Καλησπέρα. Σου στέλνω αυτή την ιστορία με ένα ψεύτικο email, για προφανείς λόγους. Οι δικοί μου άνθρωποι πιστεύουν ότι έχω πάθει νευρικό κλονισμό από την υπερβολική δουλειά και την αϋπνία. Μου πρότειναν μάλιστα να ξεκινήσω συνεδρίες με ψυχίατρο. Ίσως να έχουν δίκιο. Ίσως όλα όσα θα διαβάσεις να είναι απλά μια χημική ανισορροπία στον εγκέφαλό μου. Αλλά αν δεν είναι... τότε αυτό που κοιμάται αυτή τη στιγμή στο διπλανό δωμάτιο, δεν είναι η γυναίκα μου.
Το Σημάδι στην Αριστερή Παλάμη
Με την Ελένη είμαστε παντρεμένοι επτά χρόνια. Όταν ζεις με έναν άνθρωπο τόσο καιρό, μαθαίνεις να αναγνωρίζεις την παρουσία του χωρίς καν να τον κοιτάξεις. Ξέρεις τον ρυθμό των βημάτων του στο διάδρομο, τον τρόπο που ανασαίνει όταν κοιμάται, το πώς κρατάει το φλιτζάνι του καφέ το πρωί. Γίνεσαι ειδικός στις μικρές, ανεπαίσθητες λεπτομέρειες της ύπαρξής του.
Όλα ξεκίνησαν πριν από τρεις εβδομάδες. Η Ελένη είχε πάει για ένα επαγγελματικό τριήμερο σε ένα συνέδριο στο Ναύπλιο. Όταν επέστρεψε το βράδυ της Κυριακής, μου φάνηκε απλά κουρασμένη. Με φίλησε, μου είπε για το ταξίδι και πέσαμε για ύπνο.
Το επόμενο πρωί, όμως, ένιωσα την πρώτη γρατζουνιά στη λογική μου.
Καθόμασταν στην κουζίνα. Η Ελένη μιλούσε, γελούσε, μου έλεγε τα ίδια αστεία που έλεγε πάντα. Η φωνή της ήταν η δική της, οι αναμνήσεις της ήταν οι δικές μας. Αλλά οι κινήσεις της... ήταν ελάχιστα πιο «καθαρές».
Δεν ξέρω πώς αλλιώς να το πω. Όταν άνοιγε ένα ντουλάπι, δεν υπήρχε η φυσική, ανθρώπινη νωχελικότητα του πρωινού. Το χέρι της κινούταν με μια μαθηματική, απόλυτη ακρίβεια.
Τις επόμενες μέρες, άρχισα να την παρατηρώ εμμονικά. Όταν πίστευε ότι δεν την κοιτούσα, το πρόσωπό της χαλάρωνε σε μια τελείως κενή, ανέκφραστη μάσκα. Μόλις γύριζα προς το μέρος της, το χαμόγελο επέστρεφε ακαριαία, σαν να πατούσες έναν διακόπτη.
Το χειρότερο ήταν το βλέμμα της. Όταν με κοίταζε στα μάτια, δεν ένιωθα τη ζεστασιά της γυναίκας μου. Ένιωθα σαν να με σκανάρει μια κάμερα ασφαλείας υψηλής ευκρίνειας.
«Είσαι καλά, Ελένη;» τη ρώτησα ένα βράδυ.
«Φυσικά, αγάπη μου. Γιατί το λες;» απάντησε, και η χροιά της φωνής της ήταν τόσο τέλεια, που με έκανε να νιώσω τύψεις.
Προσπάθησα να λογικευτώ. Μίλησα στον κολλητό μου, τον Δημήτρη. Ήρθε για φαγητό στο σπίτι, τους είδε να μιλάνε, και την επόμενη μέρα μού είπε στο τηλέφωνο:
«Φίλε, έχεις καεί από το άγχος της δουλειάς. Η Ελένη είναι μια χαρά. Μια γλύκα όπως πάντα. Μήπως να δεις κάποιον ειδικό;»
Άρχισα να πιστεύω ότι τρελαίνομαι. Ήξερα για το σύνδρομο Capgras. Ήξερα ότι ο εγκέφαλος μπορεί να πάθει μια βλάβη στην περιοχή που συνδέει την αναγνώριση προσώπων με το συναίσθημα, κάνοντάς σε να πιστεύεις ότι οι αγαπημένοι σου είναι σωσίες. «Εγώ φταίω», έλεγα στον εαυτό μου κάθε βράδυ στο κρεβάτι, κοιτάζοντας την πλάτη της. «Το μυαλό μου με προδίδει».
Χθες το απόγευμα, αποφάσισα να δώσω ένα τέλος σε αυτή την παράνοια. Ήμουν έτοιμος να ζητήσω συγγνώμη και να κλείσω ραντεβού με ψυχολόγο.
Η Ελένη καθόταν στον καναπέ και διάβαζε ένα βιβλίο. Το φως του ήλιου έπεφτε πλάγια από το παράθυρο, λούζοντας τα χέρια της. Καθώς γύρισε μια σελίδα, το αριστερό της χέρι έμεινε ανοιχτό για μερικά δευτερόλεπτα κάτω από το δυνατό φως.
Το βιβλίο γλίστρησε από τα χέρια μου και έπεσε στο πάτωμα.
Όταν η Ελένη ήταν δώδεκα ετών, είχε πέσει πάνω σε μια τζαμαρία και είχε κοπεί βαθιά στην αριστερή της παλάμη. Είχε χρειαστεί να κάνει δέκα ράμματα. Για επτά χρόνια, χάιδευα εκείνο το χέρι σχεδόν κάθε μέρα. Ήξερα τη λευκή, σκληρή, ανάγλυφη ουλή που διέσχιζε την παλάμη της κατά μήκος, σαν δεύτερη γραμμή της ζωής.
Το χέρι της γυναίκας που καθόταν απέναντί μου στον καναπέ ήταν τέλειο. Το δέρμα της αριστερής της παλάμης ήταν απαλό, λείο, χωρίς το παραμικρό σημάδι, χωρίς καμία ουλή.
Μούδιασα. Το στομάχι μου δέθηκε κόμπος.
«Τι έπαθες;» με ρώτησε, παρατηρώντας το βιβλίο που είχε πέσει.
«Τίποτα... μου γλίστρησε», ψιθύρισα, προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου σταθερή.
Μας λένε ότι αν τρελαθείς, αρχίζεις να βλέπεις πράγματα που δεν υπάρχουν. Αλλά ο πραγματικός τρόμος είναι όταν είσαι απόλυτα λογικός και συνειδητοποιείς ότι αυτό που δεν υπάρχει, είναι η απόδειξη.
Αυτή τη στιγμή, είναι δύο τα μεσάνυχτα. Είναι ξαπλωμένη δίπλα μου και προσποιούμαι ότι κοιμάμαι. Ακούω την ανάσα της. Είναι στον ίδιο ακριβώς ρυθμό με τον δικό μου, σαν να με αντιγράφει σε πραγματικό χρόνο.
Δεν ξέρω πού είναι η πραγματική Ελένη. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που βρίσκεται στο κρεβάτι μου. Ξέρω μόνο ότι αν ανοίξω τα μάτια μου και τη δω να με κοιτάζει μέσα στο σκοτάδι, θα πρέπει να της χαμογελάσω. Σαν να μην ξέρω τίποτα.
Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον ανώνυμο φίλο για την ιστορία που μας έστειλε.
Λένε ότι η περιέργεια σκότωσε τη γάτα
Διαβάστε επίσης:
Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com για να την δημοσιεύσουμε.

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου