Το σκέφτομαι εδώ και μήνες. Από τη μία λέω πως ίσως όλο αυτό να ήταν αποτέλεσμα κούρασης. Εκείνη την περίοδο δούλευα πολλές ώρες, κοιμόμουν λίγο, έπινα καφέδες αντί για νερό και γενικά δεν ήμουν στην καλύτερη φάση μου.
Από την άλλη, υπάρχουν πράγματα που δεν γίνεται να τα εξηγήσεις έτσι απλά.
Όλα ξεκίνησαν όταν μετακόμισα σε ένα παλιό διαμέρισμα στην Κυψέλη. Ήταν από αυτά τα διαμερίσματα της δεκαετίας του ’70, με μωσαϊκό στο πάτωμα, βαριές ξύλινες πόρτες και εκείνη τη μυρωδιά παλιού σπιτιού που δεν φεύγει ποτέ εντελώς, όσο κι αν αερίζεις.
Το νοίκι ήταν χαμηλό για την περιοχή.
Υπερβολικά χαμηλό, τώρα που το σκέφτομαι.
Η ιδιοκτήτρια, μια γυναίκα γύρω στα εξήντα, μου είχε πει από την αρχή:
«Το μικρό δωμάτιο στο τέλος του διαδρόμου καλύτερα να το χρησιμοποιείς σαν αποθήκη. Δεν έχει καλό φως».
Δεν έδωσα σημασία. Το σπίτι είχε δύο υπνοδωμάτια, σαλόνι, κουζίνα και εκείνο το μικρό δωμάτιο. Πράγματι, ήταν σκοτεινό. Είχε ένα στενό παράθυρο που έβλεπε σε φωταγωγό και μέσα έκανε πάντα λίγο περισσότερη ψύχρα απ’ ό,τι στο υπόλοιπο σπίτι.
Την πρώτη εβδομάδα δεν έγινε τίποτα.
Τη δεύτερη άρχισα να παρατηρώ ότι η πόρτα του μικρού δωματίου ήταν συχνά μισάνοιχτη.
Στην αρχή το απέδωσα στον αέρα. Τα παλιά σπίτια έχουν ρεύματα. Έκλεινα την πόρτα, πήγαινα στη δουλειά, γύριζα το βράδυ και την έβρισκα πάλι λίγο ανοιχτή. Όχι διάπλατα. Ίσα ίσα. Σαν κάποιος να την είχε σπρώξει προσεκτικά, μόνο όσο χρειαζόταν για να κοιτάξει έξω.
Άρχισα να τη σφηνώνω με ένα παλιό κουτί από παπούτσια.
Το κουτί μετακινούνταν.
Όχι πολύ. Μερικά εκατοστά. Αλλά αρκετά για να μην μπορώ να πω ότι ήταν στη φαντασία μου.
Ένα βράδυ γύρισα αργά, γύρω στις δύο. Είχα βγει με κάτι φίλους, είχα πιει δυο ποτά, όχι κάτι φοβερό. Θυμάμαι όμως ότι ένιωθα ζαλισμένος από την κούραση. Μπήκα στο σπίτι, πέταξα τα κλειδιά στο τραπέζι και πήγα κατευθείαν στο μπάνιο.
Εκεί άκουσα για πρώτη φορά το χτύπημα.
Τρία χτυπήματα.
Αργά.
Από μέσα από το μικρό δωμάτιο.
Στάθηκα ακίνητος με την οδοντόβουρτσα στο χέρι.
Περίμενα.
Τίποτα.
Βγήκα στον διάδρομο. Το σπίτι ήταν ήσυχο. Το κουτί ήταν στη θέση του. Η πόρτα κλειστή.
Γέλασα μόνος μου. Ή τουλάχιστον προσπάθησα.
«Το ψυγείο θα ήταν», είπα δυνατά, λες και έπρεπε να πείσω κάποιον άλλο μέσα στο σπίτι.
Την επόμενη μέρα αποφάσισα να αδειάσω τελείως εκείνο το δωμάτιο. Είχα βάλει μέσα κούτες, παλιά βιβλία, κάτι εργαλεία, άχρηστα πράγματα. Ήθελα να δω αν υπήρχε κάποιος σωλήνας, κάποια χαλαρή τάβλα, κάτι που να κάνει θόρυβο.
Το δωμάτιο ήταν άδειο μέσα σε μισή ώρα.
Και τότε είδα τον τοίχο.
Στη δεξιά πλευρά, πίσω από μια παλιά βιβλιοθήκη που είχα ακουμπήσει προσωρινά εκεί, υπήρχαν μικρές γρατζουνιές. Πολλές. Κάθετες. Σαν νυχιές.
Δεν ήταν βαθιές, αλλά ήταν πολλές. Πάρα πολλές.
Και όλες βρίσκονταν στο ίδιο ύψος.
Στο ύψος ενός παιδιού.
Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα κάτι που μου είχε πει η ιδιοκτήτρια όταν υπογράφαμε το συμβόλαιο. Ότι το σπίτι ήταν χρόνια κλειστό. Ότι «δεν έτυχε» να το νοικιάσουν. Ότι οι προηγούμενοι έφυγαν βιαστικά.
Τότε μου είχε φανεί απλώς κουτσομπολιό πολυκατοικίας.
Το ίδιο βράδυ δεν κοιμήθηκα καλά.
Δεν είδα εφιάλτη ακριβώς. Ήταν περισσότερο σαν να ξυπνούσα συνέχεια με την αίσθηση ότι κάποιος στεκόταν στον διάδρομο. Άνοιγα τα μάτια μου και κοιτούσα προς την πόρτα του υπνοδωματίου. Δεν έβλεπα τίποτα. Μόνο σκοτάδι.
Γύρω στις τέσσερις, άκουσα κάτι να σέρνεται.
Όχι βήματα.
Σύρσιμο.
Σαν ύφασμα πάνω στο μωσαϊκό.
Σηκώθηκα απότομα. Άναψα το φως. Ο διάδρομος ήταν άδειος.
Η πόρτα του μικρού δωματίου ήταν ανοιχτή.
Το κουτί από τα παπούτσια βρισκόταν στη μέση του διαδρόμου.
Εκεί έκανα το πρώτο μεγάλο λάθος.
Πήγα και κοίταξα μέσα.
Το δωμάτιο ήταν άδειο. Το παράθυρο κλειστό. Καμία κουρτίνα, κανένα έπιπλο, τίποτα που να μπορεί να έχει κινηθεί.
Μόνο που στον τοίχο, πάνω από τις γρατζουνιές, υπήρχε κάτι που δεν είχα δει πριν.
Μια λέξη.
Όχι γραμμένη με μαρκαδόρο. Ούτε με μολύβι.
Ήταν χαραγμένη.
ΜΑΜΑ
Έφυγα από το δωμάτιο και έκλεισα την πόρτα πίσω μου.
Δεν ξέρω γιατί δεν έφυγα από το σπίτι εκείνο το βράδυ. Ίσως επειδή ήταν χαράματα. Ίσως επειδή προσπαθούσα ακόμα να το εκλογικεύσω. Ίσως επειδή κανείς δεν θέλει να παραδεχτεί ότι φοβάται ένα άδειο δωμάτιο.
Τις επόμενες μέρες άρχισα να ψάχνω.
Ρώτησα διακριτικά μια ηλικιωμένη κυρία στον δεύτερο όροφο αν ήξερε κάτι για το διαμέρισμα. Στην αρχή έκανε πως δεν καταλάβαινε. Μετά, όταν της είπα ότι άκουγα θορύβους, χαμήλωσε τη φωνή της.
«Εκεί μέσα έμενε μια οικογένεια παλιά», μου είπε. «Πριν πολλά χρόνια. Είχαν ένα κοριτσάκι. Ήσυχο παιδί. Πολύ ήσυχο».
Δεν συνέχισε.
Τη ρώτησα τι έγινε.
Με κοίταξε σαν να μετάνιωσε που μίλησε.
«Μη ρωτάς καλύτερα. Άμα μπορείς, φύγε».
Φυσικά δεν έφυγα αμέσως. Έπρεπε να βρω άλλο σπίτι, να μαζέψω πράγματα, να τα κανονίσω όλα. Και, όσο γελοίο κι αν ακούγεται, ένα κομμάτι μου θύμωνε. Έλεγα ότι δεν γίνεται να με διώξει κάτι που δεν βλέπω.
Το τελευταίο βράδυ στο διαμέρισμα ήταν Παρασκευή.
Είχα ήδη βρει άλλο σπίτι και την επόμενη μέρα θα ερχόταν ένας φίλος με φορτηγάκι να με βοηθήσει. Είχα αφήσει μόνο τα βασικά. Ένα στρώμα στο πάτωμα, λίγες κούτες, φορτιστή, ρούχα.
Κατά τις τρεις το πρωί ξύπνησα από παιδικό γέλιο.
Όχι δυνατό. Όχι σαν παιδί που παίζει.
Πιο πολύ σαν κάποιος να προσπαθούσε να μη γελάσει.
Ήταν έξω από την πόρτα μου.
Δεν κουνήθηκα.
Το γέλιο σταμάτησε.
Μετά άκουσα τρία χτυπήματα στην πόρτα του υπνοδωματίου.
Αργά.
Το στόμα μου είχε στεγνώσει. Κρατούσα την αναπνοή μου και κοιτούσα το πόμολο.
Γύρισε λίγο.
Μόνο λίγο.
Σαν κάποιος από την άλλη πλευρά να δοκίμαζε αν ήταν κλειδωμένα.
Δεν ήταν.
Εγώ δεν κλείδωνα ποτέ την πόρτα του υπνοδωματίου.
Το πόμολο γύρισε κι άλλο.
Και τότε ακούστηκε μια φωνή.
Παιδική.
Σχεδόν κολλημένη στην πόρτα.
«Δεν είσαι η μαμά μου».
Δεν θυμάμαι να σηκώθηκα. Θυμάμαι μόνο ότι βρέθηκα όρθιος, με την πλάτη στον τοίχο, να κοιτάζω την πόρτα που άνοιγε αργά.
Απαραίτητο επιλογή για καλοκαιρινό τρόμο:
Το άνοιγμα ήταν ελάχιστο.
Μα αρκετό για να δω κάτι στο σκοτάδι του διαδρόμου.
Όχι πρόσωπο.
Όχι σώμα.
Μόνο ένα μικρό χέρι στο ύψος του πόμολου.
Πολύ λευκό.
Με μακριά, σπασμένα νύχια.
Έφυγα από το σπίτι ξυπόλυτος. Πήρα μόνο κινητό και κλειδιά. Κοιμήθηκα στο αυτοκίνητο μέχρι να ξημερώσει.
Το πρωί γύρισα με τον φίλο μου. Δεν του είπα τίποτα στην αρχή. Μπήκαμε μαζί. Το σπίτι ήταν όπως το είχα αφήσει.
Εκτός από το μικρό δωμάτιο.
Η πόρτα ήταν κλειστή.
Το κουτί από τα παπούτσια ήταν πάλι μπροστά της.
Και πάνω στο κουτί υπήρχαν τρεις μικρές γρατζουνιές.
Σαν κάποιος να το είχε χαϊδέψει με νύχια.
Δεν ξαναπάτησα εκεί μόνος μου. Μάζεψα τα πράγματά μου όσο πιο γρήγορα γινόταν και έφυγα.
Μερικές φορές σκέφτομαι ότι ίσως τα μεγαλοποίησα όλα. Ότι ήμουν εξαντλημένος, αγχωμένος, μόνος σε ένα παλιό σπίτι. Ότι η φωνή μπορεί να ήταν από τον φωταγωγό. Ότι το χέρι μπορεί να ήταν σκιά.
Αλλά υπάρχει κάτι που δεν μπορώ να εξηγήσω.
Δύο εβδομάδες αφού έφυγα, η ιδιοκτήτρια με πήρε τηλέφωνο. Ήθελε να με ρωτήσει αν είχα αφήσει τίποτα πίσω.
Της είπα όχι.
Έκανε μια παύση.
Μετά μου είπε:
«Βρήκαμε κάτι γραμμένο στον τοίχο του μικρού δωματίου».
Δεν ρώτησα τι.
Μου το είπε μόνη της.
«Έγραφε:
ΤΩΡΑ ΞΕΡΕΙ».
Και από τότε, κάθε φορά που περνάω έξω από παλιές πολυκατοικίες, κοιτάζω τα σκοτεινά παράθυρα στους φωταγωγούς.
Όχι γιατί πιστεύω απαραίτητα σε φαντάσματα.
Αλλά γιατί ξέρω πως κάποια δωμάτια δεν μένουν ποτέ άδεια.
Σχετική σκοτεινή πρόταση:
Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τoν φίλo μας Λευτέρη για την ιστορία που μας έστειλε.
Απαραίτητο επιλογή για καλοκαιρινό τρόμο:
Διαβάστε επίσης:
Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου