μεγάλοι μας λένε ψέματα για να μας προστατεύσουν. Ή μάλλον, για να προστατεύσουν τη δική τους ηρεμία. «Μην ανησυχείς, ο Μπαμπούλας δεν υπάρχει», μου έλεγε η μητέρα μου κάθε φορά που έκλαιγα κοιτάζοντας τη μισάνοιχτη ντουλάπα του δωματίου μου. «Είναι απλά ένα παραμύθι για να κάθονται φρόνιμα τα παιδάκια». Πόσο λάθος έκανε. Ο Μπαμπούλας δεν είναι παραμύθι. Και το χειρότερο; Δεν εξαφανίζεται όταν μεγαλώνεις. Απλά μαθαίνει να περιμένει.


Μέρος 1ο: Οι Σκιές της Παιδικής Ηλικίας

Θυμάμαι έντονα τον ήχο. Έναν υπόκωφο, ξύλινο θόρυβο, σαν νύχια που σέρνονται αργά πάνω στα παλιά πατώματα, ο οποίος ξεκινούσε πάντα αφού έσβηναν τα φώτα. Ήμουν επτά ετών όταν κατάλαβα ότι ο τρόμος δεν κρύβεται στο σκοτάδι γενικά, αλλά σε συγκεκριμένα σημεία. Στη σχισμή κάτω από το κρεβάτι. Στο κενό που άφηνε η πόρτα της ντουλάπας όταν δεν είχε κλείσει τελείως. Εκεί ζούσε. Μια φιγούρα χωρίς συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, μια πυκνή, σχεδόν χειροπιαστή σκιά, με δύο αμυδρές, κιτρινωπές λάμψεις εκεί που θα έπρεπε να βρίσκονται τα μάτια.


Κάθε βράδυ, η ίδια ιεροτελεστία: τραβούσα το πάπλωμα μέχρι το πηγούνι, πιστεύοντας ανόητα ότι αυτό το λεπτό κομμάτι υφάσματος ήταν μια αδιαπέραστη ασπίδα. Άκουγα την ανάσα του —έναν βαρύ, συριχτικό ήχο, σαν να περνούσε αέρας μέσα από στεγνά, ξερά φύλλα. Ήξερα ότι αν έβγαζα έστω και ένα δάχτυλο έξω από το στρώμα, θα με άρπαζε. Όταν το έλεγα στους γονείς μου, γελούσαν. «Έχεις μεγάλη φαντασία», έλεγε ο πατέρας μου. Έτσι, έμαθα να σωπαίνω. Και με τα χρόνια, οι ήχοι σταμάτησαν. Ή έτσι νόμιζα.


Μέρος 2ο: Η Επιστροφή

Πριν από δύο μήνες, αναγκάστηκα να επιστρέψω στο παλιό μου πατρικό σπίτι για να το αδειάσω, μετά τον θάνατο των γονιών μου. Το σπίτι ήταν άδειο, κρύο και γεμάτο σκόνη. Η ατμόσφαιρα έμοιαζε παγωμένη στον χρόνο. Το πρώτο βράδυ, αποφάσισα να κοιμηθώ στο παλιό μου δωμάτιο. Ήμουν πλέον τριάντα χρονών. Ένας ώριμος άνθρωπος, ορθολογιστής, που δεν πιστεύει σε τέρατα και φαντάσματα. Ξάπλωσα στο ίδιο κρεβάτι, νιώθοντας μια παράξενη μελαγχολία.


Γύρω στις τρεις το πρωί, ξύπνησα ξαφνικά. Το δωμάτιο ήταν βυθισμένο στο σκοτάδι, εκτός από το λιγοστό φως του δρόμου που πέρναγε από τις γρίλιες του παραθύρου. Το σώμα μου ήταν μουδιασμένο. Και τότε, τον άκουσα ξανά. Κρακ... κρακ... Ο γνώριμος, ξερός ήχος των νυχιών πάνω στο ξύλο. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει σαν τρελή στο στήθος μου. Η λογική μου προσπάθησε να αντισταθεί: «Είναι ποντίκια. Είναι οι συστολές του σπιτιού. Είσαι κουρασμένος».


Για όσους δεν χορταίνουν μυστήριο και σκιές:

Ο Εξωσκριστής


Όμως η μυρωδιά διέψευσε κάθε λογική. Μια έντονη, αποπνικτική μυρωδιά κλεισούρας, μούχλας και παλαιού, σαπισμένου ξύλου γέμισε το δωμάτιο. Ήταν η μυρωδιά της ντουλάπας μου. Έστρεψα αργά, με απόλυτο τρόμο, το βλέμμα μου προς τα εκεί. Η πόρτα της ντουλάπας, την οποία ήμουν σίγουρος ότι είχα κλείσει καλά πριν ξαπλώσω, ήταν μισάνοιχτη. Ένα μαύρο κενό δέκα εκατοστών χασκούσε στο σκοτάδι.


Μέρος 3ο: Δεν Ήταν Φαντασία

Μέσα από αυτό το κενό, είδα κάτι να κινείται. Δεν ήταν το σκοτάδι του δωματίου· ήταν ένα σκοτάδι πιο βαθύ, που έμοιαζε να καταπίνει το φως. Δύο αμυδρά, κιτρινωπά σημεία άναψαν στο ύψος των ματιών ενός ανθρώπου που θα ήταν υπερβολικά ψηλός, σχεδόν λυγισμένος στα δύο για να χωρέσει εκεί μέσα. Ένα μακρύ, σκελετωμένο χέρι, με δάχτυλα που κατέληγαν σε αιχμηρές, μαύρες απολήξεις, άπλωσε αργά έξω από τη σχισμή, ακουμπώντας το πλαίσιο της πόρτας.


Δεν μπορούσα να κουνηθώ. Η παιδική παράλυση του τρόμου με είχε κυριεύσει ξανά. Άκουσα έναν ψίθυρο στο μυαλό μου, όχι στα αυτιά μου, μια φωνή που έμοιαζε με το τρίψιμο των νυχιών στο πάτωμα: «Μεγάλωσες... αλλά ακόμα φοβάσαι το ίδιο».


Με μια υπεράνθρωπη προσπάθεια, άρπαξα το κινητό μου από το κομοδίνο και άναψα το φλας. Το έντονο λευκό φως πλημμύρισε το δωμάτιο. Η πόρτα της ντουλάπας βρόντηξε και έκλεισε με δύναμη. Δεν υπήρχε τίποτα εκεί. Μόνο ο ήχος της δικής μου γρήγορης ανάσας και ο ιδρώτας που έτρεχε στο πρόσωπό μου.


Σήμερα

Έφυγα από το σπίτι εκείνο το ίδιο βράδυ. Δεν ξαναπάτησα. Το έβγαλα προς πώληση όσο-όσο. Όμως το πρόβλημα δεν λύθηκε. Τώρα πια ξέρω. Ο Μπαμπούλας δεν ανήκει σε εκείνο το σπίτι. Δεν ανήκει σε καμία συγκεκριμένη ντουλάπα. Ανήκει στις σκιές που κουβαλάμε μέσα μας.


Κάθε βράδυ, στο καινούργιο μου διαμέρισμα, σιγουρεύομαι τρεις και τέσσερις φορές ότι όλες οι πόρτες των ντουλαπών είναι ερμητικά κλειστές. Παρόλα αυτά, χθες βράδυ, καθώς προσπαθούσα να κοιμηθώ, άκουσα ένα ελαφρύ κράκ από το βάθος του διαδρόμου...


Να προσέχετε τις ντουλάπες σας. Και κυρίως, μην αφήνετε ποτέ καμία πόρτα μισάνοιχτη.


Το επόμενο σκοτεινό εύρημα σε περιμένει εδώ:

Παρασκευή και 13


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τoν ανώνυμο  φίλo μας για την ιστορία που μας έστειλε.


Ίσως σου αρέσει επίσης:



Διαβάστε επίσης:








Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com  ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου