0

Ο Παπάς και ο Διάβολος

 


Στέλνω την ιστορία γιατί παλιά πίστευα ότι οι ιστορίες που λένε στα νησιά για «τρελούς παπάδες», διαβόλους και στοιχειωμένα ξωκλήσια είναι απλώς ο τρόπος των ανθρώπων να εξηγούν τη μοναξιά, τον πόνο και τον αέρα που ουρλιάζει τη νύχτα ανάμεσα στα βράχια.

Μετά έμεινα μερικά βράδια στην Κάλυμνο.

Και τώρα δεν είμαι πια τόσο σίγουρος.


Ο Παπάς στον Άγιο Σάββα

Είχα πάει στην Κάλυμνο για τρεις μέρες, αρχές Οκτωβρίου. Δεν ήταν κανονικές διακοπές. Είχα έναν φίλο εκεί, δάσκαλο σε σχολείο του νησιού, και τον είχα επισκεφθεί περισσότερο για να αλλάξω παραστάσεις παρά για να ξεκουραστώ.

Την τελευταία μέρα, δανείστηκα το παλιό του αυτοκίνητο για να κάνω μια βόλτα μόνος μου. Ήθελα να δω το νησί μακριά από το λιμάνι, από τα καφέ, από τα φώτα. Εκείνος μου είπε να προσέχω τους δρόμους.

«Μην πας πολύ αργά προς τα πάνω», μου είπε. «Έχει κάτι κομμάτια που δεν θες να σε βρει νύχτα».

Δεν τον άκουσα.

Ο δρόμος με τράβηξε μόνος του, όπως γίνεται καμιά φορά στα νησιά. Πηγαίνεις για μια μικρή βόλτα και ξαφνικά βρίσκεσαι σε μια πλαγιά, με τη θάλασσα κάτω σου να σκοτεινιάζει και τον αέρα να χτυπάει το αμάξι από το πλάι.

Είχα περάσει ένα μικρό ξωκλήσι, πέτρινο, με άσπρους τοίχους ξεφλουδισμένους από την αρμύρα, όταν το αυτοκίνητο άρχισε να κάνει έναν περίεργο θόρυβο. Πρώτα ένα βήξιμο της μηχανής. Μετά ένα τράνταγμα. Μετά τίποτα.

Έμεινα στην άκρη του δρόμου, σε ένα σημείο που δεν υπήρχε σχεδόν τίποτα γύρω. Μόνο βράχια, θάμνοι, μια χαμηλή ξερολιθιά, το ξωκλήσι λίγο πιο πίσω και, πιο πέρα, ένα μικρό σπίτι με αυλή.

Ο ήλιος είχε ήδη χαθεί πίσω από τα βουνά.

Προσπάθησα να βάλω μπροστά δύο, τρεις, πέντε φορές. Η μηχανή γύριζε, αλλά δεν έπαιρνε. Το κινητό μου έπιανε σήμα με δυσκολία. Κατάφερα να μιλήσω με την οδική βοήθεια. Μου είπαν ότι γερανός μπορούσε να έρθει το επόμενο πρωί.

«Αν μπορείτε, αφήστε το εκεί και κατεβείτε με κάποιον», είπε ο άνθρωπος στο τηλέφωνο.

Κοίταξα γύρω μου.

Δεν περνούσε κανείς.

Ο αέρας δυνάμωνε. Στον ορίζοντα, προς τη θάλασσα, φαινόταν μια μαύρη λωρίδα σύννεφων. Η μπόρα ερχόταν γρήγορα.

Τότε είδα τον παπά.

Στεκόταν στην άκρη της αυλής του σπιτιού, λίγο πιο πάνω από τον δρόμο. Φορούσε μαύρα ράσα που τα χτυπούσε ο αέρας, και κρατούσε ένα μικρό φανάρι στο χέρι. Δεν ξέρω πόση ώρα ήταν εκεί. Δεν τον είχα δει να βγαίνει.

«Έμεινες;» φώναξε.

«Ναι», απάντησα. «Περιμένω γερανό αύριο».

Πλησίασε αργά. Ήταν γύρω στα εξήντα, ίσως και παραπάνω, με άσπρα γένια και πρόσωπο σκαμμένο. Όταν έφτασε κοντά μου, είδα ότι είχε ένα μώλωπα στο μάγουλο και ένα κόψιμο στο φρύδι. Το αίμα είχε ξεραθεί.

«Χτυπήσατε;» τον ρώτησα.

Με κοίταξε παράξενα.

«Πάλεψα», είπε.

«Με ποιον;»

«Με αυτόν που περπατάει εδώ όταν πέφτει ο ήλιος».

Νόμιζα ότι δεν άκουσα καλά.

«Συγγνώμη;»

Ο παπάς κοίταξε προς τον δρόμο, εκεί όπου το σκοτάδι είχε αρχίσει να μαζεύεται ανάμεσα στους βράχους.

«Με τον διάβολο», είπε ήρεμα.

Δεν ήξερα τι να απαντήσω.

Η πρώτη μου σκέψη ήταν να κλειστώ στο αυτοκίνητο και να περιμένω ως το πρωί, αλλά εκείνη τη στιγμή ο ουρανός άνοιξε. Η βροχή έπεσε απότομα, βαριά, λοξή από τον αέρα. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα έγινα μούσκεμα.

Ο παπάς έδειξε το σπίτι.

«Έλα μέσα. Δεν είναι νύχτα για να μείνεις στον δρόμο».

Δίστασα.

Εκείνος το κατάλαβε και χαμογέλασε κουρασμένα.

«Παπάς είμαι», είπε. «Δεν θα σε φάω».

Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτό δεν με καθησύχασε όσο θα έπρεπε.

Παρ’ όλα αυτά, τον ακολούθησα.

Το σπίτι του ήταν μικρό, πέτρινο, σχεδόν κολλημένο στο ξωκλήσι. Μέσα μύριζε κερί, καπνό και θαλασσινή υγρασία. Υπήρχαν εικόνες στους τοίχους, ένα ξύλινο τραπέζι, δύο καρέκλες, ένα παλιό κρεβάτι σε ένα διπλανό δωμάτιο και ράφια γεμάτα βιβλία, τα περισσότερα θρησκευτικά.

Στο παράθυρο, ο αέρας χτυπούσε τη βροχή με τόση δύναμη που το τζάμι έτριζε.

Ο παπάς μου έδωσε μια πετσέτα και έβαλε νερό να ζεσταθεί.

Τον κοιτούσα όσο πιο διακριτικά μπορούσα. Το πρόσωπό του δεν ήταν απλώς χτυπημένο. Είχε γρατζουνιές στον λαιμό, σαν από νύχια. Στο δεξί του χέρι, κοντά στον καρπό, υπήρχε ένα σημάδι που έμοιαζε με δάγκωμα.

«Πρέπει να πάτε σε γιατρό», του είπα.

Γέλασε χαμηλά.

«Γιατρό φωνάζεις όταν σε χτυπάει άνθρωπος».

«Και εσάς ποιος σας χτύπησε;»

Δεν απάντησε αμέσως. Έβαλε δύο κούπες στο τραπέζι, κάθισε απέναντί μου και κοίταξε το φως της λάμπας πετρελαίου ανάμεσά μας.

«Εδώ δεν πρέπει να κυκλοφορεί κανείς μετά τη δύση», είπε. «Το ξέρουν οι παλιοί. Οι νέοι γελάνε. Οι τουρίστες δεν ξέρουν. Κι εγώ… εγώ έμεινα για να θυμάμαι».

«Να θυμάστε τι;»

Κοίταξε προς το ξωκλήσι, παρόλο που από το παράθυρο δεν φαινόταν τίποτα πια, μόνο μαύρο και βροχή.

«Ότι ο διάβολος δεν έρχεται πάντα σαν φωτιά και κέρατα. Καμιά φορά έρχεται σαν βήμα στον δρόμο. Σαν φωνή γνωστή. Σαν παιδί που κλαίει πίσω από έναν βράχο. Σαν κατσίκα που στέκεται στα δύο πόδια λίγο περισσότερο απ’ όσο πρέπει».

Ένιωσα ένα ρίγος, αλλά προσπάθησα να το κρύψω.

«Οι άλλοι παπάδες τι λένε γι’ αυτά;»

Το πρόσωπό του σκοτείνιασε.

«Οι άλλοι παπάδες λένε να ησυχάσω. Να σταματήσω να φοβίζω τον κόσμο. Να μην κάνω την Εκκλησία να φαίνεται σαν παλιά ιστορία για γριές. Μου είπαν να φύγω από εδώ. Να πάω κάτω, στο λιμάνι. Να μείνω με ανθρώπους».

«Και γιατί δεν φύγατε;»

Τα μάτια του γυάλισαν για μια στιγμή.

«Γιατί αν φύγω, ποιος θα στέκεται απέναντί του;»

Δεν είπα τίποτα.

Η βροχή δυνάμωσε.

Ο παπάς άρχισε να μιλάει πιο χαμηλά. Μου είπε πως εκείνη η περιοχή είχε κακή φήμη από παλιά. Οι σφουγγαράδες, πριν φύγουν για μήνες στη θάλασσα, απέφευγαν να περάσουν νύχτα από εκεί. Οι βοσκοί έχαναν ζώα χωρίς ίχνη αίματος. Κάποιοι έλεγαν ότι έβλεπαν μια μαύρη φιγούρα στον δρόμο, άλλοτε άνθρωπο, άλλοτε ζώο, άλλοτε κάτι ανάμεσα.

«Δεν φαίνεται ποτέ όπως είναι», είπε. «Γιατί αν φαινόταν, θα πέθαινε ο άνθρωπος πριν προλάβει να φοβηθεί».

Σκέφτηκα ότι μιλούσα με έναν άνθρωπο που είχε περάσει πολύ καιρό μόνος του.

Έναν άνθρωπο που ίσως είχε αρχίσει να βλέπει στον αέρα και στα βράχια πράγματα που δεν υπήρχαν.

Μετά κοίταξα πάλι το χτυπημένο του πρόσωπο και δεν ήμουν τόσο σίγουρος.

Κάποια στιγμή, μου έδειξε το μικρό δωμάτιο.

«Κοιμήσου εκεί. Το πρωί θα έρθει ο γερανός».

«Εσείς;»

«Εγώ δεν κοιμάμαι πολύ».

Δεν ρώτησα γιατί.

Ξάπλωσα με τα ρούχα. Το κρεβάτι ήταν σκληρό, τα σεντόνια καθαρά αλλά παλιά. Από το παράθυρο του δωματίου έβλεπα λίγο από την αυλή και πιο πέρα τον δρόμο, όταν οι αστραπές φώτιζαν τον τόπο για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου.

Δεν μπορούσα να κοιμηθώ.

Ο αέρας χτυπούσε το σπίτι, οι σανίδες έτριζαν, η βροχή έπεφτε λες και κάποιος πετούσε χούφτες χαλίκια στο τζάμι. Από το διπλανό δωμάτιο άκουγα τον παπά να ψιθυρίζει προσευχές. Πότε καθαρά, πότε σαν μουρμουρητό.

Λίγο μετά τις τρεις, άκουσα τα βήματα.

Έρχονταν από έξω.

Αργά.

Πάνω στις πέτρες της αυλής.

Σταμάτησαν κάτω από το παράθυρό μου.

Κράτησα την αναπνοή μου.

Για λίγα δευτερόλεπτα δεν ακουγόταν τίποτα άλλο, εκτός από τη βροχή. Μετά κάτι έξυσε το ξύλο του παραθυρόφυλλου.

Μία φορά.

Μετά δεύτερη.

Σαν νύχι.

Σηκώθηκα αργά.

Ένα μέρος μου ήξερε ότι δεν έπρεπε να πλησιάσω. Ένα άλλο, πιο ηλίθιο και πιο ανθρώπινο, ήθελε να δει. Ήθελε να αποδείξει ότι ήταν ένα κλαδί, ένα ζώο, κάτι απλό.

Πλησίασα το παράθυρο.

Έξω, μέσα στη βροχή, στεκόταν μια φιγούρα.

Δεν την έβλεπα καθαρά. Ήταν χαμηλή, μαύρη, ακίνητη. Για μια στιγμή μου φάνηκε σαν άνθρωπος σκυφτός. Μετά σαν παιδί. Μετά σαν κάτι με κεφάλι πολύ μεγάλο για το σώμα του.

Άπλωσα το χέρι και άνοιξα απότομα το μικρό φως δίπλα στο παράθυρο.

Η φιγούρα έγινε κατσίκα.

Μια κατσίκα μούσκεμα, με τα κέρατα γυαλιστερά από τη βροχή, στεκόταν στην αυλή και με κοιτούσε.

Άφησα την ανάσα μου να βγει.

Γέλασα σχεδόν με τον εαυτό μου.

«Μια κατσίκα», ψιθύρισα.

Τότε η κατσίκα σήκωσε το κεφάλι λίγο πιο ψηλά.

Δεν έκανε ήχο.

Δεν βέλαξε.

Απλώς με κοίταξε.

Και για ένα δευτερόλεπτο, μέσα στη λάμψη μιας αστραπής, είδα ότι τα μάτια της δεν ήταν στο πλάι του κεφαλιού, όπως θα έπρεπε.

Ήταν μπροστά.

Σαν ανθρώπινα.

Πετάχτηκα πίσω.

Ακούστηκε απότομα η φωνή του παπά από το άλλο δωμάτιο.

«Μην της μιλήσεις».

Δεν ξέρω πώς ήξερε ότι ήμουν στο παράθυρο.

Δεν ξέρω πώς ήξερε τι έβλεπα.

Έμεινα ακίνητος μέχρι που η κατσίκα γύρισε αργά και χάθηκε μέσα στη βροχή.

Το υπόλοιπο της νύχτας δεν κοιμήθηκα.

Το πρωί, η μπόρα είχε σταματήσει. Ο ουρανός ήταν γκρίζος, αλλά ήρεμος. Τα βράχια γυάλιζαν από το νερό. Το ξωκλήσι στεκόταν λίγα μέτρα πιο πέρα, άσπρο και ήσυχο, σαν όλα όσα είχαν συμβεί τη νύχτα να ήταν ντροπή της φαντασίας μου.

Ο παπάς καθόταν στην αυλή, με μια κούπα καφέ στα χέρια.

Με κοίταξε πριν προλάβω να μιλήσω.

«Τον είδες κι εσύ, ε;»

Δεν απάντησα.

«Τώρα το ξέρει», είπε.

«Ποιος;»

Ο παπάς δεν κοίταξε εμένα.

Κοίταξε τον δρόμο.

«Ότι τον είδες».

Δεν ξέρω γιατί, αλλά δεν ζήτησα περισσότερες εξηγήσεις. Ίσως γιατί δεν ήθελα να ακούσω.

Ο γερανός ήρθε λίγο αργότερα. Ο οδηγός ήταν ένας γεροδεμένος άντρας γύρω στα σαράντα, που μιλούσε δυνατά και έβριζε τον δρόμο, τον αέρα, τα παλιά αυτοκίνητα και την τύχη του.

Όσο φόρτωνε το αμάξι, κοίταξε μια φορά προς το σπίτι του παπά.

«Έμεινες εδώ τη νύχτα;» με ρώτησε.

«Ναι».

Δεν είπε τίποτα, αλλά το πρόσωπό του άλλαξε.

«Τι έγινε;»

«Τίποτα», είπε. «Πάμε κάτω».

Στον δρόμο προς το λιμάνι δεν μίλησε πολύ. Όταν φτάσαμε στο συνεργείο, το αυτοκίνητο του φίλου μου κατέβηκε από τον γερανό και ένας μηχανικός άνοιξε το καπό.

«Πού σε άφησε;» με ρώτησε.

Του είπα την περιοχή.

Ο μηχανικός γέλασε.

«Στον τρελό παπά;»

Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.

«Τον ξέρετε;»

«Ποιος δεν τον ξέρει; Όλο το νησί τον ξέρει. Ο παπάς που παλεύει με τον διάβολο».

Ο οδηγός του γερανού τον κοίταξε απότομα, σαν να του έλεγε να σταματήσει, αλλά εκείνος συνέχισε.

«Καημένος άνθρωπος. Έχασε την κόρη του πριν χρόνια σε ατύχημα εκεί πάνω. Ένα βράδυ, με μπόρα. Το παιδί πετάχτηκε στον δρόμο, δεν ξέρω ακριβώς πώς έγινε. Από τότε λέει ότι δεν την πήρε ο Θεός, αλλά ο διάβολος. Ότι την άκουγε να φωνάζει μέσα στον αέρα. Ότι την έβλεπε τα βράδια να γυρίζει γύρω από το ξωκλήσι».

Δεν μπορούσα να μιλήσω.

«Και οι άλλοι παπάδες;» ρώτησα τελικά.

«Τον απομάκρυναν. Όχι επίσημα, τέτοια πράγματα δεν τα λένε έτσι. Αλλά τον άφησαν εκεί πάνω μόνο του. Κάποτε πήγαινε κόσμος να τον δει. Μετά σταμάτησαν. Έλεγε πολλά. Τρόμαζε τους ανθρώπους».

Ο μηχανικός έκλεισε το καπό.

«Πάντως εσύ τυχερός είσαι».

«Γιατί;»

«Γιατί τέτοια ώρα, εκεί πάνω, με τέτοια μπόρα… καλύτερα που βρήκες άνθρωπο».

Ο οδηγός του γερανού δεν μιλούσε.

Κοιτούσε εμένα.

Ύστερα ρώτησε χαμηλά:

«Ποιον άνθρωπο;»

Ο μηχανικός γύρισε προς το μέρος του.

«Τον παπά, ποιον άλλον;»

Ο οδηγός κατάπιε.

«Τον είδες;» με ρώτησε.

«Ναι», είπα. «Έμεινα στο σπίτι του».

«Μέσα;»

«Ναι».

«Όλη νύχτα;»

«Ναι. Γιατί;»

Οι δύο άντρες κοιτάχτηκαν.

Ο μηχανικός δεν γελούσε πια.

«Φίλε», είπε αργά, «ο παπάς δεν ήταν στο σπίτι χθες το βράδυ».

Ένιωσα τα χέρια μου να παγώνουν.

«Τι εννοείς;»

Ο οδηγός του γερανού έβγαλε το κινητό του και κάτι έψαξε. Μετά το άφησε πάνω στον πάγκο, γυρισμένο προς εμένα.

Ήταν μια τοπική είδηση.

Δεν διάβασα όλο το κείμενο. Μου έφτασε ο τίτλος.

"Ιερέας βρέθηκε τραυματισμένος κοντά σε ξωκλήσι — μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Καλύμνου".

Η ώρα της είδησης ήταν χθεσινή.

Λίγο πριν τις έξι το απόγευμα.

Εγώ είχα μείνει με το αυτοκίνητο μετά τις επτά.

«Τον βρήκαν χτυπημένο πριν νυχτώσει», είπε ο οδηγός. «Τον πήγαν στο νοσοκομείο. Έμεινε μέσα όλη τη νύχτα. Το πρωί πήρε εξιτήριο».

Δεν θυμάμαι τι είπα.

Νομίζω τίποτα.

Έμεινα να κοιτάζω την οθόνη του κινητού, προσπαθώντας να βάλω σε σειρά τις ώρες.

Το χτυπημένο πρόσωπο.

Το σπίτι.

Η λάμπα πετρελαίου.

Οι προσευχές στο διπλανό δωμάτιο.

Η φωνή που μου είπε να μη μιλήσω στην κατσίκα.

Ο μηχανικός με ρώτησε κάτι, αλλά δεν τον άκουσα.

Γιατί εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα μια λεπτομέρεια που τη νύχτα, μέσα στον φόβο και την κούραση, δεν είχα προσέξει.

Όταν μπήκαμε στο σπίτι του παπά, τα ράσα του ήταν βρεγμένα από τη βροχή.

Αλλά δεν άφησαν ούτε μία σταγόνα στο πάτωμα.


Αξίζει να δεις και αυτό:

Οι Κυνηγοί Της Νύχτας



Το ίδιο απόγευμα πήγα στο λιμάνι και άλλαξα το εισιτήριό μου για να φύγω νωρίτερα. Δεν ήθελα να μείνω άλλο στο νησί. Δεν ήθελα να μάθω περισσότερα.

Πριν μπω στο καράβι, χτύπησε το κινητό μου.

Ήταν άγνωστος αριθμός.

Δεν το σήκωσα.

Το άφησα να χτυπάει.

Σταμάτησε.

Μετά ήρθε μήνυμα.

Δεν είχε κείμενο.

Μόνο μια φωτογραφία.

Ήταν τραβηγμένη νύχτα, μέσα στη βροχή. Έδειχνε το παλιό ξωκλήσι και το σπίτι του παπά δίπλα του. Στο παράθυρο του μικρού δωματίου όπου είχα κοιμηθεί, φαινόταν μια σιλουέτα.

Μαύρη.

Ακίνητη.

Σαν άνθρωπος που κοιτάζει έξω.

Και στην αυλή, μπροστά στο σπίτι, στεκόταν μια κατσίκα.

Μόνο που αυτή τη φορά δεν ήταν μόνη.

Δίπλα της στεκόταν ένα μικρό κορίτσι.

Δεν φαινόταν καθαρά το πρόσωπό του.

Αλλά κρατούσε από το χέρι έναν άντρα με ράσα.


Αν η ιστορία αυτή σου άφησε κάτι, ίσως αξίζει να δεις και αυτό:

SUMMER HORROR AND MORE


Our Horror Story: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Θέμη για την ιστορία που μας έστειλε.



Καλοκαίρι παρέα με τον ΤΡΟΜΟ

Creepy Creams 



Διαβάστε επίσης:






Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου