0

Το κενό ανάμεσα στις ώρες



Τοποθεσία: Ζαγοροχώρια

Ημερομηνία: Περίπου το 1964

Την παρακάτω ιστορία μου την διηγήθηκε ο παππούς μου όταν ήμουν μικρότερος. Ποτέ παλιότερα δεν τον είχα ακούσει να αναφέρει κάτι σχετικό. Το βράδυ που μου είπε την ιστορία είχε πιει λίγο παραπάνω και φαινόταν κάτι να τον βαραίνει χρόνια. Ένα βάρος που δεν άντεχε να κουβαλάει άλλο μόνος του, που ήθελε να το ξεφορτωθεί. Αφορά τον κολλητό του φίλο Αντώνη. 

Δεν ξεκίνησε σαν εφιάλτης.

Ξεκίνησε σαν ένα κενό.


Αν σου αρέσουν οι σκοτεινές ιστορίες και τα θρίλερ, δες κι αυτό…Κρυμμένες ζωγραφιές


Ο Αντώνης δεν θυμόταν πότε ακριβώς άρχισε να ξυπνάει κάθε βράδυ στις 03:14. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι το ρολόι πάντα έδειχνε την ίδια ώρα. Ποτέ 03:13. Ποτέ 03:15.

03:14.

Και κάθε φορά, ένιωθε το ίδιο πράγμα:

ότι κάποιος είχε μόλις φύγει από το δωμάτιο.

Όχι ότι ήταν εκεί.

Ότι είχε μόλις φύγει.

Στην αρχή το αγνόησε. Άγχος. Κούραση. Πολύς καφές.

Αλλά μετά άρχισαν οι λεπτομέρειες.

Ένα βράδυ, σηκώθηκε και βρήκε την καρέκλα δίπλα στο παράθυρο γυρισμένη προς το κρεβάτι.

Δεν την είχε αφήσει έτσι.

Το επόμενο, το παράθυρο ήταν μισάνοιχτο.

Και μετά… τα σημάδια.

Τρεις μικρές, τέλεια ευθυγραμμισμένες γραμμές στον πήχη του. Όχι γρατζουνιές. Πιο βαθιές. Πιο… καθαρές.

Σαν κάποιος να είχε μετρήσει κάτι.

Άρχισε να κρατάει σημειώσεις.

“03:14 – Ξύπνησα με την αίσθηση ότι κάποιος στεκόταν πάνω μου.”

“03:14 – Δεν μπορώ να κουνηθώ για μερικά δευτερόλεπτα.”

“03:14 – Άκουσα έναν ήχο. Όχι ήχο… κάτι σαν σκέψη που δεν ήταν δική μου.”

Και μετά ήρθαν τα όνειρα.

Ή μάλλον… όχι όνειρα.

Αναμνήσεις που δεν θυμόταν να έχει.

Βρισκόταν μέσα σε κάτι που δεν είχε τοίχους.

Δεν υπήρχε φως, αλλά έβλεπε.

Δεν υπήρχε ήχος, αλλά άκουγε.

Και δεν ήταν μόνος.

Δεν μπορούσε να δει ακριβώς τι ήταν εκεί μαζί του.

Κάτι ψηλό. Λεπτό. Με άκρα που δεν έμοιαζαν να έχουν αρθρώσεις.

Και μάτια.

Όχι μάτια όπως τα ξέρουμε.

Περισσότερο… περιοχές απόλυτης απουσίας φωτός.

Το χειρότερο όμως δεν ήταν αυτό.

Ήταν ότι τον κοιτούσαν σαν να… τον γνώριζαν ήδη.

Ξύπνησε ιδρωμένος.

03:14.

Το ρολόι είχε σταματήσει.


Πριν συνεχίσεις…

Κάποιες ιστορίες δεν τελειώνουν στην τελευταία τους γραμμή. Αν αγαπάς το σκοτεινό μυστήριο, δες και αυτό: Mysterio


Την επόμενη μέρα, πήγε στο χωριό.

Στα Ζαγοροχώρια, όλοι γνωρίζονται. Και όλοι θυμούνται.

Ή έτσι νόμιζε.

“Μικρός ήσουν όταν χάθηκες.”

Η γριά στο καφενείο δεν τον κοίταξε καν όταν του το είπε.

“Τρεις μέρες.”

Ο Αντώνης πάγωσε.

“Δεν θυμάσαι;” ξαναρώτησε η γριά. 

Δεν θυμόταν.

“Σε βρήκαν έξω απ’ το χωριό. Στο φαράγγι. Ξυπόλητο. Χωρίς να μιλάς.”

“Και…;”

“Και μετά από λίγο… ήσουν πάλι φυσιολογικός.”

Η γριά γύρισε και τον κοίταξε πρώτη φορά.

“Σχεδόν.”

Το ίδιο βράδυ δεν κοιμήθηκε.

Έμεινε ξύπνιος. Παρατηρούσε το ρολόι.

03:12…

03:13…

Και τότε—

Τα πάντα πάγωσαν.

Όχι μεταφορικά.

Πραγματικά.

Ο ήχος του ψυγείου κόπηκε. Ο αέρας σταμάτησε.

Ακόμα και η σκέψη του… σαν να καθυστέρησε.

03:14.

Και τότε το είδε.

Δεν μπήκε από την πόρτα.

Δεν μπήκε από το παράθυρο.

Ήταν ήδη εκεί.

Στεκόταν δίπλα στο κρεβάτι.

Ψηλό. Πολύ ψηλό.

Τα “χέρια” του δεν ακουμπούσαν στο πάτωμα — απλά κατέληγαν στον χώρο.

Το πρόσωπο…

Δεν υπήρχε πρόσωπο.

Μόνο εκείνες οι περιοχές χωρίς φως.

Ο Αντώνης προσπάθησε να φωνάξει.

Δεν μπορούσε.

Και τότε… το άκουσε.

Όχι με τα αυτιά του.

Μέσα στο κεφάλι του.

“Δεν τελειώσαμε.”

Κάτι άγγιξε το μέτωπό του.

Και τότε—

Όλα επέστρεψαν.

Όχι σαν μνήμη.

Σαν κάτι που ποτέ δεν είχε φύγει.

Δεν ήταν τρεις μέρες.

Ήταν πολύ περισσότερες.

Τον είχαν πάρει.

Πολλές φορές.

Από παιδί.

Και κάθε φορά, τον επέστρεφαν λίγο διαφορετικό.

Λίγο πιο… έτοιμο.

Οι “εφιάλτες” δεν ήταν εφιάλτες.

Ήταν κομμάτια που δεν είχαν σβηστεί σωστά.

“03:14 δεν είναι ώρα.”

Η φωνή επέστρεψε.

“Είναι άνοιγμα.”

Το σώμα του σηκώθηκε μόνο του.

Δεν το έλεγχε.

Περπάτησε προς το παράθυρο.

Άνοιξε.

Κοίταξε έξω.

Ο ουρανός δεν ήταν νυχτερινός.

Ήταν… κενός.

Και τότε είδε τα φώτα.

Όχι σαν αστέρια.

Σαν… σημεία που τον κοιτούσαν πίσω.

“Τώρα θυμάσαι.”

Το τελευταίο πράγμα που κατάλαβε ο Αντώνης…

…ήταν ότι δεν τον παρακολουθούσαν.

Τον περίμεναν.

Και το χειρότερο;

Όταν έκλεισε τα μάτια του…

…ένιωσε ανακούφιση.

Ο Αντώνης εκμυστηρεύτηκε την εμπειρία του μόνο στον παππού. Αλλά ο παππούς μου δεν τον κατάλαβε πότε. Άλλα τα χρόνια τότε βλέπεις. Λιγότερες γνώσεις, σχεδόν καμία πρόσβαση σε πληροφορίες, καθόλου μόρφωση.

Ο Αντώνης δεν ήταν ποτέ ο ίδιος. Έχανε όλο και περισσότερο την επαφή με την πραγματικότητα. Αν ο παππούς μου είχε καταλάβει τι του συνέβαινε ίσως να μπορούσε να τον βοηθήσει να ξεφύγει από τον τρόμο που ζούσε. Κι αυτό τον βάραινε όλη του τη ζωή. 


Αν έφτασες μέχρι εδώ, μάλλον αγαπάς τις σκοτεινές ιστορίες.
Ίσως σε ενδιαφέρει και αυτή η πρόταση που ταιριάζει με την ατμόσφαιρα του σημερινού post: Πάρε ανάσα


🎧 Αν σου άρεσε το vibe αυτής της ιστορίας,

ίσως σου ταιριάξει και αυτό το μουσικό σκοτάδι από τους Bad Mood Bad Luck


Εσύ έχεις ζήσει παρόμοια εμπειρία; Μήπως έχεις δει πλάσματα από άλλο κόσμο; Περίεργα φώτα στον ουρανό; Στείλε την ιστορία σου στο Our Horror Stories.


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Χρήστο για την ιστορία που μας έστειλε. 


Διάβασε επίσης:

Polaroid

Ένα βράδυ σαν όλα τα άλλα...

O λαβύρινθος







0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου