Ξέρω πώς ακούγεται αυτό. Σαν άλλη μία ιστορία για ένα παλιό σπίτι, μια οικογένεια με σκοτεινό παρελθόν και έναν άνθρωπο που αφήνει τη λογική του πίσω όσο περνούν οι ώρες.
Μακάρι να ήταν έτσι.
Μακάρι να μπορούσα να πω ότι όλα αυτά είναι αποτέλεσμα θλίψης, κούρασης ή φόβου. Μακάρι να μπορούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι οι σκιές στους τοίχους κινούνται επειδή τρεμοπαίζουν τα κεριά.
Το Σπίτι που Κρατούσε τις Σκιές
Δεν είχα πατήσει στο χωριό από την κηδεία της μητέρας μου, πριν από τέσσερα χρόνια. Το Παλαιοχώρι ήταν πάντα ένα από εκείνα τα μέρη που μοιάζουν όμορφα μόνο όταν τα βλέπεις από μακριά. Πέτρινα σπίτια, στενά καλντερίμια, καρυδιές, βουνό παντού γύρω και μια ησυχία που οι Αθηναίοι αποκαλούν «γαλήνη», μέχρι να καταλάβουν ότι η γαλήνη αυτή δεν είναι απουσία θορύβου.
Είναι αναμονή.
Το σπίτι του πατέρα μου βρισκόταν στην άκρη του χωριού, λίγο πιο πάνω από την παλιά βρύση. Ήταν το σπίτι όπου είχε μεγαλώσει εκείνος. Εκεί είχε ζήσει ο παππούς μου, ο Ανέστης. Εκεί είχε μείνει η γιαγιά μου μέχρι που πέθανε. Εκεί πήγαιναν οι γονείς μου κάθε καλοκαίρι όταν ήμουν μικρός, μέχρι τη χρονιά που ο παππούς εξαφανίστηκε.
Δεν θυμάμαι πολλά από εκείνο το καλοκαίρι. Ήμουν έξι χρονών. Θυμάμαι μόνο τη μυρωδιά από υγρασία και στάχτη, το παλιό ξύλινο πάτωμα που έτριζε τη νύχτα και τον παππού μου να κάθεται πάντα στην ίδια πολυθρόνα, δίπλα στο παράθυρο του σαλονιού.
Δεν κοιτούσε ποτέ εμάς.
Κοιτούσε τους τοίχους.
Η μητέρα μου μού έλεγε να μην τον ενοχλώ. Ο πατέρας μου μιλούσε χαμηλόφωνα μαζί του τα βράδια, νομίζοντας ότι κοιμόμουν. Άκουγα λέξεις κομμένες, σαν να φοβούνταν να τις πουν ολόκληρες.
«Δεν γίνεται άλλο, πατέρα».
«Τα βλέπεις κι εσύ;»
«Θα μιλήσω στον γιατρό».
«Δεν είναι μέσα στο μυαλό μου».
Αυτό το τελευταίο το θυμάμαι καθαρά. Η φωνή του παππού μου ήταν σπασμένη, αλλά όχι αδύναμη. Είχε κάτι μέσα της που τότε δεν μπορούσα να καταλάβω. Τώρα το καταλαβαίνω.
Ήταν τρόμος ανθρώπου που ξέρει ότι δεν θα τον πιστέψει κανείς.
Οι ιστορίες στο χωριό έλεγαν ότι ο παππούς μου είχε αρχίσει να χάνει τα λογικά του μετά τον θάνατο της γιαγιάς. Ότι μιλούσε μόνος του. Ότι έκλεινε τα παντζούρια μέρα μεσημέρι. Ότι δεν άφηνε κανέναν να ανάψει περισσότερα από ένα φως μέσα στο σπίτι. Όταν τον ρωτούσαν γιατί, απαντούσε πάντα το ίδιο:
«Όσο πιο πολλά φώτα ανάβεις, τόσο πιο πολλές σκιές φτιάχνεις».
Οι μεγάλοι έλεγαν πως ήταν γεροντική άνοια. Πως η μοναξιά τον είχε φάει. Πως έβλεπε πράγματα επειδή δεν άντεχε να δεχτεί ότι η γυναίκα του είχε φύγει.
Θυμάμαι ένα συγκεκριμένο βράδυ εκεί.
Εκείνο το βράδυ, ξύπνησα από έναν θόρυβο στο διάδρομο. Το σπίτι ήταν σκοτεινό, εκτός από ένα αχνό φως που έβγαινε από το σαλόνι. Σηκώθηκα από το κρεβάτι και πλησίασα ξυπόλυτος την πόρτα.
Ο παππούς στεκόταν μπροστά στον τοίχο, φορώντας το παλιό του μάλλινο γιλέκο. Κρατούσε ένα κερί στο χέρι του και το πρόσωπό του έτρεμε από τη φλόγα.
Στον τοίχο απέναντί του υπήρχε η σκιά του.
Κάθισα και τον κοίταξα χωρίς να μπορώ να βγάλω μιλιά.
Ο παππούς μου με κατάλαβε, γύρισε απότομα και με άρπαξε από τους ώμους.
«Μη στέκεσαι ποτέ πίσω από φως», μου ψιθύρισε. «Τους δείχνεις πού είσαι».
Την επόμενη μέρα η μητέρα μου μού είπε να μη παρεξηγώ όσα λέει ο παππούς γιατί είναι άρρωστος και πρέπει να δείχνουμε κατανόηση. Ο πατέρας μου δεν είπε τίποτα. Ούτε τότε, ούτε μετά.
Δύο εβδομάδες αργότερα, ο παππούς εξαφανίστηκε.
Δεν έφυγε απλά από το σπίτι. Δεν πήρε ρούχα, δεν πήρε λεφτά, δεν πήρε παπούτσια. Τα παπούτσια του ήταν ακόμα δίπλα στην πόρτα. Το κρεβάτι του ήταν άστρωτο. Στο τραπέζι υπήρχε ένα πιάτο με φαγητό που δεν είχε αγγίξει.
Η αστυνομία έψαξε το βουνό για μέρες. Οι χωριανοί χτένισαν ρέματα, στάνες, μονοπάτια. Κανείς δεν βρήκε τίποτα. Ούτε ίχνος, ούτε ρούχο, ούτε αίμα.
Μόνο ένα πράγμα φάνηκε παράξενο, αλλά κανείς δεν το θεώρησε σημαντικό τότε.
Στο σαλόνι, στον τοίχο απέναντι από την πολυθρόνα του, είχε μείνει ένα μακρόστενο σκοτεινό σημάδι. Σαν υγρασία. Σαν καπνιά. Σαν το αποτύπωμα ενός ανθρώπου που είχε σταθεί εκεί για πάρα πολύ καιρό.
Ο πατέρας μου το έβαψε τρεις φορές.
Το σημάδι πάντα ξαναφαινόταν.
Μετά την εξαφάνιση του παππού, σταματήσαμε να πηγαίνουμε στο χωριό. Η μητέρα μου δεν το ήθελε. Έλεγε ότι το σπίτι είχε πολλή λύπη. Ο πατέρας μου, κάθε φορά που το άκουγε, κατέβαζε το βλέμμα. Δεν απαντούσε ποτέ.
Τα χρόνια πέρασαν. Μεγάλωσα. Έφυγα από το σπίτι. Ο παππούς έγινε μια οικογενειακή ιστορία που κανείς δεν ανέφερε. Μια παλιά ντροπή. Ένας τρελός γέρος που χάθηκε στο βουνό.
Και μετά πέθανε η μητέρα μου.
Ο καρκίνος την πήρε γρήγορα. Μέσα σε επτά μήνες ο πατέρας μου έμεινε μόνος. Στην αρχή νόμιζα ότι θα καταρρεύσει. Ύστερα έκανε κάτι που δεν περίμενα.
Γύρισε στο Παλαιοχώρι.
«Θέλω να φτιάξω το σπίτι», μου είπε. «Να το ανοίξω λίγο. Να μη σαπίσει τελείως».
Δεν τον πίστεψα. Δεν ήταν άνθρωπος που νοιαζόταν για σπίτια, σοβάδες και κεραμίδια. Αλλά δεν τον πίεσα. Η θλίψη κάνει τους ανθρώπους να πιαστούν από κάπου, οτιδήποτε, για να μη βουλιάξουν.
Τους πρώτους μήνες μου τηλεφωνούσε σχεδόν κάθε μέρα. Μιλούσαμε για χαζά πράγματα. Τον καιρό. Τα ψώνια. Τον φούρνο του χωριού. Μου έλεγε ότι έβαλε καινούρια κλειδαριά, ότι καθάρισε την αυλή, ότι πέταξε παλιά έπιπλα.
Μετά, οι κλήσεις άρχισαν να αραιώνουν.
Και όταν μιλούσαμε, είχε κάτι διαφορετικό στη φωνή του. Σαν να πρόσεχε τι έλεγε. Σαν να μην ήταν μόνος στο δωμάτιο.
Μια νύχτα, περίπου έναν χρόνο μετά τον θάνατο της μητέρας μου, με πήρε στις τρεις τα ξημερώματα.
«Τη βλέπω», μου είπε.
Ήταν η πρώτη φορά που τρόμαξα πραγματικά.
«Ποια βλέπεις;»
Άκουσα την ανάσα του στην άλλη άκρη της γραμμής. Βαριά. Κοντινή. Σαν να κρατούσε το κινητό πολύ κοντά στο στόμα του.
«Τη μάνα σου».
Δεν ήξερα τι να πω.
«Μπαμπά…»
«Δεν μιλάει ακόμα. Απλώς στέκεται στο διάδρομο. Εκεί όπου πέφτει η σκιά της πόρτας».
Προσπάθησα να του μιλήσω λογικά. Του είπα ότι πενθεί. Ότι το μυαλό παίζει παιχνίδια. Ότι πρέπει να έρθει Αθήνα, να μείνει λίγο μαζί μου. Εκείνος με άκουγε σιωπηλός.
Πριν κλείσει, ψιθύρισε:
«Αν ήταν μόνο το μυαλό μου, γιατί την είδε και ο σκύλος;»
Δεν είχε σκύλο.
Την επόμενη εβδομάδα πήγα στο χωριό. Τον βρήκα αδυνατισμένο, αξύριστο, με μάτια κόκκινα από την αϋπνία. Το σπίτι μύριζε κερί, κλεισούρα.
Είχε καλύψει όλους τους καθρέφτες με σεντόνια.
«Δεν είναι αυτή», μου είπε μόλις μπήκα.
«Ποια;»
Δεν απάντησε αμέσως. Με κοίταξε σαν να προσπαθούσε να αποφασίσει αν ήμουν αρκετά μεγάλος για να ακούσω την αλήθεια.
«Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν η μητέρα σου. Έβλεπα κάτι στην άκρη του ματιού μου. Μια φιγούρα στην κουζίνα. Μια σκιά πίσω από την κουρτίνα. Μια κίνηση στο τζάμι, ενώ ήμουν μόνος μου. Ήθελα να είναι εκείνη. Καταλαβαίνεις; Ήθελα τόσο πολύ να είναι εκείνη, που για λίγο δεν με ένοιαζε αν ήταν αληθινό».
«Και μετά;»
Ο πατέρας μου έτριψε το πρόσωπό του με τα χέρια.
«Μετά άρχισε να στέκεται λάθος».
«Τι σημαίνει λάθος;»
«Οι σκιές έχουν κανόνες», είπε. «Πέφτουν εκεί που πρέπει να πέσουν. Ακολουθούν το φως. Ακολουθούν το σώμα. Αυτή όχι. Αυτή στεκόταν εκεί που ήθελε. Και μια νύχτα…»
Σταμάτησε.
«Μια νύχτα τι;»
Κοίταξε προς τον διάδρομο. Ο ήλιος έμπαινε από το παράθυρο, αλλά το εσωτερικό του σπιτιού ήταν παράξενα σκοτεινό. Σαν οι γωνίες να κρατούσαν λίγο παραπάνω σκοτάδι απ’ όσο έπρεπε.
«Μια νύχτα με φώναξε με τη φωνή της μητέρας σου από την αποθήκη. Αλλά η φωνή ερχόταν από τη σκιά κάτω από την πόρτα».
Εκείνο το απόγευμα προσπάθησα να τον πείσω να φύγουμε μαζί. Αρνήθηκε. Όταν επέμεινα, θύμωσε.
«Αν φύγω, θα έρθει μαζί μου».
«Τι πράγμα;»
Τότε μου είπε κάτι που δεν ξέχασα ποτέ.
«Νομίζεις ότι ο παππούς σου χάθηκε επειδή τρελάθηκε. Δεν χάθηκε. Προσπαθούσε να κρατήσει κάτι εδώ μέσα. Και όταν δεν άντεξε άλλο, τον πήρε αυτό».
Έφυγα την επόμενη μέρα. Ντρέπομαι που το λέω, αλλά έφυγα. Του υποσχέθηκα ότι θα ξαναγυρίσω σύντομα, ότι θα μιλήσουμε με γιατρό, ότι θα τα κανονίσουμε όλα.
Δεν ξαναγύρισα.
Μέχρι πριν από τρεις μέρες.
Ο πατέρας μου εξαφανίστηκε ακριβώς όπως ο παππούς.
Η γειτόνισσα, η κυρά-Αργυρώ, ήταν εκείνη που με πήρε τηλέφωνο. Είχε να τον δει δύο μέρες και ανησύχησε. Η πόρτα ήταν κλειδωμένη από μέσα. Τα παράθυρα επίσης. Κάλεσαν την αστυνομία και μπήκαν από ένα μικρό παράθυρο της αποθήκης.
Δεν υπήρχε κανείς.
Το φαγητό ήταν πάνω στο τραπέζι. Το κινητό του στην κουζίνα. Τα παπούτσια του στην είσοδο. Το κρεβάτι άθικτο.
Και στο σαλόνι, στον ίδιο τοίχο όπου είχε μείνει κάποτε το σημάδι του παππού μου, υπήρχε τώρα ένα δεύτερο.
Ψηλότερο. Πιο φρέσκο. Πιο καθαρό.
Σαν ένας άντρας να είχε καεί όρθιος πάνω στον σοβά.
Ήρθα χθες το πρωί για να μαζέψω πράγματα, να μιλήσω με την αστυνομία και να δω αν υπήρχε κάτι που θα εξηγούσε την εξαφάνισή του. Δεν πίστευα πια στις ιστορίες του παππού. Ούτε σε σκιές που μιλούν. Ούτε σε σπίτια που κρατούν ανθρώπους.
Ή έτσι νόμιζα.
Το ρεύμα ήταν κομμένο. Η ΔΕΗ είχε διακόψει την παροχή γιατί ο πατέρας μου είχε μήνες να πληρώσει. Δεν ήθελα να μείνω εδώ τη νύχτα, αλλά το τελευταίο λεωφορείο για Τρίπολη είχε φύγει, το αυτοκίνητό μου δεν έπαιρνε μπροστά και η μπαταρία του κινητού μου ήταν σχεδόν άδεια.
Άναψα τρία κεριά στην κουζίνα.
Έβαλα το laptop στο τραπέζι.
Και άρχισα να ψάχνω τα συρτάρια.
Βρήκα τα τετράδια του πατέρα μου λίγο πριν σκοτεινιάσει. Ήταν κρυμμένα κάτω από το στρώμα, δεμένα με έναν σπάγκο. Στην αρχή οι σημειώσεις του έμοιαζαν με ημερολόγιο πένθους. Έγραφε για τη μητέρα μου. Για το πόσο του έλειπε. Για τις νύχτες που ξυπνούσε και νόμιζε ότι την άκουγε να περπατάει στην κουζίνα.
Μετά οι σελίδες άλλαζαν.
Οι προτάσεις γίνονταν μικρότερες. Κοφτές. Τα γράμματα πιο άγρια.
«Δεν είναι η Μαρία».
«Η σκιά της πόρτας μένει εκεί ακόμα και το μεσημέρι».
«Αν ανάψω φως, αλλάζει θέση».
«Με παρακολουθεί όταν κάνω ότι κοιμάμαι».
«Ο πατέρας μου είχε δίκιο».
Στην τελευταία σελίδα υπήρχε μόνο μία φράση, γραμμένη πολλές φορές, η μία πάνω στην άλλη:
«Δεν θέλει να με σκοτώσει. Θέλει να φορέσει το σχήμα μου».
Από τότε που διάβασα αυτή τη φράση, δεν έχω καταφέρει να ηρεμήσω.
Δεν ξέρω τι ώρα είναι τώρα. Το ρολόι του laptop δείχνει 02:17, αλλά είμαι σίγουρος ότι έδειχνε 02:17 και πριν από μισή ώρα. Τα κεριά έχουν κοντύνει. Η φλόγα τους δεν τρεμοπαίζει πια. Στέκεται ακίνητη, σαν να κρατάει κάποιος την ανάσα του μέσα στο δωμάτιο.
Και οι σκιές στους τοίχους δεν μοιάζουν πια με απλές σκιές.
Πριν από λίγο ένιωσα κάτι να περνά από πίσω μου. Δεν το είδα κανονικά. Το είδα στην οθόνη του laptop. Μια μαύρη φιγούρα, σαν άνθρωπος χωρίς λεπτομέρειες, να γλιστράει από την πόρτα της κουζίνας προς τον διάδρομο.
Γύρισα αμέσως.
Τίποτα.
Μόνο ο διάδρομος, στενός και σκοτεινός, με τις πόρτες των δωματίων ανοιχτές σαν στόματα.
Πριν από δέκα λεπτά νόμισα ότι άκουσα τη φωνή του πατέρα μου από το σαλόνι.
«Έλα να με βοηθήσεις».
Δεν πήγα.
Η φωνή ξανακούστηκε μέσα στο μυαλό μου, αυτή τη φορά πιο κοντά.
«Παιδί μου, κρυώνω».
Δεν ήταν ο πατέρας μου.
Ο πατέρας μου δεν με φώναζε ποτέ «παιδί μου».
Έσπρωξα την καρέκλα μου πίσω και τότε νομίζω ότι είδα για ελάχιστα δευτερόλεπτα κάτι πολύ περίεργο: Στον τοίχο απέναντι από το τραπέζι, ανάμεσα στη σκιά της καρέκλας και τη σκιά του σώματός μου, υπήρχε μια τρίτη σκιά.
Στεκόταν ακίνητη.
Δεν υπήρχε τίποτα μπροστά από τα κεριά που να τη δημιουργεί.
Ήταν λεπτή, γερτή, με σκυμμένους ώμους. Ξαφνικά η σκιά τεντώθηκε, ψήλωσε, άλλαξε σχήμα και εξαφανίστηκε.
Ήταν πράγματι κάτι εκεί ή το μυαλό μου άρχισε να παίζει διάφορα παιχνίδια; Δεν μπορώ να απαντήσω αντικειμενικά. Ξέρω μόνο ότι τώρα νιώθω πως οι σκιές έχουν μαζευτεί γύρω μου.
Πως κάτι με περιμένει.
Κάθε φορά που πληκτρολογώ, τα χέρια μου τρέμουν τόσο πολύ που κάνω λάθη. Κάθε φορά που σταματάω, ακούω κάτι σαν ψίθυρο μέσα από τους τοίχους. Δεν είναι λέξεις. Είναι σαν πολλοί άνθρωποι να προσπαθούν να μιλήσουν χωρίς στόμα.
Το χειρότερο δεν είναι ότι φοβάμαι πως θα πεθάνω.
Το χειρότερο είναι ότι φοβάμαι πως δεν θα πεθάνω.
Φοβάμαι ότι θα σταματήσω να είμαι εγώ, αλλά το σώμα μου θα σηκωθεί, θα περπατήσει ως την πόρτα, θα βγει στο χωριό πριν ξημερώσει και όλοι θα πουν ότι γύρισα σώος.
Φοβάμαι ότι κάτι θα μάθει να φοράει τη φωνή μου.
Το laptop έχει 6%.
Ένα από τα κεριά έσβησε μόνο του πριν από λίγο.
Δεν φυσάει.
Δεν κουνήθηκε τίποτα.
Απλώς η φλόγα λύγισε προς τον τοίχο, σαν να την ρούφηξε κάτι από μέσα, και χάθηκε.
Τώρα οι σκιές είναι πιο κοντά.
Η σκιά του πατέρα μου στέκεται ακριβώς πίσω από τη δική μου. Η σκιά του παππού μου είναι στην πόρτα. Ή τουλάχιστον κάτι που θέλει να πιστέψω ότι είναι εκείνος.
Και η δική μου σκιά…
Αν λάβεις αυτό το μήνυμα, μην έρθεις εδώ.
Μη ζητήσεις να μάθεις περισσότερα.
Μην ψάξεις το σπίτι στο Παλαιοχώρι.
Και κυρίως, αν κάποια νύχτα δεις τη σκιά σου να αργεί ένα κλάσμα του δευτερολέπτου να σε ακολουθήσει, μην κάνεις το λάθος που έκαναν ο παππούς μου, ο πατέρας μου κι εγώ.
Μην την κοιτάξεις αρκετά ώστε να καταλάβει ότι την είδες.
Το δεύτερο κερί μόλις έσβησε.
Κάτι στέκεται πίσω από την οθόνη.
Δεν έχει σώμα.
Μοιάζει με τη σκιά μου.
ΥΣ: Ευτυχώς ξημέρωσε.
Έμεινα ξάγρυπνος όλο το βράδυ ελπίζοντας το τελευταίο κερί να μη σβήσει. Ο φόβος, τελικά, κάνει περίεργα πράγματα στο μυαλό. Σε κάνει να βλέπεις κινήσεις εκεί που υπάρχουν μόνο φλόγες που τρεμοπαίζουν. Σε κάνει να ακούς φωνές μέσα σε παλιά σπίτια που τρίζουν. Σε κάνει να πιστεύεις ότι οι σκιές σε κοιτάζουν, ενώ στην πραγματικότητα είσαι απλώς μόνος, κουρασμένος και γεμάτος αναμνήσεις.
Το πρωί, όταν μπήκε το φως από τα παντζούρια, όλα έμοιαζαν σχεδόν γελοία. Οι τοίχοι ήταν απλώς τοίχοι. Οι λεκέδες από την υγρασία δεν είχαν κανένα ανθρώπινο σχήμα. Ακόμα και το σημάδι στο σαλόνι, που χθες βράδυ μου φαινόταν σαν καμένη ανθρώπινη σιλουέτα, σήμερα μοιάζει απλώς με παλιά υγρασία.
Οπότε ναι. Μάλλον όλα ήταν στο μυαλό μου.
Θα φύγω σε λίγο. Θα πάρω το πρώτο λεωφορείο για Τρίπολη και μετά θα γυρίσω Αθήνα.
Πρέπει επιτέλους να αφήσω το παρελθόν πίσω. Να σταματήσω να σκαλίζω παλιές ιστορίες, παλιές εξαφανίσεις, παλιούς φόβους. Το σπίτι δεν φταίει σε τίποτα. Είναι απλώς ένα παλιό, όμορφο σπίτι σε ένα ήσυχο χωριό, με πέτρα, ξύλο, βουνό και απόλυτη ησυχία.
Σκέφτομαι μάλιστα να το φτιάξω λίγο και να το βάλω στο Airbnb. Να έρχεται κόσμος τα Σαββατοκύριακα. Ζευγάρια, οικογένειες, άνθρωποι κουρασμένοι από την πόλη, που θα θέλουν να απολαύσουν τη φύση, τη σιωπή και την αυθεντική γαλήνη του χωριού.
Ναι. Αυτό θα κάνω.
Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, χαμογέλασα.
Όλα μπροστά μου μοιάζουν νέα ξανά.
Θα συνηθίσω.
Our Horror Story: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Πέτρο για την ιστορία που μας έστειλε.
Διαβάστε επίσης:

1 σχόλια:
Μαλάκα τι λες τώρα; Ανατρίχιασα και δε ξέρω καν αν κατάλαβα καλά τι έγινε στο τέλος! Ποιος έφυγε τελικά από το χωριό; θα το κάνει Airbnb; Να πάνε κι άλλοι να κινδυνέψουν;;;;
Δημοσίευση σχολίου