Γεια σας,
Σας στέλνω αυτή την ιστορία γιατί νιώθω ότι μόνο εδώ μπορεί να βρει τη θέση που της αξίζει. Για χρόνια την κρατούσα μέσα μου, προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου ότι ήταν απλά ένα παιχνίδι του μυαλού μου. Όμως, όσο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο καταλαβαίνω ότι η αλήθεια ήταν πολύ πιο σκοτεινή.
Όταν ήμουν μικρός, τα καλοκαίρια μου ήταν συνδεδεμένα με το χωριό. Ανυπομονούσα να κλείσουν τα σχολεία για να βρεθώ στην τεράστια, παλιά αυλή του παππού μου. Εκεί περνούσα ώρες ολόκληρες παίζοντας. Δεν ήμουν όμως μόνος. Από το διπλανό σπίτι, ερχόταν πάντα η Άννα.
Η Άννα είχε περίπου την ηλικία μου. Με τα χρόνια γίναμε αχώριστοι φίλοι. Παίζαμε κρυφτό, τρέχαμε ανάμεσα στις ελιές, λέγαμε μυστικά και γελούσαμε με τις ώρες. Θυμάμαι ακόμα τον ήχο του γέλιου της. Ήμασταν απλά παιδιά που είχαμε βρει την καλύτερη συντροφιά.
Όσο όμως εγώ ήμουν ευτυχισμένος, οι γονείς μου έδειχναν όλο και πιο χαμένοι. Τους έβλεπα να με κοιτάζουν από το παράθυρο της κουζίνας με μάτια γεμάτα ανησυχία και μια βαθιά, ανεξήγητη στεναχώρια. Συχνά, όταν έμπαινα στο σπίτι ιδρωμένος από το παιχνίδι, με έπιαναν από τους ώμους, με κοιτούσαν επίμονα στα μάτια και με ρωτούσαν: «Είσαι καλά; Σίγουρα είσαι καλά;». Εγώ απαντούσα πάντα ναι, απορώντας με την υπερβολική τους ανησυχία.
Μετά, άρχισαν οι αλλαγές. Οι επισκέψεις μας στο χωριό άρχισαν να αραιώνουν. Από εκεί που μέναμε τρεις μήνες, καταλήξαμε να πηγαίνουμε μόνο για λίγες μέρες. Στεναχωριόμουν απίστευτα, γιατί έβλεπα όλο και λιγότερο την Άννα. Κάθε φορά που φεύγαμε, την έβλεπα να στέκεται στην άκρη της αυλής της, ακίνητη, να με κοιτάζει χωρίς να κυλάει ούτε ένα δάκρυ από τα μεγάλα, σκούρα μάτια της.
Ώσπου, κάποια στιγμή, σταμάτησαν να με πηγαίνουν εντελώς. Οι γονείς μου έβρισκαν πάντα δικαιολογίες. Η δουλειά, τα μαθήματα, οι υποχρεώσεις. Το χωριό έγινε μια μακρινή, θολή ανάμνηση.
Όλα άλλαξαν όταν έγινα 16 χρονών. Ο παππούς μου έφυγε από τη ζωή και έπρεπε να επιστρέψουμε για την κηδεία. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, γεμάτη θλίψη.
Μετά την τελετή, καθώς ο κόσμος άρχισε να σκορπίζει στο νεκροταφείο, περπάτησα ανάμεσα στους διαδρόμους με τους μνημεία. Ήθελα να μείνω λίγο μόνος. Καθώς κοιτούσα αφηρημένα τα ονόματα στις πλάκες, το βλέμμα μου πάγωσε.
Σε έναν μικρό, παλιό τάφο, μισοπνιγμένο από τα αγριόχορτα, υπήρχε μια φωτογραφία. Ήταν η Άννα. Το ίδιο πρόσωπο, το ίδιο βλέμμα.
Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει τρελά. Ένιωσα το αίμα μου να παγώνει. Εκείνη τη στιγμή με πλησίασε ο πατέρας μου, βάζοντας το χέρι του στον ώμο μου.
«Πέθανε η Άννα;» ρώτησα με τη φωνή μου να τρέμει, γεμάτος απορία και μια ξαφνική, αβάσταχτη στεναχώρια. «Πότε έγινε αυτό; Γιατί δεν μου το είπατε;»
Ο πατέρας μου με κοίταξε, και το πρόσωπό του έχασε κάθε ίχνος χρώματος. Τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν καθώς με τράβηξε μακριά από τον τάφο. Με κοίταξε με έναν τρόμο που δεν είχα ξαναδεί ποτέ σε μάτια ενήλικα.
«Πού την ξέρεις εσύ την Άννα;» με ρώτησε με ψίθυρο που έκοβε την ανάσα. «Η Άννα... το κοριτσάκι των γειτόνων... πέθανε από μια ξαφνική αρρώστια όταν ήταν πολύ μικρή. Πολλά χρόνια προτού γεννηθείς εσύ...»
Από εκείνη τη μέρα, δεν ξανακοιμήθηκα ποτέ ήσυχος. Γιατί τώρα ξέρω τι έβλεπαν οι γονείς μου από το παράθυρο της κουζίνας. Και ξέρω, με απόλυτη βεβαιότητα, ότι τις ώρες που έπαιζα και γέλαγα στην αυλή... δεν έπαιζα μόνος μου.
Our Horror Story: Ευχαριστούμε τον αφίλο μας Λευτέρη για την ιστορία που μας έστειλε.

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου