Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πνεύματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πνεύματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
0

Το Ξεχασμένο Κινητό

 




Καλησπέρα.

Σας στέλνω τη δική μου περίεργη ιστορία επειδή, αν το πω σε κάποιον που με ξέρει, θα μου πει να ηρεμήσω. Ότι δεν έχω ξεπεράσει ακόμα τον θάνατο της μητέρας μου. Ότι το μυαλό, όταν πονάει, μπορεί να δει σημάδια εκεί που δεν υπάρχουν. Και ίσως να έχει δίκιο.

Θέλω όμως να ακούσω και τη δική σας άποψη, μιας και, όπως πιστεύω, θα έχετε ακούσει πολλές περίεργες ιστορίες.

Η μητέρα μου πέθανε πριν από τρία χρόνια.

Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες. Ήταν άρρωστη αρκετό καιρό, αλλά το τέλος ήρθε πιο γρήγορα απ’ όσο περιμέναμε. Από τότε κράτησα κάποια πράγματά της σε ένα κουτί στην αποθήκη. Φωτογραφίες, παλιά χαρτιά, ένα μαντήλι της, κάτι κοσμήματα που δεν είχαν αξία για κανέναν άλλο.

Δεν τα άγγιζα συχνά. Όχι επειδή δεν ήθελα να τη θυμάμαι. Το αντίθετο. Επειδή κάθε φορά που άνοιγα εκείνο το κουτί, μου φαινόταν ότι η απουσία της γινόταν ξανά καινούρια.

Προχθές το απόγευμα έψαχνα κάτι άσχετο στην αποθήκη. Ένα κατσαβίδι, νομίζω. Ή μια προέκταση. Δεν θυμάμαι καν. Άνοιξα ένα παλιό συρτάρι από ένα έπιπλο που είχαμε φέρει από το σπίτι της και δεν είχα χρησιμοποιήσει ποτέ.

Εκεί μέσα βρήκα ένα κινητό.

Ήταν μικρό, μαύρο, από εκείνα τα παλιά με κουμπιά. Όχι smartphone. Είχε γρατζουνιές στην οθόνη και σκόνη στα πλαϊνά. Στην αρχή σκέφτηκα ότι θα ήταν δικό της. Η μητέρα μου δεν τα πήγαινε ποτέ καλά με τα καινούρια κινητά. Πάντα προτιμούσε τα απλά.

Το κράτησα στο χέρι μου για λίγη ώρα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μου φάνηκε πιο βαρύ απ’ όσο έπρεπε. Πάτησα το κουμπί να ανοίξει. Τίποτα. Λογικό, σκέφτηκα. Τρία χρόνια κλειστό.

Το πήρα μαζί μου στο σαλόνι, περισσότερο από περιέργεια παρά από ανάγκη. Βρήκα έναν παλιό φορτιστή που ταίριαζε, τον σύνδεσα και άφησα το κινητό πάνω στο τραπεζάκι. Δεν περίμενα να δουλέψει.

Μετά από λίγα λεπτά, άναψε η οθόνη. Το φως της ήταν αχνό, σχεδόν γαλάζιο. Εμφανίστηκε πρώτα το σήμα φόρτισης και μετά η ώρα.

00:00.

Δεν μου έκανε εντύπωση. Τα παλιά κινητά έχαναν την ώρα όταν έμεναν χωρίς μπαταρία. Περίμενα λίγο και μετά το άνοιξα. Δεν είχε φωτογραφίες. Δεν είχε μηνύματα. Δεν είχε κλήσεις. Δεν είχε τίποτα.

Μόνο μία επαφή στον τηλεφωνικό κατάλογο: Μαμά

Έμεινα να κοιτάζω τη λέξη για αρκετά δευτερόλεπτα.

Στην αρχή χαμογέλασα, αλλά όχι κανονικά. Από εκείνα τα χαμόγελα που βγαίνουν όταν κάτι σε πονάει πριν προλάβεις να το καταλάβεις. Σκέφτηκα ότι μάλλον ήταν δικό μου παλιό κινητό και απλώς δεν το θυμόμουν. Ίσως το είχα αφήσει στο σπίτι της κάποτε. Ίσως το είχε κρατήσει εκείνη.

Άνοιξα την επαφή. Ο αριθμός δεν ήταν ο παλιός της. Αυτό με έκανε να σταματήσω.

Τον κοίταξα ξανά. Ψηφίο ψηφίο. Δεν μου έλεγε τίποτα. Δεν ήταν αποθηκευμένος στο κινητό μου. Δεν έμοιαζε καν με αριθμό που θυμόμουν από παλιά.

Για κάποιο λόγο, δεν τον κάλεσα. Έκλεισα το κινητό και το άφησα στο τραπέζι. Όλη την υπόλοιπη μέρα προσπαθούσα να μη σκέφτομαι τη λέξη στην οθόνη.

Μαμά.

Είναι περίεργο πώς μια τόσο απλή λέξη μπορεί να γίνει ξαφνικά βάρος.

Το βράδυ, πριν κοιμηθώ, το κινητό ήταν ακόμα στο τραπεζάκι. Δεν το είχα αγγίξει. Η οθόνη ήταν σβηστή.

Πέρασα από δίπλα του, πήγα στην κουζίνα, έβαλα νερό σε ένα ποτήρι και γύρισα στο σαλόνι για να κλείσω τα φώτα.

Τότε ακούστηκε. Ένας μικρός, ξερός ήχος. Όχι σαν σύγχρονη ειδοποίηση. Σαν παλιό μήνυμα.

Στάθηκα ακίνητος. Το κινητό είχε ανάψει. Στην οθόνη υπήρχε ένας φάκελος: Νέο μήνυμα.

Για λίγα δευτερόλεπτα δεν πλησίασα. Ένιωθα γελοίος. Ήταν απλώς ένα παλιό κινητό. Κάποια παλιά SIM. Κάποιος άγνωστος αριθμός. Κάποιο μήνυμα που άργησε χρόνια να φτάσει ή κάτι τέτοιο.

Αυτό προσπάθησα να πω στον εαυτό μου.

Πήρα το κινητό στα χέρια μου. Το μήνυμα ήταν από την επαφή:

Μαμά


Πάτησα άνοιγμα. Το μήνυμα είχε σταλεί εκείνη ακριβώς τη στιγμή. 23:47. Έγραφε μόνο:

"Έφαγες;"

Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα έτσι. Με το κινητό στο χέρι. Με εκείνη τη λέξη στην οθόνη.

"Έφαγες;"

Όπως μου έγραφε πάντα. Όπως με ρωτούσε κάθε φορά που αργούσα να απαντήσω. Όπως με ρωτούσε ακόμα κι όταν ήταν άρρωστη, ακόμα κι όταν δεν μπορούσε να φάει η ίδια, ακόμα κι όταν η φωνή της είχε γίνει ψίθυρος.

Έφαγες;

Κάθισα στον καναπέ και άρχισα να κλαίω χωρίς ήχο. Το κινητό έμεινε ανοιχτό στην παλάμη μου.

Κάτω από το μήνυμα υπήρχε η επιλογή:

"Απάντηση"

Δεν ξέρω αν πρέπει να απαντήσω. Δεν ξέρω αν πρέπει να γράψω «ναι». Δεν ξέρω αν πρέπει να ρωτήσω ποιος είναι.

Δεν ξέρω αν πρέπει απλώς να κλείσω το κινητό και να το πετάξω κάπου μακριά.

Γιατί όσο το κοιτάζω, τόσο περισσότερο φοβάμαι ότι το πραγματικά τρομακτικό δεν είναι πως έλαβα μήνυμα από τη μητέρα μου.

Το τρομακτικό είναι ότι ένα κομμάτι μου θέλει να απαντήσει.


Πριν φύγεις πρέπει να διαβάσεις κι αυτό:


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε το φίλο μας Μάριο για την ιστορία που μας έστειλε.


Αν σου άρεσε η ιστορία τότε αυτό είναι για σένα:


Διαβάστε επίσης:





Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.



0

«Μην ανοίξεις την πόρτα!»

 



Σας γράφω από το σπίτι των γονιών μου, όπου μένω τις τελευταίες τέσσερις ημέρες.

Είμαι τριάντα δύο ετών και μέχρι την προηγούμενη εβδομάδα δεν πίστευα στα φαντάσματα. Για οτιδήποτε παράξενο άκουγα, έβρισκα πάντοτε κάποια λογική εξήγηση.

Αυτό που συνέβη στο καινούργιο μου διαμέρισμα, όμως, δεν μπορώ να το εξηγήσω.

Μετακόμισα εκεί πριν από περίπου έναν μήνα. Βρίσκεται στον δεύτερο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας, σε μια σχετικά ήσυχη γειτονιά της Αθήνας. Το κτίριο είναι κακοσυντηρημένο, αλλά το διαμέρισμα ήταν μεγάλο και το ενοίκιο πολύ χαμηλότερο από όσα ζητούν στην περιοχή.

Ο ιδιοκτήτης μού είπε ότι βιαζόταν να το νοικιάσει επειδή έμενε κλειστό αρκετό καιρό.

Δεν τον ρώτησα γιατί.

Την πρώτη εβδομάδα δεν συνέβη τίποτα. Το μόνο που με ενοχλούσε ήταν οι θόρυβοι από το επάνω διαμέρισμα.

Κάθε βράδυ άκουγα ένα παιδί να τρέχει από τη μία άκρη του σπιτιού στην άλλη. Τα βήματά του ήταν γρήγορα και ελαφριά. Μερικές φορές σταματούσαν ακριβώς πάνω από την κρεβατοκάμαρά μου και ύστερα ξεκινούσαν πάλι.

Υπέθεσα ότι η οικογένεια του επάνω ορόφου είχε μικρό παιδί και δεν έδωσα σημασία.

Ώσπου ένα βράδυ κοίταξα την ώρα.

Ήταν 3:17.

Την επόμενη νύχτα ξύπνησα πάλι από τα ίδια βήματα. Κοίταξα το κινητό μου.

3:17.

Το παιδί έτρεξε πάνω από το κεφάλι μου και μια γυναίκα φώναξε:

«Μην ανοίξεις την πόρτα!»

Ακολούθησαν τρεις δυνατοί χτύποι.

Έπειτα απόλυτη σιωπή.

Το πρωί συνάντησα τον διαχειριστή στην είσοδο και του παραπονέθηκα. Περίμενα να μου πει ότι θα μιλούσε στους ενοίκους.

Αντί γι’ αυτό, με κοίταξε παράξενα.

«Ποιο παιδί;» με ρώτησε.

Του εξήγησα ότι οι θόρυβοι έρχονταν από το διαμέρισμα ακριβώς πάνω από το δικό μου.

Το πρόσωπό του άλλαξε.

«Εκεί δεν μένει κανείς», είπε. «Είναι άδειο εδώ και χρόνια».

Γέλασα, πιστεύοντας ότι μου έκανε πλάκα. Εκείνος, όμως, έβγαλε τα κλειδιά του και με πήγε επάνω.

Το διαμέρισμα ήταν πράγματι εγκαταλελειμμένο.

Τα δωμάτια ήταν άδεια, τα παράθυρα κλειστά και το πάτωμα καλυμμένο με ένα παχύ στρώμα σκόνης. Δεν υπήρχαν έπιπλα, παιχνίδια ή οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να προκαλεί τους θορύβους.

Πριν φύγουμε, πρόσεξα τρία βαθιά σημάδια στην εξώπορτα, περίπου στο ύψος του κεφαλιού μου. Έμοιαζαν σαν κάποιος να την είχε χτυπήσει με βαρύ μεταλλικό αντικείμενο.

Ρώτησα τον διαχειριστή τι είχε συμβεί εκεί.

Στην αρχή απέφευγε να απαντήσει. Όταν επέμεινα, μου είπε ότι πριν από είκοσι χρόνια ζούσε στο διαμέρισμα μια γυναίκα με τον οκτάχρονο γιο της.

Ένα βράδυ κάποιος χτύπησε την πόρτα τους.

Λίγες ώρες αργότερα, βρέθηκαν και οι δύο νεκροί.

Ο άντρας που καταδικάστηκε για τις δολοφονίες δεν ήταν κάποιος άγνωστος. Ήταν ο ένοικος του κάτω διαμερίσματος.

Του δικού μου διαμερίσματος.

Ο διαχειριστής προσπάθησε να με καθησυχάσει. Μου είπε ότι ο δολοφόνος είχε πεθάνει στη φυλακή πριν από χρόνια και ότι όλα αυτά ανήκαν στο παρελθόν.

Δεν του είπα τι είχα ακούσει τη νύχτα.

Επέστρεψα στο σπίτι αποφασισμένος να μη δώσω συνέχεια. Πίστευα ότι οι παλιοί σωλήνες και τα ξύλινα πατώματα δημιουργούσαν τους ήχους. Όσο για τη γυναικεία φωνή, ίσως να είχε έρθει από κάποιο άλλο διαμέρισμα.

Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα.

Περίμενα.

Στις 3:17 ακριβώς, τα παιδικά βήματα ακούστηκαν ξανά.

Αυτή τη φορά δεν έτρεχαν.

Προχωρούσαν αργά μέχρι που σταμάτησαν ακριβώς πάνω από το σημείο όπου καθόμουν.

Έπειτα άκουσα καθαρά τη φωνή του παιδιού.

«Μαμά… γύρισε».

Μια γυναίκα τού ψιθύρισε κάτι που δεν κατάλαβα.

Το παιδί μίλησε ξανά, δυνατότερα:

«Είναι πάλι στο κάτω διαμέρισμα».

Αμέσως μετά, ο επάνω όροφος σείστηκε.

Έπιπλα άρχισαν να σέρνονται, παρόλο που είχα δει με τα μάτια μου ότι το σπίτι ήταν άδειο. Ένα ποτήρι έσπασε. Η γυναίκα ούρλιαξε. Το παιδί έτρεξε προς την εξώπορτα και ακούστηκαν τρεις δυνατοί χτύποι.

Τότε κάποιος χτύπησε και τη δική μου πόρτα.

Τρεις φορές.

Δεν πλησίασα για να κοιτάξω από το ματάκι. Πήρα τα κλειδιά του αυτοκινήτου, βγήκα στο μπαλκόνι και κατέβηκα στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου από την εξωτερική σκάλα κινδύνου.

Έφυγα χωρίς να πάρω τίποτα μαζί μου.

Από τότε μένω με τους γονείς μου. Ο ιδιοκτήτης επιμένει ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να λύσουμε το συμβόλαιο. Λέει ότι τρόμαξα επειδή άκουσα την ιστορία των δολοφονιών και ότι το μυαλό μου δημιούργησε όλα τα υπόλοιπα.

Ίσως να έχει δίκιο.

Τα πράγματά μου βρίσκονται ακόμη εκεί και πρέπει σύντομα να αποφασίσω.

Να επιστρέψω στο διαμέρισμα ή να το ξενοικιάσω και να φύγω οριστικά;

Και αν φύγω, πρέπει να προειδοποιήσω τον επόμενο ενοικιαστή;

Ή να τον αφήσω να καταλάβει μόνος του γιατί το παιδί στον επάνω όροφο πιστεύει ότι ο δολοφόνος επέστρεψε;

Κάποια σύμβολα δίνουν δύναμη και γενναιότητα. Το χρειάζεσαι πάντα μαζί σου:


Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τον φίλο μας Θεόφιλο για την ιστορία που μας έστειλε.

Διαβάστε επίσης:








Ακολουθήστε μας στη σελίδα μας στο Facebook 



 Ένα LIKE, SHARE και σχόλιο θα βοηθήσει να συνεχίσουμε το έργο μας!
ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ!




Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.




0

Πέρασε

 



Καλησπέρα.


Σου γράφω γιατί πιστεύω ότι έχω κάνει ένα λάθος που δεν διορθώνεται.


Είμαι συγγραφέας. Δεν θα γράψω το όνομά μου, όχι από ντροπή, αλλά επειδή φοβάμαι ότι αν κάποιος ψάξει πού βρίσκομαι, μπορεί να έρθει εδώ. Και δεν πρέπει να έρθει κανείς εδώ.


Πριν από τρεις εβδομάδες νοίκιασα ένα παλιό σπίτι σε ένα ορεινό χωριό της Φωκίδας, λίγο πιο πάνω από την Άμφισσα. Ήθελα ησυχία. Ήθελα να τελειώσω το επόμενο μυθιστόρημά μου μακριά από την Αθήνα, τα τηλέφωνα, τις υποχρεώσεις, τον θόρυβο.


Το σπίτι ήταν πέτρινο, παλιό, με ξύλινα πατώματα, χαμηλά ταβάνια και θέα σε μια πλαγιά γεμάτη έλατα. Ο ιδιοκτήτης μού είπε ότι το χειμώνα το χωριό σχεδόν αδειάζει.


«Ό,τι πρέπει για γράψιμο», μου είπε.


Και είχε δίκιο.


Τις πρώτες μέρες έγραφα περισσότερο απ’ όσο είχα γράψει μήνες ολόκληρους. Ξυπνούσα νωρίς, άναβα τη σόμπα, έφτιαχνα καφέ και καθόμουν στο μικρό ξύλινο γραφείο δίπλα στο παράθυρο. Τα βράδια, όταν έπεφτε η ομίχλη, το χωριό βυθιζόταν σε μια σιωπή που στην αρχή μού φαινόταν ευλογία.


Μετά άρχισε το ραδιόφωνο.


Ήταν ένα παλιό επιτραπέζιο ραδιόφωνο, από εκείνα με ξύλινο πλαίσιο και στρογγυλά κουμπιά. Το βρήκα πάνω σε ένα σκρίνιο στο σαλόνι. Δεν το είχα αγγίξει. Δεν με ενδιέφερε. Στο χωριό δεν έπιανε σχεδόν τίποτα, και έτσι κι αλλιώς προτιμούσα τη σιωπή.


Το πρώτο βράδυ που άνοιξε μόνο του, νόμισα ότι ήταν βλάβη.


Ήταν λίγο μετά τις δύο. Καθόμουν στο γραφείο και δούλευα. Έξω φυσούσε. Από τη σόμπα ακουγόταν εκείνο το χαμηλό τρίξιμο του ξύλου που καίγεται.


Ξαφνικά, από το σαλόνι, ακούστηκαν παράσιτα.


Ένα δυνατό, ξερό χχχχχχχχ, σαν στατικός ηλεκτρισμός.


Πήγα και το βρήκα αναμμένο.


Η βελόνα του δείκτη έτρεμε ανάμεσα σε δύο συχνότητες. Το φως πίσω από την κλίμακα ήταν αχνό, κιτρινωπό. Το έκλεισα.


Δεν άνοιξε ξανά εκείνο το βράδυ.


Την επόμενη μέρα το έβγαλα από την πρίζα.


Το δεύτερο βράδυ, άνοιξε πάλι.


Αυτή τη φορά τα παράσιτα ήταν πιο χαμηλά. Πιο μακρινά. Σαν να έρχονταν από πολύ βαθιά.


Στάθηκα στην πόρτα του σαλονιού και το κοίταξα.


Το καλώδιο ήταν στο πάτωμα.


Δεν ήταν στην πρίζα.


Πλησίασα αργά. Τα παράσιτα δυνάμωσαν, και ανάμεσά τους άκουσα κάτι που έμοιαζε με ανάσα.


Μετά μια φωνή.


Παιδική.


Πολύ αδύναμη.


«Με ακούτε;»


Έμεινα ακίνητος.


Τα παράσιτα σκέπασαν πάλι τα πάντα. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν ακούστηκε τίποτα άλλο. Μετά η ίδια φωνή, λίγο πιο καθαρά:


«Μη με αφήσετε εδώ».


Έκλεισα το ραδιόφωνο από το κουμπί.


Η φωνή σταμάτησε.


Δεν κοιμήθηκα εκείνο το βράδυ.


Την επόμενη μέρα προσπάθησα να το εξηγήσω λογικά. Ίσως υπήρχε μπαταρία μέσα. Ίσως κάποιος ασύρματος, κάποια παρεμβολή, κάποιο παλιό κύκλωμα που κρατούσε ρεύμα. Το έψαξα. Δεν είχε μπαταρίες. Δεν είχε τίποτα που να δικαιολογεί ότι λειτουργούσε εκτός πρίζας.


Κι όμως, το τρίτο βράδυ άνοιξε ξανά.


Και η φωνή ήταν πιο καθαρή.


«Σας παρακαλώ. Θα με σκοτώσουν».


Αυτή τη φορά μίλησα.


Ντρέπομαι που το λέω, αλλά μίλησα σε ένα ξεχασμένο ραδιόφωνο, στη μέση ενός άδειου σπιτιού.


«Ποια είσαι;»


Παράσιτα.


«Πού είσαι;»


Η βελόνα τρεμόπαιξε.


«Στο σπίτι», είπε η φωνή.


«Σε ποιο σπίτι;»


Για λίγα δευτερόλεπτα ακούστηκε μόνο εκείνο το ηλεκτρικό χιόνι των παρασίτων.


Μετά:


«Στο δικό μου».


Η φωνή ήταν μικρού κοριτσιού. Όχι πάνω από οκτώ ή εννιά χρονών. Έτρεμε, αλλά δεν έκλαιγε. 


«Πώς σε λένε;» ρώτησα.


Η απάντηση χάθηκε στα παράσιτα.


Άκουσα μόνο το τέλος.


«…λένη».


Ελένη, σκέφτηκα.


«Πού είσαι τώρα;»


«Κάτω».


«Κάτω πού;»


Το ραδιόφωνο έβγαλε έναν ήχο τόσο δυνατό που πετάχτηκα πίσω. Ύστερα η φωνή ακούστηκε σχεδόν δίπλα μου.


«Μη μιλάτε δυνατά. Ακούνε».


Έκλεισα το ραδιόφωνο.


Για δύο μέρες δεν ξανάνοιξε.


Στο μεταξύ, η δουλειά μου είχε σταματήσει. Καθόμουν μπροστά στο laptop και κοιτούσα τη λευκή σελίδα, περιμένοντας να νυχτώσει. Όσο κι αν προσπαθούσα να το παίξω λογικός, ένα μέρος μου ήθελε να ακούσει ξανά τη φωνή.


Ήθελα να μάθω αν υπήρχε πραγματικά ένα παιδί που κινδύνευε.


Ή αν εγώ, μόνος σε ένα χωριό, μέσα στην ομίχλη και τη σιωπή, είχα αρχίσει να χάνω το μυαλό μου.


Την έκτη νύχτα, το ραδιόφωνο άνοιξε στις 02:14.


Πριν προλάβω να σηκωθώ, ακούστηκε η φωνή.


«Γράφετε πάλι».


Πάγωσα.


Το ραδιόφωνο ήταν στο σαλόνι.


Εγώ ήμουν στο γραφείο, στο διπλανό δωμάτιο.


«Έχετε το χέρι σας πάνω στο ποντίκι», είπε το κορίτσι. «Δεν γράφετε. Κοιτάτε την οθόνη».


Δεν κουνήθηκα.


«Ποια είσαι;» ψιθύρισα.


«Θα με βοηθήσετε;»


«Πώς βλέπεις τι κάνω;»


Παράσιτα.


Ένα γέλιο, χαμηλό, σχεδόν πνιγμένο. Δεν ξέρω αν ήταν δικό της ή αν ήρθε από αλλού μέσα στο ραδιόφωνο.


«Σας βλέπω όταν δεν κοιτάνε».


Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να μείνω άλλο άπραγος.


Την επόμενη μέρα πήγα στο καφενείο του χωριού. Υπήρχαν τρεις άνθρωποι μέσα. Ένας ηλικιωμένος πίσω από τον πάγκο, δύο άντρες που έπαιζαν τάβλι και μια γυναίκα γύρω στα εβδομήντα, καθισμένη κοντά στη σόμπα, που έπλεκε χωρίς να κοιτάζει τα χέρια της.


Ρώτησα όσο πιο αδιάφορα μπορούσα αν στο χωριό είχε χαθεί ποτέ κάποιο παιδί.


Τα ζάρια σταμάτησαν.


Ο καφετζής με κοίταξε σαν να είχα πει κάτι που δεν έπρεπε.


«Γιατί ρωτάς;»


«Γράφω ένα βιβλίο», είπα. «Ψάχνω παλιές ιστορίες του τόπου».


Κανείς δεν απάντησε.


Μόνο η γυναίκα κοντά στη σόμπα σήκωσε τα μάτια της.


«Δεν χάθηκε», είπε. «Πέθανε».


Ο καφετζής έκανε μια κίνηση με το χέρι, σαν να ήθελε να την σταματήσει.


Εκείνη τον αγνόησε.


«Το ’45. Μετά τον πόλεμο. Ένα κοριτσάκι. Ελένη τη λέγανε».


Ένιωσα το στόμα μου να στεγνώνει.


«Τι συνέβη;»


Η γυναίκα τύλιξε αργά το νήμα γύρω από το δάχτυλό της.


«Οι γονείς της κατηγορήθηκαν για σατανισμό. Για μαύρες δουλειές. Έτσι τα λέγανε τότε. Ότι μάζευαν πράγματα από τάφους, ότι άναβαν κεριά στο υπόγειο, ότι μιλούσαν με κάτι που δεν έπρεπε».


«Και το παιδί;»


Η γυναίκα χαμήλωσε τη φωνή της.


«Είπαν πως το θυσίασαν. Πως το έδωσαν στον διάβολο για να πάρουν δύναμη».


Ο καφετζής χτύπησε το χέρι στον πάγκο.


«Φτάνει, κυρά-Δέσποινα».


Εκείνη δεν του έδωσε σημασία.


«Άλλοι λένε πως δεν έγινε έτσι», συνέχισε. «Λένε πως οι ίδιοι οι γονείς της τη σκότωσαν όταν κατάλαβαν τι ήταν».


Έμεινα να την κοιτάζω.


«Τι εννοείτε;»


Η γυναίκα με κοίταξε σαν να μετάνιωσε που μίλησε.


«Υπάρχουν πράγματα που δεν πεθαίνουν μαζί με το σώμα», είπε. «Και υπάρχουν παιδιά που δεν είναι πια παιδιά».


Δεν έμαθα τίποτα περισσότερο εκείνη τη μέρα. Όταν επέμεινα, όλοι σταμάτησαν να μιλούν. Η κυρά-Δέσποινα μόνο μου είπε, φεύγοντας, ότι το κορίτσι είναι θαμμένο στο παλιό νεκροταφείο, πάνω από την εκκλησία του Προφήτη Ηλία.


Πήγα το ίδιο απόγευμα.


Το νεκροταφείο ήταν μικρό, πέτρινο, μισοκρυμμένο πίσω από κυπαρίσσια. Οι περισσότεροι τάφοι ήταν παλιοί, με σταυρούς γερμένους και ονόματα σβησμένα από τον χρόνο.


Βρήκα τον τάφο της Ελένης στο πίσω μέρος.


Ήταν ένας μικρός λευκός σταυρός, πιο καινούριος απ’ όσο περίμενα, σαν κάποιος να τον φρόντιζε ακόμα. Πάνω του έγραφε:


ΕΛΕΝΗ Κ.

1937 - 1945


Δεν υπήρχε φωτογραφία.


Μόνο ένα μικρό σπασμένο αγαλματάκι αγγέλου στα πόδια του τάφου.


Έσκυψα να καθαρίσω τα χόρτα από το όνομα, όταν άκουσα φωνή πίσω μου.


«Δεν θα της άρεσε αυτό».


Γύρισα απότομα.


Ένας άντρας στεκόταν λίγα μέτρα πιο πέρα, ανάμεσα στα κυπαρίσσια. Ήταν ντυμένος στα μαύρα, με μακρύ παλτό, παρόλο που δεν έκανε τόσο κρύο. Το πρόσωπό του ήταν στεγνό, χλωμό, με μάτια βαθιά χωμένα.


«Είστε ο υπεύθυνος εδώ;» ρώτησα.


«Κάπως έτσι».


Δεν μου άρεσε η απάντηση.


«Ήρθα απλώς να δω τον τάφο».


«Κανείς δεν έρχεται απλώς να δει αυτόν τον τάφο».


Δεν είπα τίποτα.


Ο άντρας πλησίασε αργά. Δεν ακουγόταν σχεδόν καθόλου πάνω στο χώμα.


«Την άκουσες, έτσι δεν είναι;»


Ένιωσα το αίμα να παγώνει.


«Ποια;»


Με κοίταξε κουρασμένα.


«Μη χάνουμε χρόνο με ψέματα. Αν σε φώναξε, θα σου ζήτησε βοήθεια. Θα σου είπε ότι κινδυνεύει. Ότι θέλουν να τη σκοτώσουν. Ότι πρέπει να τη σώσεις».


Δεν μπορούσα να μιλήσω.


«Μην την πιστέψεις», είπε.


«Ήταν παιδί».


«Ήταν».


Η λέξη έμεινε ανάμεσά μας σαν πέτρα.


«Τι έγινε τότε;» ρώτησα.


Ο άντρας κοίταξε τον τάφο.


«Οι γονείς της έκαναν πράγματα που δεν έπρεπε. Άνοιξαν πόρτες για να πάρουν απαντήσεις, δύναμη, λεφτά, εκδίκηση, δεν ξέρω. Οι άνθρωποι πάντα νομίζουν ότι ελέγχουν αυτό που καλούν. Μέχρι που εκείνο βρίσκει καλύτερο σπίτι».


«Το παιδί;»


«Το παιδί».


Ο άνεμος πέρασε μέσα από τα κυπαρίσσια. Για μια στιγμή ακούστηκε σαν ψίθυρος πολλών ανθρώπων.


«Στην αρχή νόμιζαν ότι ήταν ευλογία», συνέχισε. «Η μικρή ήξερε πράγματα που δεν μπορούσε να ξέρει. Έλεγε ποιος θα αρρωστήσει, ποιος θα πεθάνει, ποιος έκρυβε χρήματα, ποιος πρόδωσε ποιον. Μετά άρχισε να μιλάει με φωνές που δεν ήταν δικές της. Μετά άρχισε να ζητάει πράγματα».


«Τι πράγματα;»


Δεν απάντησε αμέσως.


«Μη ρωτάς αν δεν θες να τα βλέπεις στον ύπνο σου».


Κοίταξα τον μικρό τάφο.


«Οι γονείς της τη σκότωσαν;»


«Οι γονείς της κατάλαβαν αργά ότι δεν ήταν πια μόνη μέσα στο σώμα της. Και έκαναν το μόνο που πίστεψαν ότι θα σταματούσε αυτό που είχαν φέρει».


«Και το σταμάτησαν;»


Ο άντρας χαμογέλασε χωρίς χαρά.


«Αν το είχαν σταματήσει, δεν θα ήσουν εδώ».


Ένιωσα ξαφνικά πολύ μόνος.


«Τι θέλει από μένα;»


«Να την ακούσεις αρκετά. Να τη λυπηθείς αρκετά. Να κάνεις αυτό που θα σου ζητήσει όταν η φωνή γίνει καθαρή».


«Τι θα μου ζητήσει;»


Ο άντρας έσκυψε λίγο προς το μέρος μου.


«Να τη φέρεις μέσα».


«Πού μέσα;»


Δεν απάντησε.


Δεν χρειαζόταν.


Το κατάλαβα.


Στο σπίτι.


Στον κόσμο.


Ίσως μέσα μου.


«Πώς τη σταματάω;»


«Δεν της απαντάς ξανά. Ό,τι κι αν πει. Ό,τι κι αν ακούσεις. Ακόμα κι αν χρησιμοποιήσει φωνή που αγαπάς. Ακόμα κι αν σου πει πράγματα που είναι αλήθεια. Ειδικά τότε».


Έφυγα από το νεκροταφείο πριν σκοτεινιάσει. Όταν γύρισα στο σπίτι, το ραδιόφωνο ήταν στη μέση του σαλονιού.


Δεν το είχα αφήσει εκεί.


Ήταν πάνω στο σκρίνιο.


Τώρα βρισκόταν στο πάτωμα, στραμμένο προς την πόρτα, σαν να με περίμενε.


Δεν το άγγιξα.


Πήγα στο γραφείο, έκλεισα την πόρτα και άνοιξα το laptop. Προσπάθησα να δουλέψω. Δεν έγραψα ούτε λέξη.


Στις 02:14, το ραδιόφωνο άνοιξε.


Αυτή τη φορά δεν υπήρχαν παράσιτα.


Η φωνή της Ελένης ακούστηκε καθαρή, σαν να στεκόταν ακριβώς πίσω από την πόρτα.


«Πήγατε στον τάφο μου».


Δεν απάντησα.


«Μίλησε άσχημα για μένα ο άντρας;»


Έσφιξα τα χέρια μου πάνω στα γόνατα.


«Δεν είμαι αυτό που είπε».


Η φωνή άρχισε να τρέμει.


«Πονάω. Είμαι μόνη. Είναι σκοτεινά εδώ. Δεν ξέρω γιατί δεν με βοηθάτε».


Έκλεισα τα μάτια.


«Σας βλέπω», είπε.


Η καρέκλα μου έτριξε.


«Κρατάτε τα μάτια κλειστά. Νομίζετε ότι έτσι δεν ακούτε;»


Δεν κουνήθηκα.


«Μη φοβάστε. Δεν θέλω πολλά».


Η φωνή άλλαξε για μια στιγμή.


Βάθυνε.


Έγινε κάτι που δεν χωρούσε σε παιδικό λαιμό.


«Μόνο μια πρόσκληση».


Πετάχτηκα όρθιος και τράβηξα την πόρτα του γραφείου.


Στο σαλόνι, το ραδιόφωνο ήταν αναμμένο. Το καλώδιό του βρισκόταν στο πάτωμα, τυλιγμένο σαν νεκρό φίδι.


Η βελόνα του δείκτη είχε σταματήσει σε μια συχνότητα που δεν υπήρχε. Αντί για αριθμό, εκεί που έπεφτε το φως της κλίμακας, είχε σχηματιστεί κάτι σαν μαύρη γραμμή.


Η φωνή ψιθύρισε:


«Πείτε μόνο “πέρασε”».


Έκανα ένα βήμα πίσω.


Το ραδιόφωνο χαμήλωσε μόνο του.


«Πείτε το και θα τελειώσει».


Τότε ακούστηκε άλλη φωνή.


Όχι της Ελένης.


Της μητέρας μου.


«Παιδί μου;»


Τα πόδια μου λύγισαν.


Η μητέρα μου ζει. Είναι στην Αθήνα. Δεν ήξερε καν τι συνέβαινε. Κι όμως η φωνή της βγήκε από το ραδιόφωνο, ίδια, με την ίδια μικρή ανησυχία που έχει όταν με παίρνει και καταλαβαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά.


«Άνοιξέ μου», είπε η φωνή της μητέρας μου. «Κρυώνω».


Σκέφτηκα τον άντρα στο νεκροταφείο.


Ακόμα κι αν χρησιμοποιήσει φωνή που αγαπάς.


Έτρεξα στην κουζίνα, πήρα μια πετσέτα, τύλιξα το ραδιόφωνο χωρίς να κοιτάξω την κλίμακα και το πέταξα στο τζάκι. Έριξα πάνω του όλα τα ξύλα που βρήκα και άναψα φωτιά.


Για λίγα λεπτά δεν έγινε τίποτα.


Μετά το ραδιόφωνο άρχισε να παίζει μέσα από τις φλόγες.


Πρώτα παράσιτα.


Μετά παιδικό κλάμα.


Μετά γέλιο.


Όχι παιδικό.


Το ξύλο του πλαισίου μαύρισε, αλλά η φωνή συνέχισε.


«Δεν καίγεται η πόρτα», είπε.


Και τότε, μέσα από το τζάκι, άκουσα το κορίτσι να ψιθυρίζει:


«Απλώς αλλάζει δωμάτιο».


Το πρωί το ραδιόφωνο είχε γίνει στάχτη.


Ή σχεδόν στάχτη.


Ανάμεσα στα καμένα ξύλα βρήκα το στρογγυλό κουμπί της έντασης. Άθικτο. Κρύο. Το έπιασα με λαβίδα και το πέταξα έξω, όσο πιο μακριά μπορούσα.


Μάζεψα τα πράγματά μου και έφυγα από το χωριό πριν το μεσημέρι.


Δεν γύρισα να παραδώσω τα κλειδιά. Τα άφησα πάνω στο τραπέζι. Δεν χαιρέτησα κανέναν. Ούτε την κυρά-Δέσποινα, ούτε τον καφετζή, ούτε τον άντρα του νεκροταφείου, αν υπήρξε ποτέ.


Τώρα είμαι σε ξενοδοχείο στην Ιτέα. Γράφω αυτή την ιστορία από το laptop μου, με την τηλεόραση κλειστή και το κινητό δίπλα μου. Δεν υπάρχει ραδιόφωνο στο δωμάτιο. Το έλεγξα μόλις μπήκα.


Ξέρω ότι πρέπει να γυρίσω στην Αθήνα.


Ξέρω ότι πρέπει να ξεχάσω το χωριό.


Ξέρω ότι αν μιλήσω σε κάποιον, θα μου πει ότι η απομόνωση, το άγχος και η πίεση της συγγραφής έφτιαξαν όλα αυτά στο μυαλό μου.


Ίσως να έχει δίκιο.


Πριν από λίγο, όμως, άνοιξε μόνο του το laptop.


Η οθόνη φωτίστηκε μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο.


Το αρχείο του μυθιστορήματός μου ήταν ανοιχτό.


Στην τελευταία σελίδα, κάτω από τις γραμμές που είχα γράψει πριν φύγω από το χωριό, υπήρχε μια καινούρια πρόταση.


Δεν την έγραψα εγώ.


Δεν υπήρχε πριν.


Ήταν γραμμένη ξανά και ξανά, μέχρι το τέλος της σελίδας.


Πες πέρασε.


Πες πέρασε.


Πες πέρασε.


Και όσο το διαβάζω, από τα ηχεία του laptop ακούγονται παράσιτα.


Στην αρχή χαμηλά.


Τώρα πιο καθαρά.


Και πίσω από τα παράσιτα, μια παιδική φωνή κλαίει.


Αλλά δεν ακούγεται πια μακριά.


Ακούγεται σαν να βρίσκεται κάτω από το κρεβάτι μου.


Σκοτεινές ιστορίες και σκοτεινή μουσική πάνε μαζί. Δοκίμασε αυτό:

JBL 



Our Horror Stories: Ευχαριστούμε τoν ανώνυμο φίλo μας για την ιστορία που μας έστειλε.



Διαβάστε επίσης:








Το Our Horror Stories φιλοξενεί τις δικές σας παράξενες, περίεργες, ανεξήγητες, τρομακτικές ιστορίες! Στείλε τώρα τη δική σου εμπειρία ή αυτή που άκουσες στο ourhorrorstory@gmail.com  ή στη σελίδα μας στο facebook για να την δημοσιεύσουμε.