Η ιστορία που θα σας πω μου συνέβη πέρυσι τον Οκτώβριο κατά τη διάρκεια μιας πεζοπορίας στην Πίνδο. Οι ντόπιοι στο ξενοδοχείο μού είπαν ότι έπαθα "παραίσθηση λόγω υποθερμίας και εξάντλησης" επειδή περπατούσα ώρες στο κρύο. Θέλω κι εγώ να το πιστέψω. Αλλά κάθε φορά που κοιτάζω εκείνη τη φωτογραφία στο κινητό μου, καταλαβαίνω ότι κάποιοι άνθρωποι δεν πεθαίνουν ποτέ πραγματικά... απλά αλλάζουν σπίτι.
Το Μονοπάτι της Επιστροφής
Αν σου αρέσει η πεζοπορία, ξέρεις ότι ο χρυσός κανόνας του βουνού είναι ένας: ποτέ μην σε προλάβει η νύχτα στο μονοπάτι. Το φως στα πυκνά δάση της Πίνδου δεν δύει απλά· εξαφανίζεται απότομα, σαν να τραβάει κάποιος μια μαύρη κουρτίνα πάνω από τα δέντρα.
Ήταν σχεδόν έξι το απόγευμα όταν συνειδητοποίησα ότι είχα χάσει τα κόκκινα σημάδια της διαδρομής. Το GPS του κινητού μου είχε στερέψει από σήμα και η μπαταρία βρισκόταν στο 12%. Γύρω μου, η ομίχλη άρχισε να ανεβαίνει από τη χαράδρα, πνίγοντας τις ρίζες των αιωνόβιων δέντρων. Η θερμοκρασία έπεφτε ραγδαία και ο πανικός άρχισε να φωλιάζει στο στομάχι μου.
Περπάτησα στα τυφλά για ακόμα είκοσι λεπτά, μέχρι που άκουσα έναν ξερό ήχο από σπασμένα κλαδιά.
Γύρισα απότομα. Μέσα από την ομίχλη, είδα να πλησιάζει μια φιγούρα. Ήταν ένας ηλικιωμένος άντρας. Φορούσε μια παλιά, μάλλινη κάπα, από αυτές που φορούσαν παλιά οι βοσκοί στην επαρχία, και στο χέρι του κρατούσε ένα vintage φανάρι πετρελαίου που έβγαζε ένα ζεστό, κιτρινωπό φως.
«Χάθηκες, παιδί μου;» με ρώτησε με μια φωνή βαθιά, γεμάτη βραχνάδα, αλλά παράξενα καθησυχαστική.
«Ναι», απάντησα, νιώθοντας μια απέραντη ανακούφιση. «Προσπαθώ να βγάλω τον δρόμο για το Μέτσοβο, αλλά έχασα το μονοπάτι».
«Το βουνό είναι κακότροπο με τους ξένους», είπε και χαμογέλασε αμυδρά. «Ακολούθα με. Ξέρω ένα πέρασμα που βγάζει στην άσφαλτο σε μισή ώρα».
Ξεκινήσαμε να περπατάμε. Ο γέρος πήγαινε μπροστά, κρατώντας το φανάρι ψηλά. Καθώς περπατούσαμε μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, άρχισε να μου διηγείται ιστορίες για το βουνό. Μου μιλούσε για τον χειμώνα του '40, για τις παλιές μάχες, για τους ανθρώπους που χάθηκαν στα χιόνια και «έγιναν ένα με τα δέντρα». Τον άκουγα μαγεμένος, νιώθοντας τη ζεστασιά του φαναριού του να σπάει το κρύο.
Μετά από περίπου είκοσι λεπτά, η ομίχλη αραίωσε λίγο και το φεγγάρι βγήκε πίσω από τα σύννεφα. Το φως του έπεσε πάνω μας, δημιουργώντας μεγάλες, μακριές σκιές στο έδαφος.
Και τότε, κοιτάζοντας κάτω, ένιωσα την καρδιά μου να κάνει ένα απότομο άλμα.
Στο νωπό χώμα, η δική μου σκιά αποτυπωνόταν καθαρά, μακριά και σκοτεινή. Αλλά ακριβώς δίπλα μου... δεν υπήρχε άλλη σκιά. Το φανάρι του γέρου έκαιγε, το φεγγάρι έλαμπε, αλλά ο άντρας με την κάπα δεν άφηνε κανένα αποτύπωμα στο έδαφος. Ήταν σαν το φως να περνούσε από μέσα του, σαν να μην ήταν συμπαγής.
Το αίμα μου πάγωσε. Σταμάτησα να περπατάω.
Ο γέρος έκανε άλλα τρία βήματα, σταμάτησε και αυτός, και γύρισε αργά το κεφάλι του να με κοιτάξει. Το φως του φαναριού φώτισε το πρόσωπό του από κάτω. Τα μάτια του έμοιαζαν εντελώς λευκά, χωρίς κόρες.
«Φτάσαμε», ψιθύρισε, δείχνοντας μπροστά.
Κοίταξα πέρα από τον ώμο του. Λίγα μέτρα πιο κάτω, φαινόταν το προστατευτικό κιγκλίδωμα του επαρχιακού δρόμου και τα φώτα ενός αυτοκινήτου που περνούσε. Όταν ξαναγύρισα το βλέμμα μου μπροστά... ο γέρος είχε εξαφανιστεί. Δεν υπήρχε ήχος βημάτων, δεν υπήρχε το φως του φαναριού. Μόνο η μυρωδιά από καμένο λάδι πετρελαίου στον αέρα.
Έτρεξα σαν τρελός μέχρι τον δρόμο. Κατάφερα να σταματήσω ένα διερχόμενο αμάξι, ο οδηγός του οποίου με μετέφερε, σοκαρισμένο και παγωμένο, στο κοντινότερο χωριό.
Το ίδιο βράδυ, κατέλυσα σε ένα παραδοσιακό καφενείο-ξενώνα για να συνέλθω. Ο ιδιοκτήτης μού έδωσε ένα ζεστό τσάι και με άκουσε να του λέω, τρέμοντας, ότι με έσωσε ένας βοσκός με μια μάλλινη κάπα.
«Ευτυχώς στάθηκες τυχερός», μου είπε ο καφετζής. «Δεν υπάρχουν πια βοσκοί σε εκείνο το κομμάτι του βουνού τέτοια εποχή».
Σηκώθηκα να πάω προς την έξοδο. Καθώς περνούσα από τον διάδρομο του καφενείου, το μάτι μου έπεσε σε μια σειρά από παλιές, ασπρόμαυρες φωτογραφίες στον τοίχο, που έδειχναν τους πρώτους κατοίκους και ευεργέτες του χωριού από τις αρχές του 20ού αιώνα.
Σε μια φωτογραφία του 1924, μια ομάδα αντρών στεκόταν μπροστά από μια πέτρινη βρύση στο βουνό. Στο κέντρο της φωτογραφίας, καθόταν ένας άντρας. Φορούσε την ίδια μάλλινη κάπα. Είχε το ίδιο τραχύ πρόσωπο, την ίδια δομή. Και στο δεξί του χέρι, κρατούσε ένα φανάρι πετρελαίου.
Πλησίασα τη φωτογραφία, νιώθοντας τα γόνατά μου να λυγίζουν. Κάτω από το κάδρο, μια μικρή πλακέτα έγραφε: «Κωνσταντής Δήμου (1862 - 1938). Χάθηκε στα χιόνια της Πίνδου, προσπαθώντας να σώσει έναν αποκλεισμένο οδοιπόρο».
Πείσθηκα ότι η κούραση με έκανε να δω ομοιότητες εκεί που δεν υπήρχαν. Ότι το μυαλό μου απλά ένωσε τις ιστορίες που είχα ακούσει για το βουνό και έπλασε μια φιγούρα.
Όμως, όταν ανέβηκα στο δωμάτιό μου και έβγαλα το μπουφάν μου, ένιωσα κάτι στην τσέπη μου.
Έβαλα το χέρι μου μέσα και τράβηξα ένα μικρό, σκουριασμένο μεταλλικό καπάκι από φανάρι πετρελαίου. Μύριζε ακόμα φρέσκο, καμένο λάδι.
Μια επιλογή που ταιριάζει ιδανικά με horror διάθεση:
Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον ανώνυμο φίλο για την ιστορία που μας έστειλε.
Αν θέλεις να φέρεις λίγο από αυτό το vibe και στον χώρο σου:
Διαβάστε επίσης:
Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com για να την δημοσιεύσουμε.

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου