Καλησπέρα.
Δεν ξέρω αν αυτό που συνέβη στο σπίτι μου τελείωσε πραγματικά ή αν απλώς σταμάτησε να κάνει θόρυβο.
Η θεία μου, η Ευγενία, πέθανε πριν από δύο μήνες. Ήταν αδερφή της μητέρας μου, αλλά τα τελευταία χρόνια δεν είχαν πολλές επαφές. Δεν είχαν μαλώσει ανοιχτά. Απλώς, στην οικογένειά μας, κάποια πράγματα δεν λέγονταν ποτέ καθαρά. Κάποια ονόματα απλώς σταματούσαν να ακούγονται στο τραπέζι.
Η θεία Ευγενία ήταν ένα από αυτά τα ονόματα.
Τη θυμάμαι πάντα ντυμένη στα μαύρα, ακόμα και το καλοκαίρι, με τα μαλλιά της πιασμένα σφιχτά πίσω και εκείνο το βαρύ άρωμα που την ακολουθούσε παντού. Κάτι ανάμεσα σε πικρό γιασεμί, λιβάνι και παλιό ξύλο. Όταν ερχόταν κοντά σου, το μύριζες πριν καν μιλήσει. Και όταν έφευγε, το άρωμα έμενε για ώρα στον χώρο.
Δεν ήταν κακιά μαζί μου. Όταν ήμουν μικρός μού έδινε λουκούμια, με χάιδευε στο κεφάλι και μου έλεγε ότι έχω «μάτια που τραβάνε». Δεν ήξερα τι εννοούσε. Η μητέρα μου όμως, κάθε φορά που το άκουγε, άλλαζε κουβέντα.
Μετά τα δώδεκά μου, σταματήσαμε να την επισκεπτόμαστε.
Δεν ρώτησα ποτέ γιατί.
Όταν πέθανε, η μητέρα μου μού ζήτησε να πάμε μαζί να αδειάσουμε το σπίτι της. Ήταν ένα παλιό διαμέρισμα στον Άγιο Ελευθέριο, στον δεύτερο όροφο μιας πολυκατοικίας που μύριζε υγρασία και κλεισούρα.
Μόλις μπήκαμε, ένιωσα σαν να μην είχε πεθάνει στ’ αλήθεια. Το σπίτι ήταν γεμάτο από εκείνη. Από τη μυρωδιά της. Από τις εικόνες στους τοίχους. Από τα παλιά σεμεδάκια, τα σκούρα έπιπλα, τα κλειστά παντζούρια, τα γυάλινα ποτηράκια με ξεραμένο βασιλικό.
Η μητέρα μου άνοιξε αμέσως τα παράθυρα.
«Να πάρει αέρα», είπε.
Αλλά δεν κοίταζε πολύ γύρω της.
Αρχίσαμε να μαζεύουμε πράγματα. Ρούχα για πέταμα, παλιούς λογαριασμούς, φάρμακα, φωτογραφίες, κάτι πιάτα της γιαγιάς μου που ήθελε να κρατήσει η μητέρα μου.
Το κασελάκι το βρήκα στην ντουλάπα του υπνοδωματίου.
Ήταν μικρό, ξύλινο, σκούρο, τυλιγμένο σε ένα μαύρο πανί. Δεν ήταν ακριβώς όμορφο. Ήταν όμως από εκείνα τα αντικείμενα που σε κάνουν να τα κοιτάς λίγο παραπάνω. Πάνω στο καπάκι είχε σκαλισμένο έναν κύκλο και γύρω του περίεργα σύμβολα, χαρακιές και μικρούς κόμπους που δεν έμοιαζαν με διακόσμηση. Έμοιαζαν σαν να είχαν κάποιο νόημα.
Η μητέρα μου ήταν στο σαλόνι και ξεχώριζε φωτογραφίες. Εγώ απλώς το τύλιξα ξανά στο πανί και το έβαλα στην τσάντα μου. Σκέφτηκα ότι θα το καθάριζα και θα το έβαζα σε κάποιο ράφι στη βιβλιοθήκη μου. Θα ταίριαζε υπέροχα δίπλα στα βιβλία.
Αυτό ήταν το μόνο που έκανα. Το πήρα σπίτι.
Το πρώτο βράδυ το άφησα στο τραπεζάκι του σαλονιού. Δεν το άνοιξα καν. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως επειδή ήμουν κουρασμένος. Ίσως επειδή, όσο κι αν δεν το παραδεχόμουν, κάτι πάνω του με έκανε να μη θέλω να το πειράξω.
Πήγα για ύπνο λίγο μετά τα μεσάνυχτα.
Δεν ξέρω τι ώρα ξύπνησα. Ήταν ακόμα βαθιά νύχτα. Στην αρχή νόμισα ότι είχα ακούσει τον θόρυβο μέσα στο όνειρό μου.
Μετά ακούστηκε ξανά.
Βήματα.
Μέσα στο σπίτι.
Αργά. Ξυπόλυτα. Από το σαλόνι προς τον διάδρομο.
Έμεινα ακίνητος στο κρεβάτι, με τα μάτια ανοιχτά, προσπαθώντας να καταλάβω.
Η μητέρα μου; σκέφτηκα.
Μόνο εκείνη έχει δεύτερα κλειδιά. Μπορεί να ήρθε επειδή ξέχασε κάτι; Μπορεί να ανησύχησε; Αλλά γιατί να μπει τέτοια ώρα χωρίς να με πάρει τηλέφωνο;
Ύστερα σκέφτηκα κάτι χειρότερο.
Ληστής.
Σηκώθηκα όσο πιο αθόρυβα μπορούσα και πήρα το κινητό στο χέρι. Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζα πως θα την ακούσει όποιος ήταν έξω. Άνοιξα προσεκτικά την πόρτα του υπνοδωματίου και βγήκα στον διάδρομο.
Το σπίτι ήταν σκοτεινό.
Το σαλόνι άδειο.
Η εξώπορτα κλειδωμένη.
Το κασελάκι ήταν πάνω στο τραπεζάκι, ακριβώς εκεί που το είχα αφήσει.
Έλεγξα το μπάνιο, την κουζίνα, το μπαλκόνι. Κανείς. Κανένα παράθυρο ανοιχτό. Κανένα σημάδι ότι είχε μπει κάποιος.
Είπα στον εαυτό μου ότι θα ήταν από τον πάνω όροφο. Ή από τον διάδρομο της πολυκατοικίας. Τα σπίτια κάνουν ήχους τη νύχτα. Οι άνθρωποι μπερδεύουν εύκολα τους ήχους όταν ξυπνούν απότομα.
Ξανακοιμήθηκα δύσκολα.
Την επόμενη μέρα, το φως στο μπάνιο άρχισε να τρεμοπαίζει.
Όχι συνεχόμενα. Μόνο δύο-τρεις φορές, όσο έπλενα τα χέρια μου. Αναβόσβησε γρήγορα, σαν κάποιος να ακουμπούσε τον διακόπτη απ’ έξω. Βγήκα στον διάδρομο, αλλά δεν υπήρχε τίποτα. Άλλαξα τη λάμπα το απόγευμα. Το έκανε ξανά.
Πάλι βρήκα εξήγηση.
Παλιά καλωδίωση. Κακή επαφή. Σύμπτωση.
Δύο βράδια μετά, ξύπνησα από φωνές.
Πετάχτηκα από το κρεβάτι και για λίγα δευτερόλεπτα δεν ήξερα πού βρισκόμουν. Μετά κατάλαβα ότι οι φωνές έρχονταν από το σαλόνι.
Η τηλεόραση ήταν ανοιχτή.
Έπαιζε ένα παλιό ασπρόμαυρο έργο σε κάποιο κανάλι που δεν έβλεπα ποτέ. Ο ήχος ήταν χαμηλός, αλλά αρκετός για να με ξυπνήσει.
Ήμουν σίγουρος ότι την είχα κλείσει πριν πάω για ύπνο.
Απόλυτα σίγουρος.
Το τηλεκοντρόλ ήταν πάνω στο τραπεζάκι. Δίπλα στο κασελάκι.
Την έκλεισα και στάθηκα για λίγο μέσα στο σκοτάδι. Δεν ξέρω γιατί, αλλά είχα την αίσθηση ότι η τηλεόραση δεν είχε ανοίξει για να δω κάτι.
Είχε ανοίξει για να σηκωθώ.
Το επόμενο βράδυ έγινε αυτό που με τρόμαξε περισσότερο.
Καθόμουν στο σαλόνι και προσπαθούσα να χαλαρώσω. Δεν ήθελα να το παραδεχτώ, αλλά απέφευγα να κοιτάζω το κασελάκι. Το είχα αφήσει ακόμα στο τραπεζάκι, τυλιγμένο στο μαύρο πανί, και κάθε τόσο το βλέμμα μου πήγαινε μόνο του προς τα εκεί.
Λίγο μετά τη μία, σηκώθηκα να πάρω νερό από την κουζίνα.
Καθώς περνούσα μπροστά από την μπαλκονόπορτα, είδα κάτι έξω.
Μια ανθρώπινη φιγούρα.
Στο μπαλκόνι.
Πάγωσα.
Ήταν σκοτεινή, ακίνητη, με κάτι σαν κεφάλι και ώμους. Στεκόταν κοντά στα κάγκελα, γυρισμένη προς το σαλόνι.
Δεν σκέφτηκα. Άπλωσα το χέρι και άναψα αμέσως το φως του μπαλκονιού.
Η φιγούρα εξαφανίστηκε.
Ή μάλλον, δεν ήταν ποτέ φιγούρα.
Ήταν η γαζία που έχω σε μεγάλη γλάστρα, στη γωνία του μπαλκονιού. Τα κλαδιά της, με το φως από τον δρόμο, έφτιαχναν μια σκιά που έμοιαζε με άνθρωπο.
Στάθηκα εκεί, ντροπιασμένος και τρομαγμένος μαζί.
Το φαντάστηκα;
Ήμουν τόσο πιεσμένος που είδα μια γλάστρα και την πέρασα για άνθρωπο;
Μπορεί.
Αυτό ήταν το πιο άσχημο. Όλα μπορούσαν να εξηγηθούν. Τα βήματα μπορεί να ήταν από πάνω. Το φως μπορεί να είχε πρόβλημα. Η τηλεόραση μπορεί να είχε μείνει σε αναμονή. Η φιγούρα ήταν απλώς ένα φυτό.
Κι όμως, κάθε φορά που έμπαινα στο σπίτι, ένιωθα ότι δεν ήμουν πια μόνος.
Το πρωί τηλεφώνησα στη μητέρα μου.
Στην αρχή της τα είπα όλα κάπως αστεία, για να μην την ανησυχήσω. Της είπα ότι μάλλον έχω κουραστεί, ότι ακούω ήχους, ότι μου τρεμοπαίζει το φως, ότι χθες τρόμαξα με τη γαζία στο μπαλκόνι.
Εκείνη άκουγε σιωπηλή.
«Από πότε γίνονται αυτά;» με ρώτησε.
«Από τότε που γυρίσαμε από της θείας Ευγενίας», είπα.
Δεν απάντησε.
Και τότε, σχεδόν σαν λεπτομέρεια, πρόσθεσα:
«Α, πήρα κι ένα κασελάκι από εκεί. Ένα ξύλινο, με κάτι περίεργα σύμβολα. Το έχω στο σαλόνι».
Στην άλλη άκρη της γραμμής έπεσε απόλυτη σιωπή.
«Μαμά;»
Η φωνή της, όταν μίλησε, ήταν διαφορετική.
«Ποιο κασελάκι;»
Της το περιέγραψα. Το μαύρο πανί. Το σκούρο ξύλο. Τον κύκλο στο καπάκι. Τα σκαλιστά σύμβολα.
Δεν με διέκοψε ούτε μία φορά.
Όταν τελείωσα, είπε μόνο:
«Δεν έπρεπε να το πάρεις».
Ένιωσα κάτι κρύο να περνάει από τον αυχένα μου.
«Τι είναι;»
Άργησε να απαντήσει.
«Η Ευγενία δεν ήταν απλώς παράξενη. Έκανε πράγματα. Κακά πράγματα. Ο κόσμος πήγαινε σε εκείνη κρυφά. Της έδιναν ονόματα, φωτογραφίες, τρίχες, κομμάτια από ρούχα. Κι εκείνη τα έβαζε σε εκείνο το κασελάκι. Άναβε κεριά πάνω του. Έλεγε λόγια. Έδενε ανθρώπους. Έκλεινε σπίτια. Χώριζε ζευγάρια. Έκανε αρρώστιες να κρατάνε περισσότερο απ’ όσο έπρεπε».
«Μαγεία δηλαδή;» τη ρώτησα, και η φωνή μου ακούστηκε γελοία ακόμη και σε μένα.
«Πες το όπως θέλεις», είπε. «Εγώ ξέρω ότι δεν πρέπει να μείνει άλλο μέσα στο σπίτι σου».
«Να το πετάξω;»
«Όχι», είπε αμέσως. «Μην το πετάξεις. Μην το κάψεις. Μην το ανοίξεις. Θα το πας σε παπά να το διαβάσει. Και μετά θα το θάψεις. Μακριά από το σπίτι σου. Σε χώμα. Όχι σε γλάστρα. Όχι κοντά στην πολυκατοικία. Και όταν φύγεις, δεν θα κοιτάξεις πίσω».
Δεν θυμάμαι να την έχω ξανακούσει τόσο σοβαρή.
Έκανα ακριβώς ό,τι μου είπε.
Το τύλιξα σε μια πετσέτα χωρίς να το ακουμπήσω με γυμνά χέρια, το έβαλα σε μια τσάντα και το πήγα σε έναν παλιό παπά που ήξερε η μητέρα μου. Δεν γέλασε όταν του εξήγησα. Δεν με κοίταξε σαν τρελό. Αυτό, για κάποιο λόγο, με φόβισε περισσότερο.
Το ακούμπησα σε ένα μικρό τραπέζι στην άκρη της εκκλησίας. Ο παπάς διάβασε προσευχές χαμηλόφωνα, για αρκετή ώρα. Εγώ στεκόμουν δίπλα στη μητέρα μου, κοιτώντας κάτω.
Κάποια στιγμή, ενώ διάβαζε, μύρισα το άρωμα της θείας Ευγενίας.
Πικρό γιασεμί.
Λιβάνι.
Παλιό ξύλο.
Δεν σήκωσα το κεφάλι.
Ούτε η μητέρα μου.
Όταν τελείωσε, ο παπάς τύλιξε ξανά το κασελάκι και μου είπε να το θάψω την ίδια μέρα.
Το έθαψα λίγο πριν νυχτώσει, σε ένα χωράφι αρκετά έξω από την πόλη. Έσκαψα βιαστικά, το έβαλα μέσα, το σκέπασα και έφυγα χωρίς να κοιτάξω πίσω.
Από εκείνη τη μέρα, όλα ηρέμησαν.
Δεν ξανάκουσα βήματα τη νύχτα. Το φως στο μπάνιο σταμάτησε να τρεμοπαίζει. Η τηλεόραση δεν άνοιξε ποτέ ξανά μόνη της. Η γαζία στο μπαλκόνι έπαψε να μοιάζει με άνθρωπο.
Για πρώτη φορά μετά από μέρες, κοιμήθηκα κανονικά.
Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου ότι όλα ήταν μια αλυσίδα από συμπτώσεις και φόβο. Ότι η μητέρα μου με επηρέασε με τις παλιές της ιστορίες. Ότι ο παπάς και το θάψιμο λειτούργησαν απλώς επειδή χρειαζόμουν ένα τέλος.
Ίσως να είναι έτσι.
Θα ήθελα να είναι έτσι.
Μόνο που υπάρχει κάτι που δεν σταμάτησε.
Κάποιες νύχτες, όχι κάθε βράδυ, αλλά αρκετά συχνά ώστε να μην μπορώ να το αγνοήσω, ξυπνάω λίγο μετά τις τρεις και μυρίζω το άρωμα της θείας Ευγενίας μέσα στο σπίτι.
Πικρό γιασεμί.
Λιβάνι.
Παλιό ξύλο.
Στην αρχή ερχόταν από το σαλόνι, από το σημείο όπου είχα ακουμπήσει το κασελάκι. Μετά από τον διάδρομο.
Τις τελευταίες φορές, το μυρίζω δίπλα στο κρεβάτι μου.
Δεν ακούω τίποτα. Δεν βλέπω τίποτα. Δεν υπάρχει κανένα αντικείμενο μετακινημένο, κανένα φως που τρεμοπαίζει, καμία τηλεόραση ανοιχτή μέσα στη νύχτα.
Μόνο εκείνο το άρωμα.
Στέκεται στον αέρα για λίγα δευτερόλεπτα και μετά χάνεται.
Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό.
Δεν ξέρω αν έφυγε το κακό ή αν απλώς άφησε κάτι πίσω του.
Ξέρω μόνο ότι απόψε, πριν αρχίσω να γράφω αυτή την ιστορία, έπιασα τον εαυτό μου να κοιτάζει το άδειο τραπεζάκι του σαλονιού.
Και για ένα δευτερόλεπτο, ορκίζομαι πως μύρισα πικρό γιασεμί.
Σαν να στεκόταν κάποιος ακριβώς πίσω μου και περίμενε να θυμηθώ πού το έθαψα.
Πριν φύγεις, έχουμε άλλη μία πρόταση για σένα:
Our Horror Story: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Γιώργο για την ιστορία που μας έστειλε.
Φυλακτά σολομωνικής, ρούνοι, μαγικά τετράγωνα, τα κλειδιά του Ενώχ, βιβλίο των σκιών, κρυσταλλοσκοπία, νεκρονομικόν
Διαβάστε επίσης:
Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου