Καλησπέρα. Διαβάζω τις ιστορίες στο μπλογκ σου και αποφάσισα να μοιραστώ κάτι που μου συνέβη το καλοκαίρι του 2012, όταν ήμουν δώδεκα ετών, στην κατασκήνωση. Δεν το έχω πει ποτέ σε κανέναν, γιατί ξέρω πώς ακούγεται. Οι γονείς μου πίστευαν ότι έπαθα ηλίαση εκείνη τη μέρα. Όμως εγώ ξέρω τι είδα. Ή μάλλον, ξέρω τι δεν μπορώ να εξηγήσω μέχρι σήμερα...
Χαμένος Χρόνος στο Δάσος
Ήταν η δεύτερη εβδομάδα μου στην κατασκήνωση, κάπου στα πυκνά δάση της Χαλκιδικής. Η ρουτίνα ήταν πάντα η ίδια: παιχνίδι, φαγητό και ύπνος στα ξύλινα σπιτάκια με τους ομαδάρχες. Εκείνο το βράδυ, όμως, ξύπνησα γύρω στις τρεις τα ξημερώματα με μια έντονη ανάγκη να πάω στην τουαλέτα.
Επειδή οι κοινόχρηστες τουαλέτες ήταν μακριά και το σκοτάδι με φόβιζε, αποφάσισα να βγω απλά έξω από το σπιτάκι και να πάω λίγο πιο πέρα, προς την άκρη του δάσους, πίσω από τα πρώτα δέντρα.
Καθώς ήμουν έτοιμος να γυρίσω πίσω, άκουσα την πόρτα του διπλανού θαλάμου να τρίζει. Γύρισα και είδα τον Γιωργάκη, ένα παιδί από την ομάδα μου.
Βγήκε έξω φορώντας τις μπλε πυτζάμες του. Όμως δεν περπατούσε φυσιολογικά. Τα χέρια του κρέμονταν χαλαρά στα πλάγια, το κεφάλι του ήταν ελαφρώς ανασηκωμένο προς τον ουρανό και τα βήματά του ήταν σταθερά, ρυθμικά, σαν να ήταν βαριά υπνωτισμένος.
Δεν κοιτούσε δεξιά ή αριστερά. Άρχισε να μπαίνει βαθιά μέσα στο δάσος, προσπερνώντας τα όρια της κατασκήνωσης.
«Γιωργάκη;» ψιθύρισα, αλλά δεν με άκουσε. Από περιέργεια και φόβο μήπως χαθεί, άρχισα να τον ακολουθώ σιωπηλά ανάμεσα στα δέντρα.
Ξαφνικά, το δάσος φωτίστηκε. Ένα απόλυτο, εκτυφλωτικό λευκό φως έπεσε από τον ουρανό, τόσο έντονο που με τύφλωσε για μερικά δευτερόλεπτα. Έβαλα τα χέρια μου μπροστά στα μάτια μου, νιώθοντας μια παράξενη ζέστη να απλώνεται στον αέρα.
Όταν τα μάτια μου συνήθισαν ξανά στο σκοτάδι, αυτό που είδα πάγωσε το αίμα μου.
Πάνω από το κεφάλι μου, ακριβώς πάνω από τα δέντρα, αιωρούνταν ένας τεράστιος, μεταλλικός δίσκος. Δεν έβγαζε τον παραμικρό ήχο. Ήταν απόλυτα αθόρυβος, αλλά η παρουσία του έκανε την ατμόσφαιρα να δονείται. Και μέσα σε εκείνη τη λευκή δέσμη φωτός, το σώμα του Γιωργάκη είχε αποκολληθεί από το έδαφος. Αιωρούνταν στον αέρα, ανεβαίνοντας αργά, με την πλάτη στραμμένη προς τη γη, προς το κέντρο του μεταλλικού δίσκου.
Προσπάθησα να τρέξω. Προσπάθησα να ουρλιάξω, να καλέσω σε βοήθεια, να φωνάξω τους ομαδάρχες. Αλλά δεν μπορούσα να βγάλω φωνή. Το στόμα μου άνοιγε, αλλά κανένας ήχος δεν έβγαινε από τον λαιμό μου, σαν κάτι να είχε ρουφήξει όλο το οξυγόνο γύρω μου.
Πριν προλάβω να καταλάβω τι συμβαίνει, μια δεύτερη, γιγαντιαία λάμψη ξέσπασε από το αντικείμενο. Ήταν τόσο ισχυρή που ένιωσα το μυαλό μου να σβήνει.
Όταν άνοιξα τα μάτια μου... ήταν μέρα.
Ένιωθα μπερδεμένος, σαν να είχα ξυπνήσει από βαρύ ύπνο, αλλά ήμουν όρθιος. Ο ήλιος έκαιγε ψηλά στον ουρανό. Κοίταξα γύρω μου. Ήμουν ακόμα στην ίδια θέση, μέσα στο δάσος, ξυπόλυτος πάνω στο χώμα και στις πεσμένες πευκοβελόνες, φορώντας τις πυτζάμες μου.
Από τα σπιτάκια της κατασκήνωσης άρχισαν να βγαίνουν τα πρώτα παιδιά. Με κοιτούσαν περίεργα, ψιθυρίζοντας μεταξύ τους. Ήμουν μέσα στις λάσπες, παγωμένος και τρομοκρατημένος. Πώς ήταν δυνατόν; Πριν από μια στιγμή ήταν νύχτα. Πού πήγαν τέσσερις ώρες από τη ζωή μου;
Ο τρόμος μου έγινε πανικός. Έτρεξα προς το μέρος των ομαδαρχών, που ετοιμάζονταν για την πρωινή αναφορά. «Κάτι πήρε τον Γιωργάκη!» πήγα να φωνάξω με δάκρυα στα μάτια. «Στο δάσος, ένα φως τον σήκωσε στον αέρα!»
Όμως οι λέξεις κόλλησαν στο λαιμό μου.
Καθώς πλησίαζα, η πόρτα του θαλάμου μας άνοιξε. Από μέσα βγήκε ο Γιωργάκη. Φορούσε τα ρούχα της κατασκήνωσης, ήταν καθαρός, χτενισμένος και γελούσε με ένα άλλο παιδί, σαν να μην είχε συμβεί απολύτως τίποτα. Μας κοίταξε, με είδε σε εκείνα τα χάλια και με ρώτησε: «Ρε Μιχάλη, τι έπαθες; Γιατί είσαι έτσι;».
Ποτέ δεν μπόρεσα να εξηγήσω τι έγινε εκείνο το βράδυ. Οι ομαδάρχες με τιμώρησαν γιατί πίστευαν ότι έκανα κάποιου είδους φάρσα.
Μέχρι σήμερα, όταν τυχαίνει να βρεθώ με τον Γιωργάκη και τον κοιτάζω στα μάτια, βλέπω κάτι ξένο. Κάτι που δεν υπήρχε πριν από εκείνο το καλοκαίρι.
Και το χειρότερο; Όταν φοράει κοντομάνικο, στο πίσω μέρος του λαιμού του, υπάρχει ένα μικρό, τέλειο, λευκό σημάδι σε σχήμα ομόκεντρου κύκλου. Εκείνος λέει ότι είναι σημάδι εκ γενετής. Αλλά εγώ ξέρω ότι δεν το είχε πριν μπούμε σε εκείνο το δάσος.
Ότι πρέπει για τον ελεύθερο χρόνο σου:
Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Μιχάλη για την ιστορία που μας έστειλε.
Αν σου αρέσει ο τρόμος τότε πρέπει να έχεις αυτό:
Διαβάστε επίσης:
Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com για να την δημοσιεύσουμε.

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου