Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα urban legend. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα urban legend. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
0

Περιπέτεια στην Πεντέλη

 



Όσοι ασχολούνται με το παραφυσικό στην Αθήνα γνωρίζουν τις ιστορίες για την Πεντέλη —τα ηλεκτρομαγνητικά παράδοξα, τις χαμένες διαδρομές, τη Σπηλιά του Νταβέλη. 


Εγώ και ο φίλος μου ο Μάνος, ως λάτρεις του ραδιοερασιτεχνισμού και των αστικών θρύλων, αποφασίσαμε τον περασμένο Μάιο να κάνουμε μια νυχτερινή καταγραφή συχνοτήτων (EVP) στην περιοχή γύρω από το σπήλαιο.


Φτάσαμε εκεί γύρω στις 11:30 το βράδυ. Η ατμόσφαιρα ήταν παράξενα βαριά· δεν ακουγόταν ούτε ένα έντομο, ούτε ο αέρας ανάμεσα στα πεύκα.


Στήσαμε τον εξοπλισμό μας σε ένα ξέφωτο λίγα μέτρα μακριά από την είσοδο της σπηλιάς: έναν δέκτη ευρέως φάσματος και ένα αναλογικό κασετόφωνο. Ξεκινήσαμε να σαρώνουμε τις κενές συχνότητες στα βραχέα κύματα.


Το πρώτο εύρημα

Για περίπου σαράντα λεπτά ακουγόταν μόνο ο κλασικός λευκός θόρυβος (στατικός θόρυβος). Ξαφνικά, στις 00:33, η βελόνα του δέκτη κόλλησε μόνη της στους 1420 MHz —μια συχνότητα που ήταν τελείως καθαρή.


Ο ήχος 

Από το ηχείο δεν ακούστηκε παράσιτο. Ακούστηκε ο ήχος από βήματα σε χαλίκι, λες και κάποιος περπατούσε κυκλικά γύρω από το σημείο που είχαμε στήσει τα τρίποδα.


Η παράνοια

Κοιταχτήκαμε με τον Μάνο. Γύρω μας επικρατούσε απόλυτη σιωπή, αλλά μέσα από το ηχείο του ασυρμάτου τα βήματα ακούγονταν όλο και πιο κοντά.


Τότε, ο Μάνος αποφάσισε να κάνει μια ερώτηση στο μικρόφωνο: «Είναι κανείς εδώ μαζί μας;»


Αυτό που ακολούθησε μας πάγωσε το αίμα.


Από το ηχείο δεν βγήκε μια άγνωστη φωνή. Βγήκε η δική μου φωνή, με την ίδια ακριβώς χροιά, να επαναλαμβάνει λέξη προς λέξη μια πρόταση που είχα πει στον Μάνο στο αυτοκίνητο, την ώρα που ανεβαίναμε στο βουνό:


«Αν δούμε κάτι περίεργο, απλά τα παρατάμε όλα και φεύγουμε»


Μόλις ακούστηκε η ατάκα από τη συσκευή, ο φακός που κρατούσα στα χέρια μου έσβησε. Ταυτόχρονα, ακούστηκε ένας δυνατός, μεταλλικός γδούπος από το εσωτερικό της σπηλιάς, σαν να έπεσε κάποιο βαρύ εργαλείο.


Δεν περιμέναμε ούτε δευτερόλεπτο. Αφήσαμε τα τρίποδα και τις καλωδιώσεις εκεί, μπήκαμε στο αμάξι και κατεβήκαμε το βουνό με την καρδιά στο στόμα.


Το επόμενο πρωί, πήραμε την απόφαση να ανέβουμε μέρα μεσημέρι για να μαζέψουμε τον εξοπλισμό μας. Ο δέκτης και το κασετόφωνο ήταν ακόμα εκεί. Όμως, η ταινία μέσα στο κασετόφωνο ήταν εντελώς λιωμένη, σαν να είχε εκτεθεί σε υπερβολική θερμότητα.


Και το χειρότερο; Όταν βάλαμε μπρος το αυτοκίνητο για να φύγουμε, το ραδιόφωνο του αμαξιού άνοιξε μόνο του. Στην οθόνη εμφανίστηκε η συχνότητα 1420 MHz... και από τα ηχεία ακουγόταν η αναπνοή κάποιου που παρακολουθούσε τη διαδρομή μας καθώς κατεβαίναμε τις στροφές. 


UFOria


Εσείς έχετε επισκεφθεί ποτέ την Πεντέλη νύχτα; Έχετε παρατηρήσει ποτέ περίεργες παρεμβολές στο ραδιόφωνο ή στο κινητό σας κοντά στη σπηλιά; 


Αν σου αρέσουν οι σκοτεινές ιστορίες τότε σου ταιριάζει γάντι αυτό:

Wednesday - Thing


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Νίκο για την ιστορία που μας έστειλε.


Πριν φύγεις μη χάσεις αυτό:

Detective club


Διαβάστε επίσης:

FUCK OFF

Ο εισβολέας

Το ατύχημα



Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com για να την δημοσιεύσουμε.







4

Μια εμπειρία που δεν έπρεπε να ζήσω



 Ήταν Οκτώβριος του 2022 όταν αποφασίσαμε με την παρέα μου —τον Νίκο, την Ελένη κι εμένα— να δοκιμάσουμε κάτι που βλέπαμε πάντα σε θρίλερ. Είχαμε μαζευτεί στο παλιό σπίτι της γιαγιάς της Ελένης στο χωριό, ένα διώροφο πέτρινο κτίσμα του '60 που έτριζε με το παραμικρό ρεύμα αέρα.


Ακριβώς στις 12:00 το βράδυ, κλείσαμε όλα τα φώτα. Τοποθετήσαμε τρία λευκά κεριά μπροστά από τον μεγάλο, οβάλ καθρέφτη του διαδρόμου —έναν παλιό καθρέφτη με θαμπές γωνίες από την υγρασία. Ανάψαμε τα κεριά, πιαστήκαμε από τα χέρια και ψιθυρίσαμε το γνωστό κάλεσμα τρεις φορές στο γυαλί.


Περιμέναμε για λίγα λεπτά αλλά δεν συνέβη απολύτως τίποτα. Γελάσαμε νευρικά, κοροϊδέψαμε τους εαυτούς μας για τη δεισιδαιμονία μας, σβήσαμε τα κεριά και πέσαμε για ύπνο.


Όταν φύγαμε την επόμενη μέρα από το σπίτι της γιαγιάς, άρχισα να αισθάνομαι πολύ παράξενα. Ένιωθα μια συνεχή αίσθηση παρακολούθησης, αλλά δεν είπα τίποτα στους άλλους — φοβόμουν ότι θα με περνούσαν για υπερβολικό ή παρανοϊκό. Κράτησα τη σιωπή μου για μέρες.


Μέχρι που μια μέρα, η Ελένη μας πήρε τηλέφωνο. Ήταν τρομοκρατημένη και μας ζήτησε επειγόντως να ξαναβρεθούμε.


Όταν συναντηθήκαμε, η φωνή της έτρεμε. Μας περιέγραψε μια ενοχλητική, περίεργη αίσθηση που βίωνε μετά το παιχνίδι με τα κεριά στο καθρέφτη:


Μια συνεχής, βαριά παγωνιά στον αυχένα, σαν κάποιος να σκύβει πάνω από τον ώμο της την ώρα που κοιτούσε την οθόνη του κινητού ή όταν έπλενε τα πιάτα.

Έναν περίεργο ήχο. Όχι φωνές. Σαν μια βραχνή, ρυθμική αναπνοή. Ακούγεται τόσο κοντά, μόλις λίγα εκατοστά πίσω από το αυτί, αλλά μόλις γυρίσεις απότομα, ο χώρος είναι άδειος.

Επίσης κάθε βράδυ, ακριβώς στις 00:00, τα φώτα στο δωμάτιό της τρεμοπαίζουν για δύο δευτερόλεπτα.


Τότε παγώσαμε όλοι. Κοιταχτήκαμε στα μάτια χωρίς να μιλάμε.


Ο Νίκος κι εγώ της εξηγήσαμε, με κομμένη την ανάσα, ότι ακριβώς τα ίδια πράγματα συνέβαιναν και σε εμάς, στα δικά μας σπίτια, από την ημέρα που φύγαμε από το χωριό.


Δεν ξέρουμε αν ανοίξαμε μια πόρτα που δεν έπρεπε ή αν φέραμε κάτι μαζί μας από εκείνον τον καθρέφτη. Το μόνο βέβαιο είναι ότι όλοι λένε πως τα πνεύματα δεν εμφανίζονται πάντα με κραυγές· μερικές φορές, απλά στέκονται πίσω σου και περιμένουν.


Πριν τελειώσεις την ιστορία ρίξε μια ματιά και σε αυτό:


Εσείς τι πιστεύετε ότι πρέπει να κάνουμε; Αν έχετε βιώσει κάτι παρόμοιο ή γνωρίζετε κάποιον τρόπο να σπάσει αυτός ο δεσμός, γράψτε μας στα σχόλια παρακάτω — κάθε συμβουλή είναι πλέον πολύτιμη.


Ένα παιχνίδι ειδικά για σένα:


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Σωκράτη για την ιστορία που μας έστειλε.



Διαβάστε επίσης:





Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.




0

Οι καμπάνες

 



Καλησπέρα. Δεν ξέρω αν αυτό που άκουσα ήταν ήχος, προσευχή ή κάτι που δεν έχει όνομα σε καμία ανθρώπινη γλώσσα. Ήταν πάντως κάτι περίεργο κι έτσι αποφάσισα να το μοιραστώ μαζί σας. Ο καθένας ας βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.


Είμαι λαογράφος. Ή, για να είμαι πιο ακριβής, προσπαθώ να γίνω. Τα τελευταία χρόνια καταγράφω παλιές δοξασίες από χωριά της Ελλάδας: ιστορίες για νεράιδες, στοιχειά, μαύρα σκυλιά στα σταυροδρόμια, φωτιές που φαίνονται πάνω από μνήματα, καμπάνες που χτυπούν μόνες τους.


Οι περισσότεροι μου λένε αυτά που περιμένεις. Ιστορίες που άκουσαν από γιαγιάδες. Μισές αναμνήσεις. Φήμες. Υπερβολές. Όμως πριν από δύο εβδομάδες έφτασα σε ένα ορεινό χωριό, χτισμένο σε μια πλαγιά πάνω από έναν γκρεμό, και εκεί άκουσα κάτι που δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου.


Δεν θα γράψω το όνομα του χωριού ή σε ποιον νομό βρίσκεται. Δεν θέλω να πάει κανείς από περιέργεια.


Όταν έφτασα, ήταν απόγευμα. Ο δρόμος ανέβαινε μέσα από πυκνά έλατα και πέτρα, και η ομίχλη είχε αρχίσει να σκεπάζει τις στέγες. Το χωριό φαινόταν σχεδόν εγκαταλελειμμένο. Λίγα σπίτια κατοικημένα, ένα καφενείο, μια μικρή πλατεία με πλατάνι και μια εκκλησία κλειδωμένη.


Είχα πάει εκεί για μια ιστορία που μου είχε αναφέρει ένας παλιός καθηγητής μου.


«Αν θες κάτι παράξενο», μου είχε πει, «ρώτα για το ξωκλήσι του Αϊ-Νικήτα. Αλλά μη δείξεις ότι ξέρεις πολλά. Εκεί πάνω δεν μιλάνε εύκολα».


Το ξωκλήσι βρισκόταν έξω από το χωριό, περίπου μισή ώρα περπάτημα σε ένα παλιό μονοπάτι. Οι ντόπιοι, όπως έμαθα, δεν πήγαιναν εκεί παρά μόνο μία φορά τον χρόνο. Όχι στη γιορτή του αγίου. Όχι για λειτουργία.


Πήγαιναν μια Κυριακή του Νοέμβρη, πάντα πριν νυχτώσει.


Χτυπούσαν την καμπάνα τρεις φορές.


Και έφευγαν χωρίς να μπουν μέσα.


Αυτό από μόνο του ήταν αρκετό για να με κάνει να ψάξω περισσότερο.


Στο καφενείο, όταν ρώτησα για το ξωκλήσι, οι συζητήσεις σταμάτησαν. Ένας ηλικιωμένος με άσπρο μουστάκι κατέβασε το ποτήρι του και με κοίταξε σαν να είχα πει κάτι αγενές.


«Δεν έχει τίποτα εκεί πάνω», μου είπε.


«Μου είπαν ότι είναι παλιό», απάντησα.


«Όλα παλιά είναι εδώ».


Ο καφετζής έσκυψε να σκουπίσει τον πάγκο, αν και ήταν ήδη καθαρός. «Το ξωκλήσι δεν είναι για τους ζωντανούς»,  μου είπε.


Ο ηλικιωμένος με το άσπρο μουστάκι γύρισε απότομα.


«Σώπα, μπάρμπα - Γιαν».


Εκείνος δεν τον κοίταξε και είπε:


«Δεν χτίστηκε για να μπαίνουν άνθρωποι».


Κανείς δεν μίλησε μετά από αυτό.


Εγώ, φυσικά, πήγα.


Την επόμενη μέρα, λίγο πριν το μεσημέρι, πήρα το μονοπάτι. Ο ουρανός ήταν χαμηλός, γεμάτος σύννεφα. Το χώμα είχε κρατήσει υγρασία από τη βραδινή βροχή και τα παπούτσια μου βούλιαζαν ελαφρά σε κάθε βήμα. Όσο ανέβαινα, το χωριό χανόταν πίσω μου και μαζί του χάνονταν και οι ήχοι. Δεν ακουγόταν ούτε πουλί.


Το ξωκλήσι εμφανίστηκε ξαφνικά ανάμεσα στα έλατα.


Ήταν μικρό, πέτρινο, με χαμηλή στέγη και έναν ξύλινο σταυρό που είχε γείρει ελαφρά προς τα αριστερά. Η πόρτα ήταν παλιά, μαυρισμένη από τον χρόνο, και πάνω της υπήρχαν καρφωμένα τρία μικρά σιδερένια πέταλα.


Το πρώτο παράξενο πράγμα ήταν η καμπάνα.


Δεν κρεμόταν σε καμπαναριό.


Ήταν μέσα στο ξωκλήσι.


Τη διέκρινα από ένα μικρό σπασμένο παραθυράκι στο πλάι. Μια παλιά χάλκινη καμπάνα, κρεμασμένη όχι ψηλά, αλλά χαμηλά, σχεδόν στο ύψος ανθρώπου. Το σχοινί της δεν πήγαινε προς τα έξω. Κατέβαινε μέσα από μια τρύπα στο πάτωμα.


Σκέφτηκα ότι ίσως είχε πέσει το καμπαναριό κάποτε και την έβαλαν προσωρινά εκεί.


Μια λογική εξήγηση.


Πάντα βρίσκεις μία, στην αρχή.


Η πόρτα δεν ήταν κλειδωμένη. Έσπρωξα και άνοιξε με δυσκολία.


Μέσα μύριζε κερί, μούχλα και κάτι άλλο που δεν μπορούσα να προσδιορίσω. Κάτι μεταλλικό. Σαν παλιό αίμα πάνω σε πέτρα.


Το εσωτερικό ήταν γυμνό. Μερικές ξεθωριασμένες εικόνες, ένα μικρό τέμπλο μισοσαπισμένο, μια πέτρινη πλάκα στο κέντρο του δαπέδου και η καμπάνα στο βάθος, κρεμασμένη από μια χοντρή ξύλινη δοκό.


Δεν υπήρχαν στασίδια.


Δεν υπήρχε παγκάρι.


Δεν υπήρχαν καν κεριά.


Και τότε πρόσεξα το πάτωμα.


Δεν ήταν ίσιο.


Στην αρχή νόμισα ότι είχε καθίσει το έδαφος από την υγρασία. Όμως όσο προχωρούσα, τόσο πιο έντονα ένιωθα ότι ο χώρος γέρνει. Όχι προς μια πλευρά, όπως θα περίμενε κανείς σε ένα παλιό κτίσμα.


Γέρνει προς τα κάτω.


Προς το κέντρο.


Όλη η πέτρα, όλοι οι τοίχοι, ακόμη και οι σκιές μέσα στο ξωκλήσι έμοιαζαν να τραβιούνται προς την πλάκα στο πάτωμα.


Πλησίασα.


Η πλάκα ήταν κυκλική και δεν ταίριαζε με το υπόλοιπο δάπεδο. Ήταν πιο σκούρα, σχεδόν μαύρη, και πάνω της υπήρχαν χαραγμένα σημάδια. Δεν ήταν σταυροί. Δεν ήταν γράμματα. Δεν ήταν τίποτα που είχα ξαναδεί σε εκκλησία.


Έμοιαζαν με γραμμές που κάποιος είχε χαράξει χωρίς να σηκώσει ποτέ το χέρι του. Σπείρες, γωνίες, κύκλοι μέσα σε κύκλους, σχήματα που σε έκαναν να νιώθεις ότι αν τα κοιτάξεις αρκετά, θα κινηθούν.


Έβγαλα το κινητό να τραβήξω φωτογραφία.


Η οθόνη μαύρισε.


Η μπαταρία έδειχνε 0%.


Ήμουν σίγουρος ότι είχε πάνω από 70% όταν ξεκίνησα.


Ένιωσα εκείνη τη μικρή ψυχρή βελόνα στη βάση του αυχένα. Το ένστικτο που σου λέει να φύγεις πριν η λογική προλάβει να ρωτήσει γιατί.


Κι εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ο ήχος.


Όχι δυνατός.


Βαθύς.


Σαν κάποιος, πολύ μακριά κάτω από το έδαφος, να χτύπησε μια τεράστια μεταλλική χορδή.


Το ξωκλήσι έτριξε.


Η καμπάνα δεν κουνήθηκε.


Κι όμως, ο ήχος ήρθε από κάτω της.


Έκανα ένα βήμα πίσω. Το πόδι μου γλίστρησε ελαφρά στην πέτρα, και για μια στιγμή είχα την αίσθηση ότι το πάτωμα δεν με κρατά, αλλά με τραβά.


Τότε άκουσα κάτι σαν ψαλμό.


Δεν θα το πω τραγούδι. Δεν ήταν τραγούδι. Δεν είχε μελωδία όπως την καταλαβαίνουμε. Ήταν ένας χαμηλός, κυματιστός ήχος, σαν πολλές φωνές μαζί, μόνο που καμία δεν έμοιαζε ανθρώπινη.


Δεν ερχόταν από έξω.


Ερχόταν από κάτω.


Από κάτω από την κυκλική πλάκα.


Έφυγα τρέχοντας.


Δεν σταμάτησα μέχρι που είδα τις πρώτες στέγες του χωριού. Όταν μπήκα στο καφενείο, πρέπει να ήμουν χλωμός, γιατί ο καφετζής δεν με ρώτησε τίποτα. Μόνο μου έβαλε ένα ποτήρι τσίπουρο μπροστά μου.


«Σου είπαμε ότι δεν έχει τίποτα εκεί πάνω», είπε ο ηλικιωμένος με το άσπρο μουστάκι.


«Τι είναι κάτω από το ξωκλήσι;» ρώτησα.


Κανείς δεν απάντησε.


Ο μπάρμπα - Γιάννης όμως, αυτή τη φορά, με κοίταξε με λύπη.


«Δεν είναι κάτω», είπε. «Εμείς είμαστε από πάνω».


Το ίδιο βράδυ χτύπησαν οι καμπάνες.


Όχι της εκκλησίας στην πλατεία.


Οι καμπάνες από το βουνό.


Ήταν λίγο μετά τις τρεις. Ξύπνησα στο δωμάτιο που είχα νοικιάσει πάνω από το καφενείο. Στην αρχή νόμισα ότι ονειρευόμουν. Ένας βαθύς, μακρινός ήχος απλωνόταν πάνω από το χωριό.


Ντον.


Μεγάλη παύση.


Ντον.


Άλλη παύση.


Ντον.


Τρεις φορές.


Μετά σιωπή.


Το πρωί ρώτησα τον καφετζή ποιος ανέβηκε τη νύχτα στο ξωκλήσι.


Δεν απάντησε.


«Κανείς δεν θα ανέβαινε τέτοια ώρα», του είπα. «Το άκουσα».


Ο ηλικιωμένος με το μουστάκι, που καθόταν στη γωνία, είπε χωρίς να με κοιτάξει:


«Δεν χτυπάμε εμείς την καμπάνα, απλά ξεκινάει».


Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.


«Τι ξεκινάει;»


Σηκώθηκε αργά, πήρε το παλτό του και πλησίασε.


«Άκουσέ με καλά», είπε. «Ό,τι κι αν γράφεις, ό,τι κι αν ψάχνεις, σταμάτα εδώ. Δεν είναι ιστορία για χαρτί αυτό. Δεν είναι θρύλος. Δεν είναι για να τρομάζουν τα παιδιά. Είναι παλιότερο από το χωριό. Παλιότερο από την εκκλησία. Παλιότερο από τα ονόματα που δώσαμε στα βουνά».


«Τότε γιατί χτίσατε ξωκλήσι από πάνω;»


Με κοίταξε σαν να είχα κάνει ανόητη ερώτηση.


«Γιατί αυτό ξέραμε να χτίζουμε».


Εκείνη τη μέρα έμαθα όσα μπορούσα.


Όχι από έναν άνθρωπο. Από σπασμένες φράσεις, μισές εξομολογήσεις, βλέμματα που χαμήλωναν όταν πλησίαζα.


Το ξωκλήσι του Αϊ-Νικήτα δεν ήταν πάντα ξωκλήσι. Πριν χτιστεί, εκεί υπήρχε ένας κύκλος από μαύρες πέτρες. Κανείς δεν ήξερε ποιος τον έφτιαξε. Οι παλιοί έλεγαν ότι οι πέτρες δεν ήταν από εκείνο το βουνό. Ότι δεν τις έφερναν τα ζώα κοντά. Ότι τη νύχτα έβγαζαν ζέστη, ακόμη και στο χιόνι.


Κάτω από τις πέτρες υπήρχε κάτι σαν χάσμα.


Όχι μεγάλο.


Όχι σπηλιά.


Μια σχισμή στο έδαφος, τόσο στενή που δεν μπορούσε να χωρέσει άνθρωπος. Όμως από μέσα της έβγαινε αέρας. Ζεστός. Και μαζί του ένας ήχος που έκανε τους ανθρώπους να βλέπουν όνειρα με πράγματα που δεν υπήρχαν στη γη.


Κάποιοι έλεγαν ότι από εκεί ανέβαιναν οι νεκροί.


Άλλοι ότι εκεί κοιμόταν ένας παλιός θεός. Άλλοι ότι ήταν η είσοδος για την κόλαση.


Οι πιο ηλικιωμένοι δεν έλεγαν τίποτα.


Έκαναν μόνο τον σταυρό τους.


Το ξωκλήσι χτίστηκε πριν από περίπου διακόσια χρόνια, μετά από έναν χειμώνα που χάθηκαν επτά άνθρωποι. Όχι στο δάσος. Όχι στον γκρεμό.


Χάθηκαν μέσα στα σπίτια τους.


Οι οικογένειές τους τους άκουγαν να μιλούν στον ύπνο τους σε μια γλώσσα που κανείς δεν καταλάβαινε. Μετά άρχισαν να ξυπνούν τη νύχτα και να περπατούν προς το βουνό. Τους κρατούσαν, τους έδεναν, τους έκλειναν μέσα.


Ένας ένας, όμως, εξαφανίζονταν.


Πάντα μετά τον τρίτο χτύπο της καμπάνας.


Τότε έφεραν πέτρα, εικόνες, σταυρούς και έναν παπά από μακριά. Έχτισαν το ξωκλήσι πάνω στη σχισμή. Έκλεισαν το πάτωμα με την κυκλική πλάκα. Και έβαλαν την καμπάνα μέσα, με το σχοινί να περνά μέσα από την πέτρα, προς τα κάτω.


Δεν ήταν για να τη χτυπούν οι άνθρωποι.


Ήταν για να ακούνε αν κάτι από κάτω τραβάει το σχοινί.


«Και όταν χτυπάει;» ρώτησα τον Μπάρμπα Γιάννη.


Εκείνος σταύρωσε τα χέρια του.


«Κλείνουμε τα παράθυρα. Δεν απαντάμε αν μας φωνάξουν με το όνομά μας. Και το πρωί μετράμε ποιος λείπει».


Θα έπρεπε να φύγω τότε.


Το ξέρω.


Αν είχα λογική, θα είχα μαζέψει τα πράγματά μου και θα είχα κατέβει από το χωριό πριν νυχτώσει.


Αλλά έμεινα.


Όχι επειδή ήμουν γενναίος. Ούτε επειδή δεν πίστευα.


Έμεινα επειδή κάτι μέσα μου είχε αρχίσει να θέλει να ξανακούσει τον ήχο.


Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Κάθισα στο δωμάτιο με το φως αναμμένο, το κινητό στην πρίζα και το παράθυρο κλειστό. Γύρω στις δύο, άρχισε ο αέρας. Όχι έξω. Μέσα στο δωμάτιο.


Οι κουρτίνες δεν κουνήθηκαν. Η πόρτα δεν άνοιξε. Κι όμως ένιωθα κάτι να περνάει γύρω μου, σαν αναπνοή από πολύ μεγάλο στόμα.


Στις 03:07, άκουσα το όνομά μου.


Όχι δυνατά.


Όχι από το διάδρομο.


Από το πάτωμα.


Σαν κάποιος να το είπε μέσα από τις σανίδες, πολύ χαμηλά, με φωνή που δεν ήξερε πώς να γίνει ανθρώπινη.


Δεν απάντησα.


Το όνομα ακούστηκε ξανά.


Έβαλα τα χέρια στα αυτιά.


Το πάτωμα άρχισε να δονείται ελαφρά.


Έπειτα χτύπησε η καμπάνα.


Ντον.


Όλο το χωριό έμεινε ακίνητο.


Ντον.


Άκουσα πόρτες να κλειδώνουν. Παράθυρα να σφαλίζουν. Έναν σκύλο να ουρλιάζει και μετά να σωπαίνει απότομα.


Περίμενα τον τρίτο χτύπο.


Δεν ήρθε.


Αντί γι’ αυτό, ακούστηκε κάτι άλλο.


Ένα σύρσιμο.


Κάτι βαρύ τραβιόταν πάνω στο χώμα, από το βουνό προς το χωριό.


Το άκουγαν όλοι. Είμαι σίγουρος. Κι όμως κανείς δεν φώναξε. Κανείς δεν βγήκε. Το χωριό κρατούσε την ανάσα του.


Το σύρσιμο σταμάτησε κάτω από το παράθυρό μου.


Δεν κοίταξα.


Ό,τι κι αν πιστεύεις για τον εαυτό σου, όση περιέργεια κι αν νομίζεις ότι έχεις, υπάρχει μια στιγμή που το σώμα σου ξέρει καλύτερα από το μυαλό.


Έμεινα στην καρέκλα, με τα χέρια στα αυτιά και τα μάτια καρφωμένα στην πόρτα.


Τότε, από την άλλη πλευρά του παραθύρου, μια φωνή ψιθύρισε:


«Σε περιμέναμε».


Δεν θυμάμαι να λιποθύμησα.


Το πρωί με βρήκε ο καφετζής στο πάτωμα. Το παράθυρο ήταν κλειστό. Το φως ακόμα αναμμένο. Το κινητό μου είχε λιώσει στο πλάι, σαν να το είχε ακουμπήσει κάτι καυτό.


Στο τζάμι υπήρχε υγρασία.


Από την έξω πλευρά.


Και πάνω στην υγρασία, κάποιος είχε γράψει με δάχτυλο ένα σχήμα.


Την ίδια σπείρα που είχα δει στην κυκλική πλάκα του ξωκλησιού.


Έφυγα από το χωριό εκείνο το μεσημέρι.


Κανείς δεν προσπάθησε να με σταματήσει. Κανείς δεν με αποχαιρέτησε. Μόνο μια ηλικιωμένη γυναίκα, η κυρά-Μαρίκα, καθώς περνούσα από την πλατεία, μου έδωσε ένα μικρό σταυρουδάκι.


«Δεν θα το κρατήσει μακριά», είπε. «Αλλά ίσως θυμηθείς να μη γυρίσεις όταν σε φωνάξει».


Γύρισα στην Αθήνα.


Για τρεις μέρες δεν συνέβη τίποτα. 


Μετά, την τέταρτη νύχτα, ξύπνησα στις 03:07.


Το δωμάτιό μου ήταν σκοτεινό.


Η πόλη έξω ακουγόταν μακρινή.


Και από το πάτωμα, κάτω από το κρεβάτι μου, άκουσα το όνομά μου.


Πρώτα με τη δική μου φωνή.


Μετά με της μητέρας μου.


Μετά με μια φωνή που δεν ήταν φωνή, αλλά βάθος.


Δεν απάντησα.


Έμεινα ακίνητος. Ένιωσα τότε κάτι να με τραβάει μέσα από το στρώμα, να προσπαθεί να με βάλει μέσα σε αυτό!


Άνοιξα να μάτια μου τρομοκρατημένος. Ο εφιάλτης έμοιαζε πολύ αληθινός. Σηκώθηκα από το κρεβάτι και πήγα στην κουζίνα να πιω ένα ποτήρι νερό. 


Η ιστορία αυτή με επηρέασε πολύ σκέφτηκα, όταν άκουσα στην ησυχία την πόλης, κάπου μακριά στον ορίζοντα, τον αχνό ήχο μιας καμπάνας.

Ντον.


Αν θέλεις να μείνεις λίγο ακόμα στο σκοτάδι…

Καπνός Στον Καθρέφτη Διηγήματα Και Οφθαλμαπάτες


Our Horror Story: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Γιώργο για την ιστορία που μας έστειλε.


Η ανατριχίλα δεν τελειώνει εδώ…

Note Death


Διαβάστε επίσης:






Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.

1

Μην Γυρίσεις

 


Τοποθεσία: Ορεινή Αρκαδία, Εγκαταλελειμμένο Χωριό «Κερασιά»

Ημερομηνία: 14 Νοεμβρίου, 2023

Ο παππούς μου έλεγε πάντα: «Αν ακούσεις το όνομά σου στο δάσος μετά το ηλιοβασίλεμα, μην γυρίσεις. Δεν είναι άνθρωπος αυτός που σε φωνάζει». Τον θεωρούσα προληπτικό, μέχρι το περσινό φθινόπωρο.

Είχαμε πάει για ορειβασία με τον κολλητό μου, τον Μάνο. Φτάσαμε στην Κερασιά αργά το απόγευμα. Είναι ένα χωριό-φάντασμα, πνιγμένο στις καρυδιές και την υγρασία. Αποφασίσαμε να στήσουμε τη σκηνή μας στην αυλή της παλιάς εκκλησίας, του Αγίου Νικολάου, που είχε καταρρεύσει η σκεπή της.

Καθώς ανάβαμε τη φωτιά, η ομίχλη άρχισε να κατεβαίνει από την κορυφή του βουνού σαν λευκό σεντόνι. Ήταν τόσο πυκνή που δεν έβλεπες τα χέρια σου.

«Θα πάω λίγο προς τις βρύσες να γεμίσω τα παγούρια», είπε ο Μάνος και χάθηκε μέσα στο λευκό τοπίο.


Κάποια ίχνη οδηγούν πάντα πιο βαθιά… 


Πέρασαν δέκα λεπτά. Είκοσι. Τριάντα. Το δάσος ήταν απόλυτα βουβό. Ούτε πουλιά, ούτε τριζόνια. Ξαφνικά, άκουσα τη φωνή του.

«Κώστα... Κώστα, έλα εδώ! Δες τι βρήκα!»

Η φωνή του ακουγόταν παράξενα επίπεδη, σαν να έβγαινε μέσα από πηγάδι. Σηκώθηκα και προχώρησε προς τα δέντρα. «Μάνο, πού είσαι;» φώναξα.

«Εδώ, λίγο πιο κάτω... Κώστα, έλα να δεις», ξανακούστηκε.

Ήμουν έτοιμος να μπω βαθιά στις φυλλωσιές, όταν το κινητό μου δονήθηκε στην τσέπη. Το έβγαλα με τρεμάμενα χέρια. Ήταν ένα μήνυμα από τον Μάνο, σταλμένο πριν από δύο λεπτά:

«Ρε φίλε, χάθηκα στην ομίχλη και κατέβηκα κατά λάθος στον κεντρικό δρόμο. Είμαι 2 χιλιόμετρα μακριά, με μάζεψε ένας χωριανός με αγροτικό. Μην κουνηθείς από τη φωτιά, έρχομαι να σε πάρω».

Πάγωσα. Αν ο Μάνος ήταν δύο χιλιόμετρα μακριά, ποιος με φώναζε από τα δέντρα;

Τότε η φωνή ξανακούστηκε, αλλά αυτή τη φορά ήταν ακριβώς πίσω από το αυτί μου. Δεν ήταν η φωνή του Μάνου. Ήταν η δική μου φωνή.

«Κώστα... έλα να δεις τι βρήκαμε», ψιθύρισε η αντανάκλασή μου στο σκοτάδι.

Γύρισα ενστικτωδώς. Δεν υπήρχε κανείς. Μόνο τα κλαδιά μιας καρυδιάς που κουνιόντουσαν, παρόλο που δεν φυσούσε καθόλου. Στη βάση του κορμού, πάνω στο χώμα, υπήρχαν δύο παγούρια. Ήταν γεμάτα με κάτι που έμοιαζε με νερό, αλλά ανέδυε μια μυρωδιά σάπιου κρέατος.

Από εκείνη τη μέρα, δεν μπορώ να κοιμηθώ σε απόλυτη ησυχία. Γιατί κάθε φορά που επικρατεί σιωπή, ακούω τον εαυτό μου, μέσα από το διπλανό δωμάτιο, να με καλεί να πάω να δω «τι βρήκε».


Επειδή μερικές σκιές οδηγούν σε επόμενες ιστορίες:



Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τoν φίλo μας Κώστα για την ιστορία που μας έστειλε.


Διαβάστε επίσης:





Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com  ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.


2

Ο Ψηλός Κύριος

 



Τοποθεσία: Βουνά Cascade, ΗΠΑ.


Ημερομηνία: 2012.

Υπάρχουν αναφορές που η υπηρεσία δασών τις θάβει σε φακέλους με την ένδειξη "Ανεξήγητο". Μετά από 15 χρόνια στα βουνά, παραιτήθηκα και επέστρεψα στην Ελλάδα, στη πόλη των γονιών μου, γιατί δεν άντεχα άλλο να βλέπω τη λογική να καταρρέει μπροστά στα μάτια μου.

Στην Αμερική το φαινόμενο ονομάζεται "Missing 411". Άνθρωποι εξαφανίζονται από το πλευρό των δικών τους μέσα σε δευτερόλεπτα, λες και η γη ανοίγει και τους καταπίνει. Η περίπτωση του μικρού Sam το 2012, όμως, ήταν αυτή που με έκανε να μην ξαναπατήσω στο δάσος.

Ο Sam, μόλις 6 ετών, έπαιζε τρία μέτρα πίσω από τον πατέρα του σε ένα ανοιχτό, επίπεδο μονοπάτι στα βουνά Cascade. Ο πατέρας του γύρισε για μια στιγμή να πιάσει το παγούρι του. Όταν ξανακοίταξε, το μονοπάτι ήταν άδειο. Ο Sam είχε χαθεί. Χωρίς ούτε έναν ήχο, χωρίς μια κραυγή.

Τα λαγωνικά που φέραμε αρνήθηκαν να δουλέψουν. Μόλις έφτασαν στο σημείο της εξαφάνισης, άρχισαν να τρέμουν και να κοιτούν τον ουρανό βγάζοντας έναν απόκοσμο θρήνο. Η μυρωδιά του παιδιού είχε απλά σβηστεί από τον χάρτη.

Τον βρήκαμε δύο μέρες μετά, στην κορυφή μιας απόκρημνης πλαγιάς, 12 χιλιόμετρα μακριά από το σημείο που χάθηκε. Ένας ενήλικας ορειβάτης θα χρειαζόταν 10 ώρες εξαντλητικής αναρρίχησης για να φτάσει εκεί. Ο Sam καθόταν πάνω σε έναν βράχο, στεγνός, παρόλο που η περιοχή είχε χτυπηθεί από καταρρακτώδεις βροχές όλη τη νύχτα.

Το πιο αδιανόητο; Τα παπούτσια του έλειπαν, αλλά οι κάλτσες του ήταν πεντακάθαρες. Ούτε ένα λεκέ από λάσπη, ούτε ένα σκίσιμο από τις πέτρες, ούτε ένα αγκάθι. Ήταν σαν να είχε τοποθετηθεί εκεί από ψηλά, χωρίς τα πόδια του να αγγίξουν ποτέ το έδαφος στη διαδρομή.

Όταν τον ρωτήσαμε πώς βρέθηκε εκεί, μας κοίταξε με ένα βλέμμα που δεν ανήκε σε παιδί.

Είπε μόνο:

"Ο ψηλός κύριος με το πρόσωπο από φως με σήκωσε. Δεν περπατούσαμε. Το δάσος γινόταν μικρό κάτω από τα πόδια μου."

Τα παπούτσια του βρέθηκαν αργότερα, τρία χιλιόμετρα μακριά, δεμένα με τα κορδόνια τους και κρεμασμένα σε ένα κλαδί δέντρου, σε ύψος τεσσάρων μέτρων.

Μην πιστεύετε τις επίσημες ανακοινώσεις. Τα εθνικά πάρκα κρύβουν κάτι που δεν έχει όνομα. Αν ποτέ περπατάτε στο δάσος και νιώσετε μια ξαφνική, απόλυτη σιωπή, σαν να σταμάτησε ο χρόνος... μην γυρίσετε να κοιτάξετε πίσω. Τρέξτε.

Mike R., πρώην δασοφύλακας (Oregon, USA)


Αν σου αρέσουν ιστορίες με ανατριχιαστική ατμόσφαιρα, ίσως θέλεις να ρίξεις μια ματιά και εδώ:



Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Mike R. για την ιστορία που μας έστειλε.

Διαβάστε επίσης:


Κρυμμένες ζωγραφιές (Ένα άκρως επινοητικό υπερφυσικό θρίλερ, για τους φαν του Stranger Things και του Riley Sager – όπου μια γυναίκα εργάζεται ως νταντά ενός παιδιού με παράξενα και ανατριχιαστικά μυστικά)







Ακολουθήστε μας στη σελίδα μας στο Facebook 



 Ένα LIKE, SHARE και σχόλιο θα βοηθήσει να συνεχίσουμε το έργο μας!
ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ!




Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.



0

Η τραγουδίστρια της ακτής


Τοποθεσία: Κέρκυρα 

Ημερομηνία: Ιούλιος 2014

Δεν ξέρω αν πρέπει να το γράψω αυτό.

Αλλά αν κάποιος έχει ακούσει κάτι παρόμοιο… θέλω να μου πει ότι δεν είμαι τρελή.

Ήρθα στην Κέρκυρα με το αγόρι μου τον Βασίλη για σεζόν. Δουλεύαμε σε ένα μικρό boutique ξενοδοχείο, λίγο έξω από την πόλη. Ήσυχο μέρος, λίγα δωμάτια, κυρίως ζευγάρια.

Τις πρώτες μέρες όλα ήταν φυσιολογικά.

Μέχρι που άκουσα το τραγούδι.

Δεν ήταν κάτι ξεκάθαρο.

Όχι μουσική όπως την ξέρουμε.

Ήταν… μια φωνή.

Μια γυναικεία φωνή που τραγουδούσε κάτι αργό, μονότονο.

Χωρίς λόγια που μπορούσα να καταλάβω.



Πριν συνεχίσεις…

Κάποιες ιστορίες δεν τελειώνουν στην τελευταία τους γραμμή. Αν αγαπάς το σκοτεινό μυστήριο, δες και αυτό:

Η Πρόσκληση της Ιρενέ Άντλερ



Στην αρχή νόμιζα ότι κάποιος έβαζε μουσική από δίπλα.

Αλλά το περίεργο ήταν ότι το άκουγα μόνο τη νύχτα.

Και ποτέ από το ίδιο σημείο.

Το αγόρι μου ο Βασίλης δεν άκουγε τίποτα, αλλά η αλήθεια είναι πως πάντα κοιμόταν πολύ βαριά. 

Ένα βράδυ, κατέβηκα στη ρεσεψιόν να δω αν κάποιος πελάτης είχε παράπονα.

“Ακούσατε κι εσείς κάτι;” ρώτησα.

Η ιδιοκτήτρια με κοίταξε για λίγο.

Και μετά χαμογέλασε… περίεργα.

“Αν το ακούς… μην το ακολουθήσεις.”

Γέλασα.

Νόμιζα ότι μου κάνει πλάκα.

Δεν ήταν πλάκα.

Το επόμενο βράδυ, το τραγούδι ήταν πιο κοντά.

Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω.

Δεν ήταν πιο δυνατά.

Ήταν πιο… μέσα μου.

Σαν να μην ερχόταν από έξω, αλλά από κάπου πίσω από το κεφάλι μου.

Άρχισα να ψάχνω.

Στο ίντερνετ, σε παλιά forums, σε ιστορίες του νησιού.

Και τότε το βρήκα.

“Η Τραγουδίστρια της Ακτής.”

Ένας παλιός αστικός θρύλος της Κέρκυρα.

Λένε ότι παλιά, μια γυναίκα πνίγηκε κοντά στα βράχια, περιμένοντας κάποιον που δεν γύρισε ποτέ.

Και από τότε…

τραγουδάει.

Όποιος την ακούσει, λένε, αρχίζει να την ακούει όλο και πιο καθαρά.

Μέχρι που μια νύχτα… βγαίνει να τη βρει.

Και δεν επιστρέφει.

Σταμάτησα να το διαβάζω εκεί.

Γιατί εκείνη τη στιγμή…

άκουσα το τραγούδι μέσα στο δωμάτιο.

Γύρισα απότομα.

Δεν υπήρχε κανείς. Ο Βασίλης κοιμόταν ατάραχος. 

Αλλά η φωνή ήταν δίπλα μου.

Σχεδόν στο αυτί μου.

Δεν είχε μελωδία πια.

Ήταν πιο… προσωπικό.

Σαν να μου μιλούσε.

Την επόμενη μέρα είπα στον Βασίλη ότι θα φύγω. Δεν με ενδιέφερε η δουλειά. Δεν με ενδιέφερε τίποτα.

Η ιδιοκτήτρια με κοίταξε.

“Άργησες,” είπε.

Δεν κατάλαβα τι εννοούσε. Μέχρι το βράδυ.

Δεν θυμάμαι πώς βγήκα από το δωμάτιο. Δεν θυμάμαι να άνοιξα πόρτα. Δεν θυμάμαι να περπάτησα. Θυμάμαι μόνο ότι…

ήμουν ήδη στην παραλία.

Και το τραγούδι…

δεν ήταν πια μέσα στο κεφάλι μου.

Ήταν μπροστά μου.

Την είδα.

Δεν ήταν όπως στις ιστορίες. Δεν είχε πρόσωπο που να ξεχωρίζει. Ήταν σαν να την έβλεπες μέσα από νερό. Σαν να μην είχε σταθερή μορφή.

Αλλά ήξερα.

Ήξερα ότι ήταν αυτή.

Στεκόταν εκεί.

Και τραγουδούσε.

Και τότε…

σταμάτησε.

Και γύρισε προς εμένα.

Δεν είχε μάτια.

Αλλά ήξερα ότι με κοιτάζει.

Και τότε έκανε κάτι που δεν περίμενα.

Σταμάτησε να τραγουδάει.

Και άκουσα τη φωνή…

μέσα στο κεφάλι μου.

“Άργησες.”

Δεν ήταν η πρώτη φορά που το άκουγα.

Και τότε κατάλαβα κάτι που με τρόμαξε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.

Δεν με καλούσε.

Με περίμενε.

Σαν να είχα ήδη έρθει… πριν.

Ξαφνικά ένιωσα κάτι να με αρπάζει από τον ώμο και να με τραβάει. Να με τραβάει με δύναμη.

Δεν μπορούσα να αντισταθώ. Δεν είχα τη δύναμη να αντιδράσω. Είχα παραδοθεί. Δε μπορούσα να προβάλω καμία αντίδραση.

Άνοιξα μόνο τα μάτια. Είδα το Βασίλη να με τραβάει από τους ώμους έξω από τη θάλασσα. Προσπαθούσε να με βγάλει έξω από το νερό καθώς τα κύματα προσπαθούσαν να με ξαναπάρουν μέσα στο βυθό τους. 

Δε θυμάμαι πως μπήκα μέσα στη θάλασσα. Δε θυμάμαι πως με κατάπιαν τα κύματα. 

Ευτυχώς ο Βασίλης κατάλαβε ότι λείπω από το δωμάτιο και έψαξε να με βρει. 

Αν δεν είχε προλάβει να με σώσει, η τραγουδίστρια της ακτής θα με είχε πάρει μαζί της. 


Γνωρίζετε εσείς αυτό το θρύλο της Κέρκυρας; Μήπως έχετε ακούσει την τραγουδίστρια της ακτής; Στείλε την ιστορία σου στο Our Horror Stories.


Αν σου άρεσε το vibe αυτής της ιστορίας,

ίσως σου ταιριάξει και αυτό το μουσικό σκοτάδι από τους Bad Mood Bad Luck: 

Άκουσε στο Spotify

Άκουσε στο Youtube


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε την φίλη μας Γεωργία για την ιστορία που μας έστειλε. 


Αν σου αρέσουν ιστορίες με ανατριχιαστική ατμόσφαιρα, ίσως θέλεις να ρίξεις μια ματιά και εδώ:

Medical Mysteries


Διαβάστε επίσης:






Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com  ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.