Καλησπέρα. Εργάζομαι ως νυχτοφύλακας σε ιδιωτική εταιρεία ασφαλείας και για ένα φεγγάρι η βάρδιά μου κάλυπτε την εξωτερική περίμετρο και τα γραφεία κοντά στο Α' Νεκροταφείο. Παραιτήθηκα πριν από δύο εβδομάδες. Οι φίλοι και οι συνάδελφοι μου δεν μπορούν να καταλάβουν το λόγο. Όμως, αν πάτε μια βόλτα εκεί το μεσημέρι, και κοιτάξετε προσεκτικά τα χέρια των μαρμάρινων αγαλμάτων, θα δείτε κάτι που δεν υπάρχει σε κανένα βιβλίο γλυπτικής. Και τότε θα καταλάβετε.
Το Λευκό Μάρμαρο του Χαλεπά
Όταν δουλεύεις νύχτα δίπλα σε ένα νεκροταφείο, μαθαίνεις να αγνοείς τους θορύβους. Το τρίξιμο των κλαδιών, το πέταγμα των κουκουβαγιών, ακόμα και τους ψίθυρους του ανέμου ανάμεσα στους τάφους. Το μυαλό σου αναπτύσσει μια άμυνα για να μην τρελαθείς.
Όλα ξεκίνησαν στις αρχές του Μαΐου. Η βάρδιά μου ήταν 22:00 με 06:00. Περίπου στις τρεις το βράδυ, συνήθιζα να κάνω έναν έλεγχο στην πίσω μάντρα, εκεί που το νεκροταφείο συνορεύει με τα στενά του Μετς. Είναι το πιο σκοτεινό σημείο, γεμάτο με παλιά, οικογενειακά μνήματα και γλυπτά του 19ου αιώνα.
Εκείνο το βράδυ, η πανσέληνος έλουζε τον χώρο με ένα εκτυφλωτικό, καθαρό φως, κάνοντας τα μαρμάρινα αγάλματα να μοιάζουν με ζωντανούς ανθρώπους παγωμένους στον χρόνο.
Καθώς περπατούσα κατά μήκος της περίφραξης, το μάτι μου έπεσε σε ένα από τα πιο γνωστά γλυπτά της πίσω πτέρυγας – μια θλιμμένη γυναίκα από λευκό μάρμαρο, που καθόταν πάνω σε έναν τάφο με το κεφάλι γερμένο προς τα κάτω και τα χέρια σταυρωμένα στα γόνατά της.
Σταμάτησα. Κάτι στην κλίση του σώματός της μου φάνηκε διαφορετικό.
Είχα περάσει από μπροστά της εκατοντάδες φορές. Ήξερα ότι το κεφάλι της ήταν στραμμένο προς τα αριστερά. Όμως, κάτω από το φως του φεγγαριού, το μαρμάρινο κεφάλι της έδειχνε στραμμένο ελαφρώς προς τα δεξιά. Προς το μέρος μου.
«Είναι η γωνία του φωτός», σκέφτηκα. Πλησίασα τη μάντρα, έβγαλα τον φακό μου και σημάδεψα το άγαλμα. Το λευκό μάρμαρο άστραψε. Το κεφάλι ήταν κανονικά στραμμένο αριστερά. Γέλασα με την ανοησία μου, έσβησα τον φακό και συνέχισα την περιπολία.
Όμως, τη στιγμή που γύρισα την πλάτη μου και έκανα το πρώτο βήμα, άκουσα έναν ήχο.
Ήταν ένας ξερός, βαρύς ήχος τριβής. Σαν δύο μεγάλες πέτρες να σύρονται η μία πάνω στην άλλη με δύναμη. Κραρρρκ.
Γύρισα ακαριαία, ανάβοντας πάλι τον φακό. Το άγαλμα ήταν ακριβώς όπως πριν. Αλλά στο λευκό μάρμαρο του λαιμού της, εκεί που το κεφάλι ενώνονταν με τους ώμους, υπήρχε τώρα μια λεπτή, φρέσκια γραμμή από λευκή σκόνη μαρμάρου. Σαν το γλυπτό να είχε μόλις στρίψει με βία και η τριβή να είχε ξύσει την πέτρα.
Τις επόμενες νύχτες, η παράνοια με κυρίευσε. Άρχισα να παρατηρώ και τα υπόλοιπα αγάλματα της πίσω πτέρυγας. Τους μαρμάρινους αγγέλους με τα σπασμένα φτερά, τις κοιμώμενες κοπέλες, τους θλιμμένους συγγενείς σκαλισμένους στην πέτρα.
Δεν κινούνταν ποτέ όταν τα κοιτούσα. Αλλά κάθε πρωί, όταν ο ήλιος άρχιζε να ανατέλλει, έβρισκα μικρά, ανεπαίσθητα σημάδια. Ένας άγγελος που το βράδυ είχε το χέρι του υψωμένο προς τον ουρανό, το πρωί έδειχνε να το έχει χαμηλώσει κατά μερικά εκατοστά. Μια μαρμάρινη μορφή είχε λευκή σκόνη στα πόδια της, σαν να είχε σύρει το πέλμα της πάνω στην πέτρινη βάση.
Το αποκορύφωμα ήρθε την τελευταία μου νύχτα στη δουλειά.
Ήταν μια βραδιά με έντονη υγρασία και χαμηλή ομίχλη. Γύρω στις τέσσερις το πρωί, στάθηκα κοντά στην πίσω πύλη. Η ησυχία ήταν απόλυτη, σχεδόν αποπνικτική. Ξαφνικά, ο αέρας μεταφέρθηκε στα αυτιά μου κουβαλώντας έναν ήχο που με έκανε να μαρμαρώσω.
Ήταν το ίδιο κραρρρκ... αλλά αυτή τη φορά δεν ήταν μόνο ένα.
Ήταν δεκάδες. Ήχοι από βαριές, μαρμάρινες πέτρες που σέρνονταν, που έστριβαν, που άλλαζαν θέση ταυτόχρονα μέσα στο σκοτάδι του νεκροταφείου. Ένας υπόκωφος, πέτρινος χορός που αντηχούσε σε όλο τον λόφο.
Έστρεψα τον φακό μου προς το εσωτερικό των τάφων. Μέσα από την ομίχλη, είδα τις σιλουέτες των αγαλμάτων. Δεν περπατούσαν. Δεν έτρεχαν. Αλλά άλλαζαν στάσεις. Οι άγγελοι είχαν γυρίσει τα πρόσωπά τους προς τη μάντρα. Οι καθιστές μορφές είχαν σηκώσει τα κεφάλια τους. Όλα τα μαρμάρινα μάτια του νεκροταφείου, εκατοντάδες τυφλά, σκαλισμένα βλέμματα, ήταν στραμμένα στο ίδιο ακριβώς σημείο: πάνω μου.
Παράτησα τον φακό, έτρεξα στο φυλάκιο, μάζεψα τα πράγματά μου και έφυγα χωρίς να κοιτάξω πίσω.
Την επόμενη μέρα το μεσημέρι, επέστρεψα ως απλός επισκέπτης. Ήθελα να δω αν το μυαλό μου με είχε προδώσει. Περπάτησα μέχρι την πίσω πτέρυγα, κάτω από το λαμπερό φως του αθηναϊκού ήλιου.
Τα αγάλματα ήταν πάλι στις γνωστές, κλασικές τους στάσεις, έτσι όπως τα είχαν σκαλίσει οι μεγάλοι γλύπτες πριν από έναν αιώνα. Όλα έδειχναν φυσιολογικά.
Μέχρι που πλησίασα τη θλιμμένη γυναίκα στον τάφο.
Κοίταξα τα μαρμάρινα χέρια της, που ήταν σταυρωμένα στα γόνατά της. Ανάμεσα στα λευκά, πέτρινα δάχτυλά της, υπήρχε σφιχτά παγιδευμένο κάτι που δεν ήταν εκεί την προηγούμενη ημέρα.
Ήταν ένα μικρό, πλαστικό κομμάτι από τον μαύρο φακό που είχα πετάξει μέσα στον πανικό μου το προηγούμενο βράδυ. Το μάρμαρο είχε κλείσει γύρω του, εγκλωβίζοντάς το, πριν προλάβει να παγώσει ξανά στην κανονική του στάση για τη μέρα.
Our Horror Story: Ευχαριστούμε τον ανώνυμο φίλο μας για την ιστορία που μας έστειλε.
Διαβάστε επίσης:
Ακολουθήστε μας στη σελίδα μας στο Facebook
Ένα LIKE, SHARE και σχόλιο θα βοηθήσει να συνεχίσουμε το έργο μας!
ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ!
Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου