Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τρόμου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τρόμου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
0

Η Διαδρομή για την Κηφισιά

 


Καλησπέρα.

Αυτό που θα σου γράψω δεν μου το διηγήθηκε κάποιος “φίλος ενός φίλου”, ούτε το άκουσα σαν ιστορία που περνά από στόμα σε στόμα. Μου το είπε η ίδια η γυναίκα που το έζησε, πριν από περίπου δέκα χρόνια, και μέχρι σήμερα δεν έχω μπορέσει να το ξεχάσω.

Ήταν τότε γύρω στα τριάντα πέντε. Δούλευε σε γραφείο στο κέντρο της Αθήνας και κάθε απόγευμα έπαιρνε το αυτοκίνητό της από ένα υπόγειο πάρκινγκ κοντά στη δουλειά της για να γυρίσει σπίτι, στην Κηφισιά.

Εκείνο το βράδυ είχε αργήσει.

Θυμόταν ότι είχε κοιτάξει το ρολόι της πριν κατεβεί στο πάρκινγκ και ήταν λίγο μετά τις εννιά. Δεν ήταν πολύ αργά, αλλά ήταν αρκετά αργά ώστε η πόλη να έχει αρχίσει να αδειάζει. Το πάρκινγκ, όπως μου είπε, ήταν σχεδόν έρημο. Τα περισσότερα αυτοκίνητα είχαν ήδη φύγει. Μόνο λίγοι γκρίζοι τοίχοι, τσιμεντένιες κολόνες, το βουητό του εξαερισμού και εκείνη η μυρωδιά βενζίνης και υγρασίας που έχουν όλα τα υπόγεια γκαράζ.

Περπατούσε προς το αυτοκίνητό της ψάχνοντας τα κλειδιά στην τσάντα όταν την είδε.

Μια γριά.

Στεκόταν κοντά στην έξοδο του πάρκινγκ, λίγο μέσα στη σκιά, τυλιγμένη με σκούρο παλτό και ένα μαντίλι δεμένο σφιχτά στο κεφάλι. Δεν έμοιαζε ζητιάνα. Δεν έμοιαζε χαμένη. Έμοιαζε σαν να περίμενε.

Όταν την πλησίασε, η γριά έκανε ένα βήμα μπροστά.

«Κοπέλα μου», της είπε, «προς τα πού πας;»

Η γυναίκα παραξενεύτηκε, αλλά δεν φοβήθηκε. Ίσως επειδή η φωνή της ηλικιωμένης ήταν ήρεμη. Ίσως επειδή της θύμισε κάποια θεία ή γιαγιά από επαρχία.

«Κηφισιά», απάντησε.

Η γριά χαμήλωσε ελαφρά το κεφάλι, σαν να ανακουφίστηκε.

«Κι εγώ προς τα εκεί πάω», είπε. «Αν σε βολεύει, μήπως μπορείς να με πάρεις λίγο μαζί σου;»

Η γυναίκα δίστασε για λίγα δευτερόλεπτα. Δεν συνήθιζε να βάζει αγνώστους στο αμάξι της. Από την άλλη, ήταν μια ηλικιωμένη γυναίκα, μόνη, σε ένα σχεδόν άδειο πάρκινγκ. Της φάνηκε σκληρό να αρνηθεί.

«Εντάξει», της είπε. «Ελάτε.»

Μπήκαν στο αυτοκίνητο. Η οδηγός έβαλε μπροστά και βγήκαν στον δρόμο.

Στην αρχή δεν μιλούσαν πολύ. Η γριά καθόταν ήσυχη στη θέση του συνοδηγού, με τα χέρια διπλωμένα πάνω στην τσάντα της. Η γυναίκα μου είπε ότι αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που της έκανε εντύπωση: τα χέρια της. Ήταν μεγάλα.

Όχι απλώς ταλαιπωρημένα ή ροζιασμένα από την ηλικία. Μεγάλα, κοκαλιάρικα, με χοντρά δάχτυλα και φλέβες που πετάγονταν, σαν χέρια άντρα. Προσπάθησε να μη δώσει σημασία. Άλλωστε, δεν είναι όλα τα σώματα ίδια. Και δεν υπήρχε τίποτα άλλο που να της φαίνεται αληθινά λάθος.

Πέρασαν λίγα λεπτά έτσι. Η γυναίκα οδηγούσε, κοιτώντας μπροστά, ακούγοντας τον ήχο της μηχανής και τον γνώριμο βόμβο της πόλης τη νύχτα. Σε μια στιγμή, από ευγένεια, γύρισε ελαφρά το κεφάλι της για να πει κάτι στη γριά. Δεν θυμόταν τι ακριβώς. Ίσως να τη ρωτήσει σε ποιο σημείο της Κηφισιάς πήγαινε. Ίσως να της πει ότι σε λίγο θα έβγαιναν στην εθνική.

Και τότε την είδε.

Το μαντίλι της γριάς είχε γλιστρήσει ελάχιστα προς τα πίσω. Μόνο τόσο όσο χρειαζόταν. Κάτω από το μαντίλι δεν φαινόταν το πρόσωπο μιας ηλικιωμένης γυναίκας.  Φαινόταν το πρόσωπο ενός άντρα.
Όχι εντελώς.  Όχι σαν μάσκα που έπεσε. Αλλά σαν τα χαρακτηριστικά κάτω από το δέρμα να μην ταίριαζαν με αυτό που είχε μπροστά της.

Το σαγόνι ήταν υπερβολικά βαρύ. Τα ζυγωματικά πιο σκληρά. Η σκιά από το πάνω χείλος έμοιαζε με ξυρισμένο μουστάκι που ξαναβγαίνει. Και, πάνω απ’ όλα, το βλέμμα.

Δεν ήταν το βλέμμα μιας κουρασμένης γριάς που ζητούσε μια εξυπηρέτηση.

Η γυναίκα πάγωσε. Μου είπε ότι για μια στιγμή δεν μπορούσε ούτε να αναπνεύσει σωστά. Ένιωσε εκείνο το ξαφνικό, ζωώδες κύμα φόβου που δεν περνά πρώτα από τη λογική. Δεν σκέφτηκε «μήπως είναι μεταμφίεση» ή «μήπως βλέπω λάθος».

Σκέφτηκε μόνο:

«Δεν είναι αυτό που νόμιζα ότι έβαλα στο αμάξι μου».

Μερικά μέτρα πιο μπροστά υπήρχε ένα φανάρι. Ένα αυτοκίνητο είχε σταματήσει ήδη μπροστά του. Η γυναίκα πανικοβλήθηκε. Πάτησε απότομα φρένο, αλλά ήταν αργά. Το δικό της αυτοκίνητο έπεσε πάνω στο πίσω μέρος του μπροστινού με έναν κοφτό, μεταλλικό ήχο.

Δεν ήταν μεγάλο τρακάρισμα. Μια σύγκρουση χαμηλής ταχύτητας. Αλλά ήταν αρκετή για να την τινάξει μπροστά και να τη βγάλει για μια στιγμή από εκείνον τον υπνωτικό τρόμο.

Άνοιξε αμέσως την πόρτα και βγήκε έξω.

Ο οδηγός του άλλου αυτοκινήτου είχε ήδη κατέβει και φώναζε εκνευρισμένος. Εκείνη όμως σχεδόν δεν τον άκουγε. Κρατούσε το κινητό στο χέρι και προσπαθούσε να μιλήσει στην αστυνομία όσο πιο ψύχραιμα μπορούσε.

Τους είπε ότι είχε τρακάρει. Ότι ήταν καλά. Και μετά, χαμηλώνοντας τη φωνή της, τους είπε ότι μέσα στο αυτοκίνητό της βρισκόταν μια περίεργη ηλικιωμένη γυναίκα και ότι φοβόταν.

Την ώρα που περίμενε την αστυνομία, δεν τόλμησε να πλησιάσει ξανά το αυτοκίνητο. Έμενε στο πεζοδρόμιο, κοιτώντας πότε τον άλλον οδηγό, πότε το δικό της παρμπρίζ, περιμένοντας να δει τη γριά να ανοίγει την πόρτα ή έστω να κουνιέται μέσα από το τζάμι.

Δεν είδε τίποτα.

Όταν έφτασε το περιπολικό, τους έδειξε αμέσως το αυτοκίνητό της. «Είναι μέσα», είπε. «Ή τουλάχιστον ήταν.»

Ο ένας αστυνομικός άνοιξε πρώτος την πόρτα του συνοδηγού. Το κάθισμα ήταν άδειο.  Η γριά είχε εξαφανιστεί.

Κανείς από όσους βρίσκονταν στον δρόμο δεν είχε δει κάποια ηλικιωμένη να απομακρύνεται. Ο οδηγός του άλλου αυτοκινήτου ορκιζόταν ότι από τη στιγμή που έγινε το τρακάρισμα μέχρι να φτάσει κοντά της, δεν είχε βγει κανείς από το αμάξι.

Οι αστυνομικοί υπέθεσαν ότι είχε τρομάξει με το χτύπημα, άνοιξε γρήγορα την πόρτα και έφυγε μέσα στη σύγχυση χωρίς να την προσέξει κανείς.

Ήταν η μόνη λογική εξήγηση.

Κι όμως, η γυναίκα επέμενε σε δύο πράγματα.

Πρώτον, ότι δεν άκουσε καμία πόρτα να ανοίγει ή να κλείνει όσο στεκόταν δίπλα στον δρόμο.

Και δεύτερον, ότι η θέση του συνοδηγού, όταν τελικά ξαναμπήκε στο αυτοκίνητο, ήταν τελείως στεγνή.

Έξω είχε αρχίσει να ψιχαλίζει λίγη ώρα πριν φύγουν από το πάρκινγκ. Η γριά είχε μπει στο αμάξι κρατώντας ομπρέλα και με βρεγμένο παλτό. Το κάθισμα θα έπρεπε να έχει τουλάχιστον λίγη υγρασία.

Δεν είχε τίποτα.

Σαν να μην είχε καθίσει ποτέ κανείς εκεί.

Αυτό που μου είπε στο τέλος ήταν το χειρότερο.

Την επόμενη μέρα, όταν πήγε να πάρει το αυτοκίνητο από το συνεργείο, ο μηχανικός της έδωσε κάτι που είχε βρει κάτω από το κάθισμα του συνοδηγού.

Ήταν ένα παλιό, μαύρο μαντίλι.

Η γυναίκα ορκίστηκε ότι δεν ήταν δικό της και ότι δεν υπήρχε εκεί πριν.

Ο μηχανικός τη ρώτησε αν ήταν σημαντικό. Εκείνη του είπε να το πετάξει. Δεν το πήρε μαζί της.

Αλλά πριν το πετάξει, το ξεδίπλωσε από περιέργεια. Και ραμμένο στην εσωτερική του πλευρά, με ξεθωριασμένη λευκή κλωστή, υπήρχε ο αριθμός: 666

Για τους λάτρεις του gothic / spooky αισθητικού:


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Γιώργο για την ιστορία που μας έστειλε.


Αν η ιστορία αυτή σου άφησε κάτι, ίσως αξίζει να δεις και αυτό:


Διαβάστε επίσης:








Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com για να την δημοσιεύσουμε.

2

Η Γυναίκα της Φωτογραφίας

 



Καλησπέρα.

Πριν από περίπου έναν μήνα πέθανε η γιαγιά μου.

Ήταν ενενήντα δύο χρονών, οπότε δεν μπορώ να πω ότι ο θάνατός της ήταν ξαφνικός. Παρ' όλα αυτά, όσο κι αν περιμένεις κάτι τέτοιο, όταν έρχεται αφήνει ένα κενό που δεν ξέρεις τι να το κάνεις.

Το σπίτι της ήταν παλιό. Ένα διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας όπου είχε ζήσει σχεδόν εξήντα χρόνια. Μετά την κηδεία αρχίσαμε με τη μητέρα μου να ξεκαθαρίζουμε τα πράγματά της. Ρούχα. Πιάτα. Παλιές αποδείξεις.

Κουτιά γεμάτα πράγματα που κανείς δεν είχε ανοίξει εδώ και δεκαετίες.

Σε ένα συρτάρι της κρεβατοκάμαρας βρήκα έναν μεγάλο φάκελο με φωτογραφίες.

Ασπρόμαυρες οι περισσότερες. Μερικές είχαν ημερομηνίες γραμμένες πίσω με μολύβι.


1958.

1959.

1960.


Υπήρχαν φωτογραφίες της γιαγιάς μου μικρής, των γονιών της, ανθρώπων που δεν γνώριζα. Γάμοι, βαφτίσεις, γιορτές, εκδρομές. Κάθισα στο πάτωμα και άρχισα να τις κοιτάζω μία μία.

Σε μια φωτογραφία από τον γάμο της γιαγιάς μου, το 1956, πρόσεξα μια γυναίκα στο βάθος, γύρω στα τριάντα. Λεπτή, με σκούρα μαλλιά μέχρι τους ώμους. Κοιτούσε προς τον φωτογράφο χωρίς να χαμογελά. Δεν την αναγνώρισα. Άφησα τη φωτογραφία στην άκρη και συνέχισα.

Λίγο αργότερα βρήκα μία από τα γενέθλια της μητέρας μου.

1972.

Η ίδια γυναίκα ήταν εκεί. Στο βάθος. Δίπλα στην πόρτα του σαλονιού. Το ίδιο πρόσωπο. Τα ίδια μαλλιά. Περίπου η ίδια ηλικία. Σκέφτηκα ότι μάλλον ήταν κάποια συγγενής που δεν γνώριζα. Έτσι ρώτησα τη μητέρα μου.


Πήρε τη φωτογραφία στα χέρια της. «Δεν ξέρω ποια είναι», είπε. Της έδειξα και τη φωτογραφία του γάμου. Τότε συνοφρυώθηκε. «Μπορεί να είναι φίλη της γιαγιάς σου».


Δεν ασχοληθήκαμε περισσότερο. Μέχρι που την ξαναβρήκα.

1983.

Οικογενειακή φωτογραφία σε μια ταβέρνα. Η μητέρα μου νέα. Ο πατέρας μου. Η γιαγιά. Ο παππούς. Και πίσω, σε ένα άλλο τραπέζι, η γυναίκα.  Δεν είχε αλλάξει καθόλου.


Το ίδιο απόγευμα σταματήσαμε το ξεκαθάρισμα. Πήρα τις φωτογραφίες μαζί μου στο σπίτι. Τις έβαλα πάνω στο τραπέζι με σειρά.

1956.

1957.

1958.

1959.

1960.

Σε πέντε διαφορετικές φωτογραφίες, τραβηγμένες σε διαφορετικά μέρη, υπήρχε η ίδια γυναίκα.  Πάντα στο βάθος. Πάντα να κοιτάζει προς τον φακό. Πάντα περίπου τριάντα χρονών.


Η μητέρα μου άρχισε να ενοχλείται όταν της το είπα. «Πέταξέ τες», μου είπε.


Εγώ όμως την επόμενη ημέρα πήγα τις φωτογραφίες σε ένα παλιό φωτογραφείο της γειτονιάς για να τις σκανάρουν σε υψηλή ανάλυση.


Ο ιδιοκτήτης ήταν ηλικιωμένος. Πρέπει να ήταν πάνω από εβδομήντα.  Τις κοιτούσε μία μία όσο τις περνούσε στον υπολογιστή.  Όταν έφτασε στη φωτογραφία του 1956, σταμάτησε.  Έσκυψε πιο κοντά στην οθόνη. Μετά κοίταξε εμένα.


«Αυτές πού τις βρήκες;» Του είπα αλλά δεν απάντησε. Πήρε τη δεύτερη φωτογραφία. Μετά την τρίτη.  Όταν τελείωσε, με ρώτησε το όνομα της γιαγιάς μου. Του το είπα. Για λίγα δευτερόλεπτα έμοιαζε σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί κάτι.

Μετά είπε: «Τη θυμάμαι».


«Ερχόταν εδώ;», ρώτησα. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Όχι η γιαγιά σου».  Κοίταξε στην οθόνη τη γυναίκα. «Αυτή».


Μου είπε ότι το φωτογραφείο ανήκε παλιά στον πατέρα του. Όταν ήταν παιδί, βοηθούσε μερικές φορές στην εμφάνιση των φωτογραφιών.  Θυμόταν αυτή τη γυναίκα.  Όχι ποια ήταν. Αλλά θυμόταν ότι εμφανιζόταν συχνά σε φωτογραφίες ανθρώπων που δεν είχαν καμία σχέση μεταξύ τους.


Το βράδυ άνοιξα τις ψηφιοποιημένες φωτογραφίες στον υπολογιστή. Σε μεγαλύτερη ανάλυση φαινόταν καλύτερα το πρόσωπό της. Ήταν όμορφη. Συνηθισμένη. Δεν είχε τίποτα που να εξηγεί γιατί την πρόσεχες. Κι όμως, όταν την έβλεπες μία φορά, δεν μπορούσες πια να κοιτάξεις κανέναν άλλο στη φωτογραφία.


Άνοιξα την τελευταία φωτογραφία. Χριστούγεννα του 1998.  Ήμουν κι εγώ μέσα. Επτά χρονών. Καθόμουν μπροστά στο χριστουγεννιάτικο δέντρο με ένα παιχνίδι στα χέρια. Οι γονείς μου πίσω.  Η γιαγιά μου δίπλα μου. Και η γυναίκα στεκόταν στην πόρτα του διαδρόμου.

Έκλεισα τον υπολογιστή. Δεν ξέρω γιατί με αναστάτωσε τόσο πολύ.  Ίσως επειδή μέχρι τότε ήταν απλώς ένα παράξενο πρόσωπο σε παλιές φωτογραφίες. Ξαφνικά είχε σχέση μαζί μου.


Έτρεξα κατευθείαν στη κρεβατοκάμαρα και πήρα παλιά μου άλμπουμ με φωτογραφίες μου που είχα από το παρελθόν. Άρχισα να κοιτάω μία μία τις φωτογραφίες, να ψάχνω να βρω μήπως υπάρχει σε κάποια από αυτές, αυτή η γυναίκα. 


Στις παλιότερες δε βρήκα κάτι. Μέχρι που έφτασα σε φωτογραφίες από μια εκδρομή που είχαμε πάει το 2006. Σε μια φωτογραφία ήμουν εγώ με τη παρέα μου μπροστά από μια εκκλησία.  Και στην άλλη πλευρά του δρόμου στεκόταν η γυναίκα. Ακριβώς ίδια. Το ίδιο πρόσωπο.  Τα ίδια μαλλιά. Το ίδιο βλέμμα.

Άρχισα να ψάχνω και σε νεότερες που είχα βγάλει με το κινητό. Σε κάποιες από αυτές, πίσω από εμένα στα βάθος υπήρχε αυτή η γυναίκα.

Έχω τρομοκρατηθεί. Ξέρει κάποιος τι μπορεί να συμβαίνει; Ποια είναι αυτή η γυναίκα; Έχετε ακούσει παρόμοια ιστορία; Σας ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σας. Θα εκτιμούσα κάποια απάντηση.


Πριν φύγεις, έχουμε άλλη μία πρόταση για σένα:

Το παζλ


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τη φίλη μας Χρυσάνθη για την ιστορία που μας έστειλε.


Αν η ιστορία αυτή σου άφησε κάτι, ίσως αξίζει να δεις και αυτό:

ΟΔΟΣ ΤΡΟΜΟΥ


Διαβάστε επίσης:

Το κουδούνι μετά τα μεσάνυχτα

Μα, δεν έφυγες;

Μακάβριες Ιστορίες



Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.

0

Η Σκιά στη Στάση του Λεωφορείου

 



Καλησπέρα.


Δεν ξέρω αν αυτό που συνέβη είναι αρκετό για ιστορία, αλλά αυτό που έγινε δεν μπορώ να το βγάλω από το μυαλό μου.


Γύριζα σπίτι αργά, λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Είχα κατέβει μία στάση νωρίτερα, γιατί ήθελα να περπατήσω λίγο. Ο δρόμος ήταν σχεδόν άδειος, μόνο κάτι αυτοκίνητα περνούσαν αραιά και πού.


Σε κάποια στιγμή, ένιωσα το κινητό μου να δονείται. Το έβγαλα από την τσέπη. Δεν ήταν μήνυμα. Δεν ήταν κλήση. Ήταν ειδοποίηση ότι είχε αποθηκευτεί μια νέα φωτογραφία στη συλλογή.


Στην αρχή νόμιζα ότι πάτησα κατά λάθος την κάμερα. Συμβαίνει. Άνοιξα τη φωτογραφία για να τη σβήσω.


Στη φωτογραφία φαινόταν μια στάση λεωφορείου, το πεζοδρόμιο, ένας δρόμος, ένα αυτοκίνητο στο βάθος. Ήταν φωτογραφία από τη στάση του λεωφορείου που κατέβηκα. Σα να είχε τραβηχτεί ακριβώς εκείνη τη στιγμή.


Γύρισα απότομα. Δεν υπήρχε κανείς. Η άδεια στάση και στο βάθος το αυτοκίνητο που είχα δει στη φωτογραφία να απομακρύνεται.


Κοίταξα ξανά τη φωτογραφία. Προσπάθησα να βρω εξήγηση για το πως τραβήχτηκε αυτή η φωτογραφία. Κατά λάθος;  


Τότε πρόσεξα στη φωτογραφία κάτι που στην αρχή μου είχε ξεφύγει. Στη στάση του λεωφορείου φαινόταν μια σκιά. Πολύ ψηλή. Λεπτή. Αφύσικη.


Αν προσέξεις καλά τη φωτογραφία θα το δεις κι εσύ.


Έτρεξα μέχρι το σπίτι όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Την απειλή που ένιωθα από αυτή τη παρουσία δε μπορώ να την περιγράψω με λόγια.


Δε ξέρω τι ήταν. Δε ξέρω αν έχει συμβεί κάτι παρόμοιο και σε σας. Το μόνο που ελπίζω είναι ότι δε με ακολούθησε μέχρι το σπίτι.



Αν σου άρεσε η ιστορία τότε έχουμε κάτι ακόμη για σένα:

Κάτι χαμογελάει στις σκιές



Our Horror Stories: Ευχαριστούμε το φίλο μας Στέλιο για την ιστορία που μας έστειλε.



Πριν φύγεις σιγουρέψου ότι δε σε ακολουθεί καμία σκιά:

Η σκιά πέρα από τον χρόνο



Διαβάστε επίσης:

Σημάδι από την Παναγία

Το μωρό στην άκρη του δρόμου

Η σκιά πέρα από τον χρόνο



Ακολουθήστε μας στη σελίδα μας στο Facebook 



 Ένα LIKE, SHARE και σχόλιο θα βοηθήσει να συνεχίσουμε το έργο μας!
ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ!

Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.


0

Ο εκτός όροφος




Καλησπέρα.

Σου στέλνω αυτή την ιστορία γιατί δεν μπορώ πια να μπω σε ασανσέρ. Ούτε για έναν όροφο. Ούτε μέρα. Ούτε με κόσμο μέσα.

Ξέρω ότι ακούγεται υπερβολικό. Αλλά υπάρχει ένα πράγμα που δεν μπορώ να εξηγήσω. Ένα πράγμα που δεν θα έπρεπε να υπάρχει.

Η πολυκατοικία μας έχει πέντε ορόφους.

Το ασανσέρ, όμως, εκείνο το βράδυ σταμάτησε στον έκτο.

Ο Έκτος Όροφος

Μένω στα Πατήσια, σε μια παλιά πολυκατοικία της δεκαετίας του ’70, από εκείνες με μωσαϊκό στην είσοδο, βαριά τζαμένια πόρτα και γραμματοκιβώτια γεμάτα λογαριασμούς από ανθρώπους που έχουν πεθάνει ή έχουν μετακομίσει εδώ και χρόνια.

Δεν είναι κακή πολυκατοικία. Απλώς είναι κουρασμένη. Οι τοίχοι κρατούν μυρωδιές από φαγητά, υγρασία και παλιό καπνό. Οι σωληνώσεις κάνουν θορύβους τη νύχτα. Το φως στο κλιμακοστάσιο αναβοσβήνει κάποιες φορές πριν ανάψει κανονικά, σαν να σκέφτεται αν αξίζει τον κόπο.

Το ασανσέρ ήταν πάντα το πιο προβληματικό κομμάτι της πολυκατοικίας. Μικρό, στενό, με μεταλλική πόρτα που έτριζε και έναν καθρέφτη στο πίσω μέρος, τόσο παλιό που το είδωλό σου έμοιαζε λίγο πιο θαμπό, λίγο πιο κουρασμένο απ’ όσο ήσουν στην πραγματικότητα.

Στο πίνακα είχε κουμπιά από το ισόγειο μέχρι το πέντε.

Ισόγειο.
1.
2.
3.
4.
5.

Τίποτα άλλο.

Εγώ μένω στον τέταρτο.

Το βράδυ που συνέβη ήταν Τρίτη. Γύριζα από τη δουλειά λίγο μετά τις έντεκα. Είχε βρέξει νωρίτερα και η είσοδος της πολυκατοικίας μύριζε βρεγμένο τσιμέντο. Η πόρτα έκλεισε πίσω μου με εκείνον τον βαρύ, γνώριμο ήχο και για λίγα δευτερόλεπτα έμεινα στο ημίφως της εισόδου, ψάχνοντας τα κλειδιά μου στην τσάντα.

Το φως του κλιμακοστασίου δεν άναψε αμέσως. Πάτησα το κουμπί δύο φορές.

Τίποτα.

Πριν προλάβω να εκνευριστώ, άκουσα το ασανσέρ να κατεβαίνει.

Ήταν περίεργο, γιατί δεν είχα πατήσει ακόμα το κουμπί. Η καμπίνα έφτασε στο ισόγειο με ένα βαθύ μεταλλικό τρίξιμο. Η πόρτα άνοιξε μόνη της.

Μπήκα.

Το φως μέσα στην καμπίνα ήταν κίτρινο και αδύναμο. Ο καθρέφτης απέναντί μου είχε μια μακρόστενη ρωγμή στην κάτω δεξιά γωνία που δεν θυμόμουν να υπήρχε. Πάτησα το 4.

Η πόρτα έκλεισε.

Το ασανσέρ ξεκίνησε.

Στην αρχή όλα ήταν φυσιολογικά. Εκείνη η μικρή δόνηση στο πάτωμα, ο ήχος των συρματόσχοινων, το χαμηλό βουητό της μηχανής. Το κόκκινο φωτάκι πάνω από την πόρτα έδειξε 1. Μετά 2. Μετά 3.

Στάθηκα μπροστά στον καθρέφτη και κοίταξα το πρόσωπό μου. Ήμουν χλωμή από την κούραση. Τα μάτια μου είχαν μαύρους κύκλους. Χαμογέλασα ειρωνικά στον εαυτό μου.

Τότε το ασανσέρ πέρασε τον τέταρτο χωρίς να σταματήσει.

Σήκωσα το βλέμμα απότομα.

Το κόκκινο φωτάκι έδειξε 5.

«Έλα τώρα», είπα μόνη μου.

Πάτησα ξανά το 4. Το κουμπί δεν άναψε. Το ασανσέρ συνέχισε να ανεβαίνει.

Δεν υπήρχε έκτος όροφος στην πολυκατοικία μας. Πάνω από τον πέμπτο υπήρχε ταράτσα. Και για την ταράτσα δεν υπήρχε στάση. Έπρεπε να βγεις στον πέμπτο και να ανέβεις με τις σκάλες από μια μεταλλική πόρτα που πάντα ήταν κλειδωμένη.

Το ασανσέρ, όμως, συνέχισε.

Για δύο, τρία, τέσσερα δευτερόλεπτα ακόμα.

Ύστερα σταμάτησε.

Το κόκκινο φωτάκι πάνω από την πόρτα τρεμόπαιξε.

Δεν έγραφε αριθμό.

Έγραφε κάτι σαν παύλα.

Μια οριζόντια κόκκινη γραμμή.

Η πόρτα άνοιξε.

Μπροστά μου δεν υπήρχε ταράτσα.

Υπήρχε διάδρομος.

Ένας μακρύς, στενός διάδρομος πολυκατοικίας, φωτισμένος από παλιές λάμπες φθορίου που έκαναν έναν άρρωστο, γαλαζωπό ήχο. Το πάτωμα ήταν μωσαϊκό, όπως στην είσοδο, αλλά πιο παλιό, πιο φθαρμένο. Οι τοίχοι είχαν ξεφλουδισμένο χρώμα. Δεξιά κι αριστερά υπήρχαν πόρτες διαμερισμάτων.

Πολλές πόρτες.

Πολύ περισσότερες απ’ όσες χωρούσαν σε έναν όροφο.

Στην αρχή δεν βγήκα. Έμεινα μέσα στην καμπίνα, κρατώντας την τσάντα μου με τα δύο χέρια, προσπαθώντας να καταλάβω τι έβλεπα. Η λογική μου έψαχνε απεγνωσμένα εξήγηση. Ίσως κάποιο μηχανοστάσιο. Ίσως κάποιος ενδιάμεσος χώρος που δεν ήξερα. Ίσως η πολυκατοικία να είχε παλιά διαμερίσματα στην ταράτσα.

Αλλά ήξερα ότι δεν ήταν έτσι.

Ήξερα την πολυκατοικία. Ήξερα το ύψος της. Ήξερα τους ενοίκους. Ήξερα ότι πάνω από τον πέμπτο υπήρχε μόνο τσιμέντο, κεραίες και ηλιακοί.

Η πόρτα του ασανσέρ έμεινε ανοιχτή.

Περίμενα να κλείσει μόνη της.

Δεν έκλεισε.

Τότε άκουσα κάτι από τον διάδρομο.

Έναν ήχο κλειδιών.

Κάποιος γύριζε αργά ένα κλειδί σε μια κλειδαριά.

Το αίμα μου πάγωσε. Πάτησα το κουμπί του ισογείου. Μετά το 4. Μετά όλα τα κουμπιά μαζί.

Τίποτα.

Το ασανσέρ δεν αντιδρούσε.

Ο ήχος σταμάτησε.

Μια πόρτα άνοιξε λίγο πιο κάτω, στα αριστερά.

Δεν άνοιξε πολύ. Μόνο όσο χρειαζόταν για να φανεί μια λεπτή μαύρη χαραμάδα. Από μέσα δεν βγήκε φως. Δεν βγήκε άνθρωπος.

Βγήκε μια φωνή.

«Ανέβηκες επιτέλους».

Ήταν γυναικεία. Ήρεμη. Σχεδόν τρυφερή.

Δεν απάντησα.

Η φωνή ξανακούστηκε.

«Σε περιμέναμε καιρό».

Τότε η πόρτα του ασανσέρ άρχισε να κλείνει.

Πήρα ανάσα με ανακούφιση. Αλλά πριν κλείσει εντελώς, άρχισα να ακούω βήματα να πλησιάζουν προς το μέρος μου.

Γρήγορα βήματα.

Αποφασιστικά.

Δε μπορούσα να δω κάποιον ή κάτι να έρχεται. Άκουγα όμως τα βήματα να πλησιάζουν απειλητικά. 

Η πόρτα του ασανσέρ έκλεισε.

Η καμπίνα βυθίστηκε για ένα δευτερόλεπτο στο σκοτάδι.

Μετά το φως άναψε ξανά.

Το ασανσέρ άρχισε να κατεβαίνει.

Δεν θυμάμαι αν φώναξα. Θυμάμαι μόνο ότι όταν σταμάτησε στον τέταρτο, όρμησα έξω και έτρεξα μέχρι την πόρτα του διαμερίσματός μου. Τα χέρια μου έτρεμαν τόσο πολύ που δεν μπορούσα να βάλω το κλειδί στην κλειδαριά.

Μπήκα μέσα, κλείδωσα δύο φορές και έμεινα πίσω από την πόρτα, ακούγοντας.

Στο κλιμακοστάσιο δεν ακουγόταν τίποτα.

Ούτε βήματα.
Ούτε ασανσέρ.
Ούτε φωνές.

Την επόμενη μέρα είπα στον διαχειριστή ότι το ασανσέρ είχε πρόβλημα. Του είπα πως ανέβηκε πάνω από τον πέμπτο. Γέλασε.

«Πού να πάει; Στον ουρανό;»

Του εξήγησα ότι σταμάτησε κάπου. Ότι άνοιξε η πόρτα. Ότι είδα διάδρομο.

Τότε σταμάτησε να γελάει.

Όχι επειδή με πίστεψε.

Επειδή φοβήθηκε ότι θα του ζητούσα να πληρώσουμε τεχνικό.

Το ίδιο απόγευμα ήρθε ο συντηρητής. Τον πέτυχα στην είσοδο, να κοιτάζει τον πίνακα του ασανσέρ με έναν φακό στο στόμα.

«Όλα εντάξει», μου είπε. «Λίγο παλιό είναι, αλλά δεν έχει κάτι».

«Μπορεί να ανέβει πάνω από τον πέμπτο;» τον ρώτησα.

Με κοίταξε σαν να του έκανα αστείο.

«Δεν υπάρχει πάνω από τον πέμπτο. Η τροχαλία σταματάει εκεί. Μετά είναι μηχανοστάσιο. Και ούτε πόρτα έχει για να ανοίξει».

«Άρα αποκλείεται;»

«Αποκλείεται».

Αυτή η λέξη θα έπρεπε να με καθησυχάσει.

Δεν με καθησύχασε.

Για δύο εβδομάδες ανέβαινα με τις σκάλες. Τέσσερις όροφοι κάθε μέρα. Με σακούλες, με τσάντες, με κούραση. Δεν με ένοιαζε. Κάθε φορά που περνούσα από την είσοδο και έβλεπα το ασανσέρ, ένιωθα ότι η μεταλλική του πόρτα με παρακολουθούσε.

Κάποιες νύχτες, ενώ ήμουν στο κρεβάτι, άκουγα την καμπίνα να ανεβοκατεβαίνει.

Στην αρχή έλεγα ότι κάποιος ένοικος γύριζε αργά. Μετά άρχισα να προσέχω τις ώρες.

03:11.

03:11 σχεδόν κάθε νύχτα.

Το ασανσέρ ανέβαινε αργά, σταματούσε κάπου  και μετά κατέβαινε ξανά στο ισόγειο.

Χωρίς να ανοίγει καμία πόρτα στους ενδιάμεσους ορόφους.

Μια νύχτα δεν άντεξα. Άνοιξα την πόρτα του διαμερίσματός μου και βγήκα στο κλιμακοστάσιο. Το φως άναψε με καθυστέρηση. Το ασανσέρ περνούσε εκείνη τη στιγμή από τον τέταρτο ανεβαίνοντας.

Το άκουγα μέσα στον τοίχο.

Σταμάτησε πιο πάνω.

Σιωπή.

Έπειτα ακούστηκε η πόρτα του.

Άνοιξε.

Όχι στον πέμπτο.

Πιο πάνω.

Και τότε, μέσα από το κλιμακοστάσιο, από εκεί που δεν υπήρχε όροφος, άκουσα πολλούς ανθρώπους να ψιθυρίζουν μαζί.

Δεν καταλάβαινα λέξεις. Μόνο έναν ψίθυρο σαν πλήθος πίσω από τοίχο.

Μετά ακούστηκε πάλι εκείνη η γυναικεία φωνή.

«Δεν ήταν η ώρα της».

Η πόρτα του ασανσέρ έκλεισε.

Το ασανσέρ κατέβηκε.

Κι εγώ έμεινα ακίνητη έξω από το διαμέρισμά μου, με το χέρι ακόμα στο πόμολο, μέχρι που το φως του κλιμακοστασίου έσβησε και βυθίστηκα στο σκοτάδι.

Τότε κάτι χτύπησε από μέσα την πόρτα του ασανσέρ.

Μία φορά.

Με δύναμη.

Σαν κάποιος να βρισκόταν μέσα στην καμπίνα και να ήθελε να βγει.

Την επόμενη μέρα αποφάσισα να ψάξω. Δεν ήθελα πια να νιώθω τρελή. Έπρεπε να βρω κάτι, οτιδήποτε, που να εξηγεί αυτό που συνέβαινε.

Ρώτησα τη γειτόνισσα του πέμπτου, την κυρία Λένα. Ζει στην πολυκατοικία από τότε που χτίστηκε. Είναι από εκείνες τις γυναίκες που ξέρουν ποιος μπήκε, ποιος βγήκε, ποιος χώρισε, ποιος χρωστάει κοινόχρηστα και ποιος πέθανε χωρίς να το μάθει κανείς για δύο μέρες.

Τη ρώτησα αν υπήρξε ποτέ διαμέρισμα στην ταράτσα.

Με κοίταξε περίεργα.

«Όχι», είπε. «Γιατί;»

Δεν ήθελα να της πω την αλήθεια. Της είπα ότι άκουσα θόρυβο από πάνω.

Έμεινε σιωπηλή λίγο παραπάνω απ’ όσο έπρεπε.

«Από πάνω δεν έχει τίποτα», είπε τελικά. «Μόνο το παλιό μηχανοστάσιο».

«Παλιό;»

Έσφιξε τα χείλη της.

«Πριν βάλουν το καινούριο μοτέρ. Παλιά το ασανσέρ ήταν άλλο. Ξύλινη καμπίνα, συρόμενη πόρτα. Πολύ επικίνδυνο».

«Έγινε κάποιο ατύχημα;»

Η κυρία Λένα κοίταξε προς τις σκάλες.

«Αυτά είναι παλιά πράγματα».

«Τι παλιά πράγματα;»

Άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματός της λίγο περισσότερο, αλλά δεν με κάλεσε μέσα.

«Το ’83 χάθηκε ένα παιδί».

Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.

«Τι σημαίνει χάθηκε;»

«Αυτό που σημαίνει. Μια μικρή. Επτά χρονών. Έμενε στον τρίτο. Η μητέρα της την έστειλε να κατεβάσει σκουπίδια. Μπήκε στο ασανσέρ και δεν βγήκε ποτέ».

«Πώς γίνεται αυτό;»

«Δεν γίνεται», είπε ξερά. «Γι’ αυτό και δεν το συζητάμε».

Μου είπε ότι η αστυνομία έψαξε παντού. Στο φρεάτιο, στο μηχανοστάσιο, στην ταράτσα, στα υπόγεια, στα διαμερίσματα. Τίποτα. Η καμπίνα είχε σταματήσει στο ισόγειο άδεια. Τα σκουπίδια ήταν ακόμα μέσα. Το παιδί όχι.

Η μητέρα της ορκιζόταν ότι, λίγη ώρα μετά την εξαφάνιση, άκουσε την κόρη της να φωνάζει από το ασανσέρ.

Όταν άνοιξαν την πόρτα, η καμπίνα ήταν εκεί.

Άδεια.

Η ιστορία θάφτηκε. Η οικογένεια έφυγε. Το ασανσέρ άλλαξε λίγα χρόνια μετά. Η πολυκατοικία συνέχισε σαν να μην έγινε τίποτα.

Αλλά η κυρία Λένα, πριν κλείσει την πόρτα, μου είπε κάτι που δεν θα ξεχάσω.

«Καμιά φορά, όταν το ασανσέρ ανεβαίνει μόνο του τη νύχτα, μην πατήσεις ποτέ το κουμπί να το καλέσεις. Ό,τι κι αν ακούσεις».

«Γιατί;»

Το πρόσωπό της είχε ασπρίσει.

«Γιατί μπορεί να κατέβει γεμάτο».

Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα με όλα τα φώτα αναμμένα.

Στις 03:11 ξύπνησα.

Όχι από το ασανσέρ.

Από παιδικό τραγούδι.

Ερχόταν από το κλιμακοστάσιο.

Μια λεπτή φωνούλα τραγουδούσε κάτι παλιό, ένα από εκείνα τα παιδικά τραγούδια που δεν ακούγονται πια, με μελωδία αργή και παράφωνη. Στην αρχή νόμισα ότι ήταν όνειρο. Μετά το άκουσα καθαρά.

Ήταν έξω από την πόρτα μου.

Σηκώθηκα χωρίς να το θέλω. Περπάτησα μέχρι την είσοδο του διαμερίσματος. Δεν άνοιξα. Κοίταξα από το ματάκι.

Το κλιμακοστάσιο ήταν άδειο.

Το φως ήταν σβηστό.

Μόνο η πόρτα του ασανσέρ φαινόταν στο βάθος.

Κλειστή.

Το τραγούδι σταμάτησε.

Μετά ακούστηκε ένα μικρό γέλιο.

Έπεσα πίσω, παραλίγο να σκοντάψω στο χαλάκι. Το στόμα μου είχε στεγνώσει. Το σώμα μου δεν υπάκουε. Ήθελα να τρέξω στο δωμάτιο, αλλά έμεινα εκεί, κοιτάζοντας την πόρτα.

Τότε κάποιος χτύπησε.

Όχι δυνατά.

Τρεις μικροί χτύποι.

Χτυπ.

Χτυπ.

Χτυπ.

«Μπορείς να μου ανοίξεις;» είπε η φωνούλα. «Έχει σκοτάδι εδώ».

Δεν άνοιξα.

Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε. Μπορεί λεπτά. Μπορεί ώρες. Το παιδικό τραγούδι ξανάρχισε, αυτή τη φορά πιο μακριά. Σαν να κατέβαινε τις σκάλες.

Το πρωί βρήκα κάτι στο πάτωμα, έξω από την πόρτα μου.

Κάτι σημάδια σα πατημασιές μικρού παιδιού από λάσπη. 

Δεν πήγα στη δουλειά. Δεν απάντησα σε τηλέφωνα. Κάλεσα τεχνικό, όχι τον συντηρητή της πολυκατοικίας, άλλον. Του είπα ότι ήθελα να ελέγξει το ασανσέρ. Όταν ήρθε, φαινόταν εκνευρισμένος που τον φώναξα για «θόρυβο».

Τον ακολούθησα μέχρι την είσοδο.

Άνοιξε τον πίνακα, κοίταξε τα καλώδια, έκανε μετρήσεις. Όλα φυσιολογικά. Μετά ανέβηκε στην ταράτσα για το μηχανοστάσιο. Περίμενα στο κλιμακοστάσιο του πέμπτου, χωρίς να πλησιάζω το ασανσέρ.

Όταν κατέβηκε, είχε αλλάξει ύφος.

«Πόσο καιρό είπατε ότι ακούτε θορύβους;» με ρώτησε.

«Δύο εβδομάδες».

Δεν είπε τίποτα.

«Βρήκατε κάτι;»

Σκούπισε τα χέρια του στο παντελόνι.

«Όχι ακριβώς».

«Τι σημαίνει όχι ακριβώς;»

Με κοίταξε για πρώτη φορά σοβαρά.

«Στο πάνω μέρος του φρεατίου υπάρχουν σημάδια».

«Τι σημάδια;»

«Σαν κάποιος να χτυπάει από μέσα. Παλιά. Πολλά. Σε ύψος που δεν μπορεί να φτάσει άνθρωπος από την καμπίνα».

«Και αυτό τι σημαίνει;»

Δεν απάντησε αμέσως.

«Σημαίνει ότι καλό θα ήταν να μη χρησιμοποιείτε το ασανσέρ μέχρι να αλλάξει όλο το σύστημα».

Κατέβηκε βιαστικά, πήρε τα εργαλεία του και έφυγε. Δεν μου έδωσε απόδειξη. Δεν ζήτησε λεφτά. Δεν γύρισε να κοιτάξει πίσω.

Εκείνο το βράδυ πήρα την απόφαση να φύγω από το διαμέρισμα για λίγες μέρες. Έβαλα μερικά ρούχα σε μια τσάντα και περίμενα να ξημερώσει. Δεν ήθελα να βγω νύχτα στο κλιμακοστάσιο.

Από τη στιγμή που γύρισα πίσω και μετά όλα φαίνονται φυσιολογικά. Δεν είχα ξανά κάποια περίεργη εμπειρία. 

Μετά από κάποιο καιρό που βρήκα το θάρρος να ψάξω ξανά το παρελθόν της πολυκατοικίας ανέβηκα στον 5ο να ρωτήσω την κυρία Λένα περισσότερα στοιχεία. 

Χτύπησα την πόρτα της. 

Καμία απάντηση. 

Χτύπησα το κουδούνι. 

Τίποτα. 

Ξαναχτύπησα την πόρτα, όταν ο γείτονας που μένει στο απέναντι διαμέρισμα άνοιξε την πόρτα του. 

"Την κυρία Λένα ψάχνεις;" 

"Ναι" απάντησα εγώ. 

"Εχω μέρες να τη δω" μου είπε. "Θα πήγε στη κόρη της στη Θεσσαλονίκη".

Δε μπόρεσα μέχρι στιγμής να μάθω περισσότερα στοιχεία. Αλλά το θετικό είναι ότι όλα μοιάζουν και πάλι φυσιολογικά. 

Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τη φίλη μας Έλλη για την ιστορία που μας έστειλε 


Απαραίτητο επιλογή για καλοκαιρινό τρόμο:



Διαβάστε επίσης:







Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com  ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.







1

Το σπίτι των Σκιών

 



Καλησπέρα.

Σου γράφω από το πατρικό του πατέρα μου, στο χωριό Παλαιοχώρι, λίγο έξω από τη Δημητσάνα, στην ορεινή Αρκαδία. Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να σου στείλω αυτό το μήνυμα. Το laptop έχει ακόμα 17% μπαταρία και το σπίτι δεν έχει ρεύμα. Τα παράθυρα είναι κλειστά, το κινητό μου δεν έχει σήμα και το μόνο φως έρχεται από τρία κεριά που έχω ανάψει πάνω στο παλιό τραπέζι της κουζίνας.

Ξέρω πώς ακούγεται αυτό. Σαν άλλη μία ιστορία για ένα παλιό σπίτι, μια οικογένεια με σκοτεινό παρελθόν και έναν άνθρωπο που αφήνει τη λογική του πίσω όσο περνούν οι ώρες.

Μακάρι να ήταν έτσι.

Μακάρι να μπορούσα να πω ότι όλα αυτά είναι αποτέλεσμα θλίψης, κούρασης ή φόβου. Μακάρι να μπορούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι οι σκιές στους τοίχους κινούνται επειδή τρεμοπαίζουν τα κεριά.


Το Σπίτι που Κρατούσε τις Σκιές

Δεν είχα πατήσει στο χωριό από την κηδεία της μητέρας μου, πριν από τέσσερα χρόνια. Το Παλαιοχώρι ήταν πάντα ένα από εκείνα τα μέρη που μοιάζουν όμορφα μόνο όταν τα βλέπεις από μακριά. Πέτρινα σπίτια, στενά καλντερίμια, καρυδιές, βουνό παντού γύρω και μια ησυχία που οι Αθηναίοι αποκαλούν «γαλήνη», μέχρι να καταλάβουν ότι η γαλήνη αυτή δεν είναι απουσία θορύβου.

Είναι αναμονή.

Το σπίτι του πατέρα μου βρισκόταν στην άκρη του χωριού, λίγο πιο πάνω από την παλιά βρύση. Ήταν το σπίτι όπου είχε μεγαλώσει εκείνος. Εκεί είχε ζήσει ο παππούς μου, ο Ανέστης. Εκεί είχε μείνει η γιαγιά μου μέχρι που πέθανε. Εκεί πήγαιναν οι γονείς μου κάθε καλοκαίρι όταν ήμουν μικρός, μέχρι τη χρονιά που ο παππούς εξαφανίστηκε.

Δεν θυμάμαι πολλά από εκείνο το καλοκαίρι. Ήμουν έξι χρονών. Θυμάμαι μόνο τη μυρωδιά από υγρασία και στάχτη, το παλιό ξύλινο πάτωμα που έτριζε τη νύχτα και τον παππού μου να κάθεται πάντα στην ίδια πολυθρόνα, δίπλα στο παράθυρο του σαλονιού.

Δεν κοιτούσε ποτέ εμάς.

Κοιτούσε τους τοίχους.

Η μητέρα μου μού έλεγε να μην τον ενοχλώ. Ο πατέρας μου μιλούσε χαμηλόφωνα μαζί του τα βράδια, νομίζοντας ότι κοιμόμουν. Άκουγα λέξεις κομμένες, σαν να φοβούνταν να τις πουν ολόκληρες.

«Δεν γίνεται άλλο, πατέρα».

«Τα βλέπεις κι εσύ;»

«Θα μιλήσω στον γιατρό».

«Δεν είναι μέσα στο μυαλό μου».

Αυτό το τελευταίο το θυμάμαι καθαρά. Η φωνή του παππού μου ήταν σπασμένη, αλλά όχι αδύναμη. Είχε κάτι μέσα της που τότε δεν μπορούσα να καταλάβω. Τώρα το καταλαβαίνω.

Ήταν τρόμος ανθρώπου που ξέρει ότι δεν θα τον πιστέψει κανείς.

Οι ιστορίες στο χωριό έλεγαν ότι ο παππούς μου είχε αρχίσει να χάνει τα λογικά του μετά τον θάνατο της γιαγιάς. Ότι μιλούσε μόνος του. Ότι έκλεινε τα παντζούρια μέρα μεσημέρι. Ότι δεν άφηνε κανέναν να ανάψει περισσότερα από ένα φως μέσα στο σπίτι. Όταν τον ρωτούσαν γιατί, απαντούσε πάντα το ίδιο:

«Όσο πιο πολλά φώτα ανάβεις, τόσο πιο πολλές σκιές φτιάχνεις».

Οι μεγάλοι έλεγαν πως ήταν γεροντική άνοια. Πως η μοναξιά τον είχε φάει. Πως έβλεπε πράγματα επειδή δεν άντεχε να δεχτεί ότι η γυναίκα του είχε φύγει.

Θυμάμαι ένα συγκεκριμένο βράδυ εκεί.

Εκείνο το βράδυ, ξύπνησα από έναν θόρυβο στο διάδρομο. Το σπίτι ήταν σκοτεινό, εκτός από ένα αχνό φως που έβγαινε από το σαλόνι. Σηκώθηκα από το κρεβάτι και πλησίασα ξυπόλυτος την πόρτα.

Ο παππούς στεκόταν μπροστά στον τοίχο, φορώντας το παλιό του μάλλινο γιλέκο. Κρατούσε ένα κερί στο χέρι του και το πρόσωπό του έτρεμε από τη φλόγα.

Στον τοίχο απέναντί του υπήρχε η σκιά του.

Κάθισα και τον κοίταξα χωρίς να μπορώ να βγάλω μιλιά.

Ο παππούς μου με κατάλαβε, γύρισε απότομα και με άρπαξε από τους ώμους.

«Μη στέκεσαι ποτέ πίσω από φως», μου ψιθύρισε. «Τους δείχνεις πού είσαι».

Την επόμενη μέρα η μητέρα μου μού είπε να μη παρεξηγώ όσα λέει ο παππούς γιατί είναι άρρωστος και πρέπει να δείχνουμε κατανόηση. Ο πατέρας μου δεν είπε τίποτα. Ούτε τότε, ούτε μετά.

Δύο εβδομάδες αργότερα, ο παππούς εξαφανίστηκε.

Δεν έφυγε απλά από το σπίτι. Δεν πήρε ρούχα, δεν πήρε λεφτά, δεν πήρε παπούτσια. Τα παπούτσια του ήταν ακόμα δίπλα στην πόρτα. Το κρεβάτι του ήταν άστρωτο. Στο τραπέζι υπήρχε ένα πιάτο με φαγητό που δεν είχε αγγίξει.

Η αστυνομία έψαξε το βουνό για μέρες. Οι χωριανοί χτένισαν ρέματα, στάνες, μονοπάτια. Κανείς δεν βρήκε τίποτα. Ούτε ίχνος, ούτε ρούχο, ούτε αίμα.

Μόνο ένα πράγμα φάνηκε παράξενο, αλλά κανείς δεν το θεώρησε σημαντικό τότε.

Στο σαλόνι, στον τοίχο απέναντι από την πολυθρόνα του, είχε μείνει ένα μακρόστενο σκοτεινό σημάδι. Σαν υγρασία. Σαν καπνιά. Σαν το αποτύπωμα ενός ανθρώπου που είχε σταθεί εκεί για πάρα πολύ καιρό.

Ο πατέρας μου το έβαψε τρεις φορές.

Το σημάδι πάντα ξαναφαινόταν.

Μετά την εξαφάνιση του παππού, σταματήσαμε να πηγαίνουμε στο χωριό. Η μητέρα μου δεν το ήθελε. Έλεγε ότι το σπίτι είχε πολλή λύπη. Ο πατέρας μου, κάθε φορά που το άκουγε, κατέβαζε το βλέμμα. Δεν απαντούσε ποτέ.

Τα χρόνια πέρασαν. Μεγάλωσα. Έφυγα από το σπίτι. Ο παππούς έγινε μια οικογενειακή ιστορία που κανείς δεν ανέφερε. Μια παλιά ντροπή. Ένας τρελός γέρος που χάθηκε στο βουνό.

Και μετά πέθανε η μητέρα μου.

Ο καρκίνος την πήρε γρήγορα. Μέσα σε επτά μήνες ο πατέρας μου έμεινε μόνος. Στην αρχή νόμιζα ότι θα καταρρεύσει. Ύστερα έκανε κάτι που δεν περίμενα.

Γύρισε στο Παλαιοχώρι.

«Θέλω να φτιάξω το σπίτι», μου είπε. «Να το ανοίξω λίγο. Να μη σαπίσει τελείως».

Δεν τον πίστεψα. Δεν ήταν άνθρωπος που νοιαζόταν για σπίτια, σοβάδες και κεραμίδια. Αλλά δεν τον πίεσα. Η θλίψη κάνει τους ανθρώπους να πιαστούν από κάπου, οτιδήποτε, για να μη βουλιάξουν.

Τους πρώτους μήνες μου τηλεφωνούσε σχεδόν κάθε μέρα. Μιλούσαμε για χαζά πράγματα. Τον καιρό. Τα ψώνια. Τον φούρνο του χωριού. Μου έλεγε ότι έβαλε καινούρια κλειδαριά, ότι καθάρισε την αυλή, ότι πέταξε παλιά έπιπλα.

Μετά, οι κλήσεις άρχισαν να αραιώνουν.

Και όταν μιλούσαμε, είχε κάτι διαφορετικό στη φωνή του. Σαν να πρόσεχε τι έλεγε. Σαν να μην ήταν μόνος στο δωμάτιο.

Μια νύχτα, περίπου έναν χρόνο μετά τον θάνατο της μητέρας μου, με πήρε στις τρεις τα ξημερώματα.

«Τη βλέπω», μου είπε.

Ήταν η πρώτη φορά που τρόμαξα πραγματικά.

«Ποια βλέπεις;»

Άκουσα την ανάσα του στην άλλη άκρη της γραμμής. Βαριά. Κοντινή. Σαν να κρατούσε το κινητό πολύ κοντά στο στόμα του.

«Τη μάνα σου».

Δεν ήξερα τι να πω.

«Μπαμπά…»

«Δεν μιλάει ακόμα. Απλώς στέκεται στο διάδρομο. Εκεί όπου πέφτει η σκιά της πόρτας».

Προσπάθησα να του μιλήσω λογικά. Του είπα ότι πενθεί. Ότι το μυαλό παίζει παιχνίδια. Ότι πρέπει να έρθει Αθήνα, να μείνει λίγο μαζί μου. Εκείνος με άκουγε σιωπηλός.

Πριν κλείσει, ψιθύρισε:

«Αν ήταν μόνο το μυαλό μου, γιατί την είδε και ο σκύλος;»

Δεν είχε σκύλο.

Την επόμενη εβδομάδα πήγα στο χωριό. Τον βρήκα αδυνατισμένο, αξύριστο, με μάτια κόκκινα από την αϋπνία. Το σπίτι μύριζε κερί, κλεισούρα.

Είχε καλύψει όλους τους καθρέφτες με σεντόνια.

«Δεν είναι αυτή», μου είπε μόλις μπήκα.

«Ποια;»

Δεν απάντησε αμέσως. Με κοίταξε σαν να προσπαθούσε να αποφασίσει αν ήμουν αρκετά μεγάλος για να ακούσω την αλήθεια.

«Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν η μητέρα σου. Έβλεπα κάτι στην άκρη του ματιού μου. Μια φιγούρα στην κουζίνα. Μια σκιά πίσω από την κουρτίνα. Μια κίνηση στο τζάμι, ενώ ήμουν μόνος μου. Ήθελα να είναι εκείνη. Καταλαβαίνεις; Ήθελα τόσο πολύ να είναι εκείνη, που για λίγο δεν με ένοιαζε αν ήταν αληθινό».

«Και μετά;»

Ο πατέρας μου έτριψε το πρόσωπό του με τα χέρια.

«Μετά άρχισε να στέκεται λάθος».

«Τι σημαίνει λάθος;»

«Οι σκιές έχουν κανόνες», είπε. «Πέφτουν εκεί που πρέπει να πέσουν. Ακολουθούν το φως. Ακολουθούν το σώμα. Αυτή όχι. Αυτή στεκόταν εκεί που ήθελε. Και μια νύχτα…»

Σταμάτησε.

«Μια νύχτα τι;»

Κοίταξε προς τον διάδρομο. Ο ήλιος έμπαινε από το παράθυρο, αλλά το εσωτερικό του σπιτιού ήταν παράξενα σκοτεινό. Σαν οι γωνίες να κρατούσαν λίγο παραπάνω σκοτάδι απ’ όσο έπρεπε.

«Μια νύχτα με φώναξε με τη φωνή της μητέρας σου από την αποθήκη. Αλλά η φωνή ερχόταν από τη σκιά κάτω από την πόρτα».

Εκείνο το απόγευμα προσπάθησα να τον πείσω να φύγουμε μαζί. Αρνήθηκε. Όταν επέμεινα, θύμωσε.

«Αν φύγω, θα έρθει μαζί μου».

«Τι πράγμα;»

Τότε μου είπε κάτι που δεν ξέχασα ποτέ.

«Νομίζεις ότι ο παππούς σου χάθηκε επειδή τρελάθηκε. Δεν χάθηκε. Προσπαθούσε να κρατήσει κάτι εδώ μέσα. Και όταν δεν άντεξε άλλο, τον πήρε αυτό».

Έφυγα την επόμενη μέρα. Ντρέπομαι που το λέω, αλλά έφυγα. Του υποσχέθηκα ότι θα ξαναγυρίσω σύντομα, ότι θα μιλήσουμε με γιατρό, ότι θα τα κανονίσουμε όλα.

Δεν ξαναγύρισα.

Μέχρι πριν από τρεις μέρες.

Ο πατέρας μου εξαφανίστηκε ακριβώς όπως ο παππούς.

Η γειτόνισσα, η κυρά-Αργυρώ, ήταν εκείνη που με πήρε τηλέφωνο. Είχε να τον δει δύο μέρες και ανησύχησε. Η πόρτα ήταν κλειδωμένη από μέσα. Τα παράθυρα επίσης. Κάλεσαν την αστυνομία και μπήκαν από ένα μικρό παράθυρο της αποθήκης.

Δεν υπήρχε κανείς.

Το φαγητό ήταν πάνω στο τραπέζι. Το κινητό του στην κουζίνα. Τα παπούτσια του στην είσοδο. Το κρεβάτι άθικτο.

Και στο σαλόνι, στον ίδιο τοίχο όπου είχε μείνει κάποτε το σημάδι του παππού μου, υπήρχε τώρα ένα δεύτερο.

Ψηλότερο. Πιο φρέσκο. Πιο καθαρό.

Σαν ένας άντρας να είχε καεί όρθιος πάνω στον σοβά.

Ήρθα χθες το πρωί για να μαζέψω πράγματα, να μιλήσω με την αστυνομία και να δω αν υπήρχε κάτι που θα εξηγούσε την εξαφάνισή του. Δεν πίστευα πια στις ιστορίες του παππού. Ούτε σε σκιές που μιλούν. Ούτε σε σπίτια που κρατούν ανθρώπους.

Ή έτσι νόμιζα.

Το ρεύμα ήταν κομμένο. Η ΔΕΗ είχε διακόψει την παροχή γιατί ο πατέρας μου είχε μήνες να πληρώσει. Δεν ήθελα να μείνω εδώ τη νύχτα, αλλά το τελευταίο λεωφορείο για Τρίπολη είχε φύγει, το αυτοκίνητό μου δεν έπαιρνε μπροστά και η μπαταρία του κινητού μου ήταν σχεδόν άδεια.

Άναψα τρία κεριά στην κουζίνα.

Έβαλα το laptop στο τραπέζι.

Και άρχισα να ψάχνω τα συρτάρια.

Βρήκα τα τετράδια του πατέρα μου λίγο πριν σκοτεινιάσει. Ήταν κρυμμένα κάτω από το στρώμα, δεμένα με έναν σπάγκο. Στην αρχή οι σημειώσεις του έμοιαζαν με ημερολόγιο πένθους. Έγραφε για τη μητέρα μου. Για το πόσο του έλειπε. Για τις νύχτες που ξυπνούσε και νόμιζε ότι την άκουγε να περπατάει στην κουζίνα.

Μετά οι σελίδες άλλαζαν.

Οι προτάσεις γίνονταν μικρότερες. Κοφτές. Τα γράμματα πιο άγρια.

«Δεν είναι η Μαρία».

«Η σκιά της πόρτας μένει εκεί ακόμα και το μεσημέρι».

«Αν ανάψω φως, αλλάζει θέση».

«Με παρακολουθεί όταν κάνω ότι κοιμάμαι».

«Ο πατέρας μου είχε δίκιο».

Στην τελευταία σελίδα υπήρχε μόνο μία φράση, γραμμένη πολλές φορές, η μία πάνω στην άλλη:

«Δεν θέλει να με σκοτώσει. Θέλει να φορέσει το σχήμα μου».

Από τότε που διάβασα αυτή τη φράση, δεν έχω καταφέρει να ηρεμήσω.

Δεν ξέρω τι ώρα είναι τώρα. Το ρολόι του laptop δείχνει 02:17, αλλά είμαι σίγουρος ότι έδειχνε 02:17 και πριν από μισή ώρα. Τα κεριά έχουν κοντύνει. Η φλόγα τους δεν τρεμοπαίζει πια. Στέκεται ακίνητη, σαν να κρατάει κάποιος την ανάσα του μέσα στο δωμάτιο.

Και οι σκιές στους τοίχους δεν μοιάζουν πια με απλές σκιές.

Πριν από λίγο ένιωσα  κάτι να περνά από πίσω μου. Δεν το είδα κανονικά. Το είδα στην οθόνη του laptop. Μια μαύρη φιγούρα, σαν άνθρωπος χωρίς λεπτομέρειες, να γλιστράει από την πόρτα της κουζίνας προς τον διάδρομο.

Γύρισα αμέσως.

Τίποτα.

Μόνο ο διάδρομος, στενός και σκοτεινός, με τις πόρτες των δωματίων ανοιχτές σαν στόματα.

Πριν από δέκα λεπτά νόμισα ότι άκουσα τη φωνή του πατέρα μου από το σαλόνι.

«Έλα να με βοηθήσεις».

Δεν πήγα.

Η φωνή ξανακούστηκε μέσα στο μυαλό μου, αυτή τη φορά πιο κοντά.

«Παιδί μου, κρυώνω».

Δεν ήταν ο πατέρας μου.

Ο πατέρας μου δεν με φώναζε ποτέ «παιδί μου».

Έσπρωξα την καρέκλα μου πίσω και τότε νομίζω ότι είδα για ελάχιστα δευτερόλεπτα κάτι πολύ περίεργο: Στον τοίχο απέναντι από το τραπέζι, ανάμεσα στη σκιά της καρέκλας και τη σκιά του σώματός μου, υπήρχε μια τρίτη σκιά.

Στεκόταν ακίνητη.

Δεν υπήρχε τίποτα μπροστά από τα κεριά που να τη δημιουργεί.

Ήταν λεπτή, γερτή, με σκυμμένους ώμους. Ξαφνικά η σκιά τεντώθηκε, ψήλωσε, άλλαξε σχήμα και εξαφανίστηκε. 


Ήταν πράγματι κάτι εκεί ή το μυαλό μου άρχισε να παίζει διάφορα παιχνίδια; Δεν μπορώ να απαντήσω αντικειμενικά.  Ξέρω μόνο ότι τώρα νιώθω πως οι σκιές έχουν μαζευτεί γύρω μου.

Πως κάτι με περιμένει.

Κάθε φορά που πληκτρολογώ, τα χέρια μου τρέμουν τόσο πολύ που κάνω λάθη. Κάθε φορά που σταματάω, ακούω κάτι σαν ψίθυρο μέσα από τους τοίχους. Δεν είναι λέξεις. Είναι σαν πολλοί άνθρωποι να προσπαθούν να μιλήσουν χωρίς στόμα.

Το χειρότερο δεν είναι ότι φοβάμαι πως θα πεθάνω.

Το χειρότερο είναι ότι φοβάμαι πως δεν θα πεθάνω.

Φοβάμαι ότι θα σταματήσω να είμαι εγώ, αλλά το σώμα μου θα σηκωθεί, θα περπατήσει ως την πόρτα, θα βγει στο χωριό πριν ξημερώσει και όλοι θα πουν ότι γύρισα σώος.

Φοβάμαι ότι κάτι θα μάθει να φοράει τη φωνή μου.

Το laptop έχει 6%.

Ένα από τα κεριά έσβησε μόνο του πριν από λίγο.

Δεν φυσάει.

Δεν κουνήθηκε τίποτα.

Απλώς η φλόγα λύγισε προς τον τοίχο, σαν να την ρούφηξε κάτι από μέσα, και χάθηκε.

Τώρα οι σκιές είναι πιο κοντά.

Η σκιά του πατέρα μου στέκεται ακριβώς πίσω από τη δική μου. Η σκιά του παππού μου είναι στην πόρτα. Ή τουλάχιστον κάτι που θέλει να πιστέψω ότι είναι εκείνος.

Και η δική μου σκιά…

Αν λάβεις αυτό το μήνυμα, μην έρθεις εδώ.

Μη ζητήσεις να μάθεις περισσότερα.

Μην ψάξεις το σπίτι στο Παλαιοχώρι.

Και κυρίως, αν κάποια νύχτα δεις τη σκιά σου να αργεί ένα κλάσμα του δευτερολέπτου να σε ακολουθήσει, μην κάνεις το λάθος που έκαναν ο παππούς μου, ο πατέρας μου κι εγώ.

Μην την κοιτάξεις αρκετά ώστε να καταλάβει ότι την είδες.

Το δεύτερο κερί μόλις έσβησε.

Κάτι στέκεται πίσω από την οθόνη.

Δεν έχει σώμα.

Μοιάζει με τη σκιά μου.


Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΜΑΓΕΙΑΣ


ΥΣ: Ευτυχώς ξημέρωσε.

Έμεινα ξάγρυπνος όλο το βράδυ ελπίζοντας το τελευταίο κερί να μη σβήσει. Ο φόβος, τελικά, κάνει περίεργα πράγματα στο μυαλό. Σε κάνει να βλέπεις κινήσεις εκεί που υπάρχουν μόνο φλόγες που τρεμοπαίζουν. Σε κάνει να ακούς φωνές μέσα σε παλιά σπίτια που τρίζουν. Σε κάνει να πιστεύεις ότι οι σκιές σε κοιτάζουν, ενώ στην πραγματικότητα είσαι απλώς μόνος, κουρασμένος και γεμάτος αναμνήσεις.

Το πρωί, όταν μπήκε το φως από τα παντζούρια, όλα έμοιαζαν σχεδόν γελοία. Οι τοίχοι ήταν απλώς τοίχοι. Οι λεκέδες από την υγρασία δεν είχαν κανένα ανθρώπινο σχήμα. Ακόμα και το σημάδι στο σαλόνι, που χθες βράδυ μου φαινόταν σαν καμένη ανθρώπινη σιλουέτα, σήμερα μοιάζει απλώς με παλιά υγρασία.

Οπότε ναι. Μάλλον όλα ήταν στο μυαλό μου.

Θα φύγω σε λίγο. Θα πάρω το πρώτο λεωφορείο για Τρίπολη και μετά θα γυρίσω Αθήνα.

Πρέπει επιτέλους να αφήσω το παρελθόν πίσω. Να σταματήσω να σκαλίζω παλιές ιστορίες, παλιές εξαφανίσεις, παλιούς φόβους. Το σπίτι δεν φταίει σε τίποτα. Είναι απλώς ένα παλιό, όμορφο σπίτι σε ένα ήσυχο χωριό, με πέτρα, ξύλο, βουνό και απόλυτη ησυχία.

Σκέφτομαι μάλιστα να το φτιάξω λίγο και να το βάλω στο Airbnb. Να έρχεται κόσμος τα Σαββατοκύριακα. Ζευγάρια, οικογένειες, άνθρωποι κουρασμένοι από την πόλη, που θα θέλουν να απολαύσουν τη φύση, τη σιωπή και την αυθεντική γαλήνη του χωριού.

Ναι. Αυτό θα κάνω.

Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, χαμογέλασα.

Όλα μπροστά μου μοιάζουν νέα ξανά.

Θα συνηθίσω.



Our Horror Story: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Πέτρο για την ιστορία που μας έστειλε.


Για τους λάτρεις του gothic / spooky αισθητικού:


Διαβάστε επίσης:

Διαβάστε επίσης:





Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com  ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.