Καλησπέρα.
Σου στέλνω αυτή την ιστορία γιατί δεν μπορώ πια να μπω σε ασανσέρ. Ούτε για έναν όροφο. Ούτε μέρα. Ούτε με κόσμο μέσα.
Ξέρω ότι ακούγεται υπερβολικό. Αλλά υπάρχει ένα πράγμα που δεν μπορώ να εξηγήσω. Ένα πράγμα που δεν θα έπρεπε να υπάρχει.
Η πολυκατοικία μας έχει πέντε ορόφους.
Το ασανσέρ, όμως, εκείνο το βράδυ σταμάτησε στον έκτο.
Ο Έκτος Όροφος
Μένω στα Πατήσια, σε μια παλιά πολυκατοικία της δεκαετίας του ’70, από εκείνες με μωσαϊκό στην είσοδο, βαριά τζαμένια πόρτα και γραμματοκιβώτια γεμάτα λογαριασμούς από ανθρώπους που έχουν πεθάνει ή έχουν μετακομίσει εδώ και χρόνια.
Δεν είναι κακή πολυκατοικία. Απλώς είναι κουρασμένη. Οι τοίχοι κρατούν μυρωδιές από φαγητά, υγρασία και παλιό καπνό. Οι σωληνώσεις κάνουν θορύβους τη νύχτα. Το φως στο κλιμακοστάσιο αναβοσβήνει κάποιες φορές πριν ανάψει κανονικά, σαν να σκέφτεται αν αξίζει τον κόπο.
Το ασανσέρ ήταν πάντα το πιο προβληματικό κομμάτι της πολυκατοικίας. Μικρό, στενό, με μεταλλική πόρτα που έτριζε και έναν καθρέφτη στο πίσω μέρος, τόσο παλιό που το είδωλό σου έμοιαζε λίγο πιο θαμπό, λίγο πιο κουρασμένο απ’ όσο ήσουν στην πραγματικότητα.
Στο πίνακα είχε κουμπιά από το ισόγειο μέχρι το πέντε.
Τίποτα άλλο.
Εγώ μένω στον τέταρτο.
Το βράδυ που συνέβη ήταν Τρίτη. Γύριζα από τη δουλειά λίγο μετά τις έντεκα. Είχε βρέξει νωρίτερα και η είσοδος της πολυκατοικίας μύριζε βρεγμένο τσιμέντο. Η πόρτα έκλεισε πίσω μου με εκείνον τον βαρύ, γνώριμο ήχο και για λίγα δευτερόλεπτα έμεινα στο ημίφως της εισόδου, ψάχνοντας τα κλειδιά μου στην τσάντα.
Το φως του κλιμακοστασίου δεν άναψε αμέσως. Πάτησα το κουμπί δύο φορές.
Τίποτα.
Πριν προλάβω να εκνευριστώ, άκουσα το ασανσέρ να κατεβαίνει.
Ήταν περίεργο, γιατί δεν είχα πατήσει ακόμα το κουμπί. Η καμπίνα έφτασε στο ισόγειο με ένα βαθύ μεταλλικό τρίξιμο. Η πόρτα άνοιξε μόνη της.
Μπήκα.
Το φως μέσα στην καμπίνα ήταν κίτρινο και αδύναμο. Ο καθρέφτης απέναντί μου είχε μια μακρόστενη ρωγμή στην κάτω δεξιά γωνία που δεν θυμόμουν να υπήρχε. Πάτησα το 4.
Η πόρτα έκλεισε.
Το ασανσέρ ξεκίνησε.
Στην αρχή όλα ήταν φυσιολογικά. Εκείνη η μικρή δόνηση στο πάτωμα, ο ήχος των συρματόσχοινων, το χαμηλό βουητό της μηχανής. Το κόκκινο φωτάκι πάνω από την πόρτα έδειξε 1. Μετά 2. Μετά 3.
Στάθηκα μπροστά στον καθρέφτη και κοίταξα το πρόσωπό μου. Ήμουν χλωμή από την κούραση. Τα μάτια μου είχαν μαύρους κύκλους. Χαμογέλασα ειρωνικά στον εαυτό μου.
Τότε το ασανσέρ πέρασε τον τέταρτο χωρίς να σταματήσει.
Σήκωσα το βλέμμα απότομα.
Το κόκκινο φωτάκι έδειξε 5.
«Έλα τώρα», είπα μόνη μου.
Πάτησα ξανά το 4. Το κουμπί δεν άναψε. Το ασανσέρ συνέχισε να ανεβαίνει.
Δεν υπήρχε έκτος όροφος στην πολυκατοικία μας. Πάνω από τον πέμπτο υπήρχε ταράτσα. Και για την ταράτσα δεν υπήρχε στάση. Έπρεπε να βγεις στον πέμπτο και να ανέβεις με τις σκάλες από μια μεταλλική πόρτα που πάντα ήταν κλειδωμένη.
Το ασανσέρ, όμως, συνέχισε.
Για δύο, τρία, τέσσερα δευτερόλεπτα ακόμα.
Ύστερα σταμάτησε.
Το κόκκινο φωτάκι πάνω από την πόρτα τρεμόπαιξε.
Δεν έγραφε αριθμό.
Έγραφε κάτι σαν παύλα.
Μια οριζόντια κόκκινη γραμμή.
Η πόρτα άνοιξε.
Μπροστά μου δεν υπήρχε ταράτσα.
Υπήρχε διάδρομος.
Ένας μακρύς, στενός διάδρομος πολυκατοικίας, φωτισμένος από παλιές λάμπες φθορίου που έκαναν έναν άρρωστο, γαλαζωπό ήχο. Το πάτωμα ήταν μωσαϊκό, όπως στην είσοδο, αλλά πιο παλιό, πιο φθαρμένο. Οι τοίχοι είχαν ξεφλουδισμένο χρώμα. Δεξιά κι αριστερά υπήρχαν πόρτες διαμερισμάτων.
Πολλές πόρτες.
Πολύ περισσότερες απ’ όσες χωρούσαν σε έναν όροφο.
Στην αρχή δεν βγήκα. Έμεινα μέσα στην καμπίνα, κρατώντας την τσάντα μου με τα δύο χέρια, προσπαθώντας να καταλάβω τι έβλεπα. Η λογική μου έψαχνε απεγνωσμένα εξήγηση. Ίσως κάποιο μηχανοστάσιο. Ίσως κάποιος ενδιάμεσος χώρος που δεν ήξερα. Ίσως η πολυκατοικία να είχε παλιά διαμερίσματα στην ταράτσα.
Αλλά ήξερα ότι δεν ήταν έτσι.
Ήξερα την πολυκατοικία. Ήξερα το ύψος της. Ήξερα τους ενοίκους. Ήξερα ότι πάνω από τον πέμπτο υπήρχε μόνο τσιμέντο, κεραίες και ηλιακοί.
Η πόρτα του ασανσέρ έμεινε ανοιχτή.
Περίμενα να κλείσει μόνη της.
Δεν έκλεισε.
Τότε άκουσα κάτι από τον διάδρομο.
Έναν ήχο κλειδιών.
Κάποιος γύριζε αργά ένα κλειδί σε μια κλειδαριά.
Το αίμα μου πάγωσε. Πάτησα το κουμπί του ισογείου. Μετά το 4. Μετά όλα τα κουμπιά μαζί.
Τίποτα.
Το ασανσέρ δεν αντιδρούσε.
Ο ήχος σταμάτησε.
Μια πόρτα άνοιξε λίγο πιο κάτω, στα αριστερά.
Δεν άνοιξε πολύ. Μόνο όσο χρειαζόταν για να φανεί μια λεπτή μαύρη χαραμάδα. Από μέσα δεν βγήκε φως. Δεν βγήκε άνθρωπος.
Βγήκε μια φωνή.
«Ανέβηκες επιτέλους».
Ήταν γυναικεία. Ήρεμη. Σχεδόν τρυφερή.
Δεν απάντησα.
Η φωνή ξανακούστηκε.
«Σε περιμέναμε καιρό».
Τότε η πόρτα του ασανσέρ άρχισε να κλείνει.
Πήρα ανάσα με ανακούφιση. Αλλά πριν κλείσει εντελώς, άρχισα να ακούω βήματα να πλησιάζουν προς το μέρος μου.
Γρήγορα βήματα.
Αποφασιστικά.
Δε μπορούσα να δω κάποιον ή κάτι να έρχεται. Άκουγα όμως τα βήματα να πλησιάζουν απειλητικά.
Η πόρτα του ασανσέρ έκλεισε.
Η καμπίνα βυθίστηκε για ένα δευτερόλεπτο στο σκοτάδι.
Μετά το φως άναψε ξανά.
Το ασανσέρ άρχισε να κατεβαίνει.
Δεν θυμάμαι αν φώναξα. Θυμάμαι μόνο ότι όταν σταμάτησε στον τέταρτο, όρμησα έξω και έτρεξα μέχρι την πόρτα του διαμερίσματός μου. Τα χέρια μου έτρεμαν τόσο πολύ που δεν μπορούσα να βάλω το κλειδί στην κλειδαριά.
Μπήκα μέσα, κλείδωσα δύο φορές και έμεινα πίσω από την πόρτα, ακούγοντας.
Στο κλιμακοστάσιο δεν ακουγόταν τίποτα.
Την επόμενη μέρα είπα στον διαχειριστή ότι το ασανσέρ είχε πρόβλημα. Του είπα πως ανέβηκε πάνω από τον πέμπτο. Γέλασε.
«Πού να πάει; Στον ουρανό;»
Του εξήγησα ότι σταμάτησε κάπου. Ότι άνοιξε η πόρτα. Ότι είδα διάδρομο.
Τότε σταμάτησε να γελάει.
Όχι επειδή με πίστεψε.
Επειδή φοβήθηκε ότι θα του ζητούσα να πληρώσουμε τεχνικό.
Το ίδιο απόγευμα ήρθε ο συντηρητής. Τον πέτυχα στην είσοδο, να κοιτάζει τον πίνακα του ασανσέρ με έναν φακό στο στόμα.
«Όλα εντάξει», μου είπε. «Λίγο παλιό είναι, αλλά δεν έχει κάτι».
«Μπορεί να ανέβει πάνω από τον πέμπτο;» τον ρώτησα.
Με κοίταξε σαν να του έκανα αστείο.
«Δεν υπάρχει πάνω από τον πέμπτο. Η τροχαλία σταματάει εκεί. Μετά είναι μηχανοστάσιο. Και ούτε πόρτα έχει για να ανοίξει».
«Άρα αποκλείεται;»
«Αποκλείεται».
Αυτή η λέξη θα έπρεπε να με καθησυχάσει.
Δεν με καθησύχασε.
Για δύο εβδομάδες ανέβαινα με τις σκάλες. Τέσσερις όροφοι κάθε μέρα. Με σακούλες, με τσάντες, με κούραση. Δεν με ένοιαζε. Κάθε φορά που περνούσα από την είσοδο και έβλεπα το ασανσέρ, ένιωθα ότι η μεταλλική του πόρτα με παρακολουθούσε.
Κάποιες νύχτες, ενώ ήμουν στο κρεβάτι, άκουγα την καμπίνα να ανεβοκατεβαίνει.
Στην αρχή έλεγα ότι κάποιος ένοικος γύριζε αργά. Μετά άρχισα να προσέχω τις ώρες.
03:11.
03:11 σχεδόν κάθε νύχτα.
Το ασανσέρ ανέβαινε αργά, σταματούσε κάπου και μετά κατέβαινε ξανά στο ισόγειο.
Χωρίς να ανοίγει καμία πόρτα στους ενδιάμεσους ορόφους.
Μια νύχτα δεν άντεξα. Άνοιξα την πόρτα του διαμερίσματός μου και βγήκα στο κλιμακοστάσιο. Το φως άναψε με καθυστέρηση. Το ασανσέρ περνούσε εκείνη τη στιγμή από τον τέταρτο ανεβαίνοντας.
Το άκουγα μέσα στον τοίχο.
Σταμάτησε πιο πάνω.
Σιωπή.
Έπειτα ακούστηκε η πόρτα του.
Άνοιξε.
Όχι στον πέμπτο.
Πιο πάνω.
Και τότε, μέσα από το κλιμακοστάσιο, από εκεί που δεν υπήρχε όροφος, άκουσα πολλούς ανθρώπους να ψιθυρίζουν μαζί.
Δεν καταλάβαινα λέξεις. Μόνο έναν ψίθυρο σαν πλήθος πίσω από τοίχο.
Μετά ακούστηκε πάλι εκείνη η γυναικεία φωνή.
«Δεν ήταν η ώρα της».
Η πόρτα του ασανσέρ έκλεισε.
Το ασανσέρ κατέβηκε.
Κι εγώ έμεινα ακίνητη έξω από το διαμέρισμά μου, με το χέρι ακόμα στο πόμολο, μέχρι που το φως του κλιμακοστασίου έσβησε και βυθίστηκα στο σκοτάδι.
Τότε κάτι χτύπησε από μέσα την πόρτα του ασανσέρ.
Μία φορά.
Με δύναμη.
Σαν κάποιος να βρισκόταν μέσα στην καμπίνα και να ήθελε να βγει.
Την επόμενη μέρα αποφάσισα να ψάξω. Δεν ήθελα πια να νιώθω τρελή. Έπρεπε να βρω κάτι, οτιδήποτε, που να εξηγεί αυτό που συνέβαινε.
Ρώτησα τη γειτόνισσα του πέμπτου, την κυρία Λένα. Ζει στην πολυκατοικία από τότε που χτίστηκε. Είναι από εκείνες τις γυναίκες που ξέρουν ποιος μπήκε, ποιος βγήκε, ποιος χώρισε, ποιος χρωστάει κοινόχρηστα και ποιος πέθανε χωρίς να το μάθει κανείς για δύο μέρες.
Τη ρώτησα αν υπήρξε ποτέ διαμέρισμα στην ταράτσα.
Με κοίταξε περίεργα.
«Όχι», είπε. «Γιατί;»
Δεν ήθελα να της πω την αλήθεια. Της είπα ότι άκουσα θόρυβο από πάνω.
Έμεινε σιωπηλή λίγο παραπάνω απ’ όσο έπρεπε.
«Από πάνω δεν έχει τίποτα», είπε τελικά. «Μόνο το παλιό μηχανοστάσιο».
«Παλιό;»
Έσφιξε τα χείλη της.
«Πριν βάλουν το καινούριο μοτέρ. Παλιά το ασανσέρ ήταν άλλο. Ξύλινη καμπίνα, συρόμενη πόρτα. Πολύ επικίνδυνο».
«Έγινε κάποιο ατύχημα;»
Η κυρία Λένα κοίταξε προς τις σκάλες.
«Αυτά είναι παλιά πράγματα».
«Τι παλιά πράγματα;»
Άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματός της λίγο περισσότερο, αλλά δεν με κάλεσε μέσα.
«Το ’83 χάθηκε ένα παιδί».
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.
«Τι σημαίνει χάθηκε;»
«Αυτό που σημαίνει. Μια μικρή. Επτά χρονών. Έμενε στον τρίτο. Η μητέρα της την έστειλε να κατεβάσει σκουπίδια. Μπήκε στο ασανσέρ και δεν βγήκε ποτέ».
«Πώς γίνεται αυτό;»
«Δεν γίνεται», είπε ξερά. «Γι’ αυτό και δεν το συζητάμε».
Μου είπε ότι η αστυνομία έψαξε παντού. Στο φρεάτιο, στο μηχανοστάσιο, στην ταράτσα, στα υπόγεια, στα διαμερίσματα. Τίποτα. Η καμπίνα είχε σταματήσει στο ισόγειο άδεια. Τα σκουπίδια ήταν ακόμα μέσα. Το παιδί όχι.
Η μητέρα της ορκιζόταν ότι, λίγη ώρα μετά την εξαφάνιση, άκουσε την κόρη της να φωνάζει από το ασανσέρ.
Όταν άνοιξαν την πόρτα, η καμπίνα ήταν εκεί.
Άδεια.
Η ιστορία θάφτηκε. Η οικογένεια έφυγε. Το ασανσέρ άλλαξε λίγα χρόνια μετά. Η πολυκατοικία συνέχισε σαν να μην έγινε τίποτα.
Αλλά η κυρία Λένα, πριν κλείσει την πόρτα, μου είπε κάτι που δεν θα ξεχάσω.
«Καμιά φορά, όταν το ασανσέρ ανεβαίνει μόνο του τη νύχτα, μην πατήσεις ποτέ το κουμπί να το καλέσεις. Ό,τι κι αν ακούσεις».
«Γιατί;»
Το πρόσωπό της είχε ασπρίσει.
«Γιατί μπορεί να κατέβει γεμάτο».
Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα με όλα τα φώτα αναμμένα.
Στις 03:11 ξύπνησα.
Όχι από το ασανσέρ.
Από παιδικό τραγούδι.
Ερχόταν από το κλιμακοστάσιο.
Μια λεπτή φωνούλα τραγουδούσε κάτι παλιό, ένα από εκείνα τα παιδικά τραγούδια που δεν ακούγονται πια, με μελωδία αργή και παράφωνη. Στην αρχή νόμισα ότι ήταν όνειρο. Μετά το άκουσα καθαρά.
Ήταν έξω από την πόρτα μου.
Σηκώθηκα χωρίς να το θέλω. Περπάτησα μέχρι την είσοδο του διαμερίσματος. Δεν άνοιξα. Κοίταξα από το ματάκι.
Το κλιμακοστάσιο ήταν άδειο.
Το φως ήταν σβηστό.
Μόνο η πόρτα του ασανσέρ φαινόταν στο βάθος.
Κλειστή.
Το τραγούδι σταμάτησε.
Μετά ακούστηκε ένα μικρό γέλιο.
Έπεσα πίσω, παραλίγο να σκοντάψω στο χαλάκι. Το στόμα μου είχε στεγνώσει. Το σώμα μου δεν υπάκουε. Ήθελα να τρέξω στο δωμάτιο, αλλά έμεινα εκεί, κοιτάζοντας την πόρτα.
Τότε κάποιος χτύπησε.
Όχι δυνατά.
Τρεις μικροί χτύποι.
Χτυπ.
Χτυπ.
Χτυπ.
«Μπορείς να μου ανοίξεις;» είπε η φωνούλα. «Έχει σκοτάδι εδώ».
Δεν άνοιξα.
Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε. Μπορεί λεπτά. Μπορεί ώρες. Το παιδικό τραγούδι ξανάρχισε, αυτή τη φορά πιο μακριά. Σαν να κατέβαινε τις σκάλες.
Το πρωί βρήκα κάτι στο πάτωμα, έξω από την πόρτα μου.
Κάτι σημάδια σα πατημασιές μικρού παιδιού από λάσπη.
Δεν πήγα στη δουλειά. Δεν απάντησα σε τηλέφωνα. Κάλεσα τεχνικό, όχι τον συντηρητή της πολυκατοικίας, άλλον. Του είπα ότι ήθελα να ελέγξει το ασανσέρ. Όταν ήρθε, φαινόταν εκνευρισμένος που τον φώναξα για «θόρυβο».
Τον ακολούθησα μέχρι την είσοδο.
Άνοιξε τον πίνακα, κοίταξε τα καλώδια, έκανε μετρήσεις. Όλα φυσιολογικά. Μετά ανέβηκε στην ταράτσα για το μηχανοστάσιο. Περίμενα στο κλιμακοστάσιο του πέμπτου, χωρίς να πλησιάζω το ασανσέρ.
Όταν κατέβηκε, είχε αλλάξει ύφος.
«Πόσο καιρό είπατε ότι ακούτε θορύβους;» με ρώτησε.
«Δύο εβδομάδες».
Δεν είπε τίποτα.
«Βρήκατε κάτι;»
Σκούπισε τα χέρια του στο παντελόνι.
«Όχι ακριβώς».
«Τι σημαίνει όχι ακριβώς;»
Με κοίταξε για πρώτη φορά σοβαρά.
«Στο πάνω μέρος του φρεατίου υπάρχουν σημάδια».
«Τι σημάδια;»
«Σαν κάποιος να χτυπάει από μέσα. Παλιά. Πολλά. Σε ύψος που δεν μπορεί να φτάσει άνθρωπος από την καμπίνα».
«Και αυτό τι σημαίνει;»
Δεν απάντησε αμέσως.
«Σημαίνει ότι καλό θα ήταν να μη χρησιμοποιείτε το ασανσέρ μέχρι να αλλάξει όλο το σύστημα».
Κατέβηκε βιαστικά, πήρε τα εργαλεία του και έφυγε. Δεν μου έδωσε απόδειξη. Δεν ζήτησε λεφτά. Δεν γύρισε να κοιτάξει πίσω.
Εκείνο το βράδυ πήρα την απόφαση να φύγω από το διαμέρισμα για λίγες μέρες. Έβαλα μερικά ρούχα σε μια τσάντα και περίμενα να ξημερώσει. Δεν ήθελα να βγω νύχτα στο κλιμακοστάσιο.
Από τη στιγμή που γύρισα πίσω και μετά όλα φαίνονται φυσιολογικά. Δεν είχα ξανά κάποια περίεργη εμπειρία.
Μετά από κάποιο καιρό που βρήκα το θάρρος να ψάξω ξανά το παρελθόν της πολυκατοικίας ανέβηκα στον 5ο να ρωτήσω την κυρία Λένα περισσότερα στοιχεία.
Χτύπησα την πόρτα της.
Καμία απάντηση.
Χτύπησα το κουδούνι.
Τίποτα.
Ξαναχτύπησα την πόρτα, όταν ο γείτονας που μένει στο απέναντι διαμέρισμα άνοιξε την πόρτα του.
"Την κυρία Λένα ψάχνεις;"
"Ναι" απάντησα εγώ.
"Εχω μέρες να τη δω" μου είπε. "Θα πήγε στη κόρη της στη Θεσσαλονίκη".
Δε μπόρεσα μέχρι στιγμής να μάθω περισσότερα στοιχεία. Αλλά το θετικό είναι ότι όλα μοιάζουν και πάλι φυσιολογικά.
Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τη φίλη μας Έλλη για την ιστορία που μας έστειλε
Διαβάστε επίσης:

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου