Καλησπέρα.
Σου γράφω γιατί πιστεύω ότι έχω κάνει ένα λάθος που δεν διορθώνεται.
Είμαι συγγραφέας. Δεν θα γράψω το όνομά μου, όχι από ντροπή, αλλά επειδή φοβάμαι ότι αν κάποιος ψάξει πού βρίσκομαι, μπορεί να έρθει εδώ. Και δεν πρέπει να έρθει κανείς εδώ.
Πριν από τρεις εβδομάδες νοίκιασα ένα παλιό σπίτι σε ένα ορεινό χωριό της Φωκίδας, λίγο πιο πάνω από την Άμφισσα. Ήθελα ησυχία. Ήθελα να τελειώσω το επόμενο μυθιστόρημά μου μακριά από την Αθήνα, τα τηλέφωνα, τις υποχρεώσεις, τον θόρυβο.
Το σπίτι ήταν πέτρινο, παλιό, με ξύλινα πατώματα, χαμηλά ταβάνια και θέα σε μια πλαγιά γεμάτη έλατα. Ο ιδιοκτήτης μού είπε ότι το χειμώνα το χωριό σχεδόν αδειάζει.
«Ό,τι πρέπει για γράψιμο», μου είπε.
Και είχε δίκιο.
Τις πρώτες μέρες έγραφα περισσότερο απ’ όσο είχα γράψει μήνες ολόκληρους. Ξυπνούσα νωρίς, άναβα τη σόμπα, έφτιαχνα καφέ και καθόμουν στο μικρό ξύλινο γραφείο δίπλα στο παράθυρο. Τα βράδια, όταν έπεφτε η ομίχλη, το χωριό βυθιζόταν σε μια σιωπή που στην αρχή μού φαινόταν ευλογία.
Μετά άρχισε το ραδιόφωνο.
Ήταν ένα παλιό επιτραπέζιο ραδιόφωνο, από εκείνα με ξύλινο πλαίσιο και στρογγυλά κουμπιά. Το βρήκα πάνω σε ένα σκρίνιο στο σαλόνι. Δεν το είχα αγγίξει. Δεν με ενδιέφερε. Στο χωριό δεν έπιανε σχεδόν τίποτα, και έτσι κι αλλιώς προτιμούσα τη σιωπή.
Το πρώτο βράδυ που άνοιξε μόνο του, νόμισα ότι ήταν βλάβη.
Ήταν λίγο μετά τις δύο. Καθόμουν στο γραφείο και δούλευα. Έξω φυσούσε. Από τη σόμπα ακουγόταν εκείνο το χαμηλό τρίξιμο του ξύλου που καίγεται.
Ξαφνικά, από το σαλόνι, ακούστηκαν παράσιτα.
Ένα δυνατό, ξερό χχχχχχχχ, σαν στατικός ηλεκτρισμός.
Πήγα και το βρήκα αναμμένο.
Η βελόνα του δείκτη έτρεμε ανάμεσα σε δύο συχνότητες. Το φως πίσω από την κλίμακα ήταν αχνό, κιτρινωπό. Το έκλεισα.
Δεν άνοιξε ξανά εκείνο το βράδυ.
Την επόμενη μέρα το έβγαλα από την πρίζα.
Το δεύτερο βράδυ, άνοιξε πάλι.
Αυτή τη φορά τα παράσιτα ήταν πιο χαμηλά. Πιο μακρινά. Σαν να έρχονταν από πολύ βαθιά.
Στάθηκα στην πόρτα του σαλονιού και το κοίταξα.
Το καλώδιο ήταν στο πάτωμα.
Δεν ήταν στην πρίζα.
Πλησίασα αργά. Τα παράσιτα δυνάμωσαν, και ανάμεσά τους άκουσα κάτι που έμοιαζε με ανάσα.
Μετά μια φωνή.
Παιδική.
Πολύ αδύναμη.
«Με ακούτε;»
Έμεινα ακίνητος.
Τα παράσιτα σκέπασαν πάλι τα πάντα. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν ακούστηκε τίποτα άλλο. Μετά η ίδια φωνή, λίγο πιο καθαρά:
«Μη με αφήσετε εδώ».
Έκλεισα το ραδιόφωνο από το κουμπί.
Η φωνή σταμάτησε.
Δεν κοιμήθηκα εκείνο το βράδυ.
Την επόμενη μέρα προσπάθησα να το εξηγήσω λογικά. Ίσως υπήρχε μπαταρία μέσα. Ίσως κάποιος ασύρματος, κάποια παρεμβολή, κάποιο παλιό κύκλωμα που κρατούσε ρεύμα. Το έψαξα. Δεν είχε μπαταρίες. Δεν είχε τίποτα που να δικαιολογεί ότι λειτουργούσε εκτός πρίζας.
Κι όμως, το τρίτο βράδυ άνοιξε ξανά.
Και η φωνή ήταν πιο καθαρή.
«Σας παρακαλώ. Θα με σκοτώσουν».
Αυτή τη φορά μίλησα.
Ντρέπομαι που το λέω, αλλά μίλησα σε ένα ξεχασμένο ραδιόφωνο, στη μέση ενός άδειου σπιτιού.
«Ποια είσαι;»
Παράσιτα.
«Πού είσαι;»
Η βελόνα τρεμόπαιξε.
«Στο σπίτι», είπε η φωνή.
«Σε ποιο σπίτι;»
Για λίγα δευτερόλεπτα ακούστηκε μόνο εκείνο το ηλεκτρικό χιόνι των παρασίτων.
Μετά:
«Στο δικό μου».
Η φωνή ήταν μικρού κοριτσιού. Όχι πάνω από οκτώ ή εννιά χρονών. Έτρεμε, αλλά δεν έκλαιγε.
«Πώς σε λένε;» ρώτησα.
Η απάντηση χάθηκε στα παράσιτα.
Άκουσα μόνο το τέλος.
«…λένη».
Ελένη, σκέφτηκα.
«Πού είσαι τώρα;»
«Κάτω».
«Κάτω πού;»
Το ραδιόφωνο έβγαλε έναν ήχο τόσο δυνατό που πετάχτηκα πίσω. Ύστερα η φωνή ακούστηκε σχεδόν δίπλα μου.
«Μη μιλάτε δυνατά. Ακούνε».
Έκλεισα το ραδιόφωνο.
Για δύο μέρες δεν ξανάνοιξε.
Στο μεταξύ, η δουλειά μου είχε σταματήσει. Καθόμουν μπροστά στο laptop και κοιτούσα τη λευκή σελίδα, περιμένοντας να νυχτώσει. Όσο κι αν προσπαθούσα να το παίξω λογικός, ένα μέρος μου ήθελε να ακούσει ξανά τη φωνή.
Ήθελα να μάθω αν υπήρχε πραγματικά ένα παιδί που κινδύνευε.
Ή αν εγώ, μόνος σε ένα χωριό, μέσα στην ομίχλη και τη σιωπή, είχα αρχίσει να χάνω το μυαλό μου.
Την έκτη νύχτα, το ραδιόφωνο άνοιξε στις 02:14.
Πριν προλάβω να σηκωθώ, ακούστηκε η φωνή.
«Γράφετε πάλι».
Πάγωσα.
Το ραδιόφωνο ήταν στο σαλόνι.
Εγώ ήμουν στο γραφείο, στο διπλανό δωμάτιο.
«Έχετε το χέρι σας πάνω στο ποντίκι», είπε το κορίτσι. «Δεν γράφετε. Κοιτάτε την οθόνη».
Δεν κουνήθηκα.
«Ποια είσαι;» ψιθύρισα.
«Θα με βοηθήσετε;»
«Πώς βλέπεις τι κάνω;»
Παράσιτα.
Ένα γέλιο, χαμηλό, σχεδόν πνιγμένο. Δεν ξέρω αν ήταν δικό της ή αν ήρθε από αλλού μέσα στο ραδιόφωνο.
«Σας βλέπω όταν δεν κοιτάνε».
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να μείνω άλλο άπραγος.
Την επόμενη μέρα πήγα στο καφενείο του χωριού. Υπήρχαν τρεις άνθρωποι μέσα. Ένας ηλικιωμένος πίσω από τον πάγκο, δύο άντρες που έπαιζαν τάβλι και μια γυναίκα γύρω στα εβδομήντα, καθισμένη κοντά στη σόμπα, που έπλεκε χωρίς να κοιτάζει τα χέρια της.
Ρώτησα όσο πιο αδιάφορα μπορούσα αν στο χωριό είχε χαθεί ποτέ κάποιο παιδί.
Τα ζάρια σταμάτησαν.
Ο καφετζής με κοίταξε σαν να είχα πει κάτι που δεν έπρεπε.
«Γιατί ρωτάς;»
«Γράφω ένα βιβλίο», είπα. «Ψάχνω παλιές ιστορίες του τόπου».
Κανείς δεν απάντησε.
Μόνο η γυναίκα κοντά στη σόμπα σήκωσε τα μάτια της.
«Δεν χάθηκε», είπε. «Πέθανε».
Ο καφετζής έκανε μια κίνηση με το χέρι, σαν να ήθελε να την σταματήσει.
Εκείνη τον αγνόησε.
«Το ’45. Μετά τον πόλεμο. Ένα κοριτσάκι. Ελένη τη λέγανε».
Ένιωσα το στόμα μου να στεγνώνει.
«Τι συνέβη;»
Η γυναίκα τύλιξε αργά το νήμα γύρω από το δάχτυλό της.
«Οι γονείς της κατηγορήθηκαν για σατανισμό. Για μαύρες δουλειές. Έτσι τα λέγανε τότε. Ότι μάζευαν πράγματα από τάφους, ότι άναβαν κεριά στο υπόγειο, ότι μιλούσαν με κάτι που δεν έπρεπε».
«Και το παιδί;»
Η γυναίκα χαμήλωσε τη φωνή της.
«Είπαν πως το θυσίασαν. Πως το έδωσαν στον διάβολο για να πάρουν δύναμη».
Ο καφετζής χτύπησε το χέρι στον πάγκο.
«Φτάνει, κυρά-Δέσποινα».
Εκείνη δεν του έδωσε σημασία.
«Άλλοι λένε πως δεν έγινε έτσι», συνέχισε. «Λένε πως οι ίδιοι οι γονείς της τη σκότωσαν όταν κατάλαβαν τι ήταν».
Έμεινα να την κοιτάζω.
«Τι εννοείτε;»
Η γυναίκα με κοίταξε σαν να μετάνιωσε που μίλησε.
«Υπάρχουν πράγματα που δεν πεθαίνουν μαζί με το σώμα», είπε. «Και υπάρχουν παιδιά που δεν είναι πια παιδιά».
Δεν έμαθα τίποτα περισσότερο εκείνη τη μέρα. Όταν επέμεινα, όλοι σταμάτησαν να μιλούν. Η κυρά-Δέσποινα μόνο μου είπε, φεύγοντας, ότι το κορίτσι είναι θαμμένο στο παλιό νεκροταφείο, πάνω από την εκκλησία του Προφήτη Ηλία.
Πήγα το ίδιο απόγευμα.
Το νεκροταφείο ήταν μικρό, πέτρινο, μισοκρυμμένο πίσω από κυπαρίσσια. Οι περισσότεροι τάφοι ήταν παλιοί, με σταυρούς γερμένους και ονόματα σβησμένα από τον χρόνο.
Βρήκα τον τάφο της Ελένης στο πίσω μέρος.
Ήταν ένας μικρός λευκός σταυρός, πιο καινούριος απ’ όσο περίμενα, σαν κάποιος να τον φρόντιζε ακόμα. Πάνω του έγραφε:
ΕΛΕΝΗ Κ.
1937 - 1945
Δεν υπήρχε φωτογραφία.
Μόνο ένα μικρό σπασμένο αγαλματάκι αγγέλου στα πόδια του τάφου.
Έσκυψα να καθαρίσω τα χόρτα από το όνομα, όταν άκουσα φωνή πίσω μου.
«Δεν θα της άρεσε αυτό».
Γύρισα απότομα.
Ένας άντρας στεκόταν λίγα μέτρα πιο πέρα, ανάμεσα στα κυπαρίσσια. Ήταν ντυμένος στα μαύρα, με μακρύ παλτό, παρόλο που δεν έκανε τόσο κρύο. Το πρόσωπό του ήταν στεγνό, χλωμό, με μάτια βαθιά χωμένα.
«Είστε ο υπεύθυνος εδώ;» ρώτησα.
«Κάπως έτσι».
Δεν μου άρεσε η απάντηση.
«Ήρθα απλώς να δω τον τάφο».
«Κανείς δεν έρχεται απλώς να δει αυτόν τον τάφο».
Δεν είπα τίποτα.
Ο άντρας πλησίασε αργά. Δεν ακουγόταν σχεδόν καθόλου πάνω στο χώμα.
«Την άκουσες, έτσι δεν είναι;»
Ένιωσα το αίμα να παγώνει.
«Ποια;»
Με κοίταξε κουρασμένα.
«Μη χάνουμε χρόνο με ψέματα. Αν σε φώναξε, θα σου ζήτησε βοήθεια. Θα σου είπε ότι κινδυνεύει. Ότι θέλουν να τη σκοτώσουν. Ότι πρέπει να τη σώσεις».
Δεν μπορούσα να μιλήσω.
«Μην την πιστέψεις», είπε.
«Ήταν παιδί».
«Ήταν».
Η λέξη έμεινε ανάμεσά μας σαν πέτρα.
«Τι έγινε τότε;» ρώτησα.
Ο άντρας κοίταξε τον τάφο.
«Οι γονείς της έκαναν πράγματα που δεν έπρεπε. Άνοιξαν πόρτες για να πάρουν απαντήσεις, δύναμη, λεφτά, εκδίκηση, δεν ξέρω. Οι άνθρωποι πάντα νομίζουν ότι ελέγχουν αυτό που καλούν. Μέχρι που εκείνο βρίσκει καλύτερο σπίτι».
«Το παιδί;»
«Το παιδί».
Ο άνεμος πέρασε μέσα από τα κυπαρίσσια. Για μια στιγμή ακούστηκε σαν ψίθυρος πολλών ανθρώπων.
«Στην αρχή νόμιζαν ότι ήταν ευλογία», συνέχισε. «Η μικρή ήξερε πράγματα που δεν μπορούσε να ξέρει. Έλεγε ποιος θα αρρωστήσει, ποιος θα πεθάνει, ποιος έκρυβε χρήματα, ποιος πρόδωσε ποιον. Μετά άρχισε να μιλάει με φωνές που δεν ήταν δικές της. Μετά άρχισε να ζητάει πράγματα».
«Τι πράγματα;»
Δεν απάντησε αμέσως.
«Μη ρωτάς αν δεν θες να τα βλέπεις στον ύπνο σου».
Κοίταξα τον μικρό τάφο.
«Οι γονείς της τη σκότωσαν;»
«Οι γονείς της κατάλαβαν αργά ότι δεν ήταν πια μόνη μέσα στο σώμα της. Και έκαναν το μόνο που πίστεψαν ότι θα σταματούσε αυτό που είχαν φέρει».
«Και το σταμάτησαν;»
Ο άντρας χαμογέλασε χωρίς χαρά.
«Αν το είχαν σταματήσει, δεν θα ήσουν εδώ».
Ένιωσα ξαφνικά πολύ μόνος.
«Τι θέλει από μένα;»
«Να την ακούσεις αρκετά. Να τη λυπηθείς αρκετά. Να κάνεις αυτό που θα σου ζητήσει όταν η φωνή γίνει καθαρή».
«Τι θα μου ζητήσει;»
Ο άντρας έσκυψε λίγο προς το μέρος μου.
«Να τη φέρεις μέσα».
«Πού μέσα;»
Δεν απάντησε.
Δεν χρειαζόταν.
Το κατάλαβα.
Στο σπίτι.
Στον κόσμο.
Ίσως μέσα μου.
«Πώς τη σταματάω;»
«Δεν της απαντάς ξανά. Ό,τι κι αν πει. Ό,τι κι αν ακούσεις. Ακόμα κι αν χρησιμοποιήσει φωνή που αγαπάς. Ακόμα κι αν σου πει πράγματα που είναι αλήθεια. Ειδικά τότε».
Έφυγα από το νεκροταφείο πριν σκοτεινιάσει. Όταν γύρισα στο σπίτι, το ραδιόφωνο ήταν στη μέση του σαλονιού.
Δεν το είχα αφήσει εκεί.
Ήταν πάνω στο σκρίνιο.
Τώρα βρισκόταν στο πάτωμα, στραμμένο προς την πόρτα, σαν να με περίμενε.
Δεν το άγγιξα.
Πήγα στο γραφείο, έκλεισα την πόρτα και άνοιξα το laptop. Προσπάθησα να δουλέψω. Δεν έγραψα ούτε λέξη.
Στις 02:14, το ραδιόφωνο άνοιξε.
Αυτή τη φορά δεν υπήρχαν παράσιτα.
Η φωνή της Ελένης ακούστηκε καθαρή, σαν να στεκόταν ακριβώς πίσω από την πόρτα.
«Πήγατε στον τάφο μου».
Δεν απάντησα.
«Μίλησε άσχημα για μένα ο άντρας;»
Έσφιξα τα χέρια μου πάνω στα γόνατα.
«Δεν είμαι αυτό που είπε».
Η φωνή άρχισε να τρέμει.
«Πονάω. Είμαι μόνη. Είναι σκοτεινά εδώ. Δεν ξέρω γιατί δεν με βοηθάτε».
Έκλεισα τα μάτια.
«Σας βλέπω», είπε.
Η καρέκλα μου έτριξε.
«Κρατάτε τα μάτια κλειστά. Νομίζετε ότι έτσι δεν ακούτε;»
Δεν κουνήθηκα.
«Μη φοβάστε. Δεν θέλω πολλά».
Η φωνή άλλαξε για μια στιγμή.
Βάθυνε.
Έγινε κάτι που δεν χωρούσε σε παιδικό λαιμό.
«Μόνο μια πρόσκληση».
Πετάχτηκα όρθιος και τράβηξα την πόρτα του γραφείου.
Στο σαλόνι, το ραδιόφωνο ήταν αναμμένο. Το καλώδιό του βρισκόταν στο πάτωμα, τυλιγμένο σαν νεκρό φίδι.
Η βελόνα του δείκτη είχε σταματήσει σε μια συχνότητα που δεν υπήρχε. Αντί για αριθμό, εκεί που έπεφτε το φως της κλίμακας, είχε σχηματιστεί κάτι σαν μαύρη γραμμή.
Η φωνή ψιθύρισε:
«Πείτε μόνο “πέρασε”».
Έκανα ένα βήμα πίσω.
Το ραδιόφωνο χαμήλωσε μόνο του.
«Πείτε το και θα τελειώσει».
Τότε ακούστηκε άλλη φωνή.
Όχι της Ελένης.
Της μητέρας μου.
«Παιδί μου;»
Τα πόδια μου λύγισαν.
Η μητέρα μου ζει. Είναι στην Αθήνα. Δεν ήξερε καν τι συνέβαινε. Κι όμως η φωνή της βγήκε από το ραδιόφωνο, ίδια, με την ίδια μικρή ανησυχία που έχει όταν με παίρνει και καταλαβαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά.
«Άνοιξέ μου», είπε η φωνή της μητέρας μου. «Κρυώνω».
Σκέφτηκα τον άντρα στο νεκροταφείο.
Ακόμα κι αν χρησιμοποιήσει φωνή που αγαπάς.
Έτρεξα στην κουζίνα, πήρα μια πετσέτα, τύλιξα το ραδιόφωνο χωρίς να κοιτάξω την κλίμακα και το πέταξα στο τζάκι. Έριξα πάνω του όλα τα ξύλα που βρήκα και άναψα φωτιά.
Για λίγα λεπτά δεν έγινε τίποτα.
Μετά το ραδιόφωνο άρχισε να παίζει μέσα από τις φλόγες.
Πρώτα παράσιτα.
Μετά παιδικό κλάμα.
Μετά γέλιο.
Όχι παιδικό.
Το ξύλο του πλαισίου μαύρισε, αλλά η φωνή συνέχισε.
«Δεν καίγεται η πόρτα», είπε.
Και τότε, μέσα από το τζάκι, άκουσα το κορίτσι να ψιθυρίζει:
«Απλώς αλλάζει δωμάτιο».
Το πρωί το ραδιόφωνο είχε γίνει στάχτη.
Ή σχεδόν στάχτη.
Ανάμεσα στα καμένα ξύλα βρήκα το στρογγυλό κουμπί της έντασης. Άθικτο. Κρύο. Το έπιασα με λαβίδα και το πέταξα έξω, όσο πιο μακριά μπορούσα.
Μάζεψα τα πράγματά μου και έφυγα από το χωριό πριν το μεσημέρι.
Δεν γύρισα να παραδώσω τα κλειδιά. Τα άφησα πάνω στο τραπέζι. Δεν χαιρέτησα κανέναν. Ούτε την κυρά-Δέσποινα, ούτε τον καφετζή, ούτε τον άντρα του νεκροταφείου, αν υπήρξε ποτέ.
Τώρα είμαι σε ξενοδοχείο στην Ιτέα. Γράφω αυτή την ιστορία από το laptop μου, με την τηλεόραση κλειστή και το κινητό δίπλα μου. Δεν υπάρχει ραδιόφωνο στο δωμάτιο. Το έλεγξα μόλις μπήκα.
Ξέρω ότι πρέπει να γυρίσω στην Αθήνα.
Ξέρω ότι πρέπει να ξεχάσω το χωριό.
Ξέρω ότι αν μιλήσω σε κάποιον, θα μου πει ότι η απομόνωση, το άγχος και η πίεση της συγγραφής έφτιαξαν όλα αυτά στο μυαλό μου.
Ίσως να έχει δίκιο.
Πριν από λίγο, όμως, άνοιξε μόνο του το laptop.
Η οθόνη φωτίστηκε μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο.
Το αρχείο του μυθιστορήματός μου ήταν ανοιχτό.
Στην τελευταία σελίδα, κάτω από τις γραμμές που είχα γράψει πριν φύγω από το χωριό, υπήρχε μια καινούρια πρόταση.
Δεν την έγραψα εγώ.
Δεν υπήρχε πριν.
Ήταν γραμμένη ξανά και ξανά, μέχρι το τέλος της σελίδας.
Πες πέρασε.
Πες πέρασε.
Πες πέρασε.
Και όσο το διαβάζω, από τα ηχεία του laptop ακούγονται παράσιτα.
Στην αρχή χαμηλά.
Τώρα πιο καθαρά.
Και πίσω από τα παράσιτα, μια παιδική φωνή κλαίει.
Αλλά δεν ακούγεται πια μακριά.
Ακούγεται σαν να βρίσκεται κάτω από το κρεβάτι μου.
Σκοτεινές ιστορίες και σκοτεινή μουσική πάνε μαζί. Δοκίμασε αυτό:
Διαβάστε επίσης:

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου