Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μαγεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μαγεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
0

Το Κασελάκι της Θείας Ευγενίας





Καλησπέρα.

Δεν ξέρω αν αυτό που συνέβη στο σπίτι μου τελείωσε πραγματικά ή αν απλώς σταμάτησε να κάνει θόρυβο.

Η θεία μου, η Ευγενία, πέθανε πριν από δύο μήνες. Ήταν αδερφή της μητέρας μου, αλλά τα τελευταία χρόνια δεν είχαν πολλές επαφές. Δεν είχαν μαλώσει ανοιχτά. Απλώς, στην οικογένειά μας, κάποια πράγματα δεν λέγονταν ποτέ καθαρά. Κάποια ονόματα απλώς σταματούσαν να ακούγονται στο τραπέζι.

Η θεία Ευγενία ήταν ένα από αυτά τα ονόματα.
Τη θυμάμαι πάντα ντυμένη στα μαύρα, ακόμα και το καλοκαίρι, με τα μαλλιά της πιασμένα σφιχτά πίσω και εκείνο το βαρύ άρωμα που την ακολουθούσε παντού. Κάτι ανάμεσα σε πικρό γιασεμί, λιβάνι και παλιό ξύλο. Όταν ερχόταν κοντά σου, το μύριζες πριν καν μιλήσει. Και όταν έφευγε, το άρωμα έμενε για ώρα στον χώρο.

Δεν ήταν κακιά μαζί μου. Όταν ήμουν μικρός μού έδινε λουκούμια, με χάιδευε στο κεφάλι και μου έλεγε ότι έχω «μάτια που τραβάνε». Δεν ήξερα τι εννοούσε. Η μητέρα μου όμως, κάθε φορά που το άκουγε, άλλαζε κουβέντα.

Μετά τα δώδεκά μου, σταματήσαμε να την επισκεπτόμαστε.

Δεν ρώτησα ποτέ γιατί.

Όταν πέθανε, η μητέρα μου μού ζήτησε να πάμε μαζί να αδειάσουμε το σπίτι της. Ήταν ένα παλιό διαμέρισμα στον Άγιο Ελευθέριο, στον δεύτερο όροφο μιας πολυκατοικίας που μύριζε υγρασία και κλεισούρα.

Μόλις μπήκαμε, ένιωσα σαν να μην είχε πεθάνει στ’ αλήθεια. Το σπίτι ήταν γεμάτο από εκείνη. Από τη μυρωδιά της. Από τις εικόνες στους τοίχους. Από τα παλιά σεμεδάκια, τα σκούρα έπιπλα, τα κλειστά παντζούρια, τα γυάλινα ποτηράκια με ξεραμένο βασιλικό.

Η μητέρα μου άνοιξε αμέσως τα παράθυρα.

«Να πάρει αέρα», είπε.

Αλλά δεν κοίταζε πολύ γύρω της.

Αρχίσαμε να μαζεύουμε πράγματα. Ρούχα για πέταμα, παλιούς λογαριασμούς, φάρμακα, φωτογραφίες, κάτι πιάτα της γιαγιάς μου που ήθελε να κρατήσει η μητέρα μου.

Το κασελάκι το βρήκα στην ντουλάπα του υπνοδωματίου.

Ήταν μικρό, ξύλινο, σκούρο, τυλιγμένο σε ένα μαύρο πανί. Δεν ήταν ακριβώς όμορφο. Ήταν όμως από εκείνα τα αντικείμενα που σε κάνουν να τα κοιτάς λίγο παραπάνω. Πάνω στο καπάκι είχε σκαλισμένο έναν κύκλο και γύρω του περίεργα σύμβολα, χαρακιές και μικρούς κόμπους που δεν έμοιαζαν με διακόσμηση. Έμοιαζαν σαν να είχαν κάποιο νόημα.

Η μητέρα μου ήταν στο σαλόνι και ξεχώριζε φωτογραφίες. Εγώ απλώς το τύλιξα ξανά στο πανί και το έβαλα στην τσάντα μου. Σκέφτηκα ότι θα το καθάριζα και θα το έβαζα σε κάποιο ράφι στη βιβλιοθήκη μου. Θα ταίριαζε υπέροχα δίπλα στα βιβλία.

Αυτό ήταν το μόνο που έκανα. Το πήρα σπίτι.

Το πρώτο βράδυ το άφησα στο τραπεζάκι του σαλονιού. Δεν το άνοιξα καν. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως επειδή ήμουν κουρασμένος. Ίσως επειδή, όσο κι αν δεν το παραδεχόμουν, κάτι πάνω του με έκανε να μη θέλω να το πειράξω.

Πήγα για ύπνο λίγο μετά τα μεσάνυχτα.

Δεν ξέρω τι ώρα ξύπνησα. Ήταν ακόμα βαθιά νύχτα. Στην αρχή νόμισα ότι είχα ακούσει τον θόρυβο μέσα στο όνειρό μου.

Μετά ακούστηκε ξανά.

Βήματα.

Μέσα στο σπίτι.

Αργά. Ξυπόλυτα. Από το σαλόνι προς τον διάδρομο.

Έμεινα ακίνητος στο κρεβάτι, με τα μάτια ανοιχτά, προσπαθώντας να καταλάβω.

Η μητέρα μου; σκέφτηκα.

Μόνο εκείνη έχει δεύτερα κλειδιά. Μπορεί να ήρθε επειδή ξέχασε κάτι; Μπορεί να ανησύχησε; Αλλά γιατί να μπει τέτοια ώρα χωρίς να με πάρει τηλέφωνο;

Ύστερα σκέφτηκα κάτι χειρότερο.

Ληστής.

Σηκώθηκα όσο πιο αθόρυβα μπορούσα και πήρα το κινητό στο χέρι. Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζα πως θα την ακούσει όποιος ήταν έξω. Άνοιξα προσεκτικά την πόρτα του υπνοδωματίου και βγήκα στον διάδρομο.

Το σπίτι ήταν σκοτεινό.

Το σαλόνι άδειο.

Η εξώπορτα κλειδωμένη.

Το κασελάκι ήταν πάνω στο τραπεζάκι, ακριβώς εκεί που το είχα αφήσει.

Έλεγξα το μπάνιο, την κουζίνα, το μπαλκόνι. Κανείς. Κανένα παράθυρο ανοιχτό. Κανένα σημάδι ότι είχε μπει κάποιος.

Είπα στον εαυτό μου ότι θα ήταν από τον πάνω όροφο. Ή από τον διάδρομο της πολυκατοικίας. Τα σπίτια κάνουν ήχους τη νύχτα. Οι άνθρωποι μπερδεύουν εύκολα τους ήχους όταν ξυπνούν απότομα.

Ξανακοιμήθηκα δύσκολα.

Την επόμενη μέρα, το φως στο μπάνιο άρχισε να τρεμοπαίζει.

Όχι συνεχόμενα. Μόνο δύο-τρεις φορές, όσο έπλενα τα χέρια μου. Αναβόσβησε γρήγορα, σαν κάποιος να ακουμπούσε τον διακόπτη απ’ έξω. Βγήκα στον διάδρομο, αλλά δεν υπήρχε τίποτα. Άλλαξα τη λάμπα το απόγευμα. Το έκανε ξανά.

Πάλι βρήκα εξήγηση.

Παλιά καλωδίωση. Κακή επαφή. Σύμπτωση.

Δύο βράδια μετά, ξύπνησα από φωνές.

Πετάχτηκα από το κρεβάτι και για λίγα δευτερόλεπτα δεν ήξερα πού βρισκόμουν. Μετά κατάλαβα ότι οι φωνές έρχονταν από το σαλόνι.

Η τηλεόραση ήταν ανοιχτή.

Έπαιζε ένα παλιό ασπρόμαυρο έργο σε κάποιο κανάλι που δεν έβλεπα ποτέ. Ο ήχος ήταν χαμηλός, αλλά αρκετός για να με ξυπνήσει.

Ήμουν σίγουρος ότι την είχα κλείσει πριν πάω για ύπνο.

Απόλυτα σίγουρος.

Το τηλεκοντρόλ ήταν πάνω στο τραπεζάκι. Δίπλα στο κασελάκι.

Την έκλεισα και στάθηκα για λίγο μέσα στο σκοτάδι. Δεν ξέρω γιατί, αλλά είχα την αίσθηση ότι η τηλεόραση δεν είχε ανοίξει για να δω κάτι.
Είχε ανοίξει για να σηκωθώ.

Το επόμενο βράδυ έγινε αυτό που με τρόμαξε περισσότερο.

Καθόμουν στο σαλόνι και προσπαθούσα να χαλαρώσω. Δεν ήθελα να το παραδεχτώ, αλλά απέφευγα να κοιτάζω το κασελάκι. Το είχα αφήσει ακόμα στο τραπεζάκι, τυλιγμένο στο μαύρο πανί, και κάθε τόσο το βλέμμα μου πήγαινε μόνο του προς τα εκεί.

Λίγο μετά τη μία, σηκώθηκα να πάρω νερό από την κουζίνα.

Καθώς περνούσα μπροστά από την μπαλκονόπορτα, είδα κάτι έξω.

Μια ανθρώπινη φιγούρα.

Στο μπαλκόνι.

Πάγωσα.

Ήταν σκοτεινή, ακίνητη, με κάτι σαν κεφάλι και ώμους. Στεκόταν κοντά στα κάγκελα, γυρισμένη προς το σαλόνι.

Δεν σκέφτηκα. Άπλωσα το χέρι και άναψα αμέσως το φως του μπαλκονιού.

Η φιγούρα εξαφανίστηκε.

Ή μάλλον, δεν ήταν ποτέ φιγούρα.

Ήταν η γαζία που έχω σε μεγάλη γλάστρα, στη γωνία του μπαλκονιού. Τα κλαδιά της, με το φως από τον δρόμο, έφτιαχναν μια σκιά που έμοιαζε με άνθρωπο.

Στάθηκα εκεί, ντροπιασμένος και τρομαγμένος μαζί.

Το φαντάστηκα;

Ήμουν τόσο πιεσμένος που είδα μια γλάστρα και την πέρασα για άνθρωπο;

Μπορεί.

Αυτό ήταν το πιο άσχημο. Όλα μπορούσαν να εξηγηθούν. Τα βήματα μπορεί να ήταν από πάνω. Το φως μπορεί να είχε πρόβλημα. Η τηλεόραση μπορεί να είχε μείνει σε αναμονή. Η φιγούρα ήταν απλώς ένα φυτό.

Κι όμως, κάθε φορά που έμπαινα στο σπίτι, ένιωθα ότι δεν ήμουν πια μόνος.

Το πρωί τηλεφώνησα στη μητέρα μου.

Στην αρχή της τα είπα όλα κάπως αστεία, για να μην την ανησυχήσω. Της είπα ότι μάλλον έχω κουραστεί, ότι ακούω ήχους, ότι μου τρεμοπαίζει το φως, ότι χθες τρόμαξα με τη γαζία στο μπαλκόνι.

Εκείνη άκουγε σιωπηλή.

«Από πότε γίνονται αυτά;» με ρώτησε.

«Από τότε που γυρίσαμε από της θείας Ευγενίας», είπα.

Δεν απάντησε.

Και τότε, σχεδόν σαν λεπτομέρεια, πρόσθεσα:

«Α, πήρα κι ένα κασελάκι από εκεί. Ένα ξύλινο, με κάτι περίεργα σύμβολα. Το έχω στο σαλόνι».

Στην άλλη άκρη της γραμμής έπεσε απόλυτη σιωπή.

«Μαμά;»

Η φωνή της, όταν μίλησε, ήταν διαφορετική.

«Ποιο κασελάκι;»

Της το περιέγραψα. Το μαύρο πανί. Το σκούρο ξύλο. Τον κύκλο στο καπάκι. Τα σκαλιστά σύμβολα.

Δεν με διέκοψε ούτε μία φορά.

Όταν τελείωσα, είπε μόνο:

«Δεν έπρεπε να το πάρεις».

Ένιωσα κάτι κρύο να περνάει από τον αυχένα μου.

«Τι είναι;»

Άργησε να απαντήσει.

«Η Ευγενία δεν ήταν απλώς παράξενη. Έκανε πράγματα. Κακά πράγματα. Ο κόσμος πήγαινε σε εκείνη κρυφά. Της έδιναν ονόματα, φωτογραφίες, τρίχες, κομμάτια από ρούχα. Κι εκείνη τα έβαζε σε εκείνο το κασελάκι. Άναβε κεριά πάνω του. Έλεγε λόγια. Έδενε ανθρώπους. Έκλεινε σπίτια. Χώριζε ζευγάρια. Έκανε αρρώστιες να κρατάνε περισσότερο απ’ όσο έπρεπε».

«Μαγεία δηλαδή;» τη ρώτησα, και η φωνή μου ακούστηκε γελοία ακόμη και σε μένα.

«Πες το όπως θέλεις», είπε. «Εγώ ξέρω ότι δεν πρέπει να μείνει άλλο μέσα στο σπίτι σου».

«Να το πετάξω;»

«Όχι», είπε αμέσως. «Μην το πετάξεις. Μην το κάψεις. Μην το ανοίξεις. Θα το πας σε παπά να το διαβάσει. Και μετά θα το θάψεις. Μακριά από το σπίτι σου. Σε χώμα. Όχι σε γλάστρα. Όχι κοντά στην πολυκατοικία. Και όταν φύγεις, δεν θα κοιτάξεις πίσω».

Δεν θυμάμαι να την έχω ξανακούσει τόσο σοβαρή.

Έκανα ακριβώς ό,τι μου είπε.

Το τύλιξα σε μια πετσέτα χωρίς να το ακουμπήσω με γυμνά χέρια, το έβαλα σε μια τσάντα και το πήγα σε έναν παλιό παπά που ήξερε η μητέρα μου. Δεν γέλασε όταν του εξήγησα. Δεν με κοίταξε σαν τρελό. Αυτό, για κάποιο λόγο, με φόβισε περισσότερο.

Το ακούμπησα σε ένα μικρό τραπέζι στην άκρη της εκκλησίας. Ο παπάς διάβασε προσευχές χαμηλόφωνα, για αρκετή ώρα. Εγώ στεκόμουν δίπλα στη μητέρα μου, κοιτώντας κάτω.

Κάποια στιγμή, ενώ διάβαζε, μύρισα το άρωμα της θείας Ευγενίας.

Πικρό γιασεμί.

Λιβάνι.

Παλιό ξύλο.

Δεν σήκωσα το κεφάλι.

Ούτε η μητέρα μου.

Όταν τελείωσε, ο παπάς τύλιξε ξανά το κασελάκι και μου είπε να το θάψω την ίδια μέρα.

Το έθαψα λίγο πριν νυχτώσει, σε ένα χωράφι αρκετά έξω από την πόλη. Έσκαψα βιαστικά, το έβαλα μέσα, το σκέπασα και έφυγα χωρίς να κοιτάξω πίσω.

Από εκείνη τη μέρα, όλα ηρέμησαν.

Δεν ξανάκουσα βήματα τη νύχτα. Το φως στο μπάνιο σταμάτησε να τρεμοπαίζει. Η τηλεόραση δεν άνοιξε ποτέ ξανά μόνη της. Η γαζία στο μπαλκόνι έπαψε να μοιάζει με άνθρωπο.

Για πρώτη φορά μετά από μέρες, κοιμήθηκα κανονικά.

Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου ότι όλα ήταν μια αλυσίδα από συμπτώσεις και φόβο. Ότι η μητέρα μου με επηρέασε με τις παλιές της ιστορίες. Ότι ο παπάς και το θάψιμο λειτούργησαν απλώς επειδή χρειαζόμουν ένα τέλος.

Ίσως να είναι έτσι.

Θα ήθελα να είναι έτσι.

Μόνο που υπάρχει κάτι που δεν σταμάτησε.

Κάποιες νύχτες, όχι κάθε βράδυ, αλλά αρκετά συχνά ώστε να μην μπορώ να το αγνοήσω, ξυπνάω λίγο μετά τις τρεις και μυρίζω το άρωμα της θείας Ευγενίας μέσα στο σπίτι.

Πικρό γιασεμί.
Λιβάνι.
Παλιό ξύλο.

Στην αρχή ερχόταν από το σαλόνι, από το σημείο όπου είχα ακουμπήσει το κασελάκι. Μετά από τον διάδρομο.

Τις τελευταίες φορές, το μυρίζω δίπλα στο κρεβάτι μου.

Δεν ακούω τίποτα. Δεν βλέπω τίποτα. Δεν υπάρχει κανένα αντικείμενο μετακινημένο, κανένα φως που τρεμοπαίζει, καμία τηλεόραση ανοιχτή μέσα στη νύχτα.

Μόνο εκείνο το άρωμα.

Στέκεται στον αέρα για λίγα δευτερόλεπτα και μετά χάνεται.

Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό.

Δεν ξέρω αν έφυγε το κακό ή αν απλώς άφησε κάτι πίσω του.

Ξέρω μόνο ότι απόψε, πριν αρχίσω να γράφω αυτή την ιστορία, έπιασα τον εαυτό μου να κοιτάζει το άδειο τραπεζάκι του σαλονιού.

Και για ένα δευτερόλεπτο, ορκίζομαι πως μύρισα πικρό γιασεμί.

Σαν να στεκόταν κάποιος ακριβώς πίσω μου και περίμενε να θυμηθώ πού το έθαψα.

Πριν φύγεις, έχουμε άλλη μία πρόταση για σένα:

Our Horror Story: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Γιώργο για την ιστορία που μας έστειλε.


Φυλακτά σολομωνικής, ρούνοι, μαγικά τετράγωνα, τα κλειδιά του Ενώχ, βιβλίο των σκιών, κρυσταλλοσκοπία, νεκρονομικόν


Διαβάστε επίσης:







Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.

3

40 μέρες



Με λένε Αντώνη και θα σας πω τι μου συνέβη ένα βράδυ. 

Είχα επισκεφτεί την μάνα μου και τον αδερφό μου για το σαββατοκύριακο. Ήμουν καθιστός στο κρεβάτι στο δωμάτιό μου. (Το σπίτι μονοκατοικία και το γκαράζ διπλά στο παράθυρο του δωματίου μου). 

Άκουσα κάποια στιγμή μια φωνή "Αντώνη Αντώνη...ρε Αντώνη..." και αμέσως σκέφτηκα τον αδερφό μου, γιατί είχε βγει έξω με το κορίτσι του και ότι είχε ξεχάσει να πάρει κλειδιά. 

Σηκώνομαι για να πάω να ανοίξω αλλά αναρωτιέμαι από μέσα μου ότι το  αυτοκίνητό του δεν το άκουσα...μήπως του συνέβη κάτι; 

Πηγαίνοντας στην πόρτα και ανοίγοντας το φως της αυλής έξω, ήταν μια σκιά στην πόρτα. Ανατρίχιασα. Η σκιά έφυγε. Παίρνω τον αδερφό μου τηλέφωνο και ήταν σε ένα μαγαζί για ποτό. Ανησύχησα. Πήγε το μυαλό μου στο ότι κάποιος ήθελε να μπει στο σπίτι γιατί ο αδερφός μου έλειπε και ίσως νόμιζε ότι η μάνα μου είναι μόνη της. Δηλαδή κάποιος κλέφτης. Αλλά πάλι αναρωτιέμαι γιατί φώναξε Αντώνη Αντώνη. 

Γυρνώντας το βλέμμα μου πάλι στην πόρτα, ξαναβλέπω την σκιά. Ασυναίσθητα κάνω τον σταυρό μου και λέω το Ιησούς Χριστός νικά και όλα τα κακά σκορπά. Η σκιά έφυγε αλλά άκουσα έξω έναν πολύ δυνατό θόρυβο. Σαν να σπάει κάποιος μια τζαμαρία. Σαν τρακάρισμα. Σαν να γκρεμίστηκε κάτι. 

Εκείνη την ώρα σηκώθηκε η μάνα μου και μου λέει τι κάνεις ξύπνιος; Ήπια λίγο νερό τις απάντησα. Τι να της έλεγα; 

Πάω στο κρεβάτι και χαζεύω στο φέϊσμπουκ. Ξανά πάλι "Αντώνη..Αντώνηηη". Και ακούω την μάνα μου από την κρεβατοκάμαρά της να μου φωνάζει «μην σηκωθείς πάλι, πέσε κοιμήσου είπα». Άφησα το κινητό δίπλα μου και άρχισα να αναρωτιέμαι τι σκατά συμβαίνει; 

Η ώρα ήταν κοντά 3. Τελικά με πήρε ο ύπνος και σηκώθηκα κατά τις 8. Έφτιαξα καφέ και βγήκα στην αυλή. Η μάνα μου άπλωνε ρούχα. Της λέω μόλις τελειώσεις πρέπει να συζητήσουμε κάτι... Ήρθε και έκατσε να πιούμε μαζί καφέ. Και η συζήτηση είχε ως εξής...

-Εχτές το βράδυ άκουσες πολύ καλά τι συνέβη. Τι σκατά γίνεται; Ασχολείστε με κάτι;
Καταρχήν ο αδερφός μου (δεν αναφέρω το όνομά του) που είναι; ρώτησα.

 -Μην ανησυχείς, τον πήρα τηλέφωνο πριν και μου είπε ότι κοιμήθηκε στην κοπέλα του, απάντησε η μητέρα μου.

 -Ωραία. Τώρα πες μου τι συμβαίνει. 

-Την ήξερες την κυρία Νίκη που έμενε εδώ πίσω στο μικρό το σπίτι;

 -Ναι την ήξερα και μάλιστα έμαθα πρόσφατα ότι πέθανε και ότι συμβάλατε όλοι εδώ γύρω στην κηδεία γιατί δεν είχε κανέναν. 

-Τη κυρία Νίκη, πολλά βράδια πριν πεθάνει, την ακούγαμε όλη εδώ στην γειτονιά που έβγαινε και φώναζε έξω από το σπίτι της να την σώσουν γιατί δεν άντεχε άλλο ξύλο. Όλοι νομίζαμε ότι τα έχει χάσει. 

-Την ημέρα δεν την βλέπατε; τι έκανε; 

-Την ημέρα την βλέπαμε μια χαρά. Οι μόνοι που πηγαίναμε σπίτι της ήμουν εγώ και η Μ... που μένει εδώ απέναντι. Της πηγαίναμε ανά 2η μέρα φαγητό. Δεν δεχόταν καμία άλλη φροντίδα παρά μόνο φαγητό. Και αυτό στην πόρτα. Δεν μας άφηνε να μπούμε μέσα. Και εμείς νομίζαμε ότι τα ΄χε χαμένα. Μια μέρα που της πήγαμε φαγητό δεν άνοιξε. Το απόγευμα ξαναπήγαμε και τίποτα. Την άλλη μέρα το ίδιο. Πήραμε τηλέφωνο στην αστυνομία να έρθει για να ανοίξει το σπίτι. Ήρθε και μας είπαν ότι πάνε στο τμήμα να πάρουν άδεια εισαγγελική και θα επιστρέψουν να το ανοίξουν. Όταν άνοιξαν το σπίτι την βρήκαν μέσα πεθαμένη.

-Και με την κηδεία τι έγινε;

-Την ανέλαβε ο Α... και εγώ με την Μ... απέναντι, την θεία σου την Ο.... και άλλες δύο γυναίκες πήγαμε για να καθαρίσουμε την αυλή της και το σπίτι της. Μέσα βρήκαμε περίεργα πράγματα. 

-Δηλαδή τι βρήκατε; 

-Τρίχες μέσα σε διάφορα αλουμινόχαρτα τυλιγμένα. Εικόνες καρφιτσωμένες. Βαμβάκια ποτισμένα με λάδι και αυτά μέσα σε αλουμινόχαρτα. Διάφορα πράγματα πολλά. 

-Και αυτά πως τα βρήκατε;

 -Ανοίξαμε την ντουλάπα της για να δώσουμε καθαρά ρούχα στο γραφείο τελετών. Αλλά τα ρούχα της μυρίζανε άσχημα όλα. Το σπίτι μύριζε σαν μουχλιασμένο. Αγοράσαμε καινούργια εσώρουχα, ρούχα και παπούτσια και δώσαμε στο γραφείο τελετών. Και έτσι ανακαλύψαμε τι είχε μέσα στο σπίτι. 

-Και εσύ ρε μάνα τι ήθελες και ανακατευόσουν; Εγώ γιατί δεν ήξερα τίποτα; 

-Όταν βοηθάς έναν άνθρωπο δεν το κάνεις για να το λες. Και αυτή δεν είχε γιατί όταν τι ρωτάγαμε τι ήθελε μας έλεγε μόνο φαγητό. 

-Και με τα άλλα που βρήκατε τι έγινε; 

-Φωνάξαμε τον παπά Σ... και τα μάζεψε. Και μας είπε μόλις σαραντίσει θα έρθει να διαβάσει μια παράκληση για την ψυχή της στο σπίτι της. Και προληπτικά του είπα να έρθει και εδώ σε εμάς. 

-Γιατί; Σε φοβίζει κάτι; Αυτό που άκουσα χτες το έχεις ακούσει και εσύ! 

-Και εγώ και η Μ..... και μας είπε ο παπάς ότι η ψυχή 40 μέρες περιφέρεται. Δεν θα ανοίξετε την πόρτα σας ούτε θα απαντήσετε. Έτσι μας είπε. Ή ζητάει κάπου βοήθεια η ψυχή της ή είναι αυτά που έκανε. 

Τέλος πάντων επειδή σας μακρηγόρησα και ζητάω συγνώμη να σας πω ότι μετά το μνημόσυνο που έγινε στις 40 μέρες, η μάνα μου με διαβεβαίωσε ότι δεν ξανάκουσε κάτι ενώ έχει περάσει καιρός από τότε. 

Και εγώ όσες φορές κοιμήθηκα στην μάνα μου δεν ξανάκουσα κάτι ούτε να ένοιωσα κάτι. 

Θα ήθελα την άποψή σας πάνω σε αυτό. Είναι δυνατόν να συμβεί κάτι τέτοιο με την ψυχή ενός ανθρώπου ή με αυτά που έχει ασχοληθεί (μάγια);


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε το φίλο μας Αντώνη για την ιστορία που μας έστειλε.

Διαβάστε επίσης:



Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com  για να την δημοσιεύσουμε.


0

Πανσέληνος


Γεια σας. Θέλω να σας πω για ένα πείραμα που έκανα, μια δοκιμή πάνω σε ένα χόμπι που έχω.

Από μικρός ασχολούμαι με τη μαγεία. Διάβασα πολλά βιβλία, είδα πολλά βίντεο με το θέμα από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου να μπορεί να διαβάζει. Ο πατέρας μου ήταν ταχυδακτυλουργός αλλά εγώ ήθελα να ανέβω ένα επίπεδο πιο πάνω. Ήθελα να γίνω πραγματικός μάγος.

Τα τελευταία χρόνια πήρα κάποια ψαγμένα βιβλία. Ενθουσιάστηκα με αυτά που περιέγραφαν ότι θα μπορούσα  να κάνω. Όχι δε μιλάω με τη μαύρη μαγεία. Αυτή την αποφεύγω όπως ο διάολος το λιβάνι.  


Μιλάω για την λευκή μαγεία. Για την προστασία που μπορεί να σου προσφέρει. Πριν κανένα χρόνο δοκίμασα να κάνω κάτι που περιέγραφε ένα από τα βιβλία μου. Θα καλούσα ένα καλό πνεύμα, ένα άγγελο. 

Έπρεπε να είχε πανσέληνο.  Στις 12 ακριβώς τα μεσάνυχτα άρχισα να ψέλνω τα λόγια που έπρεπε. Πρώτα άναψα 7 κεριά και τα έβαλα σε σχήμα κύκλου στο πάτωμα. Έπρεπε να ήμουν μόνος.

Κάποιος άλλος θα τρόμαζε με όλα αυτά.Εγώ όμως ήμουν εξοικειωμένος με τέτοιες καταστάσεις. Και πάντα ενθουσιαζόμουν με αυτή την ιδέα.

Ακολούθησα κατά γραμμα όσα έγραφε το βιβλίο. Αλλά στο τέλος δεν έγινε τίποτα. Απέτυχα. Δεν ήρθα σε επαφή με κανένα πνεύμα.  

Απογοητευμένος μάζεψα όλα τα κεριά, έκλεισα το βιβλίο και έπεσα για ύπνο.


Την άλλη μέρα το πρωί, πηγαίνοντας στη δουλειά με το αμάξι είχα ένα άσχημο τροχαίο ατύχημα. Κάποιος με μεγάλη ταχύτητα  πέρασε  με κόκκινο και έπεσε επάνω μου. Το αμάξι έγινε συντρίμμια. Θυμάμαι να μη μπορώ να αναπνεύσω. Θυμάμαι το ταμπλό του αυτοκινήτου να πιέζει το στήθος μου, να μη μπορώ να κουνηθώ, να πονάω. Θυμάμαι ότι άρχισα να χάνω τις αισθήσεις μου, να τα βλέπω όλα θολά.

Μέσα στη θολούρα μου, θυμάμαι να πλησιάζει κάποιος. Δε μπορούσα να διακρίνω τα χαρακτηριστικά του. Θυμάμαι που με έπιασε από τα χέρια και με έβγαλε έξω από το αυτοκίνητο. Με ξάπλωσε στο πεζοδρόμιο και μου έδινε κουράγιο λέγοντας ότι όλα θα πάνε καλά.

Το τελευταίο που θυμάμαι είναι η σειρήνα του ασθενοφόρου ή της αστυνομίας. Δε ξέρω ποιο ακριβώς ήταν γιατί μάλλον λιποθύμησα. 

Στο νοσοκομείο οι γιατροί απορούσαν πως κατάφερα να βγω από το αυτοκίνητο. Είχε γίνει μια μπάλα από κατεστραμμένες λαμαρίνες.


Τους ρώτησα ποιος ήταν ο άντρας που με βοήθησε να βγω από μέσα. Δεν ήξεραν τίποτα γι΄αυτό. Δεν είχαν δει κανένα οι αυτόπτες μάρτυρες. Είχαν δει μόνο εμένα να απομακρύνομαι από το αυτοκίνητο, μόνος μου, και να πέφτω στο πεζοδρόμιο.

Κι όμως είμαι σίγουρος για τον άντρα που είδα να με βγάζει από το αμάξι. Όπως είμαι σίγουρος ότι μου είπε πως όλα θα πάνε καλά. 

Περίεργο πραγματικά όλο αυτό. Όπως και πολλά άλλα που έγινα από τότε. Όμως θα σας τα περιγράψω κάποια άλλη φορά!


Σας ευχαριστώ για το χρόνο σας και για την δημοσίευση της ιστορίας

Φιλικά Γιώργος

Our horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Γιώργο για την ιστορία που μας έστειλε.

Διαβάστε επίσης:



Σολομωνική


Μάχη εναντίον της μαγείας και των δαιμόνων


Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο 
ourhorrorstory@gmail.com 
για να την δημοσιεύσουμε.







5

Το τσιγγανάκι



Η δική μου ιστορία είναι πολύ μικρή αλλά νομίζω πολύ περίεργη. Ίσως ήμουν κουρασμένη, ίσως επηρεασμένη... Δε ξέρω... Σας αφήνω να βγάλετε τα συμπεράσματα μόνοι σας...

Κάθε μέρα, κάπου στο δρόμο που πηγαίνω στη δουλειά, καθόταν ένα τσιγγανάκι μάλλον, που ζητιάνευε... Ξυπόλητο, με βρώμικα ρούχα...

Την πρώτη μέρα που το είδα το λυπήθηκα και του έδωσα λίγα χρήματα. Έτσι τις επόμενες μέρες όταν με έβλεπε έτρεχε σε μένα και απαιτούσε με τον τρόπο του να του δώσω κι άλλα.

Το απέφευγα, αλλά γινόταν πολύ εκνευριστικό από ένα σημείο και μετά. Δε θέλω να δικαιολογηθώ για την συμπεριφορά μου, αλλά πρωί πρωί, χωρίς να έχω καμία όρεξη να πάω στη δουλειά, μέσα στην κίνηση και στη φασαρία να έχω ένα μικρό να μου κολλάει σαν βδέλλα ήταν εξαιρετικά ανυπόφορο. Και πιο πολύ νευρίασα γιατί σκεφτόμουν πως κάποιος τεμπέλης μεγάλος το έχει εκεί το παιδάκι και το εκμεταλλεύεται. 

Τέλος πάντων, ένα πρωί το έβρισα όταν άρχισε να με τραβάει από τη φούστα για να του δώσω λεφτά και το έσπρωξα με δύναμη. Τότε αυτό είπε νευριασμένα κάτι που δεν κατάλαβα, στα τσιγγάνικα ίσως, και μετά πρόσθεσε: "Στον ύπνο σου μ@λ@κ@ τα έρθει".

Γύρισα στο σπίτι το απόγευμα, έκανα δυο τρεις δουλειές που ήθελα και αφού έκανα ένα μπάνιο να χαλαρώσω ξάπλωσα στο κρεβάτι να διαβάσω ένα βιβλίο πριν κοιμηθώ.

Ξαφνικά, κι ενώ ήμουν ξαπλωμένη στο κρεβάτι, άκουσα ένα θόρυβο κάτω από αυτό. Κάτι σαν να γρατζούνιζε τα πλακάκια...

Τρόμαξα... Ήθελα να σκύψω να δω κάτω από το κρεβάτι αλλά φοβόμουν... Ο θόρυβος συνέχιζε όταν ξαφνικά ένιωσα ένα τράνταγμα... πετάχτηκα από το κρεβάτι απότομα και στην προσπάθειά μου να απομακρυνθώ μπερδεύτηκε το πόδι μου στο σεντόνι, στραβοπάτησα  και έπεσα στο πάτωμα...

Ο θόρυβος συνέχιζε να ακούγεται... με πλησίαζε καθώς ήμουν πεσμένη στο πάτωμα έχοντας την πλάτη μου στο κρεβάτι... Γύρισα απότομα το κεφάλι μου να δω τι ήταν αυτός ο θόρυβος και είδα το πρόσωπο από το μικρό τσιγγανάκι αλλά το σώμα του ήταν μισός άνθρωπος μίσος τράγος!!!! Και ήταν έτοιμο να με αρπάξει για να με τραβήξει κάτω από το κρεβάτι!!!

Πήγα να σηκωθώ αλλά πρόλαβε και μου άρπαξε το πόδι!!!! Προσπαθούσα με δύναμη να συρθώ μέχρι την πόρτα για να μπορέσω να πιαστώ από την κάσα της ώστε να μην καταφέρει να με τραβήξει κάτω από το κρεβάτι!!!! Ήταν πολύ δυνατό!!! Κι έβγαζε μια κραυγή περίεργη!!!! Πολύ απόκοσμη!!!!

Κατάφερα και πιάστηκα από τη κάσα της πόρτας! Ήταν όμως τόσο δυνατό το τσιγγανάκι με το σώμα μισό ανθρώπου και μισό τράγου που με τράβηξε κάτω από το κρεβάτι σπάζοντάς μου τα νύχια των χεριών!!!!

Ξύπνησα απότομα στο καναπέ... Ήταν ένας εφιάλτης... Είχα αποκοιμηθεί...Όμως ξαφνικά είδα αίμα στα χέρια μου...Τα νύχια μου ήταν σπασμένα... Έτρεξα στην πόρτα του υπνοδωμάτιού μου... Η κάσα είχε σημάδια από νυχιές... Ο θόρυβος που άκουσα στο όνειρο ακούστηκε και πάλι, κάτω από το κρεβάτι...

Για μια εβδομάδα κοιμόμουν στην κολλητή μου και την επόμενη εβδομάδα ανάγκασα την κολλητή μου να κοιμάται σε εμένα... Το τσιγγανάκι δε το είδα ξανά.

Our Horror Stories: Ευχαριστούμε την φίλη μας Κυριακή για την ιστορία που μας έστειλε.

Διαβάστε επίσης:




Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com για να την δημοσιεύσουμε.






4

Γεμάτο φεγγάρι




Λόγω της δουλειάς μου έχω αλλάξει τα ονόματα και την τοποθεσία που έγινε το περιστατικό. Είναι όμως 100% πραγματικά όλα όσα αναφέρω. Όσοι ήταν εκείνη τη περίοδο μαζί μου θα καταλάβουν...

Ήμουν με μετάθεση σε μια ήσυχη, απομονωμένη, μικρή μονάδα. Είχαμε λίγους στρατιώτες. Εκείνη τη περίοδο ένας από αυτούς ήταν λίγο πειραγμένος. Από μικρός του άρεσε να διαβάζει και να ασχολείται με τη μαγεία. Με τη Μαύρη Μαγεία νομίζω. Το όνομά του ήταν Μιχάλης.


Μια επιλογή που ταιριάζει ιδανικά με horror διάθεση:


Ήταν Σάββατο και είχα υπηρεσία. Το βράδυ, περίπου στις έντεκα και μισή, βγήκα έφοδο για να ελέγξω όλους τους σκοπούς. Ο Μιχάλης εκείνη την ώρα εκτελούσε την υπηρεσία του περιπόλου. 

Συνήθως τα βράδια του Οκτωβρίου στην περιοχή ήταν ανοιξιάτικα. Εκείνο το βράδυ όμως, όταν βγήκα έφοδο, ο αέρας φυσούσε ορμητικά. Ήταν τόσο δυνατός που φοβήθηκα ότι θα σπάσει τα δέντρα ή θα προκαλέσει κάποια ζημιά στο στρατόπεδο. Τα σκυλιά στην περιοχή ούρλιαζαν σαν τρελά. Γάβγιζαν ασταμάτητα (πάνω από το στρατόπεδο υπήρχε ένα μαντρί με πρόβατα με πολλά σκυλιά). 

Τα σύννεφα ταξιδεύανε με μεγάλη ταχύτητα στον ουρανό, αποκαλύπτοντας συχνά το φεγγάρι. Είχε πανσέληνο.



Άρχισα να ανηφορίζω προς τις αποθήκες για να τις ελέγξω.  Μπροστά μου, στα εκατό με εκατόν πενήντα μέτρα διέκρινα τον Μιχάλη, που ήταν περίπολο. Είχε το κεφάλι του σηκωμένο στον ουρανό και δεν άκουγε που τον φώναζα. Τα σκυλιά και ο αέρας συνέχιζαν να λυσσομανάνε.

Τον πλησίασα κι άλλο. Μπόρεσα τότε να τον ακούσω που έλεγε διάφορα πράγματα κοιτώντας συνέχεια τον ουρανό. Δεν καταλάβαινα τι  έλεγε. Δε ξέρω ποια γλώσσα ήταν αυτή που μιλούσε. 

Φοβήθηκα. Είχα ακούσει από άλλους στρατιώτες ότι ασχολείται με την μαύρη μαγεία. Ίσως αυτά που έλεγε, στην περίεργη αυτή γλώσσα, να ήταν κάποια επίκληση δε ξέρω κι εγώ που. Ο αέρας γινόταν όλο ποιο δυνατός. Τα σκυλιά είχαν τρελαθεί.



Για να τον σταματήσω πήγα και του χτύπησα τη πλάτη.

"Ρε μαλακισμένο, πήγαινε βρες καμιά γκόμενα να ξελαμπικάρεις και παράτα τα αυτά" του φώναξα.

Ο Μιχάλης σταμάτησε να μιλάει, γύρισε με κοίταξε και χαμογέλασε.

Αμέσως, λες και έγινε αυτόματα, σταμάτησε ο αέρας και το γάβγισμα των σκύλων. Ηρέμησε η φύση...

Δε τον ρώτησα τι έκανε. Το υπόλοιπο βράδυ ευτυχώς κύλησε ομαλά. Την Δευτέρα είπα στους συναδέλφους μου τι έγινε. 



Our Horror Stories: Ευχαριστούμε το φίλο της σελίδας μας για την ιστορία που μας έστειλε.

Διαβάστε επίσης:



Ακολουθήστε μας στη σελίδα μας στο Facebook 



 Ένα LIKE, SHARE και σχόλιο θα βοηθήσει να συνεχίσουμε το έργο μας!
ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ!




Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.





  
2

To Είδωλό μου στο καθρέπτη


Μου αρέσει να ασχολούμαι με την μαγεία. Από μικρός διάβαζα ότι σχετικό βιβλίο έπεφτε στα χέρια μου, άκουγα κάθε ιστορία που έφτανε στα αυτιά μου και γοητευόμουν με ότι είχε να κάνει με πνεύματα. Μέχρι που άρχισα να κάνω, αυτά που άκουγα, πράξη.

Δε ήξερα όμως τι κινδύνους κρύβουν όλα αυτά. Δε μπορείτε να φανταστείτε πόσο επικίνδυνα είναι.



Η πρώτη επαφή μου με την μαγεία, την μαύρη μαγεία, ήταν πριν αρκετά χρόνια. Ήμουν τελείως άπειρος τότε.  Θέλησα να καλέσω ένα πνεύμα στο καθρέπτη. Είχα διαβάσει το τρόπο.  Δε γνώριζα όμως τι θα ακολουθούσε.

Πήρα τον καθρέπτη, δύο κεράκια αναμμένα, είχα το κείμενο μπροστά μου που έπρεπε να ψάλλω και περίμενα να έρθει η κατάλληλη η ώρα. 12 τα μεσάνυχτα ακριβώς. Ήμουν μόνος στο σπίτι. Ήταν η κατάλληλη ευκαιρία.



Όταν οι δείκτες του ρολογιού έδειξαν 12, άναψα τα κεράκια και διάβασα τα λόγια που έπρεπε. Όλα τα φώτα στο σπίτι έπρεπε να ήταν σβηστά. Το μόνο φως που υπήρχε προερχόταν από τα δύο κεράκια μπροστά στο καθρέπτη. Το μόνο πράγμα που μπορούσα να διακρίνω ήταν το είδωλό μου μέσα σε αυτόν.

Διάβασα τα λόγια αλλά δεν έγινε τίποτα. Κάτι έκανα λάθος σκέφτηκα. Ήμουν άπειρος τότε. Σκέφτηκα να κάνω άλλη μια προσπάθεια όταν πρόσεξα ότι τα κεριά που φαινόταν μέσα στον καθρέφτη έσβησαν. Κι όμως τα κεράκια μπροστά μου ήταν ακόμη αναμμένα...



Τρόμαξα... Τραβήχτηκα λίγο μακριά από τον καθρέφτη. Κι όμως, το είδωλό μου έμεινε ακίνητο!!! Δεν ακολούθησε την κίνησή μου. Στεκόταν και με κοιτούσε!!!!

Σοκαρίστηκα!  Στην αρχή νόμισα ότι από το φόβο μου τα φανταζόμουν όλα αυτά! Κούνησα το κεφάλι μου δεξιά αριστερά για να δω τι κίνηση θα κάνει το είδωλό μου στο καθρέφτη. Δεν έκανε καμία... Δεν θα υπερβάλλω αν πω ότι χέστηκα πάνω μου... αλλά η στιγμή που κόντεψα να πεθάνω από το φόβο μου δεν άργησε να φτάσει.

Ενώ εγώ ήμουν καθιστός, παγωμένος από την τρομάρα μου, το είδωλό μου στο καθρέφτη σηκώθηκε!!! Ναι, σηκώθηκε και συνέχισε να με κοιτάει στα μάτια!!! Παρόλο που είχε τη μορφή μου ήταν τόσο νεκρικά ανέκφραστο! Ξαφνικά σήκωσε το χέρι του και άρχισε να δείχνει εμένα. Έβλεπα ότι άρχισε να μιλάει κιόλας! Ανοιγοέκλεινε το στόμα του αλλά δεν άκουγα το παραμικρό!



Σηκώθηκα και έφυγα τρέχοντας από το δωμάτιο!!! Μεγάλο λάθος! Πήρα τηλέφωνο ένα γνωστό μου που είχε πείρα σε αυτά. Μου είπε να γυρίσω αμέσως πίσω στο καθρέφτη και να παρακολουθώ την οντότητα που εμφανίστηκε μέσα σε αυτόν μέχρι να έρθει. Δεν έπρεπε να βρει τρόπο να βγει μέσα από το καθρέφτη. 

Όταν γύρισα όλα μοιάζανε φυσιολογικά. Ο καθρέφτης έδειχνε μόνο το κανονικό είδωλό μου. Κακό αυτό μου είπε ο γνωστός μου όταν ήρθε. Ότι κι αν κάλεσα μπορεί και να κυκλοφορεί ελεύθερο οπουδήποτε πρόσθεσε. Έπρεπε να μην φοβηθώ και να διάβαζα την παράκληση για να φύγει.

Τις επόμενες μέρες ακολουθήσαμε ένα είδος τελετουργίας για να διώξουμε αυτή την οντότητα πίσω από όπου ήρθε. Έπρεπε να βγάζουμε τον καθρέφτη όλη μέρα στον  ήλιο και άλλα πολλά. Πιστεύω ότι το καταφέραμε.

Ο λόγος που σας στέλνω κι εγώ τη δική μου ιστορία είναι επειδή διάβασα την ιστορία της Κωνσταντίνας στο blog σας (καθρέφτης - πύλη) και θέλω να τονίσω πόσο πρέπει να προσέχεται σε τέτοιες καταστάσεις.

Μια επιλογή που ταιριάζει ιδανικά με horror διάθεση:


Ourhorrorstories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας για την ιστορία του που μοιράστηκε μαζί μας.


Διαβάστε επίσης:





Ακολουθήστε μας στη σελίδα μας στο Facebook 



 Ένα LIKE, SHARE και σχόλιο θα βοηθήσει να συνεχίσουμε το έργο μας!
ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ!




Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.