0

Οι καμπάνες

 



Καλησπέρα. Δεν ξέρω αν αυτό που άκουσα ήταν ήχος, προσευχή ή κάτι που δεν έχει όνομα σε καμία ανθρώπινη γλώσσα. Ήταν πάντως κάτι περίεργο κι έτσι αποφάσισα να το μοιραστώ μαζί σας. Ο καθένας ας βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.


Είμαι λαογράφος. Ή, για να είμαι πιο ακριβής, προσπαθώ να γίνω. Τα τελευταία χρόνια καταγράφω παλιές δοξασίες από χωριά της Ελλάδας: ιστορίες για νεράιδες, στοιχειά, μαύρα σκυλιά στα σταυροδρόμια, φωτιές που φαίνονται πάνω από μνήματα, καμπάνες που χτυπούν μόνες τους.


Οι περισσότεροι μου λένε αυτά που περιμένεις. Ιστορίες που άκουσαν από γιαγιάδες. Μισές αναμνήσεις. Φήμες. Υπερβολές. Όμως πριν από δύο εβδομάδες έφτασα σε ένα ορεινό χωριό, χτισμένο σε μια πλαγιά πάνω από έναν γκρεμό, και εκεί άκουσα κάτι που δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου.


Δεν θα γράψω το όνομα του χωριού ή σε ποιον νομό βρίσκεται. Δεν θέλω να πάει κανείς από περιέργεια.


Όταν έφτασα, ήταν απόγευμα. Ο δρόμος ανέβαινε μέσα από πυκνά έλατα και πέτρα, και η ομίχλη είχε αρχίσει να σκεπάζει τις στέγες. Το χωριό φαινόταν σχεδόν εγκαταλελειμμένο. Λίγα σπίτια κατοικημένα, ένα καφενείο, μια μικρή πλατεία με πλατάνι και μια εκκλησία κλειδωμένη.


Είχα πάει εκεί για μια ιστορία που μου είχε αναφέρει ένας παλιός καθηγητής μου.


«Αν θες κάτι παράξενο», μου είχε πει, «ρώτα για το ξωκλήσι του Αϊ-Νικήτα. Αλλά μη δείξεις ότι ξέρεις πολλά. Εκεί πάνω δεν μιλάνε εύκολα».


Το ξωκλήσι βρισκόταν έξω από το χωριό, περίπου μισή ώρα περπάτημα σε ένα παλιό μονοπάτι. Οι ντόπιοι, όπως έμαθα, δεν πήγαιναν εκεί παρά μόνο μία φορά τον χρόνο. Όχι στη γιορτή του αγίου. Όχι για λειτουργία.


Πήγαιναν μια Κυριακή του Νοέμβρη, πάντα πριν νυχτώσει.


Χτυπούσαν την καμπάνα τρεις φορές.


Και έφευγαν χωρίς να μπουν μέσα.


Αυτό από μόνο του ήταν αρκετό για να με κάνει να ψάξω περισσότερο.


Στο καφενείο, όταν ρώτησα για το ξωκλήσι, οι συζητήσεις σταμάτησαν. Ένας ηλικιωμένος με άσπρο μουστάκι κατέβασε το ποτήρι του και με κοίταξε σαν να είχα πει κάτι αγενές.


«Δεν έχει τίποτα εκεί πάνω», μου είπε.


«Μου είπαν ότι είναι παλιό», απάντησα.


«Όλα παλιά είναι εδώ».


Ο καφετζής έσκυψε να σκουπίσει τον πάγκο, αν και ήταν ήδη καθαρός. «Το ξωκλήσι δεν είναι για τους ζωντανούς»,  μου είπε.


Ο ηλικιωμένος με το άσπρο μουστάκι γύρισε απότομα.


«Σώπα, μπάρμπα - Γιαν».


Εκείνος δεν τον κοίταξε και είπε:


«Δεν χτίστηκε για να μπαίνουν άνθρωποι».


Κανείς δεν μίλησε μετά από αυτό.


Εγώ, φυσικά, πήγα.


Την επόμενη μέρα, λίγο πριν το μεσημέρι, πήρα το μονοπάτι. Ο ουρανός ήταν χαμηλός, γεμάτος σύννεφα. Το χώμα είχε κρατήσει υγρασία από τη βραδινή βροχή και τα παπούτσια μου βούλιαζαν ελαφρά σε κάθε βήμα. Όσο ανέβαινα, το χωριό χανόταν πίσω μου και μαζί του χάνονταν και οι ήχοι. Δεν ακουγόταν ούτε πουλί.


Το ξωκλήσι εμφανίστηκε ξαφνικά ανάμεσα στα έλατα.


Ήταν μικρό, πέτρινο, με χαμηλή στέγη και έναν ξύλινο σταυρό που είχε γείρει ελαφρά προς τα αριστερά. Η πόρτα ήταν παλιά, μαυρισμένη από τον χρόνο, και πάνω της υπήρχαν καρφωμένα τρία μικρά σιδερένια πέταλα.


Το πρώτο παράξενο πράγμα ήταν η καμπάνα.


Δεν κρεμόταν σε καμπαναριό.


Ήταν μέσα στο ξωκλήσι.


Τη διέκρινα από ένα μικρό σπασμένο παραθυράκι στο πλάι. Μια παλιά χάλκινη καμπάνα, κρεμασμένη όχι ψηλά, αλλά χαμηλά, σχεδόν στο ύψος ανθρώπου. Το σχοινί της δεν πήγαινε προς τα έξω. Κατέβαινε μέσα από μια τρύπα στο πάτωμα.


Σκέφτηκα ότι ίσως είχε πέσει το καμπαναριό κάποτε και την έβαλαν προσωρινά εκεί.


Μια λογική εξήγηση.


Πάντα βρίσκεις μία, στην αρχή.


Η πόρτα δεν ήταν κλειδωμένη. Έσπρωξα και άνοιξε με δυσκολία.


Μέσα μύριζε κερί, μούχλα και κάτι άλλο που δεν μπορούσα να προσδιορίσω. Κάτι μεταλλικό. Σαν παλιό αίμα πάνω σε πέτρα.


Το εσωτερικό ήταν γυμνό. Μερικές ξεθωριασμένες εικόνες, ένα μικρό τέμπλο μισοσαπισμένο, μια πέτρινη πλάκα στο κέντρο του δαπέδου και η καμπάνα στο βάθος, κρεμασμένη από μια χοντρή ξύλινη δοκό.


Δεν υπήρχαν στασίδια.


Δεν υπήρχε παγκάρι.


Δεν υπήρχαν καν κεριά.


Και τότε πρόσεξα το πάτωμα.


Δεν ήταν ίσιο.


Στην αρχή νόμισα ότι είχε καθίσει το έδαφος από την υγρασία. Όμως όσο προχωρούσα, τόσο πιο έντονα ένιωθα ότι ο χώρος γέρνει. Όχι προς μια πλευρά, όπως θα περίμενε κανείς σε ένα παλιό κτίσμα.


Γέρνει προς τα κάτω.


Προς το κέντρο.


Όλη η πέτρα, όλοι οι τοίχοι, ακόμη και οι σκιές μέσα στο ξωκλήσι έμοιαζαν να τραβιούνται προς την πλάκα στο πάτωμα.


Πλησίασα.


Η πλάκα ήταν κυκλική και δεν ταίριαζε με το υπόλοιπο δάπεδο. Ήταν πιο σκούρα, σχεδόν μαύρη, και πάνω της υπήρχαν χαραγμένα σημάδια. Δεν ήταν σταυροί. Δεν ήταν γράμματα. Δεν ήταν τίποτα που είχα ξαναδεί σε εκκλησία.


Έμοιαζαν με γραμμές που κάποιος είχε χαράξει χωρίς να σηκώσει ποτέ το χέρι του. Σπείρες, γωνίες, κύκλοι μέσα σε κύκλους, σχήματα που σε έκαναν να νιώθεις ότι αν τα κοιτάξεις αρκετά, θα κινηθούν.


Έβγαλα το κινητό να τραβήξω φωτογραφία.


Η οθόνη μαύρισε.


Η μπαταρία έδειχνε 0%.


Ήμουν σίγουρος ότι είχε πάνω από 70% όταν ξεκίνησα.


Ένιωσα εκείνη τη μικρή ψυχρή βελόνα στη βάση του αυχένα. Το ένστικτο που σου λέει να φύγεις πριν η λογική προλάβει να ρωτήσει γιατί.


Κι εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ο ήχος.


Όχι δυνατός.


Βαθύς.


Σαν κάποιος, πολύ μακριά κάτω από το έδαφος, να χτύπησε μια τεράστια μεταλλική χορδή.


Το ξωκλήσι έτριξε.


Η καμπάνα δεν κουνήθηκε.


Κι όμως, ο ήχος ήρθε από κάτω της.


Έκανα ένα βήμα πίσω. Το πόδι μου γλίστρησε ελαφρά στην πέτρα, και για μια στιγμή είχα την αίσθηση ότι το πάτωμα δεν με κρατά, αλλά με τραβά.


Τότε άκουσα κάτι σαν ψαλμό.


Δεν θα το πω τραγούδι. Δεν ήταν τραγούδι. Δεν είχε μελωδία όπως την καταλαβαίνουμε. Ήταν ένας χαμηλός, κυματιστός ήχος, σαν πολλές φωνές μαζί, μόνο που καμία δεν έμοιαζε ανθρώπινη.


Δεν ερχόταν από έξω.


Ερχόταν από κάτω.


Από κάτω από την κυκλική πλάκα.


Έφυγα τρέχοντας.


Δεν σταμάτησα μέχρι που είδα τις πρώτες στέγες του χωριού. Όταν μπήκα στο καφενείο, πρέπει να ήμουν χλωμός, γιατί ο καφετζής δεν με ρώτησε τίποτα. Μόνο μου έβαλε ένα ποτήρι τσίπουρο μπροστά μου.


«Σου είπαμε ότι δεν έχει τίποτα εκεί πάνω», είπε ο ηλικιωμένος με το άσπρο μουστάκι.


«Τι είναι κάτω από το ξωκλήσι;» ρώτησα.


Κανείς δεν απάντησε.


Ο μπάρμπα - Γιάννης όμως, αυτή τη φορά, με κοίταξε με λύπη.


«Δεν είναι κάτω», είπε. «Εμείς είμαστε από πάνω».


Το ίδιο βράδυ χτύπησαν οι καμπάνες.


Όχι της εκκλησίας στην πλατεία.


Οι καμπάνες από το βουνό.


Ήταν λίγο μετά τις τρεις. Ξύπνησα στο δωμάτιο που είχα νοικιάσει πάνω από το καφενείο. Στην αρχή νόμισα ότι ονειρευόμουν. Ένας βαθύς, μακρινός ήχος απλωνόταν πάνω από το χωριό.


Ντον.


Μεγάλη παύση.


Ντον.


Άλλη παύση.


Ντον.


Τρεις φορές.


Μετά σιωπή.


Το πρωί ρώτησα τον καφετζή ποιος ανέβηκε τη νύχτα στο ξωκλήσι.


Δεν απάντησε.


«Κανείς δεν θα ανέβαινε τέτοια ώρα», του είπα. «Το άκουσα».


Ο ηλικιωμένος με το μουστάκι, που καθόταν στη γωνία, είπε χωρίς να με κοιτάξει:


«Δεν χτυπάμε εμείς την καμπάνα, απλά ξεκινάει».


Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.


«Τι ξεκινάει;»


Σηκώθηκε αργά, πήρε το παλτό του και πλησίασε.


«Άκουσέ με καλά», είπε. «Ό,τι κι αν γράφεις, ό,τι κι αν ψάχνεις, σταμάτα εδώ. Δεν είναι ιστορία για χαρτί αυτό. Δεν είναι θρύλος. Δεν είναι για να τρομάζουν τα παιδιά. Είναι παλιότερο από το χωριό. Παλιότερο από την εκκλησία. Παλιότερο από τα ονόματα που δώσαμε στα βουνά».


«Τότε γιατί χτίσατε ξωκλήσι από πάνω;»


Με κοίταξε σαν να είχα κάνει ανόητη ερώτηση.


«Γιατί αυτό ξέραμε να χτίζουμε».


Εκείνη τη μέρα έμαθα όσα μπορούσα.


Όχι από έναν άνθρωπο. Από σπασμένες φράσεις, μισές εξομολογήσεις, βλέμματα που χαμήλωναν όταν πλησίαζα.


Το ξωκλήσι του Αϊ-Νικήτα δεν ήταν πάντα ξωκλήσι. Πριν χτιστεί, εκεί υπήρχε ένας κύκλος από μαύρες πέτρες. Κανείς δεν ήξερε ποιος τον έφτιαξε. Οι παλιοί έλεγαν ότι οι πέτρες δεν ήταν από εκείνο το βουνό. Ότι δεν τις έφερναν τα ζώα κοντά. Ότι τη νύχτα έβγαζαν ζέστη, ακόμη και στο χιόνι.


Κάτω από τις πέτρες υπήρχε κάτι σαν χάσμα.


Όχι μεγάλο.


Όχι σπηλιά.


Μια σχισμή στο έδαφος, τόσο στενή που δεν μπορούσε να χωρέσει άνθρωπος. Όμως από μέσα της έβγαινε αέρας. Ζεστός. Και μαζί του ένας ήχος που έκανε τους ανθρώπους να βλέπουν όνειρα με πράγματα που δεν υπήρχαν στη γη.


Κάποιοι έλεγαν ότι από εκεί ανέβαιναν οι νεκροί.


Άλλοι ότι εκεί κοιμόταν ένας παλιός θεός. Άλλοι ότι ήταν η είσοδος για την κόλαση.


Οι πιο ηλικιωμένοι δεν έλεγαν τίποτα.


Έκαναν μόνο τον σταυρό τους.


Το ξωκλήσι χτίστηκε πριν από περίπου διακόσια χρόνια, μετά από έναν χειμώνα που χάθηκαν επτά άνθρωποι. Όχι στο δάσος. Όχι στον γκρεμό.


Χάθηκαν μέσα στα σπίτια τους.


Οι οικογένειές τους τους άκουγαν να μιλούν στον ύπνο τους σε μια γλώσσα που κανείς δεν καταλάβαινε. Μετά άρχισαν να ξυπνούν τη νύχτα και να περπατούν προς το βουνό. Τους κρατούσαν, τους έδεναν, τους έκλειναν μέσα.


Ένας ένας, όμως, εξαφανίζονταν.


Πάντα μετά τον τρίτο χτύπο της καμπάνας.


Τότε έφεραν πέτρα, εικόνες, σταυρούς και έναν παπά από μακριά. Έχτισαν το ξωκλήσι πάνω στη σχισμή. Έκλεισαν το πάτωμα με την κυκλική πλάκα. Και έβαλαν την καμπάνα μέσα, με το σχοινί να περνά μέσα από την πέτρα, προς τα κάτω.


Δεν ήταν για να τη χτυπούν οι άνθρωποι.


Ήταν για να ακούνε αν κάτι από κάτω τραβάει το σχοινί.


«Και όταν χτυπάει;» ρώτησα τον Μπάρμπα Γιάννη.


Εκείνος σταύρωσε τα χέρια του.


«Κλείνουμε τα παράθυρα. Δεν απαντάμε αν μας φωνάξουν με το όνομά μας. Και το πρωί μετράμε ποιος λείπει».


Θα έπρεπε να φύγω τότε.


Το ξέρω.


Αν είχα λογική, θα είχα μαζέψει τα πράγματά μου και θα είχα κατέβει από το χωριό πριν νυχτώσει.


Αλλά έμεινα.


Όχι επειδή ήμουν γενναίος. Ούτε επειδή δεν πίστευα.


Έμεινα επειδή κάτι μέσα μου είχε αρχίσει να θέλει να ξανακούσει τον ήχο.


Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Κάθισα στο δωμάτιο με το φως αναμμένο, το κινητό στην πρίζα και το παράθυρο κλειστό. Γύρω στις δύο, άρχισε ο αέρας. Όχι έξω. Μέσα στο δωμάτιο.


Οι κουρτίνες δεν κουνήθηκαν. Η πόρτα δεν άνοιξε. Κι όμως ένιωθα κάτι να περνάει γύρω μου, σαν αναπνοή από πολύ μεγάλο στόμα.


Στις 03:07, άκουσα το όνομά μου.


Όχι δυνατά.


Όχι από το διάδρομο.


Από το πάτωμα.


Σαν κάποιος να το είπε μέσα από τις σανίδες, πολύ χαμηλά, με φωνή που δεν ήξερε πώς να γίνει ανθρώπινη.


Δεν απάντησα.


Το όνομα ακούστηκε ξανά.


Έβαλα τα χέρια στα αυτιά.


Το πάτωμα άρχισε να δονείται ελαφρά.


Έπειτα χτύπησε η καμπάνα.


Ντον.


Όλο το χωριό έμεινε ακίνητο.


Ντον.


Άκουσα πόρτες να κλειδώνουν. Παράθυρα να σφαλίζουν. Έναν σκύλο να ουρλιάζει και μετά να σωπαίνει απότομα.


Περίμενα τον τρίτο χτύπο.


Δεν ήρθε.


Αντί γι’ αυτό, ακούστηκε κάτι άλλο.


Ένα σύρσιμο.


Κάτι βαρύ τραβιόταν πάνω στο χώμα, από το βουνό προς το χωριό.


Το άκουγαν όλοι. Είμαι σίγουρος. Κι όμως κανείς δεν φώναξε. Κανείς δεν βγήκε. Το χωριό κρατούσε την ανάσα του.


Το σύρσιμο σταμάτησε κάτω από το παράθυρό μου.


Δεν κοίταξα.


Ό,τι κι αν πιστεύεις για τον εαυτό σου, όση περιέργεια κι αν νομίζεις ότι έχεις, υπάρχει μια στιγμή που το σώμα σου ξέρει καλύτερα από το μυαλό.


Έμεινα στην καρέκλα, με τα χέρια στα αυτιά και τα μάτια καρφωμένα στην πόρτα.


Τότε, από την άλλη πλευρά του παραθύρου, μια φωνή ψιθύρισε:


«Σε περιμέναμε».


Δεν θυμάμαι να λιποθύμησα.


Το πρωί με βρήκε ο καφετζής στο πάτωμα. Το παράθυρο ήταν κλειστό. Το φως ακόμα αναμμένο. Το κινητό μου είχε λιώσει στο πλάι, σαν να το είχε ακουμπήσει κάτι καυτό.


Στο τζάμι υπήρχε υγρασία.


Από την έξω πλευρά.


Και πάνω στην υγρασία, κάποιος είχε γράψει με δάχτυλο ένα σχήμα.


Την ίδια σπείρα που είχα δει στην κυκλική πλάκα του ξωκλησιού.


Έφυγα από το χωριό εκείνο το μεσημέρι.


Κανείς δεν προσπάθησε να με σταματήσει. Κανείς δεν με αποχαιρέτησε. Μόνο μια ηλικιωμένη γυναίκα, η κυρά-Μαρίκα, καθώς περνούσα από την πλατεία, μου έδωσε ένα μικρό σταυρουδάκι.


«Δεν θα το κρατήσει μακριά», είπε. «Αλλά ίσως θυμηθείς να μη γυρίσεις όταν σε φωνάξει».


Γύρισα στην Αθήνα.


Για τρεις μέρες δεν συνέβη τίποτα. 


Μετά, την τέταρτη νύχτα, ξύπνησα στις 03:07.


Το δωμάτιό μου ήταν σκοτεινό.


Η πόλη έξω ακουγόταν μακρινή.


Και από το πάτωμα, κάτω από το κρεβάτι μου, άκουσα το όνομά μου.


Πρώτα με τη δική μου φωνή.


Μετά με της μητέρας μου.


Μετά με μια φωνή που δεν ήταν φωνή, αλλά βάθος.


Δεν απάντησα.


Έμεινα ακίνητος. Ένιωσα τότε κάτι να με τραβάει μέσα από το στρώμα, να προσπαθεί να με βάλει μέσα σε αυτό!


Άνοιξα να μάτια μου τρομοκρατημένος. Ο εφιάλτης έμοιαζε πολύ αληθινός. Σηκώθηκα από το κρεβάτι και πήγα στην κουζίνα να πιω ένα ποτήρι νερό. 


Η ιστορία αυτή με επηρέασε πολύ σκέφτηκα, όταν άκουσα στην ησυχία την πόλης, κάπου μακριά στον ορίζοντα, τον αχνό ήχο μιας καμπάνας.

Ντον.


Αν θέλεις να μείνεις λίγο ακόμα στο σκοτάδι…

Καπνός Στον Καθρέφτη Διηγήματα Και Οφθαλμαπάτες


Our Horror Story: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Γιώργο για την ιστορία που μας έστειλε.


Η ανατριχίλα δεν τελειώνει εδώ…

Note Death


Διαβάστε επίσης:






Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου